Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Η ναζιστική ιδεολογία

Η πρώτη διόρθωση που επιβάλλεται είναι να αναγνωρίσουμε στον εθνικοσοσιαλισμό ένα σύγχρονο φαινόμενο, αρρώστια βέβαια, αλλά αρρώστια του κόσμου μας - και όχι μόνο έναν παραλογισμό μερικών φανατικών, αποτέλεσμα ποικίλων ιστορικών αιτίων ή εκτροχιασμού ολόκληρου έθνους.

Από την αρχή και απροκάλυπτα, […], ο ναζισμός αυτοκαθορίστηκε σε συνάρτηση με το σοσιαλκομμουνιστικό κίνημα στο οποίο αντιτίθεται. Ο Χίτλερ εξηγεί πεντακάθαρα στο Mein Kampf ότι συγκρότησε το κίνημά του σαν ένα είδος αντιθετικού εκτύπου του μαρξιστικού και μπολσεβίκικου κινήματος και στο οποίο, μεταξύ άλλων, η φυλετική πάλη θα αντικαταστήσει την ταξική. Βρισκόμαστε εδώ στο διεθνές πεδίο. […]

Ο Μαρξ, κληρονόμος της «τιτανικής θεώρησης» των Γερμανών φιλοσόφων, την εντείνει ακόμη περισσότερο: αντί να ερμηνεύσει τον κόσμο, θα τον αλλάξει μέσω της συμμαχίας φιλοσοφίας και προλεταριάτου. Εξ ου και ο επαγγελματίας επαναστάτης, ο Λένιν, που κάνει ένα βήμα παραπέρα. Ο ρωσικός ποπουλισμός διακήρυξε τη δυνατότητα για το ρωσικό λαό να ξεπεράσει τον αστικό δυτικό πολιτισμό και ο Λένιν αντλεί απ' αυτό τη δυνατότητα για τη μικρή ομάδα συνωμοτών, που ονομάστηκε μπολσεβίκικο κόμμα, να παρακάμψει το καπιταλιστικό στάδιο οικονομικής ανάπτυξης και να οδηγήσει τη Ρωσία κατευθείαν από τον τσαρισμό στο σοσιαλισμό.

Έρχεται ο Χίτλερ, που απορρίπτει την ιδεολογία των μπολσεβίκων, περισυλλέγει το εργαλείο εξουσίας που αυτοί σφυρηλάτησαν, και συνδυάζει το κομματικό μοντέλο με μια ολότελα διαφορετική ιδεολογία. […] Με εθνικούς όρους, διακρίνουμε μια σημαντική ρωσική συμβολή και προπαντός, στην αφετηρία όπως και στο σημείο άφιξης, μια γερμανική συμβολή.

Και έτσι επανερχόμαστε, θέλοντας και μη, στη γερμανική ιδεολογία. Εδώ το ουσιώδες που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι, στη γερμανική ιδεολογία, δεν πρόκειται ποτέ κατά βάθος για τη Γερμανία καθεαυτή, αλλά πάντοτε για τη Γερμανία σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. […]

Γενικά, ο αντιπροσωπευτικός Γερμανός στοχαστής και συγγραφέας δεν βρίσκεται σε σχέση μόνο με την κοινή κουλτούρα, αλλά και με τον εξωτερικό κόσμο· ιδιαίτερα, εκπροσωπεί - όπως θα το έκανε κάποιος ηγεμόνας ή ένας πληρεξούσιος του κοινοβουλίου - τη Γερμανία έναντι του έξω κόσμου, όπως το είχε κάνει πρώτος ο Λούθηρος κατά την αίσθηση των ίδιων των Γερμανών. Είναι διαμεσολαβητής.

[…] από τα μέσα του (19ου) αιώνα, […] Εκείνο εντούτοις που παρατηρούμε είναι μια αμυντική αντίδραση, ένα ρεύμα δυσαρέσκειας μπροστά στην ανάπτυξη της αστικής τάξης και του οικονομισμού, που εκδηλώνεται μεταξύ ορισμένων διανοουμένων απ' την τελευταία εικοσιπενταετία του αιώνα, ένα κίνημα ιδεών που ο Φρίτζ Στερν αποκάλεσε «πολιτική της πολιτιστικής απελπισίας», ένα είδος συνολιστικής διαμαρτυρίας εναντίον αυτού που θεωρήθηκε ως εκδυτικισμός, ως φυσική αλλοίωση της Γερμανίας.

Τέλος, η ήττα του 1918, που θεωρήθηκε αβάσταχτη, έμελλε να υπονομεύσει την τόσο λεπτή αυτή ισορροπία, να την μετατρέψει σε μια αντίφαση, την οποία κληρονόμησε και ο Χίτλερ μαζί με πολλούς άλλους. […]

Θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι δεν υπάρχει ναζιστική ιδεολογία με την έννοια ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έδιναν τα πρωτεία στην ιδέα, αλλά στη δράση, σε μια δράση που ήταν συχνότερα στραμμένη προς την καταστροφή παρά προς την πραγμάτωση ενός ιδεώδους. […]

Παρ' όλ’ αυτά, ένας μικρός αριθμός αλληλένδετων εννοιών αποτελούν το αντικείμενο μιας λίγο-πολύ ομόφωνης πίστης που προσανατολίζει τη δράση. Όπως τα πρωτεία της δράσης ή του αγώνα, όπως η έννοια του «αρχηγού», η προσήλωση στο πρόσωπο του μοναδικού και υπέρτατου αρχηγού, που αποτελεί την έσχατη αναφορά και αντικαθιστά αυτό που αλλού είναι «αλήθεια» ή «λόγος» (Arendt) […]

Το Mein Kampf δίνει μια σαφή ένδειξη για τη θέση της ιδεολογίας μέσα στο κίνημα. Ο Χίτλερ εξηγεί εκεί ότι μόνη η βία αδυνατεί να καταστρέψει μια «κοσμοθεωρία», πρέπει να της αντιταχθεί μια άλλη «κοσμοθεωρία»· για να υπερνικηθεί ο μαρξισμός και ο μπολσεβικισμός, χρειάζεται λοιπόν μια ιδεολογία στην υπηρεσία μιας οργάνωσης κρούσης. […]

Δεν πρέπει να είμαστε αφελείς, πρέπει, θα λέγαμε σήμερα, να «αποκρυπτογραφούμε» την επίσημη ιδεολογία. Και πρώτα πρώτα την ίδια τη λέξη «εθνικοσοσιαλισμός». Η γένεση του πράγματος μας δίνεται καθαρά στο Mein Kampf: ο Χίτλερ εξιστορεί το πώς έμαθε στη Βιέννη να δανείζεται από τον παγγερμανιστή αντισημίτη Σόνερερ τους γενικούς στόχους του κινήματος και απ’ τον σοσιαλχριστιανό δρ. Λούγκερ τα αποτελεσματικά μέσα. Ο «σοσιαλισμός», εδώ δηλαδή ουσιαστικά η χειραγώγηση των μαζών, είναι στην υπηρεσία του «εθνικισμού», δηλαδή του ρατσιστικού παγγερμανισμού. Για να επανέλθουμε στη συσχέτιση από τον Χίτλερ της δύναμης και της ιδεολογικής δικαίωσης που η δύναμη έχει ανάγκη, θα πούμε, χωρίς κίνδυνο να απατηθούμε, ότι ο Χίτλερ δίνει ιδεολογική προτεραιότητα στη δύναμη έναντι της ιδέας. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε την προτεραιότητα αυτή στο πεδίο της οργάνωσης και του προγράμματος του κόμματος. Μπορούμε λοιπόν να απομονώσουμε στον ίδιο τον Χίτλερ ένα σύνολο ιδεών και αξιών, αυτό που αποκαλούμε στο κοινωνικό πεδίο ιδεολογία.

