Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Ο Θουκυδίδης και η αθηναϊκή δημοκρατία

Αν δεν ξέραμε τίποτε από άλλες πηγές, το κείμενο του Θουκυδίδη δεν μας δίνει το δικαίωμα να πούμε με ασφάλεια αν είναι φιλοολιγαρχικός ή φιλοδημοκρατικός. Εντυπωσιακό επίτευγμα (μια πλευρά της περίφημης θουκυδίδειας αμεροληψίας), αν σκεφτεί κανείς ότι οι λέξεις δημοκρατία και ολιγαρχία διατρέχουν όλη την Ιστορία, εφόσον, κατά τον Θουκυδίδη, ο Πελοποννησιακός πόλεμος χωρίζει τους εμπολέμους σε δύο στρατόπεδα: από τη μια πλευρά Δωριείς ολιγαρχικοί, από την άλλη πλευρά Ίωνες δημοκρατικοί. Ο κανόνας αυτός έχει και τις εξαιρέσεις του, αλλά είναι εντυπωσιακά λίγες αν σκεφτεί κανείς το πλήθος των εμπόλεμων πόλεων. Η Κέρκυρα λ.χ. είναι δωρική αποικία, αλλά τελικά επικρατούν οι δημοκρατικοί μετά από μια σκληρή εμφύλια διαμάχη. Μία από τις εξαιρέσεις είναι σημαίνουσα και θα επανέλθουμε σ’ αυτήν: Οι Συρακούσες είναι δωρική πόλη αλλά μένει ως το τέλος του πολέμου δημοκρατική.

Αυτή η ομοιογένεια εξηγείται χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε σε φυλετικούς λόγους. Μετά τους Περσικούς πολέμους και μέχρι τον Πελοποννησιακό, οι ελληνικές πόλεις εξαναγκάσθηκαν από την πίεση των γεγονότων να πάρουν θέση: θα ήσουν ή με τους Σπαρτιάτες ή με τους Αθηναίους. Οι Σπαρτιάτες, μας λέει ο Θουκυδίδης, άσκησαν μια χαλαρή κυριαρχία στους συμμάχους τους, χωρίς να τους απομυζούν, αφού ωστόσο φρόντισαν κατά κανόνα να επιβάλουν στις πόλεις του δικού τους στρατοπέδου ολιγαρχικό πολίτευμα (Α.18). Οι Αθηναίοι από την άλλη ουσιαστικά υποδούλωσαν τους συμμάχους τους, οπότε δεν ήταν φυσικά ανεκτικοί και στο θέμα του πολιτεύματος.

Ως προς τα αίτια του πολέμου ο Θουκυδίδης είναι σαφής. Κατά τη γνώμη του, οι βασικοί υπαίτιοι είναι οι Αθηναίοι: «Η πραγματική αιτία και η πιο ανομολόγητη είναι κατά τη γνώμη μου ότι οι Αθηναίοι καθώς η δύναμή τους είχε αυξηθεί και ενέπνεαν φόβο στους Λακεδαιμόνιους, εξανάγκασαν τους τελευταίους να πάρουν τα όπλα» (Α.23, μτφ. Σκουτερόπουλου).

Με ποια πλευρά είναι λοιπόν ο Θουκυδίδης; Πώς αντιμετωπίζει την αθηναϊκή δημοκρατία; Μία μόνο φορά εκφέρει προσωπική κρίση, όταν περιγράφει το ολιγαρχικό πραξικόπημα του 411 π.Χ. στην ηττημένη μετά τα Σικελικά Αθήνα.

