Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Η εξέλιξη του πολιτεύματος στην αρχαία Αθήνα

Τον 8ο και τον 7ο αι. π.Χ., στην Αθήνα, όπως στις περισσότερες ελληνι­κές πόλεις, την εξουσία είχαν τα αριστοκρατικά γένη (ευπατρίδαι, γνώριμοι, εσθλοί), τα οποία διοικούσαν την πόλη μέσω της βουλής του Αρείου Πάγου και σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο (θέμιστα). Από τον 7ο αιώνα, οι χωρικοί και οι βιοτέχνες συμμετείχαν ενεργά στην άμυνα της πόλης. Ωστόσο, λόγω των οικονομικών συνθηκών αναγκάζονταν να υποθηκεύσουν τη γη και την ελευθερία τους. Η κοινωνική δυσαρέσκεια που προκλήθηκε είχε κύριο αί­τημα την παραγραφή των χρεών αλλά και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των μεσαίων τάξεων στη διοίκηση. Για να εκτονωθεί η κατάσταση, οι αριστοκρά­τες επιστράτευσαν από τις τάξεις τους, τους νομοθέτες. Έτσι, ο Δράκων το 624 ή 621 π.Χ. θέσπισε για πρώτη φορά γραπτούς νόμους. Το 594/3 π.Χ. ο Σόλων θα προχωρήσει ακόμη πιο πέρα: θα καταργήσει τα χρέη και τους δυσβάστακτους όρους δανεισμού (σεισάχθεια) ενώ θα μεταβάλει το πολίτευ­μα με την ίδρυση ενός δεύτερου, πιο αντιπροσωπευτικού συμβουλίου: τη βουλή των τετρακοσίων που μαζί με τον Άρειο Πάγο ανέλαβε τη διοίκηση της πόλης. Παράλληλα, η εκκλησία του δήμου (δηλαδή η συνέλευση των πο­λιτών) –η συμμετοχή στην οποία εξασφαλιζόταν από την κατοχή συγκεκρι­μένου γεωργικού εισοδήματος και είχε ρόλο καθαρά τυπικό– περιέλαβε όλο το σώμα των πολιτών και απέκτησε διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα μεικτό πολίτευμα με αριστοκρατικούς και πρώιμους δημοκρατικούς θεσμούς, το οποίο θα αποτελέσει το πρότυπο για όλους τους μεταγενέστερους μετριοπαθείς ολιγαρχικούς («πάτριος πολιτεία»).

Ωστόσο οι κοινωνικές και οικονομικές διαμάχες θα οδηγήσουν –όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις– στην εγκαθίδρυση τυραννίδας από τον Πεισίστρατο και τους γιους του (561/0-510 π.Χ.). Αν και δεν άλλαξαν τα πολιτειακά όρ­γανα, στην πράξη όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τους τυράννους. Η αναταραχή που θα ακολουθήσει την πτώση του καθεστώτος, με τις σπαρτια­τικές επεμβάσεις και τους πολιτικούς ανταγωνισμούς, θα αναγκάσει κάποιες αριστοκρατικές οικογένειες να προσεταιριστούν το λαό, προκειμένου να αντιμετωπίσουν εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Έτσι το 508/7 π.Χ. ο Κλεισθένης θα εισαγάγει μέτρα που θεωρητικά και πρακτικά εγκαινιάζουν ένα νέο πολίτευμα: τη δημοκρατία. Δημιουργεί δέκα νέες πολιτικές φυλές με βάση τις οποίες διαρθρώνονται όλα τα όργανα της πόλεως και παραχωρεί στους δήμους τοπική αυτοδιοίκηση. Αντικαθιστά τη βουλή των τετρακοσίων με αυτή των πεντακοσίων, η οποία έχει νομοπαρασκευαστικές, διοικητικές, ελεγκτικές και δικαστικές εξουσίες. Παράλληλα, καθιστά την εκκλησία του δήμου το ανώτατο, τακτικά συνερχόμενο, νομοθετικό και δικαστικό σώμα, ενώ ιδρύει και συλλογικά αντιπροσωπευτικά όργανα διοίκησης.