Είναι φανερό πως μέσα στο σύνολο αυτό κεντρικό ρόλο παίζουν ο ρατσισμός εν γένει και ο αντισημιτισμός ιδιαίτερα. Τι μας μαθαίνει πάνω σ' αυτό η φιλολογία; Υποδείξαμε ήδη ότι εδώ η φυλή έχει ένα ρόλο ομόλογο μ' αυτόν της τάξης στο μαρξισμό, με αντικατάσταση της ταξικής από τη φυλετική πάλη. […] ο αντισημιτισμός όμως του Χίτλερ είναι ουσιαστικά ρατσιστικός. Είναι σαφής η μετάβαση από έναν θρησκευτικό σ’ έναν φυλετικό αντισημιτισμό και ο ίδιος ο Χίτλερ επιμένει σ' αυτό. Στο διάλογο που εκθέτει ο Έκαρτ, και που δημοσιεύθηκε στα 1923, ο Χίτλερ αντιτάσσει σ' ένα κείμενο του Λούθηρου ότι η πυρπόληση των εβραϊκών σχολείων και συναγωγών δε θα χρησίμευε σε τίποτα όσο οι Εβραίοι θα εξακολουθούν να υπάρχουν ως φυσικές υπάρξεις (σ.407). Στο Mein Kampf ο Χίτλερ υπογραμμίζει την ανεπάρκεια του καθαρά θρησκευτικού αντισημιτισμού: πρόκειται για καθαρή φλυαρία (ΜΚ, σ.397-398). Επιπλέον, ο πολιτικός άνδρας οφείλει να αποφύγει το πεδίο της θρησκείας· η πλάνη του αυστριακού παγγερμανισμού που κήρυξε τον πόλεμο κατά του καθολικισμού κριτικάρεται έντονα (ΜΚ, σ.124 κ.ε.).

Ο ρατσισμός ήταν γενικά μια πεσσιμιστική ή αρνητική ιδεολογία, π.χ. στον Γκομπινώ. Ο Χίτλερ έκανε τον αντισημιτικό ρατσισμό ένα θετικό δόγμα: κατά την άποψή του η εβραϊκή φυλή είναι η προσωποποίηση του κακού, το αίτιο που από τον καιρό του Μωυσή παρεμβαίνει συνεχώς για να εκτρέψει τα πράγματα απ’ το φυσικό τους δρόμο, είναι ο αντίθετος στη φύση συντελεστής της ιστορίας. Αρκεί λοιπόν να παρέμβουμε - είναι η «θετική» πλευρά - για να ξαναπάρουν τα πράγματα το φυσικό τους δρόμο.
Επιπλέον, βρίσκουμε έτσι μια και μοναδική αιτία πίσω απ' όλα τα κακά και απ' όλους τους εχθρούς της εποχής μας: το μαρξισμό, τον καπιταλισμό, την τυπική δημοκρατία και το χριστιανισμό ακόμη. […] η αιτία των κακών είναι απλή, μοναδική και, επιπλέον, κάθε ιστορική αιτία ενσαρκώνεται σ' έναν ανθρώπινο παράγοντα: κάθε τι που συμβαίνει απορρέει από τη θέληση κάποιου, εδώ την κρυφή και άρα πραγματική θέληση των Εβραίων (ΜΚ, σ.54,68). Σε ποιο βαθμό ο Χίτλερ τα πίστευε στ' αλήθεια αυτά; Το ερώτημα αυτό θα ήταν ακανθώδες, αλλά δεν έχουμε λόγο να το θέσουμε. Μας αρκεί η διαπίστωση ότι ο Χίτλερ ήταν σίγουρα επιρρεπής σε τέτοιου τύπου εξηγήσεις και, πιο σίγουρα ακόμη, πίστευε ότι τέτοιες εξηγήσεις είναι εκείνες που ταιριάζουν στις μάζες[1], έτσι ώστε, όντας βέβαιος για την αποτελεσματικότητά τους, τις χρησιμοποιούσε χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. […]

Ένα κεφάλαιο του Mein Kampf τιτλοφορείται: «Ο λαός και η φυλή», αλλά, πέρα από ορισμένες γενικότητες περί φυλών, στην ουσία του περιέχει ένα αντιθετικό πορτραίτο του Άρειου και του Εβραίου· και καταλήγει με τη βεβαίωση ότι όλες οι συμφορές του Αρείου προέρχονται απ' τον Εβραίο και από τη μη-αναγνώριση αυτής της κατάστασης, από την παραμέληση «του φυλετικού συμφέροντος του λαού» (MK, σ. 360).

Σημειώνουμε παρενθετικά ότι ο Άρειος είναι ο δημιουργός κάθε πολιτισμού (Kultur) εξαιτίας της ικανότητάς του για θυσία, του ιδεαλισμού του. Ακόμη κι η εργασία του είναι αλτρουιστική και «η ψυχοδιάθεση αυτή, που εκτοπίζει σε δεύτερο επίπεδο το συμφέρον του εγώ προς όφελος της συντήρησης της κοινότητας, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση κάθε πραγματικού ανθρώπινου πολιτισμού (Kultur)» (ΜΚ, σ.326). […] Ο γερμανικός Volk δεν είναι φυλετικά ομοιογενής. Στο κεφάλαιο για το κράτος (βιβλ.ΙΙ, κεφ.2) λέγεται ότι «το γερμανικό μας Volkstum δεν εδράζεται δυστυχώς πάνω σε ενιαίο φυλετικό πυρήνα (sic)» (ΜΚ, σ.436-437). […] Στο ίδιο χωρίο ο Χίτλερ εξηγεί ότι μέσα στους κόλπους του Ράιχ συνυπάρχουν πολλά, τέσσερα συγκεκριμένα, βασικά φυλετικά στοιχεία, και η λεγόμενη βόρεια φυλή είναι το ένα μόνο απ' αυτά, το ανώτερο απ' όλα. […] 

Ας συνοψίσουμε ό,τι απορρέει απ' όλα αυτά στο πεδίο της έρευνάς μας. Αναζητούσαμε μια συνολιστική επιβεβαίωση της κοινότητας ή του λαού και βρήκαμε κάτι αρκετά διαφορετικό, βρήκαμε την κοινότητα αυτή να κυριαρχείται (ή να δημεύεται) από έναν φυλετικό ανταγωνισμό, καθώς η ενότητα της «φυλής» δεν υπάρχει στην πραγματικότητα παρά στον ανταγωνισμό έναντι μιας άλλης «φυλής», στον αντισημιτισμό. Διακρίνουμε ήδη εδώ ένα δομικό ρόλο του αντισημιτισμού: εξαλείψτε τον, και η Γερμανία διαιρείται σε «τέσσερα πρωτογενή φυλετικά στοιχεία». […]