Δεν δείχνει να συμπαθεί τους πραξικοπηματίες, εκτός του Αντιφώντα, όταν όμως ανατρέπονται οι 400 από εσωτερικές έριδες και εγκαθίσταται για λίγο το πολίτευμα των 5000 πολιτών, ο Θουκυδίδης επιδοκιμάζει τη μείξη ολιγαρχίας και δημοκρατίας που προς στιγμή επιβλήθηκε («και φαίνεται ότι ο πρώτος καιρός ήταν μια περίοδος που τα πράγματα της Αθήνας αντιμετωπίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο, επί των ημερών μου τουλάχιστον [επι γε εμού]. Διότι έγινε τότε ένας συγκερασμός ολιγαρχίας και δημοκρατίας [ες τους ολίγους και τους πολλούς σύγκρασις] με τον οποίο ορθώθηκε η πόλη από την άθλια κατάσταση που είχε περιπέσει», Θ.97). Την ίδια στιγμή προβαίνει ωστόσο στην οξυδερκή παρατήρηση ότι οι ολιγαρχικοί της Αθήνας είναι τόσο μολυσμένοι από το πανίσχυρο μικρόβιο της Δημοκρατίας, που και να επικρατήσουν προς στιγμή, αργά η γρήγορα θα καταρρεύσουν από τις εσωτερικές τους αναπόφευκτες έριδες.

«Και αυτό συνήθως φέρνει την καταστροφή σε μια ολιγαρχία προερχόμενη από δημοκρατικό πολίτευμα∙ διότι από την πρώτη μέρα οι πρωτεργάτες αξιώνουν όχι να είναι ίσοι αλλά ο καθένας τους πρώτος από όλους, ενώ στη δημοκρατία αποδέχεται κανείς ευκολότερα τις δια ψήφου αποφάσεις διότι δεν θεωρεί ότι υφίσταται μείωση από ομοίους του» (Θ.89).

Εκπληκτική παρατήρηση! Είναι η μόνη εύλογη εξήγηση που έχω διαβάσει, σε αρχαίους και συγχρόνους, για την ανθεκτικότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας επί δύο ολόκληρους αιώνες χωρίς ουσιαστική διακοπή.

Μέση στάση λοιπόν; Ίσως, αν συνυπολογίσουμε ότι αφενός μιλάει με μεγαλύτερη συμπάθεια για τους Σπαρτιάτες στρατηγούς (κυρίως τον Αρχίδαμο και τον Βρασίδα) ή ότι θεωρεί τις αποστασίες των συμμάχων από την αθηναϊκή κυριαρχία κινήματα απελευθέρωσης, και αφετέρου είναι αυτός που γράφει και βάζει στο στόμα του Περικλή τον περίφημο Επιτάφιο, το μοναδικό εγκώμιο της αθηναϊκής δημοκρατίας που μας έχει διασωθεί από την κλασσική Ελλάδα.

Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει τόση σημασία η προσωπική προτίμηση του Θουκυδίδη προς κάποιο είδος πολιτεύματος όσο το πώς παρουσιάζει τη δημοκρατική Αθήνα – τι χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αποδίδει, πώς εξηγεί τις κινήσεις και τις βλέψεις της.

Θα μείνω σε μια δημηγορία, που θεωρώ εντυπωσιακή, στο 1ο βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη. Μιλούν οι Κορίνθιοι στους Σπαρτιάτες προσπαθώντας να τους πείσουν να μπουν στον πόλεμο κατά τον Αθηναίων, και μας δίνουν μια εικόνα για το τι πιστεύουν οι Έλληνες του 431 π.Χ. για την Αθήνα του Περικλή. Παρόμοια συμπεράσματα θα έβγαιναν ίσως και από πιο γνωστές δημηγορίες, όπως ο διάλογος των Μηλίων ή οι λόγοι Κλέωνος και Διοδότου για τα γεγονότα στη Μυτιλήνη ή ακόμη και ο ίδιος ο Επιτάφιος.