Το νέο πολίτευμα θα ενδυναμωθεί χάρη στις πολεμικές επιτυχίες (απόκρου­ση Σπαρτιατών, νίκες στους Περσικούς πολέμους –Μαραθώνας 490 π.Χ., Σαλαμίνα 480 π.Χ., Πλαταιές 479 π.Χ.). Η συμμετοχή των κατώτερων εισο­δηματικών τάξεων ως κωπηλατών στον πανίσχυρο αθηναϊκό στόλο (Θεμι­στοκλής 482 π.Χ.) θα οδηγήσει στην απόλυτη, ριζοσπαστική δημοκρατία. Τελευταίο εμπόδιο σε αυτή την πορεία αποτελεί ο Άρειος Πάγος, που θα δει τον Εφιάλτη (462 π.Χ.) να του αφαιρεί τις πολιτικές εξουσίες. Όταν στο εξής οι Αθηναίοι θα μιλούν για δημοκρατία, θα αναφέρονται αποκλειστικά στη μετά το 462 εκδοχή της.

Υπό την πολιτική κυριαρχία του Περικλή (458/7-429 π.Χ.) σταδιακά εφαρμόζονται όλοι οι γνωστοί δημοκρατικοί θεσμοί: άρση των οικονομικών περιορισμών για την ανάληψη αξιωμάτων. σύντομη θητεία (συνήθως ένα έτος) σε αυτά. ανάδειξη με κλήρωση –με εξαίρεση τους δέκα στρατηγούς, που είναι αιρετοί και επανεκλέξιμοι λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του αξιώματός, το οποίο λειτουργεί και ως μέσο ανάδειξης και κυ­ριαρχίας ισχυρών πολιτικών ανδρών∙ κρατική αποζημίωση (μισθοφορά) για την άσκηση αξιώματος. έλεγχος όλων των αξιωματούχων από την εκκλησία. ισηγορία (το δικαίωμα δηλαδή του καθενός να συμβουλεύσει δημόσια τους συμπολίτες του). ισονομία (ισότητα μέσω του νόμου, δηλαδή επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και ισότητα ενώπιον του νόμου, δηλαδή ίση με­ταχείριση όλων στα δικαστήρια, με βάση τους γραπτούς νόμους)∙ αποφάσεις συλλογικών οργάνων με ψηφοφορία. οστρακισμός: δηλαδή δεκαετής προλη­πτική εξορία εν δυνάμει επικίνδυνων ανδρών για τη δημοκρατία. λειτουργίες: υποχρεωτική χρηματοδότηση και οργάνωση από τους πλουσίους πολίτες κρατικών δραστηριοτήτων (θεατρικοί αγώνες, τριήρεις, πομπές κ.λπ.).

Πηγές χρηματοδότησης της δημοκρατικής Αθήνας ήταν τα μεταλλεία του Λαυρίου και κυρίως η A΄ Αθηναϊκή ή Δηλιακή Συμμαχία (478/7-404 π.Χ.), η οποία περιλάμβανε τις περισσότερες πόλεις του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας και είχε στόχο την απομάκρυνση του περσικού κινδύνου (μάχη στον Ευρυμέδοντα - Κίμων 468(;) π.Χ., εκστρατείες στην Αίγυπτο 460/59-454 π.Χ. και την Κύπρο 450-449 π.Χ., Καλλίειος ειρήνη 449 π.Χ.). Γρήγορα όμως μεταμορφώνεται σε μέσο για οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία της Αθήνας (πολιτειακές και δικαστικές επεμβάσεις στις πόλεις-μέλη, αυστηρή φορολογία, μεταφορά συμμαχικού ταμείου στην Αθήνα το 454 π.Χ. και αντί­στοιχη χρηματοδότηση δημόσιων έργων π.χ. οικοδομικό πρόγραμμα Ακρο­πόλεως), η οποία καταστέλλει τις αποστασίες σκληρά (Θάσος 465-463 π.Χ., Σάμος 440-439 π.Χ. κ.ά.).