Ο Χίτλερ αρνείται, γενικά και υπό διάφορες μορφές, τη σύγχρονη προτεραιότητα της σχέσης ανθρώπου και φύσης και επανακαταξιώνει την προτεραιότητα της σχέσης μεταξύ ανθρώπων. Αρνείται έτσι κατηγορηματικά να αποδεχτεί ότι ο άνθρωπος έγινε στις μέρες μας κυρίαρχος της φύσης· ο άνθρωπος, μας λέει, έχει απλώς εδραιώσει την κυριαρχία του πάνω σε άλλα έμβια όντα κατακτώντας μερικούς από τους νόμους, μερικά από τα μυστικά της φύσης (ΜΚ, σ.314). Η διατύπωση είναι φρικαλέα αν την καλοσκεφτούμε, γιατί η έκφραση «άλλα όντα» θα μπορούσε ίσως να συμπεριλαμβάνει και ανθρώπους, […]

Βλέπουμε την ίδια απόρριψη της προτεραιότητας της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, όταν ο Χίτλερ εξεγείρεται εναντίον της προτεραιότητας που εν γένει αναγνωρίζεται στην οικονομία. Ιδού, λέει, η πίστη εκείνη που οδήγησε τη γουλιελμική Γερμανία στο χαμό της. Το βέλος κατευθύνεται ταυτόχρονα εναντίον του φιλελευθερισμού και του μαρξισμού. Ο Χίτλερ συμπεριλαμβάνει το οικονομικό μέσα στο πολιτικό (σχέση μεταξύ ανθρώπων) (ΜΚ, σ.164-167). […]

Είναι γνωστές οι επιθέσεις του Χίτλερ εναντίον της τυπικής δημοκρατίας και εναντίον του κοινοβουλευτισμού, που καταδικάζεται ως ανίκανος και ως προπομπός της μαρξιστικής κυριαρχίας. Ο εξισωτισμός είναι ένα όπλο των Εβραίων για να καταστρέψουν το πολιτικό σύστημα. […]    

Στο Mein Kampf, οι Εβραίοι θεωρούνται υπεύθυνοι αν όχι για τον καπιταλισμό στο σύνολο του, τουλάχιστον όμως για ό,τι σ’ αυτόν είναι σίγουρα κακό, όπως η μετατροπή της γης σε εμπόρευμα, οι μετοχικές εταιρίες, ο καταστροφικός προσανατολισμός του εργατικού κινήματος (ΜΚ, σ.338-358). […]

Στο Mein Kampf βρίσκουμε κάποια δείγματα σεβασμού προς τη θρησκεία, ιδιαίτερα προς την καθολική Εκκλησία. Κατά ένα μέρος ο σεβασμός αυτός οφείλεται σε λόγους τακτικής (για να πετύχει πρέπει να συγκεντρώσει τα πυρά του εναντίον μόνο των Εβραίων - ή τουλάχιστον στην αρχή, ΜΚ, σ.330-331) και κατά ένα άλλο μέρος οφείλεται στην ισχύ και τη σταθερότητα της Εκκλησίας ως οργάνωσης - προδρομικό πρότυπο για το κόμμα - και δεν αναφέρεται στην Εκκλησία ως κοινότητα πιστών. […]

Μπορούμε ωστόσο να πούμε ότι πλάι σε μερικά γνήσια ιεραρχικά γνωρίσματα εκείνο που δεσπόζει είναι η χρησιμοποίηση μιας παραδοσιακής φρασεολογίας για να εκφραστούν ή να μεταμφιεσθούν καινούργιες σχέσεις. Όπως συμβαίνει π.χ. με το έμβλημα που καθόρισε ο Χίμμλερ για τα Ες-Ες: «Η τιμή μου ονομάζεται πίστη» (Meine Ehre heisst Treue). Λόγια που […] φέρνουν όμως στο νου τη μεγάλη ναζιστική παρέλαση, όπου το κάθε ανθρώπινο άτομο βαδίζει στο βήμα της χήνας, ενώ ο Φύρερ, μόνο αντικείμενο της πίστης του καθενός, ουρλιάζει από πάνω και δίνει μια εικόνα αλλοφροσύνης όπου το άγχος του καθενός μεταλλάζεται σε αναρίθμητη δύναμη «Εξατομίκευση», η λέξη επαναλαμβάνεται συχνά στα καλύτερα βιβλία περί ναζισμού και εκφράζει πολύ καλά αυτό το τετ-α-τετ μάζας και αρχηγού, […].

Το Mein Kampf περιέχει πολλές αναφορές στην «αριστοκρατική αρχή της φύσης» (ΜΚ, σ.69), αλλά «πρόκειται για την έκφραση αυτού που θα λέγαμε κοινωνικό δαρβινισμό του Χίτλερ: ο ισχυρός θριαμβεύει πάνω στον αδύνατο, κι εκεί βρίσκεται το μέτρο των αξιών. […] πρόκειται για την αναγωγή σε ηθική αρχή του συσχετισμού δυνάμεων. Δηλαδή μια καθαρή αντιστροφή της «αριστοκρατικής αρχής». […]

Δεδομένου ότι ο Χίτλερ δυσπιστούσε προς τα ιδεώδη και τις ιδεολογίες, που τις θεωρούσε ως αγωγούς κρυφών συμφερόντων, και ομολογούσε ότι μια θεωρία είναι πριν απ’ όλα αναγκαία για να υποτάξει στη δύναμη τη μάζα, θα πρέπει ν’ αναρωτηθούμε αν υπήρχε πράγματι γι’ αυτόν κάτι στο οποίο να ήταν αληθινά προσηλωμένος, κάτι στο οποίο να πίστευε αναμφισβήτητα. Η απάντηση είναι ότι κάτι τέτοιο υπήρχε σίγουρα κι αυτό ήταν η πάλη όλων εναντίον όλων. Πάλη για τη ζωή, την εξουσία ή την κυριαρχία, για το συμφέρον, αυτό ήταν για τον Χίτλερ η έσχατη αλήθεια της ανθρώπινης ζωής. Είναι η κεντρική ιδέα του Mein Kampf. Παραθέτουμε μια πλήρη της διατύπωση (Λόγος στις 5 Φλεβάρη 1928 στο Κούλμπαχ):

Η ιδέα της πάλης είναι τόσο παλιά όσο κι η ίδια η ζωή, γιατί η ζωή διαιωνίζεται χάρη στο ότι πεθαίνουν στην πάλη άλλα έμβια όντα...
Στην πάλη αυτή οι πιο ισχυροί και οι πιο επιδέξιοι επικρατούν πάνω στους πιο αδύναμους και στους λιγότερο επιδέξιους. Η πάλη είναι η μητέρα των πάντων. Ο άνθρωπος ζει και διατηρείται πάνω απ' τον κόσμο των ζώων όχι χάρη στις αρχές της ανθρωπότητας, αλλά μόνο και μόνο μέσω της πιο στυγνής πάλης...
[…] Ιδού λοιπόν ένα θεμελιώδες σημείο μέσω του οποίου ο Χίτλερ αντιπροσώπευσε τον καιρό του και τη χώρα του και αναπαρήγαγε κατά κάποιο τρόπο, με μια μορφή που την είχε εντείνει η μονομανία του, τις αντιδράσεις και τις παραστάσεις πλήθους ανθρώπων ποικίλης κοινωνικής προέλευσης. Ίσως γι' αυτό καυχιόταν ότι μπορούσε μόνος του να ξεσηκώσει με τον ίδιο λόγο, τόσο ένα ακροατήριο μορφωμένων όσο κι ένα ακροατήριο εργατών (ΜΚ, σ.376) […]