Οι Κορίνθιοι δεν διστάζουν να κατακρίνουν, και μάλιστα κατά πρόσωπον, τους Σπαρτιάτες για την εσωστρέφειά τους και τη δυσπιστία προς τους ξένους, που τους οδηγεί σε αναποφασιστικότητα και σε αδράνεια (Α.69). Έτσι δεν έχουν συνειδητοποιήσει «τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί οι Αθηναίοι, και πόσο διαφορετικοί ή μάλλον εντελώς διαφορετικοί είναι από εσάς. Εκείνοι είναι «νεωτεροποιοί» [ο Θουκυδίδης πλάθει για την περίσταση την εκπληκτική αυτή λέξη, που είναι πρακτικά αμετάφραστη, ίσως «επαναστάτες»], ικανοί να συλλάβουν γρήγορα ένα σχέδιο και να εκτελέσουν αμέσως ό,τι αποφάσισαν∙ εσείς κλίνετε προς τη διατήρηση των υπαρχόντων, δεν επινοείτε τίποτε καινούργιο, δεν διεκπεραιώνετε ούτε τα απαραίτητα. Κι ακόμη αποτολμούν πράγματα πάνω από τις δυνάμεις τους, ριψοκινδυνεύουν παρά τις υπαγορεύσεις της φρόνησης και δεν χάνουν στις δύσκολες καταστάσεις την ελπίδα (παρά δύμαμιν τολμηταί, και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες)… Και ακόμη είναι γεμάτοι αποφασιστικότητα σε σύγκριση μ’ εσάς τους διστακτικούς, έτοιμοι να πάνε σε ξένους τόπους ενώ εσείς μένετε πάντα στον δικό σας∙ γιατί αυτοί νομίζουν ότι κάτι μπορεί να κερδίσουν φεύγοντας, ενώ εσείς πιστεύετε ότι εάν βγείτε πιο έξω μπορεί να διακινδυνεύσετε κι αυτά που έχετε. Όταν νικούν τους εχθρούς προχωρούν όσο το δυνατόν περισσότερο, κι όταν νικηθούν ελάχιστα επηρεάζεται το ηθικό τους. Κι ακόμη θυσιάζουν τα σώματά τους για την πόλη τους σαν να τους ήταν εντελώς ξένα και αφιερώνουν τη σκέψη τους αποκλειστικά σε αυτήν. Κι άμα δεν φέρουν σε πέρας όσα σκέφτηκαν, πιστεύουν ότι έχασαν κάτι από αυτά που είχαν, ενώ άμα αποκτήσουν ό,τι επιδίωξαν το θεωρούν ότι ήταν απλώς η αρχή. Αν πάλι δοκιμάσουν και αποτύχουν σε κάτι, αναπληρώνουν την έλλειψη ελπίζοντας σε κάτι άλλο∙ γιατί μόνο σ’ αυτούς η ελπίδα της απόκτησης των επιδιωκομένων εξομοιώνεται με την απόκτησή τους, επειδή εκτελούν γρήγορα ό,τι αποφασίσουν. Και όλα αυτά τα επιδιώκουν με αδιάλειπτο μόχθο και κινδύνους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους απολαμβάνοντας ελάχιστα τα αγαθά που έχουν, αφού διαρκώς απαιτούν καινούργια κι ούτε θεωρούν γιορτή άλλο τίποτε από το να κάνουν ό,τι πρέπει, ενώ την ξενοιασιά της απραξίας τη θεωρούν συμφορά όχι μικρότερη από μια επίπονη δραστηριότητα. Έτσι, εάν με δύο λόγια τους χαρακτήριζε κανείς ανθρώπους από τη φύση τους καμωμένους να μην έχουν ούτε οι ίδιοι ησυχία ούτε τους άλλους να τους αφήνουν να βρουν, θα είχε δίκιο» (Α.70, μτφ. Σκουτερόπουλος).