Η Σπάρτη ανησυχεί για την ασφάλεια της Πελοποννησιακής Συμμαχίας και εκλαμβάνει κάποιες κινήσεις της Αθήνας ως αμφισβήτηση της κυριαρχίας της στον ελλαδικό χώρο. Δοκιμάζει τις αντοχές της αντιπάλου της στον “Πρώτο Πελοποννησιακό” πόλεμο (460-446/5 π.Χ.) και καιροφυλακτεί. Όμως το σύστημα των δύο συμμαχιών είναι τόσο περίπλοκο ώστε θα εξαναγκάσει τις δύο δυνάμεις να συρθούν σε σύγκρουση. Ο μακροχρόνιος Πελοποννησια­κός πόλεμος (431-404 π.Χ.) είναι πόλεμος φθοράς και η λήξη του θα βρει την Αθήνα να χάνει το στόλο της, τη συμμαχία της, τα τείχη και το πολίτευ­μά της. Ήδη από το 411 π.Χ. οι ολιγαρχικοί θα επιχειρήσουν μια πρώτη, βραχύβια, νομιμοφανή ανατροπή της δημοκρατίας (βουλή των τετρακοσίων, πολιτικό σώμα 5.000). Το ίδιο βραχύβιο (404-403 π.Χ.) θα είναι και το πα­ράνομο καθεστώς των Τριάκοντα Τυράννων.

Πολύ σύντομα η δημοκρατία αποκαταστάθηκε στην Αθήνα (403 π.Χ.) και μά­λιστα στη μαζική, λαϊκή της μορφή για να λειτουργήσει αποτελεσματικά έως το 322 π.Χ. Η διαφορά είναι τώρα ότι πρέπει να επιβιώσει χωρίς τα τερά­στια χρηματικά ποσά της προηγούμενης περιόδου. Αυτό το επιτυγχάνει με περαιτέρω “επαγγελματοποίηση” της πολιτικής οργάνωσης. Οι υπηρεσίες και οι συλλογικές αρχές στους τομείς της οικονομίας, της διοίκησης και της νομοθετικής προετοιμασίας (π.χ. θεσμός νομοθετών) εξειδικεύονται, ενώ οι στρατηγοί αυτονομούνται. Η θέσπιση όλο και μεγαλύτερου εκκλησιαστικού μισθού φανερώνει κάποια κόπωση στη συμμετοχή των κατώτερων στρωμά­των στα κοινά αλλά και βελτίωση των δημόσιων εσόδων. Σε γενικές γραμμές η δημοκρατία λειτουργεί σωστά, αφού η Αθήνα μένει ανεπηρέαστη από τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του 4ου αιώνα (εμφύλιες συγκρούσεις ολι­γαρχικών και δημοκρατικών, ανεργία, ληστεία κ.ά.). Φορείς της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας είναι “επαγγελματίες” πολιτικοί-ρήτορες, όπως ο Καλλίστρατος, ο Λυκούργος ή ο Δημοσθένης.