Εδώ, λοιπόν, έχουμε την υπέρτατη αρχή, που διατυμπανίζεται ανοιχτά, την αρχή που τα φωτίζει όλα. Την αναφέραμε, είναι η απλή αρχή της «ωμής πάλης». Μόνο που πρέπει να την εννοήσουμε με ιεραρχικό τρόπο, ως προτεραιότητα της πάλης μέχρι θανάτου εναντίον όποιου πράγματος φαίνεται να αντιβαίνει σ’ αυτήν: η ειρήνη είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, η νομιμότητα ένα μέσο να παραβιάζεται η νομιμότητα. Η θεωρία δεν διατυπώνεται στο Mein Kampf, ακόμη κι αν συμβιβάζεται απόλυτα με ό,τι λέγεται εκεί, όπως για παράδειγμα ότι το κράτος δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο εξυπηρέτησης άλλων σκοπών. Η πρακτική του Χίτλερ είναι εκείνη που μας διδάσκει αφότου εδραιώνεται στην εξουσία. Στο εσωτερικό πεδίο, ο Χίτλερ ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τους νόμιμους δρόμους. Τους συνδύασε λοιπόν μ’ αυτό που θεωρούνται ότι αποκλείουν, τους έκνομους τρόπους δράσης, που συνήθως είναι τακτική των συνωμοτών το καμουφλάζ αυτό έκανε την παρανομία πολύ πιο επίφοβη και πολύ πιο ατιμώρητη. Το ίδιο και σε ένα διαφορετικό πεδίο: στα 1938, ένα μήνα μετά την είσοδο του στην Καγκελαρία, η πυρπόληση του Ράιχσταγκ επιτρέπει να τεθούν εκτός νόμου οι κομμουνιστές και να δημιουργηθούν τα πρώτα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ιδού πώς, όταν δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη νομιμότητα και την ειρήνη, μεριμνά για τη συμπερίληψή τους στην «ωμή πάλη» (βλ. ΜΚ, σ.105). Η παραβίαση αυτή του κοινωνικού συμβολαίου, των θεμελιωδών διακρίσεων επί των οποίων εδράζεται η σύγχρονη κοινωνική ζωή και στις οποίες όλος ο κόσμος επαφίεται με εμπιστοσύνη, εμφανίζεται ως μέθοδος κρυφή, ως μυστική στρατηγική αρχή που υποδουλώνει τους θεσμούς στη βία και που, απαντώντας ή αποπροσανατολίζοντας τόσο τις μάζες όσο και τον εχθρό, συνέβαλε σίγουρα κατά μεγάλο βαθμό στη σειρά των επιτυχιών του Χίτλερ.

Υπάρχουν κι άλλα [..] γνωρίσματα: εχθρότητα προς τη βασιλεία, προς την παραδοσιακή αριστοκρατία και προς κάθε έννοια κληρονομικής κοινωνικής σειράς. […] Για την άνοδο στην «ελίτ», για την προώθηση στο κόμμα, μόνο κριτήριο είναι η επιτυχία, και ο ανταγωνισμός μεταξύ αρχηγών διευκολυνόταν μάλιστα από τον Φύρερ-καγκελάριο, […]

[…] η «πάλη όλων εναντίον όλων», εξανάγκασε τον Χίτλερ να δει στη φυλή τη μόνη κατάλληλη θεμελίωση της συνολικής κοινότητας και εν γένει τη μόνη αιτία της ιστορίας. […] Σημειώνουμε ότι η φυλή, στο λειτουργικό της ρόλο ως υποκατάστατου της μαρξιστικής τάξης, είναι σχετικά αδύναμη: απλώς παρατάσσει σε μια γραμμή άτομα που σαν τέτοια δεν έχουν ούτε καν στην καθημερινή ζωή την αλληλεγγύη που μπορούν να παρουσιάσουν τα μέλη μιας και της αυτής τάξης, π.χ. οι εργάτες στους διεκδικητικούς τους αγώνες. Η ενεργή όμως ρατσιστική αντίληψη είναι ο αντισημιτισμός, που μόνος αυτός μπορεί να θεμελιώσει την αφηρημένη παράσταση στο λαϊκό επίπεδο. Μόνος αυτός μπορεί να ενώσει «φυλετικά» το γερμανικό πληθυσμό, που αλλιώτικα διαιρείται, απ' ό,τι μας λέγεται, σε τέσσερα «φυλετικά στοιχεία», τέσσερις δηλαδή διαφορετικές «φυλές». […]

Λουί Ντυμόν, Δοκίμια για τον ατομικισμό

[Εκδόσεις Ευρύαλος, 1988, σελ. 158-190]





[1] Ποτέ δεν πρέπει να δείχνεις στις μάζες πάνω από έναν εχθρό κάθε φορά και «ανήκει στην ιδιοφυία ενός μεγάλου ηγέτη να εμφανίζει ακόμη και διαφορετικούς εχθρούς σαν να ανήκαν πάντα στην ίδια κατηγορία» (ΜΚ, σ. 128-129).

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Το μέλλον των ονείρων: από τον Φρόυντ στον Αρτεμίδωρο

S. R. F. Price
Lady Margaret Hall, University of Oxford

«Η ερμηνεία των ονείρων είναι η βασιλική οδός προς τη γνώση των ασυνείδητων δραστηριοτήτων του νου». Μέσα στη μία αυτή πρόταση ο Φρόυντ περιέκλεισε τη σημασία του έργου του Η ερμηνεία των ονείρων, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1899. Ξανακοιτώντας το έργο του 30 χρόνια αργότερα, δήλωσε ότι «περιέχει, ακόμη και κατά την σημερινή μου κρίση, την πιο πολύτιμη απ’ όλες τις ανακαλύψεις που η καλή μου τύχη με βοήθησε να κάνω. Τέτοιες ιδέες έρχονται στον άνθρωπο μόνο μια φορά στη ζωή του». Η κρίση των μεταγενέστερων συμφώνησε […]

Η θέση της θεωρίας του Φρόυντ ως ενός από τα καθοριστικά στοιχεία της σύγχρονης μας ταυτότητας φαίνεται λιγότερο κυρίαρχη, όταν κοιτάξουμε το έργο Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου, που γράφτηκε το 2ο αιώνα μ.Χ., στην ακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ένα απόσπασμα από το μέρος που ασχολείται με τα σεξουαλικά όνειρα:

Η συνουσία με πόρνες σε πορνεία σημαίνει λίγη αμηχανία και κάποια έξοδα: οι άνθρωποι που συναναστρέφονται αυτές τις γυναίκες ντρέπονται και επίσης ξοδεύουν χρήματα. Όμως για κάθε εγχείρημα οι γυναίκες αυτές είναι καλές: κάποιοι τις θεωρούν «εργατικές», ενώ είναι διαθέσιμες χωρίς περιορισμούς. Θα ήταν καλό να μπαίνει κανείς σε πορνεία και να μπορεί να βγει, ενώ αν δεν μπορεί να βγει είναι κακό. Ξέρω κάποιον που ονειρεύτηκε ότι μπήκε σε πορνείο και δεν μπόρεσε να βγει· αυτός πέθανε λίγες μέρες αργότερα, όπως ήταν και το λογικό αποτέλεσμα του ονείρου του. Ο τόπος αυτός είναι γνωστός ως «κοινός», όπως είναι και ο τόπος που δέχεται πτώματα, και πολύ σπέρμα πηγαίνει χαμένο εκεί. Είναι επομένως λογικό ο τόπος αυτός να μοιάζει με τον θάνατο (Ι. 78).
Αντίθετα με τον Φρόυντ, ο Αρτεμίδωρος ενδιαφέρεται για τα όνειρα ως το κλειδί όχι για το ασυνείδητο, αλλά για το μέλλον. Το να ονειρεύεται κανείς πόρνες δεν ήταν η φαντασίωση ενός νου απελευθερωμένου από την καταπίεση της λογοκρισίας, αλλά σήμαινε άλλοτε αμηχανία και έξοδα, και άλλοτε επιτυχία στα αναλαμβανόμενα εγχειρήματα. Ο θάνατος του ανθρώπου που ονειρεύτηκε ότι έμεινε κλεισμένος στο πορνείο ήταν εύλογος όχι λόγω κάποιας βαθύτερης σύνδεσης ανάμεσα στα σεξουαλικά όνειρα και την επιθυμία του θανάτου, αλλά απλώς εξαιτίας της λογικής των εικόνων.   
Η θεμελιώδης αυτή αντίθεση ανάμεσα στην ενδοσκοπική θεωρία του Φρόυντ και την προγνωστική θεωρία του Αρτεμίδωρου έχει ευρείες και σημαντικές επιπτώσεις για τους ιστορικούς και τους ψυχοϊστορικούς. […] Ο ίδιος ο Φρόυντ αντιμετώπιζε τον Αρτεμίδωρο ως ένα μεγάλο πρόδρομό του, παρόλο που το δικό του σύστημα ήταν ριζικά διαφορετικό.
* * *
Η εφαρμογή των δικών μας ψυχολογικών θεωριών πάνω σε άλλες κοινωνίες έχει μια γοητεία […] Έτσι, ο ίδιος ο Φρόυντ προσπάθησε να ψυχαναλύσει τον Λεονάρντο ντα Βίτσι και ο Έρικσον το Λουθήρο. […] Μια ευνόητη εφαρμογή της ψυχοϊστορίας είναι η εφαρμογή της στα όνειρα του παρελθόντος, και μερικοί μελετητές ανέλαβαν αυτή την πρόκληση. Ο Jacques le Golf, για παράδειγμα, μελέτησε τα όνειρα του Μεσαίωνα, υιοθετώντας αυθαίρετα μια φροϋδική οπτική.

Η ψυχολογία και η ψυχανάλυση έχουν επίσης εφαρμοστεί στον αρχαίο κόσμο. Το κλασικό έργο του E. R. Dodds Οι Έλληνες και το παράλογο, το οποίο περιλαμβάνει την καλύτερη σύντομη παρουσίαση των ονείρων των Ελλήνων, βασίζεται πάνω σε μια (κριτική) αποδοχή της φροϋδικής θεωρίας (μιλά, για παράδειγμα, για έκδηλο και λανθάνον περιεχόμενο και για δευτερογενή επεξεργασία). Άλλοι έχουν προσπαθήσει να εφαρμόσουν τη σύγχρονη θεωρία ακόμη πιο ανοιχτά. Ο George Devereux, ο οποίος ασχολήθηκε με την εθνοψυχιατρική των Αμερικάνων Ινδιάνων, ακολουθεί μια αυστηρά φροϋδική κατεύθυνση πάνω στα όνειρα της ελληνικής τραγωδίας. Αγνοώντας τη φανερή λειτουργία του ονείρου μέσα στα ίδια τα θεατρικά έργα, η οποία ήταν η πρόρρηση των μελλοντικών γεγονότων, ερμηνεύει το λανθάνον περιεχόμενο των ονείρων. Για τον Devereux δεν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην ερμηνεία των Ελλήνων για τα όνειρα και στη δική του. Απλώς λυπάται που «οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να κάνουν το αποφασιστικό βήμα, όπως ο Φρόυντ, προς το συμπέρασμα ότι οι μορφές των ονείρων συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις ασυνείδητες –δηλαδή τις καταπιεσμένες και αποκηρυγμένες- επιθυμίες του ονειρευόμενου, οι οποίες, εξ ορισμού, είναι κατάφωρα ασύμβατες με τις συνειδητές του επιθυμίες».

Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι έχουν αξιολογήσει φυσικά και τον Αρτεμίδωρο. Οι ιστορίες της ανάλυσης των ονείρων αναφέρουν συχνά τον Αρτεμίδωρο, προβάλλοντας τον ως μεγάλο τους πρόδρομο. […] Κάποιος οπαδός του Γιουνγκ, γράφοντας για τα όνειρα στην αρχαία Ελλάδα, λέει ότι ο Αρτεμίδωρος προσφέρει «κατεξοχήν σωστές συμβουλές, που είναι εντελώς σύγχρονες», ενώ ένας άλλος φτάνει να διαβεβαιώνει ότι τα σύγχρονα έργα δεν είναι τίποτε περισσότερο από υποσημειώσεις στο έργο του Αρτεμίδωρου. […]

Στην πραγματικότητα, η θεωρία των ονείρων του Φρόυντ έχει υποστεί ριζική και ίσως μοιραία κριτική. […] Η θεωρία των ονείρων του Φρόυντ έχει αναπτυχθεί με βάση την εργασία του στη νευρολογία και το μοντέλο του νου που προϋποθέτει, βασίζεται στις νευρολογικές του απόψεις. Όμως η πιο πρόσφατη έρευνα στη νευρολογία ισχυρίζεται ότι έχει απορρίψει το φροϋδικό μοντέλο, πράγμα που έχει μείζονες επιπτώσεις στη θεωρία των ονείρων: τα όνειρα γεννώνται όχι από συνδυασμό των κατάλοιπων της ημέρας και της ενέργειας που συνεχίζει να υφίσταται σε μια καταπιεσμένη, ασυνείδητη επιθυμία, αλλά από ουδέτερη ως προς τα κίνητρα νευρική δραστηριότητα. Δεν χρειάζεται να δεχόμαστε ως αξίωμα απ’ το ασυνείδητο είναι το ψυχικό σύστημα αποθήκευσης των καταπιεσμένων επιθυμιών, όπως δεν είναι ανάγκη να θεωρούμε την πρωτογενή διαδικασία του ονείρου ως μεταμφίεση της καταπιεσμένης επιθυμίας. Επομένως, η φροϋδική θεωρία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, προβληματική, και η εφαρμογή της πάνω σε κάποιο άλλο πολιτισμό εξαιρετικά ατελέσφορη.