Η περιγραφή αυτή των Αθηναίων, στην αρχή μάλιστα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι απρόσμενη και εντυπωσιακή. Δικαιώνει, νομίζω, όσους βλέπουν την αφήγηση του Θουκυδίδη όχι μόνο ως ιστορία αλλά και ως λογοτεχνική δημιουργία –ως την εκδίπλωση της περιπετείας της Αθήνας, η οποία αποτελεί και τον πραγματικό ήρωα του θουκυδίδειου δράματος. Απαριθμώ τα χαρακτηριστικά που αποδίδει η δημηγορία στους Αθηναίους, ακολουθώντας την εξέλιξη του κειμένου: νεωτεριστές, ρηξικέλευθοι, αποφασιστικοί, παράτολμοι, αισιόδοξοι, εξωστρεφείς, άπληστοι, πατριώτες, επίμονοι, ακούραστοι, ανατροπείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ηθικές κρίσεις απουσιάζουν πλήρως από την περιγραφή των Κορινθίων, ενώ καμία αναφορά δεν γίνεται για το ποιος έχει δίκιο ή άδικο στον επικείμενο πόλεμο. Ο συνδυασμός αυτών των ιδιοτήτων των Αθηναίων υποβάλλει στον αναγνώστη έναν βαρύτερο χαρακτηρισμό, που, εδώ τουλάχιστον, δεν διατυπώνεται: οι Αθηναίοι είναι αλαζόνες, δεν σέβονται κανένα όριο. Παραδόξως η αλαζονεία θα προστεθεί, εμμέσως πλην σαφώς, στον ίδιο τον Επιτάφιο, στον ύμνο της Αθήνας που βάζει στο στόμα του Περικλή ο Θουκυδίδης: «Έχοντας δώσει τρανά δείγματα και αψευδείς μαρτυρίες για τη δύναμή μας, θα μας θαυμάσουν οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι, δίχως καθόλου να χρειαζόμαστε κανέναν Όμηρο για να μας επαινέσει…» (Β.41). Ο ισχυρισμός ότι η δόξα της πόλης σου είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν χρειάζεται ένας Όμηρος για να την υμνήσει, είναι ύψιστη εκδήλωση αλαζονείας και αγγίζει για τους Έλληνες τα όρια της ύβρεως, αφού ο Όμηρος είναι ακριβώς το κοινό παρελθόν τους, η κοινή τους παιδεία.

Για τους Κορινθίους –αλλά και τον Θουκυδίδη-, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη ζωή και στον πόλεμο, «όπως και στις τέχνες», πάντοτε η καινοτομία (τα επιγενόμενα) επικρατεί επί των αρχαιοτρόπων επιτηδευμάτων (Α.71). Το ότι η γνώμη των Κορινθίων αποτυπώνει το πώς ο Θουκυδίδης βλέπει τους Αθηναίους και την αθηναϊκή δημοκρατία φαίνεται αργότερα στην Ιστορία, όταν υιοθετεί την ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρηματολογία για να δείξει τη διαφορά Αθηναίων και Λακεδαιμονίων. «Αλλά δεν ήταν η μόνη περίπτωση όπου οι Λακεδαιμόνιοι αποδείχθηκαν οι πιο βολικοί εχθροί για τους Αθηναίους – υπήρξαν και άλλες πολλές. Διότι η πολύ μεγάλη διαφορά των δύο ως προς την ιδιοσυγκρασία, οι μεν γρήγοροι οι άλλοι αργοί, αποφασιστικοί οι πρώτοι άτολμοι οι δεύτεροι, αποτελούσε πολύ μεγάλο πλεονέκτημα για τους Αθηναίους, ιδίως επειδή ήταν ναυτική δύναμη. Αυτό άλλωστε απέδειξαν και οι Συρακούσιοι: επειδή τους έμοιαζαν πάρα πολύ, τους πολέμησαν και πάρα πολύ αποτελεσματικά». (Θ.96)

Σε τι όμως έμοιαζαν οι Συρακούσιοι, που ήταν άποικοι και Δωριείς, με τους αυτόχθονες Αθηναίους; Η απάντηση είναι προφανής: ήταν όμοιοι ως προς το δημοκρατικό τους πολίτευμα, που τους έκανε κι αυτούς εξίσου κινητικούς, ριψοκίνδυνους και αδίστακτους, δηλαδή εξίσου αποτελεσματικούς με τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι έχασαν τελικά τον πόλεμο όχι από τους Σπαρτιάτες, τους αντίθετούς τους ως προς το πολίτευμα και την ιδιοσυγκρασία, αλλά από τους ομοίους τους Συρακούσιους. Για τον Θουκυδίδη η αθηναϊκή δημοκρατία μόνο από μια άλλη δημοκρατία μπορούσε να ηττηθεί.