Η Αθήνα από νωρίς και μαζί με άλλες πόλεις-κράτη θα εμπλακεί σε μάταιους πολέμους εναντίον της κυριαρχίας της Σπάρτης (395-387 π.Χ., 378-371 π.Χ.). Για το σκοπό αυτό θα επανιδρύσει και τη ναυτική της συμμαχία (Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία, 378/7-338 π.Χ.), αλλά σε πιο μετριοπαθή βάση σε σχέση με αυτήν του 5ου αιώνα. Παράλληλα, θα επιχειρήσει με σχετική επιτυχία την επανασύ­σταση του στόλου της (Κόνων). Η άνοδος της Θήβας αναγκάζει την Αθήνα να συμμαχήσει με τον παλαιό εχθρό (Σπάρτη) εναντίον της νέας δύναμης (369-362 π.Χ.). Τέλος, υποχρεώνεται για άλλη μια φορά να αντιμετωπίσει τις συ­ντονισμένες αποστασίες των μελών της συμμαχίας της (Συμμαχικός πόλεμος, 357-355 π.Χ.).

Το κενό εξουσίας που δημιουργούν οι συνεχείς πόλεμοι, οι συμμαχίες, οι ανακωχές, οι αλλαγές στρατοπέδων έρχεται να καλύψει ταχύτατα ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄. Η Αθήνα αντιδρά απρόθυμα και ανοργάνωτα. Όταν επιτέλους θα ενεργοποιηθεί, θα οδηγηθεί στην αποφασιστική μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), όπου και θα ηττηθεί. Αν και αναγκάζεται να συμ­μετάσχει στην Ελληνική Συμμαχία του Μακεδόνα βασιλιά, η Αθήνα διατηρεί την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία της. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλε­ξάνδρου, οι Αθηναίοι θα ηγηθούν της κοινής προσπάθειας αποτίναξης της έμμεσης μέχρι τότε μακεδονικής κυριαρχίας για να ηττηθούν και πάλι (Λαμι­ακός πόλεμος, 323-322 π.Χ.). Ο Μακεδόνας αντιβασιλιάς Αντίπατρος τοπο­θετεί φρουρά στην πόλη, καταργεί τη δημοκρατία και εγκαθιδρύει αυστηρή φιλομακεδονική ολιγαρχία. Αρκετοί μελετητές τοποθετούν εδώ το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Για ένα μεγάλο διάστημα του 3ου αι. π.Χ., η Αθήνα υφίσταται τις συνέπει­ες των πολέμων των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τυπικά είναι μια ανεξάρτητη και αυτοδιοικούμενη πόλη, στην πράξη όμως το πολίτευμά της μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις επιθυμίες των κατά καιρούς Μακεδό­νων επικυρίαρχών της. Αυτοί είναι κυρίως ο Κάσσανδρος (γιος του Αντίπα­τρου) και ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Έτσι, από το 322 έως το 287 π.Χ. οι Αθηναίοι βλέπουν όλα τα είδη πολιτευμάτων (δημοκρατίες, μετριοπαθείς δημοκρατίες-τιμοκρατίες, ολιγαρχίες, τυραννίδα). Η μόνη που μένει σταθερή είναι η μακεδονική φρουρά στον Πειραιά.

Μόλις η Αθήνα κερδίζει την ανεξαρτησία της (287 π.Χ.) εγκαθιδρύει και πάλι τη δημοκρατία. Βέβαια πρόκειται για μια δημοκρατία χωρίς πόρους, χωρίς τον Πειραιά και η οποία έχει ανάγκη από τη φιλοτιμία των πλούσιων πολιτών-ευεργετών. Ωστόσο, η εκκλησία του δήμου λειτουργεί συστηματικά. Οι φυλές γίνονται δώδεκα και οι βουλευτές 600. Η αναβίωση αυτή θα τερματιστεί με την ήττα στο Χρεμωνίδειο πόλεμο (267-262 π.Χ.), την τελευταία απόπειρα της πόλης να πρωταγωνιστήσει στα ελληνικά πράγματα. Οι νικητές βασιλείς της Μακεδονίας (Αντιγονίδες) θα κυβερνήσουν με μετριοπάθεια (262-229 π.Χ.) και σταδιακά θα παραχωρήσουν μια ψευδοδημοκρατική αυτονομία.