Είναι επομένως, σκόπιμο να αναζητήσουμε μια νέα οπτική για τα όνειρα. […]

* * *
[…] Για τον Αρτεμίδωρο το ενδιαφέρον των ονείρων βρίσκεται στο ότι προλέγουν το μέλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα όνειρα είχαν την ίδια σπουδαιότητα. Ο Αρτεμίδωρος κάνει μια θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε δύο τύπους ονείρων: μόνο ο ένας οι όνειροι, δείχνουν το μέλλον, ενώ ο άλλος τύπος τα ενύπνια, δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον, γιατί είναι απλός ενδεικτικά της παρούσας κατάστασης των πραγμάτων (Ι. 1) […] «Ένα όνειρο που δεν έχει νόημα και δεν προλέγει τίποτε, αυτό που είναι ενεργό μόνο όταν κάποιος κοιμάται και έχει προκύψει από κάποια παράλογη επιθυμία και από εξαιρετικό φόβο ή από βαρυστομαχιά ή από έλλειψη τροφής, ονομάζεται ενύπνιον». Αυτά τα όνειρα επιθυμίας και φόβου, τα οποία τόσο πολύ μας ενδιαφέρουν εμάς, ο Αρτεμίδωρος τα απορρίπτει:

Άνθρωποι που ζουν μια ζωή σωστή και ηθική δεν έχουν ενύπνια ή άλλες παράλογες φαντασιώσεις, αλλά βλέπουν ονείρους και γενικά βλέπουν όνειρα που είναι καθαρά προφητικά. Γιατί ο νους τους δεν συσκοτίζεται από φόβους ή από προσδοκίες, αλλά στην πραγματικότητα ελέγχουν οι ίδιοι τις επιθυμίες και τα σώματά τους. Εν συντομία, τα ενύπνια και άλλες παράλογες φαντασιώσεις δεν εμφανίζονται σε σοβαρούς (σπουδαίους) ανθρώπους.
(IV πρόλογος)
Η άποψη ότι την ψυχή του καλού ανθρώπου δεν την αγγίζουν τα πάθη προέρχεται από στωικές φιλοσοφικές πηγές. […]

Το δεύτερο και σημαντικό είδος ονείρου είναι τα προφητικά (όνειροι). […] Εστιάζει στη διάκριση ανάμεσα σε δύο τύπους προφητικών ονείρων: τα όνειρα που προλέγουν το μέλλον άμεσα (θεωρηματικοί όνειροι) και αυτά που το προλέγουν υπαινιχτικά (αλληγορικοί) (I.2, IV.1). Οι θεωρηματικοί όνειροι επαληθεύονται αμέσως […] Αντίθετα, οι αλληγορικοί όνειροι επαληθεύονται μόνο μετά παρέλευση μικρού ή μεγάλου χρονικού διαστήματος. […] Η ανάλυση των αλληγορικών ονείρων καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου.

Η ύπαρξη προφητικών ονείρων ήταν γενικώς αποδεκτή στον αρχαίο κόσμο, […] Υπάρχουν πολυάριθμες άλλες ταξινομήσεις των ονείρων από Έλληνες ποιητές, φιλοσόφους και ιατρικούς συγγραφείς, αλλά σχεδόν όλες δέχονται, με διάφορους τρόπους, την ύπαρξη ειδικών προφητικών ονείρων, παράλληλα με άλλους τύπους ονείρων που προέρχονται από τις επιθυμίες του σώματος ή από άλλες πηγές. Μερικοί συγγραφείς, ωστόσο, αρνήθηκαν την ύπαρξη προφητικών ονείρων ή ακόμη και οποιασδήποτε μορφής μαντείας για το μέλλον ή και τις θείας πρόνοιας. Εναντίον αυτών ακριβώς ο Αρτεμίδωρος έγραψε το έργο του (I πρόλογος, IV πρόλογος). […]

[…] η κύρια προσπάθεια του Αρτεμίδωρου επικεντρώθηκε στην παρουσίαση αρχών για την κατανόηση των αλληγορικών ονείρων. Το κύριο επιχείρημά του είναι ότι «η ερμηνεία των ονείρων δεν είναι τίποτε άλλο από την αντιπαράθεση ομοιοτήτων» (II.25). Οι ομοιότητες βρίσκονται ανάμεσα στις παραστάσεις των ονείρων και στα πραγματικά αποτελέσματα που προλέγουν τα όνειρα. Για παράδειγμα, «η δρυς υποδηλώνει έναν πλούσιο άνθρωπο, εξαιτίας της θρεπτικής της αξίας, και έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, εξαιτίας της μακροζωίας της ή και τον ίδιο το χρόνο για τον ίδιο λόγο» (II.25). Αυτή η αρχή της ομοιότητας διευρύνεται για να καταστήσει την κρίση για το αν ένα όνειρο είναι ευοίωνο. «Είναι βασική αρχή ότι όλες οι παραστάσεις που είναι σύμφωνες με τη φύση, τους νόμους, τα έθιμα, το επάγγελμα, τα ονόματα ή το χρόνο είναι καλές, ενώ ό,τι είναι αντίθετο προς αυτές είναι κακό και δυσοίωνο» (IV.2, I.3). […] Η ερμηνεία του ονείρου βασιζόταν σε κοινές πεποιθήσεις […]

Για να είναι αποτελεσματικές οι βασικές αρχές, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και άλλα πρακτικά θέματα. Για να αποφευχθούν σοβαρά λάθη, πρέπει να ερμηνεύονται μόνο όνειρα τα οποία το άτομο θυμάται πλήρως (I.12, IV.3). Ήταν επίσης απαραίτητες σημαντικές γνώσεις από τη μεριά του ερμηνευτή των ονείρων, ώστε να μπορεί να τα αντιλαμβάνεται μέσα στο πλαίσιο των τοπικών εθίμων (IV.4) […]

Επιπλέον, ο ερμηνευτής πρέπει να ξέρει τα πάντα σχετικά με τον ονειρευόμενο: ποιος είναι, τι κάνει, την καταγωγή του, την περιουσία του, την κατάκτηση της υγείας του και την ηλικία του (I.9, IV.21, V πρόλογος). […]

Ο Αρτεμίδωρος χρησιμοποιούσε την κοινωνική θέση του ονειρευομένου ως κρίσιμης μεταβλητή. Τα όνειρα έχουν διαφορετική σημασία για ανθρώπους διαφορετικής θέσης ή διαφορετικού επαγγέλματος. Για παράδειγμα:

Αν ένας άνδρας ή μια γυναίκα ονειρευτεί ότι είναι φτιαγμένος από χρυσάφι ή ασήμι, εφόσον αυτοί είναι δούλοι, θα πουληθούν και έτσι θα μεταβληθούν σε ασήμι ή χρυσάφι. Αν είναι φτωχοί θα γίνουν πλούσιοι, ώστε αυτού του είδους το υλικό να τους περιβάλλει. Όμως, αν πρόκειται για πλούσιο άνθρωπο, τότε θα γίνει θύμα μηχανορραφίας γιατί καθετί που είναι φτιαγμένο από ασήμι ή χρυσάφι προσελκύει πολλούς μηχανορράφους (I.50). 
Όνειρα που έχουν σημασία για το δημόσιο βίο δεν μπορούν ουσιαστικά να τα δουν οι απλοί πολίτες, αλλά μόνο οι βασιλείς, οι άρχοντες και οι ευγενείς. […] Δέχεται την ύπαρξη ειδικά γυναικείων ονείρων […]