Από τα λεγόμενα του Θουκυδίδη προκύπτει ότι το μεγάλο πλεονέκτημα της δημοκρατίας σε καιρό ανταγωνισμού, στη φυσιολογική δηλαδή κατά τη γνώμη του ανθρώπινη κατάσταση, είναι ότι το γεγονός ότι είναι γρήγορη, επιθετική και αποτελεσματική, ακριβώς γιατί είναι απολύτως ψυχρή.

Η δημοκρατία, κατά τον Θουκυδίδη, είναι μια ιδανική πολεμική μηχανή - το εντελώς αντίθετο δηλαδή από ό,τι πιστεύουμε σήμερα για τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Βασίλης Κάλφας, Ο Θουκυδίδης και η αθηναϊκή δημοκρατία


Πηγή: Εκηβόλος

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Γιατί συμβαίνουν τα πράγματα

Στην τηλεοπτική σειρά Ozark η υπόθεση είναι η εξής: Το ζεύγος των Byrdes και τα έφηβα παιδιά τους Charlotte και Jonah, αποτελούν μια φαινομενικά συνηθισμένη οικογένεια με φυσιολογικές ζωές. Όλα φυσιολογικά εκτός από τη δουλειά του Marty που είναι οικονομικός σύμβουλος /αναλυτής με ειδικότητα στο ξέπλυμα «ύποπτης» προέλευσης χρήματος … Οι δυσχερείς όμως και εξαιρετικά βίαιες περιστάσεις (ουσιαστικά η διαπλοκή με πρωτοκλασάτο στέλεχος διεθνούς καρτέλ ναρκωτικών) τους αναγκάζουν να εγκαταλείψουν νύχτα με τα δύο τους παιδιά το Σικάγο και να εγκατασταθούν στην κοινότητα των Όζαρκς όπου – καταρχάς – θα πρέπει να «ξεπλυθεί» μέσω διάφορων γρήγορων επενδύσεων («άγγελος επενδυτής» και «σιωπηλός συνεταίρος» είναι οι όροι που χρησιμοποιούνται πλέον στο πλυντήριο χρήματος) το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων, ειδάλλως αντίο ζωή (κυριολεκτικά) …

Στο όγδοο επεισόδιο της πρώτης σεζόν ("Kaleidoscope") ο Marty εξηγεί στον φίλο του γιατί συμβαίνουν τα πράγματα:

Όπως έλεγε ο πατέρας μου: «Τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο».

Ο πατέρας σου μου φαίνεται ότι έλεγε όλο βλακείες. Με όλο τον σεβασμό.

Ναι , λοιπόν, πιθανόν.

Αλήθεια το πιστεύεις αυτό; Πραγματικά πιστεύεις ότι είναι… καθορισμένα από τη μοίρα όσα πρόκειται να μας συμβούν;

Δεν ξέρω αν είναι καθορισμένα…

Βλακείες. Τα πράγματα συμβαίνουν γιατί… οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις, προβαίνουν σε πράξεις… και συμβαίνουν διάφορα. Και… δημιουργείται επιρροή χιονοστιβάδας, ξέρεις, στον κόσμο γύρω τους… λόγω αποφάσεων των άλλων. Ο κύκλος συνεχίζεται, η χιονοστιβάδα συνεχίζει να κυλάει. Κι ακόμα κι αν δεν είναι έτσι, όταν… τα γεγονότα δεν συνδέονται με αποφάσεις και πράξεις άλλων, δεν υπάρχει κάποιο… τεστ σταλμένο από το σύμπαν για να ελεγχθεί το αποτέλεσμα.

Για ποιον λόγο ένα υγιές 5χρονο να έχει όγκο στον εγκέφαλο; Ή γιατί ένα τσουνάμι να εξαφανίζει ένα χωριό; Πες σ’ αυτές τις οικογένειες ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο. 

Όχι κάποιες φορές οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις, συμβαίνουν διάφορα… και πρέπει να αντιδρούμε ανάλογα. 