Το 229 π.Χ. οι Μακεδόνες αποσύρονται και ανοίγει η δεύτερη και τελευταία περίοδος αναβίωσης της δημοκρατίας. Είναι ήσυχη και αυστηρά περιορι­σμένη στις εσωτερικές της υποθέσεις. Η ρητορική της είναι μεγαλοπρεπής (θεοποίηση του Δήμου και αργότερα της ίδιας της Δημοκρατίας), ωστόσο πολλά αξιώματα γίνονται άμισθα, αιρετά και μονοπωλούνται από πλούσιες οικογένειες. Εγγυητής της ανεξαρτησίας είναι η Ρώμη. Η Αθήνα είναι από τις πρώτες πόλεις που επισήμως ονομάζεται «φίλη και σύμμαχος» της Ρώμης, τίτλος που στο εξής θα την ακολουθεί πιστά (200-27 π.Χ.). Ως ανταμοιβή θα της παραχωρηθεί η Δήλος (167 π.Χ.) και τα τεράστια κέρδη που αποφέρει το εκεί εμπόριο δούλων. Αυτά τα κέρδη θα τα καρπωθούν μόνο τα ανώτερα στρώματα που θα γίνουν οι πιο πιστοί υποστηρικτές της Ρώμης και αθόρυβα θα καταστήσουν ανενεργή τη δημοκρατία (τέλη 2ου αι. π.Χ.). Το τυπικό και οριστικό τέλος της δημοκρατίας επέρχεται με τον A΄ Μιθριδατικό πόλεμο (88-86 π.Χ.) και τη συνακόλουθη λεηλασία της Αθήνας από το Σύλλα.

Όλο τον 1ο αι. π.Χ. η Αθήνα -όπως και όλες σχεδόν οι ελληνικές πόλεις- προσπαθεί να συνέλθει από την οικονομική καταστροφή, τη δημογραφική συρρίκνωση, τα χρέη προς τους Ρωμαίους στρατηγούς και τους Ιταλούς επι­χειρηματίες καθώς και τις λάθος επιλογές στρατοπέδου κατά τους εμφύλιους πολέμους των Ρωμαίων. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος την εντάσσει στη νέα συγκλητική επαρχία της «Αχαΐας». Τον 1ο αι. μ.Χ. επέρχεται σταδι­ακή βελτίωση. Στα μέσα του 2ου αιώνα η συνεχής φροντίδα του αυτοκρά­τορα Αδριανού και των πλουσίων (Ηρώδης o Αττικός) δίνουν μια τελευταία αίγλη στην πόλη. Η Αθήνα γίνεται η έδρα του «Πανελληνίου» (131 μ.Χ.), μιας λατρευτικής ομοσπονδίας ελληνικών πόλεων, ενώ πραγματοποιείται και εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα (Βιβλιοθήκη, Υδραγωγείο κ.ά.). Παράλ­ληλα, η πόλη παραμένει προορισμός των μελών των ανώτερων τάξεων της αυτοκρατορίας, τόσο για εκπαιδευτικούς σκοπούς (λειτουργία φιλοσοφικών σχολών), όσο και για να γνωρίσουν τη φημισμένη πόλη. Τον 3ο αιώνα η πόλη παρακμάζει. Το 267 λεηλατείται από τους Ερούλους και πλέον, επί Διοκλητια­νού (τέλη 3ου αι. μ.Χ.) περιορίζεται σε μια μικρομεσαία επαρχιακή πόλη.

Κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, το πολίτευμα έχει επιστρέψει στην αρχαϊκή του μορφή. Μια μικρή ομάδα πλουσίων, που αυτοπροσδιορίζο­νται ως αριστοκράτες, μοιράζεται τα αποκλειστικά αιρετά πλέον αξιώματα και κυβερνά μέσω του Αρείου Πάγου. Ο αριθμός των μελών της βουλής αλλάζει συνεχώς και ο ρόλος της είναι διακοσμητικός. Όσο για την εκκλησία του δήμου, συγκαλείται σπάνια, προκειμένου να επικυρώσει κάποιες τυπικές προτάσεις της βουλής.