Ο Αρτεμίδωρος είναι ξεκάθαρος ως προς το ότι οι θεοί μπορεί να στείλουν όνειρα ανταποκρινόμενοι σε μια σωστή προσευχή, δίνοντας ίσως τη θεραπεία μιας αρρώστιας, αλλά αυτά τα όνειρα είναι αιτητικά (ενύπνια) (IV.2, IV.22), και ο Αρτεμίδωρος είναι εντελώς αναποφάσιστος σχετικά με την προέλευση των προφητικών ονείρων. Παρατηρεί ότι όνειρα λογοτεχνικού χαρακτήρα βλέπουν μόνο οι μορφωμένοι. «Από αυτό μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί καθαρά ότι τα όνειρα είναι δημιουργήματα της ψυχής και δεν προκαλούνται από οποιαδήποτε εξωτερική επίδραση» (IV.59). Επιπλέον, τα επαναλαμβανόμενα όνειρα εμφανίζονται γιατί η ψυχή θέλει να πει κάτι σημαντικό, και γι’ αυτό το λόγο επαναλαμβάνεται (III. 22, IV. 27). Όμως ο Αρτεμίδωρος πιστεύει επίσης ότι οι θεοί αναμιγνύονται με κάποιον τρόπο και ότι εμφάνισή τους στα όνειρα έχει απόλυτη εγκυρότητα (IV. 63, II. 69, IV 71).   

[…] Τα προφητικά όνειρα έχουν επαμφοτερίζουσα προέλευση: εν μέρει προέρχονται από την ψυχή, αλλά επίσης, με κάποιο δυσνόητο τρόπο εισβάλλουν στην ψυχή από έξω. Η ψυχή είναι ένας καθρέπτης, πάνω στον οποίο απεικονίζεται το μέλλον.

Επιπλέον, η ερμηνεία των ονείρων από τον Αρτεμίδωρο δεν αποβλέπει στο να προσφέρει κατανόηση της προσωπικότητας του ονειρευομένου. […]

Το μοντέλο του Αρτεμίδωρου για την προσωπικότητα δεν προσφέρει πλήρη ανάλυση των εσωτερικών δομών του ονειρευομένου. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται στην πρόγνωση, όχι στην ενδοσκόπηση, και η ερμηνεία του για τη γένεση των προφητικών σκόπιμα αποφεύγει να επιλέξει αποφασιστικά ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές αιτίες. Οι παλαιότερες απόψεις των Ελλήνων για την προσωπικότητα παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιότητα με τις δικές του. στον Όμηρο οι ήρωες υποκινούνται ταυτόχρονα από εξωτερικά και εσωτερικά πάθη, χωρίς να χάνουν την ατομικότητά τους. Αργότερα δίνεται μικρότερη έμφαση στα εξωτερικά πάθη, αλλά συνεχίζει να είναι ένας πιθανός τρόπος σκέψης, εξαιτίας της συσχέτισης των παθών με τους θεούς, που είναι εξωτερικές δυνάμει με μόνιμη σπουδαιότητα. Ο Αρτεμίδωρος κατατάσσεται άνετα σ’ αυτή τη μακρά ελληνική παράδοση. Αντίθετα, οι δικές μας απόψεις για την προσωπικότητα μας αποδέχονται την προτεραιότητα εσωτερικών παραγόντων και ένα μεγαλύτερο έλεγχο από τον ίδιο τον εαυτό μας. Μια όψη αυτού του γεγονότος είναι ότι οι σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες για τα όνειρα, από τους πρωτοπόρους του 19ου αιώνα μέχρι τον Φρόυντ και τους μεταγενέστερους, ενδιαφέρονται κυρίως για τη γένεση και τις αιτίες των ονείρων και όχι για τις συνέπειές τους.

[…] Οι διαφορές ανάμεσα στα αρχαία και στα σύγχρονα όνειρα μπορούν να σκιαγραφηθούν σαφέστερα με δυο τύπους ονείρων: όνειρα για θεούς και όνειρα για αιμομικτική σεξουαλική επαφή. Όσοι ακολουθούν τον Φρόυντ παραδέχονται την ύπαρξη πολιτισμικά διαμορφωμένων ονείρων που εξαρτώνται από κοινωνικά μεταδιδόμενες πεποιθήσεις, ενώ δέχονται ότι μόνο το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου επηρεάζεται από αυτές και ότι είναι δυνατή μια φροϋδική ανάλυση του λανθάνοντος περιεχομένου. Στην πραγματικότητα, τα πολιτισμικά διαμορφωμένα όνειρα παρουσιάζουν ριζικές δυσκολίες για τη σύγχρονη επικρατούσα αντίληψη.

Καταρχήν, τα όνειρα για θεούς. Ο Αρτεμίδωρος αφιερώνει ένα μεγάλο τμήμα του έργου του (II.33-9) στην ερμηνεία της εμφάνισης συγκεκριμένων θεών στα όνειρα. […] Η σπουδαιότητα των θεών, ως μορφών κύρους μέσα στα όνειρα, είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων πολιτισμικών προσδοκιών, και είναι αυθαίρετο η σύγχρονη θεωρία να θεωρεί ότι επηρεάζεται μόνο το εμφανές περιεχόμενο. Τα όνειρα για θεούς μπορούν να ερμηνευθούν μόνο μέσα στο πολιτισμικό πλαίσιο των Ελλήνων.

Δεύτερον, τα σεξουαλικά όνειρα, τα οποία παρουσιάζουν ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα για τη σύγχρονη θεωρία. […] Η ευθεία και εκτενής πραγμάτευση αυτών των ονείρων από τον Αρτεμίδωρο (Ι.78) […] Το φάσμα τους εκτείνεται από τη συνουσία κάποιου με τη σύζυγο ή με τα παιδιά του, μέχρι την πεολειχία με φίλους και τη συνουσία με θεότητες. Ένα μεγάλο τμήμα είναι αφιερωμένο στη συνουσία κάποιου με τη μητέρα του (Ι.79), για το οποίο έχουν διατυπωθεί αντιρρήσεις, όχι μόνο αισθητικές, αλλά και θεωρητικές. Σύμφωνα με τις αρχές του Φρόυντ, τα απερίφραστα και επιτυχή αιμομικτικά όνειρα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Αυτού του είδους οι σεξουαλικές επιθυμίες προκαλούν τέτοια ταραχή, που δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεφεύγουν από τη λογοκρισία των ονείρων. […]

Η αρχαία ερμηνεία που δίνεται σ’ αυτά τα αιμομικτικά όνειρα είναι αποφασιστικής σημασίας. Όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Φρόυντ, στην αρχαιότητα τα όνειρα αιμομιξίας κάποιου με τη μητέρα του ερμηνευόταν γενικώς συμβολικά. Ο Αρτεμίδωρος σημειώνει ότι:

Η περίπτωση της μητέρας κάποιου είναι σύνθετη και πολύμορφη και επιτρέπει πολλές και διαφορετικές ερμηνείες – κάτι που δεν έχουν κατανοήσει όλοι οι ερμηνευτές ονείρων. Η αλήθεια είναι ότι η πράξη απλώς της συνουσίας δεν είμαι από μόνη της αρκετή για να δείξει τι προμηνύεται. Όμως ο τρόπος των εναγκαλισμών και οι διάφορες στάσεις των σωμάτων αποτελούν ενδείξεις διαφορετικών εκβάσεων (Ι.79).
Ακολουθεί μια περίπλοκη αναφορά στην προφητική σημασία των διάφορων πιθανοτήτων. Για παράδειγμα, η συνουσία κάποιου με τη μητέρα του, ενώ αυτή είναι εν ζωή, φέρνει τύχη σε κάθε δημαγωγό ή δημόσιο πρόσωπο. Γιατί η μητέρα συμβολίζει την πατρίδα κάποιου και, όπως ένας άνδρας που ακολουθεί τα διδάγματα της Αφροδίτης όταν κάνει έρωτα, έχει την απόλυτη κυριαρχία πάνω στο σώμα της υπάκουης και πρόθυμης συντρόφου του, έτσι και ο ονειρευόμενος θα αποκτήσει τον έλεγχο όλων των πραγμάτων της πόλης (Ι.79).

Ο Αρτεμίδωρος, όπως και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, έβλεπε τα αιμομικτικά όνειρα ως ένα απολύτως φυσιολογικό είδος ονείρου, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί με την τυπική αναλογική μέθοδο. […]

* * *
Το ονειροκριτικό βιβλίο του Αρτεμίδωρου είναι το μόνο που έχει σωθεί από την αρχαιότητα. Στόχος του ήταν να συμπεριλάβει όλες τις γνώσεις των προγενέστερων του, καθιστώντας περιττό κάθε επόμενο έργο (ΙΙΙ πρόλογος, ΙΙΙ.66), και κατά την κρίση των μεταγενέστερων το επέτυχε. Κανένα άλλο βιβλίο περί ονείρων δεν έχει διασωθεί μέσα από τους σκοτεινούς χρόνους, ενώ ο ίδιος ο Αρτεμίδωρος ήταν μια μορφή κύρους σε δυο εντελώς χωριστές παραδόσεις. Τα νέα ονειροκριτικά βιβλία που γράφτηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο δεν δανείζονται σε σημαντικό βαθμό από τον Αρτεμίδωρο. Ωστόσο το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο του Αρτεμίδωρου  χρονολογείται στον ενδέκατο αιώνα και το ενδιαφέρον γι’ αυτόν ήταν αρκετό, ώστε η γλώσσα του να «επιδιορθωθεί» επί το αρχαιότερον. Η ανάπτυξη της τυπογραφίας επέτρεψε στον Αρτεμίδωρο να αποκτήσει ένα ευρύτερο κοινό: […]

Οι ερμηνείες των ονείρων από τον Φρόυντ ακολούθησαν έναν εντελώς νέο δρόμο. Ο Φρόυντ όμως διατήρησε το σεβασμό του για την ονειροκριτική παράδοση. Σημειώνει ότι «ο σεβασμός που επιδυκνύεται στα όνειρα κατά την αρχαιότητα βασίζεται στην ορθή ψυχολογική γνώση», […]

Σύμφωνα με τον Φρόυντ, υπήρχαν δύο αρχαίες μέθοδοι για την ανακάλυψη του νοήματος των ονείρων. Πρώτον, η «συμβολική» μέθοδος, όπως εφαρμόζεται στην εξήγηση που έδωσε στον Φαραώ ο Ιωσήφ για το όνειρό του με τις επτά παχιές και τις επτά ισχνές αγελάδες. Οι ερμηνείες που βασίζονταν σ’ αυτή τη μέθοδο ήταν ουσιαστικά αυθαίρετες βασισμένες στην ενόραση, και δεν μπορούν να καταταχθούν σε κάποια επίσημη μέθοδο. Δεύτερη είναι η «αποκρυπτογραφική» μέθοδος, που «αντιμετωπίζει τα όνειρα ως ένα είδος κρυπτογραφίας, μέσα στην οποία κάθε σύμβολο μπορεί να μεταφραστεί σε ένα άλλο σύμβολο με γνωστό νόημα, σύμφωνα με ένα καθορισμένο κλειδί». Ο Αρτεμίδωρος «λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το περιεχόμενο του ονείρου αλλά και το χαρακτήρα και τις περιστάσεις του ονειρευόμενου, έτσι ώστε το ίδιο ονειρικό στοιχείο έχει διαφορετικό νόημα για έναν πλούσιο, έναν παντρεμένο ή, ας πούμε, έναν ρήτορα, από ό,τι έχει για έναν φτωχό, έναν ανύπαντρο ή έναν έμπορο».

Ο Φρόυντ αναφέρεται επίσης στην ερμηνεία από τον Αρίστανδρο ενός ονείρου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την πολιορκία της Τύρου (IV.24). Ο Αλέξανδρος ονειρεύτηκε ότι ένας σάτυρος χόρευε πάνω στην ασπίδα του. Ο Αρίστανδρος ερμήνευσε το όνειρο με θετικό τρόπο –και όπως αποδείχθηκε τελικά, ορθώς λέγοντας ότι σήμαινε πως θα κατακτούσε την Τύρο (σα Τύρος = Η Τύρος είναι δική σου) […] Έστω και έτσι όμως, το πρόβλημα με την αποκρυπτογραφική μέθοδο ήταν ότι η αξιοπιστία του «κλειδιού»  δεν ήταν εγγυημένη και ότι, εν πάση περιπτώσει, το «κλειδί» δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στο όνειρο ως σύνολο αλλά μόνο σε μεμονωμένα στοιχεία του. «Η τεχνική που περιγράφω […] διαφέρει σε ένα ουσιώδες σημεία από την αρχαία μέθοδο: αναθέτει το έργο της ερμηνείας στον ίδιο τον ονειρευόμενο».

Η καινοφανής μέθοδος του ελεύθερου συνειρμού εκ μέρους του ονειρευομένου είχε σκοπό να επιτρέψει στην ερμηνεία να περάσει, με ελεγχόμενο τρόπο, από το έκδηλο στο λανθάνον περιεχόμενο. Όμως ο Φρόυντ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μερικές φορές οι ελεύθεροι συνειρμοί ανακόπτονται και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ερμηνεία του συμβολισμού των ονείρων. […] Έτσι, η σχέση του με την παλαιά παράδοση έγινε θερμότερη και μπήκε ακόμη στον πειρασμό να γράψει ένα νέο βιβλίο περί ονείρων βασισμένο στην αρχή της αποκρυπτογράφησης. Τελικά ο Φρόυντ αντιστάθηκε στον πειρασμό, ωστόσο δίνει μακροσκελείς καταλόγους της σημασίας των συμβόλων […] Η ερμηνεία του συμβολισμού των ονείρων καθιερώθηκε ως βοηθητική μέθοδος ερμηνείας, αν και μετακίνησε το βάρος της ερμηνείας από τον ονειρευόμενο στον αναλυτή. Ο Φρόυντ είχε εν μέρει επανενωθεί με την αρχαία παράδοση και οι οπαδοί του συνέχισαν να ανταποκρίνονται θερμά στον Αρτεμίδωρο.


ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ (Τεύχος 78, Μάρτιος 2001)