Ή μπορείς… να συρθείς σε μια τρύπα και να πεθάνεις, ξέρεις.


video

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Για ποιους γράφει ο Πλάτων

[…] πολύ μεγάλη αξία θα είχε αν ήμασταν σε θέση να πούμε με βεβαιότητα για ποιο κοινό έγραφε ο Πλάτων. […]

Δεσμευτική δήλωση εκ μέρους του Πλάτωνα σχετικά με το ερώτημα αυτό δεν υπάρχει, και ούτε θα έπρεπε κανείς να την περιμένει κανείς στο πλαίσιο της απόφασής του για συνεχή δραματοποίηση της έκθεσής του. Η δυνατότητα που μένει, επομένως, για μας είναι τα αναδρομικά συμπεράσματα που προκύπτουν από το περιεχόμενο και τον τόνο των διαλόγων.

Ωστόσο η εικόνα που προσφέρουν οι διάλογοι δεν είναι από την άποψη αυτή με κανέναν τρόπο ενιαία. Στο ένα άκρο μιας ευρείας κλίμακας δυνατοτήτων βρίσκεται ο σύντομος διάλογος Κρίτων: με τη συγκινητική του προσωποποίηση των νόμων, οι οποίοι προτρέπουν τον Σωκράτη να παραμείνει υπάκουος στην πατρίδα, και με την απουσία αξιόλογης επιχειρηματολογίας φαίνεται να γράφτηκε κατά κύριο λόγο για τον αμύητο στη φιλοσοφία αναγνώστη, ο οποίος είναι προδιατεθειμένος υπέρ της νομιμοφροσύνης. Στο άλλο άκρο θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει τον Τίμαιο: ο διάλογος προσφέρει όχι μόνο μια βαθυστόχαστη θεωρία για τις αρχές της Φύσης, αλλά στο δεύτερο μέρος του και ιδιαίτερα εξειδικευμένα συμπεράσματα από διάφορους κλάδους της φυσικής· είναι προφανές ότι ένα τέτοιο έργο […] μπορεί να προσληφθεί κατάλληλα κυρίως από τον ειδικό ή πάντως από τους ενδιαφερόμενους που έχουν μια ειδική προπαιδεία. Η απουσία της διαλογικής μορφής και η εν μέρει σκόπιμα σκοτεινή διατύπωση απαιτούν επιπλέον από τον αναγνώστη μεγάλη επιμονή. Αντοχή και μέγιστη οξυδέρκεια απαιτεί και το δεύτερο μέρος του Παρμενίδη, που εξελίσσεται βέβαια με ερωτήσεις και απαντήσεις, αλλά που με την έντονη προσήλωσή του στη λογική των αφηρημένων εννοιών «Ένα» και «Πολλά» συνειδητά αποφεύγει τη χάρη και τη ζωντάνια που χαρακτηρίζουν συνήθως τον Πλάτωνα.

Αυτό το δεύτερο μέρος του Παρμενίδη θέλει να είναι ένα είδος άσκησης (γυμνασία, Παρμ. 135d 7), για την οποία επιλέγεται ως συνομιλητής αυτού που διευθύνει τη συζήτηση ο νεότερος και πιο απλοϊκός από τους παρόντες. Νεαροί μαθητευόμενοι στη φιλοσοφία είναι οι συνομιλητές και στους ύστερους διαλόγους Θεαίτητος, Σοφιστής, Πολιτικός και Φίληβος, στους οποίους οι συζητήσεις έχουν –σε σύγκριση με τους πρώιμους διαλόγους- μια σχολική, επαγγελματική χροιά. Η διάσταση της μεθοδικής άσκησης τονίζεται και σε αυτά τα έργα (πρβ. Π.χ. Πολιτικό 285c-287a, μελέτη, «άσκηση» 286b 1).