Συλλογικό, Η αθηναϊκή δημοκρατία μιλάει με τις επιγραφές της

Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων (σ. 14-19)

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Η άνοδος στις αρχές και τα όρια της φιλοσοφικής γνωστοποίησης στον Πλάτωνα

Περισσότερες από μια φορές ο Πλάτων λέει ότι ο στόχος αυτού που μετέχει στη διαδικασία της γνώσης είναι η άνοδος σε μια έσχατη, υπερβατική αρχή. Μπορεί να μιλά για την άνοδο από υπόθεση σε υπόθεση σε κάτι που είναι αρκετό (ικανόν, Φαίδων 99d-107b)∙ ή για την ανιούσα γνώση του Ωραίου, από την παρατήρηση ωραίων σωμάτων στη γνώση του ηθικά ωραίου και από εκεί στη θέαση του ίδιου του Ωραίου (Συμπόσιο 210a κε.)∙ ή για την κλιμάκωση των τρόπων της γνώσης, από τους οποίους ο ύψιστος, η νόησις, αναγνωρίζει την αρχή των πάντων (Πολιτεία 509d-511e).[1] Γεγονός είναι ότι σε παλαιότερες εποχές τη σημασία των χωρίων αυτών όχι μόνο δεν την παραγνώρισαν, αλλά έβλεπαν στην στάση για «άνοδο» και υπέρβαση» την ουσία του πλατωνισμούΠολύ σπανιότερα, αντίθετα, αναγνώρισαν ότι ακριβώς η κίνηση της ανόδου αποτελεί το πραγματικό θέμα της δραματικής μιμήσεως στους διαλόγους. Και όσες φορές το διέβλεψαν, τόνισαν ως επί το πλείστον την ίδια την άνοδο ξεχνώντας ταυτόχρονα ότι οι διάλογοι δείχνουν πάντοτε μόνο ένα κομμάτι της κίνησης προς τα πάνω, ενώ με αρκετή σαφήνεια δηλώνουν ότι σκόπιμα μπαίνουν όρια στη διαδικασία.

Μόνο η ορθή κατανόηση της κριτικής του γραπτού λόγου μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί: η άνοδος και ο περιορισμός στη μεταφορά της σε γραπτή μορφή, η «βοήθεια» μέσω «πολυτιμότερων πραγμάτων» και η σιωπή, όπου αυτό είναι απαραίτητο (το σιγάν προς ους δει). Τα παραδείγματα πλατωνικής «βοήθειας» […] είναι παραδείγματα όχι μόνο για την προσφυγή σε τιμιώτερα, αλλά και για σαφή εσκεμμένα κενά.

Το ότι τα πλατωνικά τιμιώτερα οδηγούν εντέλει προς την κατεύθυνση της γνώσης των αρχών έχει σημασία ενσχέσει προς το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά και σε άλλα έργα αναφέρει μια διδασκαλία του Πλάτωνα για τις αρχές την οποία δεν βρίσκουμε με τη μορφή αυτή στους διαλόγους. […]