Από αυτούς τους αποδέκτες των ερωτήσεων μέσα στον διάλογο θα μπορούσε κανείς να βγάλει συμπεράσματα για αυτούς στους οποίους απευθύνονται οι ίδιοι οι διάλογοι: οι διάλογοι αυτοί θα πρέπει λοιπόν να γράφτηκαν κυρίως για τους μαθητές στην Ακαδημία ως οδηγητικές ασκήσεις και ως βάση για τις συζητήσεις τους. Λόγω της προπαιδείας τους στην πλατωνική φιλοσοφία οι μαθητές ήταν σίγουρα σε θέση να λύσουν τα αινίγματα και τις απορίες του κειμένου και να συμπληρώσουν τις ελλιπείς τεκμηριώσεις. […]

Ως εδώ φαίνεται σαν να έχουμε να κάνουμε με τρεις διαφορετικές ομάδες αποδεκτών: τους αμύητους, τους επιστημονικά ενημερωμένους και στους μαθητές του Πλάτωνα στην Ακαδημία. […] Και ας μην το ξεχνούμε: Κανένας διάλογος δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον για τον προχωρημένο στη φιλοσοφία, όπως και αντίστροφα κανένας διάλογος δεν τόσο απρόσιτος (με μοναδική εξαίρεση ίσως το δεύτερο μέρος του Παρμενίδη), ώστε να μην μπορεί να διαβαστεί επωφελώς έστω και από έναν αρχάριο.

Στον Φαίδρο ο Πλάτων εξηγεί ότι η αξία των καλύτερων γραπτών έργων (τα οποία ενγένει δεν διαθέτουν και μεγάλη σοβαρότητα) έγκειται στο ότι λειτουργούν ως βοηθήματα της μνήμης για τον γνώστη (278a 1)· ο φιλόσοφος γράφει, λέει ο Πλάτων, για να παίξει και για να ετοιμάσει για τα γεράματά του ένα μέσον για τη μνήμη – για τον ίδιο και για τον καθένα που ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι (276d 1-4). Ποιοι είναι αυτοί που ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι με τον Πλάτωνα; […]

Ειδικά ο Πλάτων όμως ήξερε καλά ότι ένα βιβλίο, από τη στιγμή που γράφεται, μπορεί να διαβαστεί αδιακρίτως από τους πιο διαφορετικούς μεταξύ τους αναγνώστες (Φαίδρος 275e): αν ήθελε να αποφύγει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, θα έπρεπε ήδη να έχει πάρει μέτρα για να αποτρέψει τη διάδοση των έργων του. Στα έργα του Ισοκράτη έχουμε εντούτοις μια σύγχρονη μαρτυρία ότι τα έργα του Πλάτωνα διαβάζονταν και έξω από την Ακαδημία, και η φιλόδοξη λογοτεχνική μορφή αριστουργημάτων όπως ο Φαίδων και το Συμπόσιο, ο Ευθύδημος και ο Φαίδρος, πιστοποιεί ότι γράφτηκαν και για ένα πλατύ, λογοτεχνικά καλλιεργημένο κοινό. Οι πολιτικές απόψεις, από την άλλη μεριά, σε έργα όπως η Απολογία, ο Μένων, ο Γοργίας και η Πολιτεία δύσκολα βρίσκουν μια ικανοποιητική εξήγηση αν δεχτεί κανείς ότι προοριζόταν αποκλειστικά για τους νεότερους ομοϊδεάτες. Τέλος, θα πρέπει να θυμηθούμε την έντονη «διαφημιστική» (προτρεπτική) χροιά που είναι αισθητή στο σύνολο των πρώιμων και μέσων έργων του Πλάτωνα και ανιχνεύεται ακόμη και σε ορισμένα μέρη του ύστερου έργου του: στοχεύει κατά κύριο λόγο στους Εκτός, σε αυτούς για τους οποίους η ενασχόληση με τη φιλοσοφία αποτελεί ακόμη μέλλον.

Έτσι, παρά τις διαφορετικές νοητικές απαιτήσεις που προβάλλουν οι επιμέρους διάλογοι, αποδεικνύεται ότι το μορφωμένο πλατύ κοινό είναι το κοινό στο οποίο στοχεύει ο Πλάτων. Από αυτό το πλατύ κοινό όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα καμία ομάδα. Ας το πούμε πιο απλά: Ο Πλάτων γράφει για όλους.

Thomas A. SzlezákΠώς να διαβάζουμε τον Πλάτωνα

[Εκδόσεις Θύραθεν, 2004, σελ. 40-50]