Γιατί πρέπει να προστατευτεί από τη γραπτή διάδοση εκείνο ακριβώς το μέρος της φιλοσοφίας που πραγματεύεται τις αρχές; Με την κριτική του γραπτού λόγου ως υπόβαθρο η απάντηση είναι εύκολη: όσο πιο περίπλοκο είναι το αντικείμενο τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να υποτιμηθεί άδικα από αναγνώστες που δεν καταλαβαίνουν, απέναντι στους οποίους το γραπτό κείμενο δεν μπορεί εν απουσία του συγγραφέα του να αμυνθεί (πρβ. Φαίδρ. 275de). Μια τέτοια υποτίμηση ο Πλάτων δεν την αντιμετώπιζε προφανώς με πλήρη αδιαφορία -πράγμα που είναι απόλυτα κατανοητό, αν σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών κατέχει μια θέση «υπερουράνια» και «θεία».[2] Ακόμη πιο σημαντικό είναι ίσως και το ότι για τον Πλάτωνα δεν έχει νόημα να ανακοινώσεις σε κάποιον κάτι για το οποίο δεν είναι κατάλληλος ή δεν είναι ακόμη ικανοποιητικά προετοιμασμένος. Τα πράγματα αυτού του είδους τα ονομάζει απόρρητα: «πράγματα που δεν πρέπει να ανακοινωθούν πρόωρα», διότι αν ανακοινωθούν πρόωρα, δηλαδή προτού ο αποδέκτης να είναι ώριμος γι’ αυτά, «δεν φανερώνουν τίποτε» (Νόμοι 968e 4-5). Επειδή η θεωρία των αρχών είναι αυτό που προϋποθέτει τα περισσότερα στη φιλοσοφία, μια επαρκής προετοιμασία για τη θεωρία αυτή μέσα από γραπτά κείμενα -τα οποία όμως «δεν μπορούν να διδάξουν ικανοποιητικά την αλήθεια» (Φαίδρ. 276c 9)- αποκλείεται∙ και, επομένως, η γραπτή παγίωση της θα ήταν απλώς αντιπαραγωγική. […]

Δεν είναι μόνο στην Πολιτεία που η εκπαίδευση των φιλοσόφων-βασιλέων κορυφώνεται με τη διαλεκτική σύλληψη της Ιδέας του αγαθού ως της αρχής των πάντων (504a κε., 540a)∙ ήδη οι σχετικά πρώιμοι διάλογοι Χαρμίδης και Λύσις περιέχουν δείγματα της έννοιας της ανόδου, η οποία δεν μπορεί να διακοπεί πριν την κατάκτηση ενός «πρώτου», μιας αρχής: Αν θέλει κανείς να διερευνήσει την φιλίαν, πρέπει να αναχθεί σε ένα πρώτον φίλον (Λύσις 219cd)∙ αν θέλει να γνωρίσει τη σωφροσύνη, τότε εμφανίζεται στον ορίζοντα της συζήτησης «η επιστήμη του καλού και του κακού» (Χαρμίδης 174bc). Ειδικά στη συζήτηση αυτή για τη σωφροσύνη στον Χαρμίδη συναντούμε μια διαφανή μεταφορική χρήση των εννοιών «γιατρικό» (φάρμακον) και «γητειά» (επωδή), η οποία μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση της στάσης του Πλάτωνα στο θέμα της γραπτής έκθεσης σχετικά με τις «αρχές»: Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή του ένα φάρμακον για την αρρώστια του νεαρού Χαρμίδη∙ δεν δίνει όμως το φάρμακον, επειδή αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μόνο σε συνδυασμό με μια «γητειά» και είναι άχρηστο χωρίς αυτήν (155e 8), και επειδή ο Σωκράτης ορκίστηκε στον Θρακιώτη ιερέα που του είχε δώσει τη γητειά και το φάρμακον να μην δεχτεί ποτέ να τον πείσουν να προωθήσει το φάρμακον χωρίς τη γητειά της ψυχής του λήπτη (157b 1-c 6). Δεν υπάρχει ότι του φαρμάκου εμπεριέχει μια δήλωση σχετικά με τον ορθό τρόπο της μετάδοσης φιλοσοφικής γνώσης. Ο Πλάτων μας δίνει να καταλάβουμε ότι «ο Σωκράτης» ως ο διαλεκτικός διαθέτει γνώσεις που θα μπορούσαν βεβαίως να είναι άμεσα ανακοινώσιμες, τις οποίες όμως -εντελώς σκόπιμα- δεν τις γνωστοποιεί ακόμη, επειδή θα ήταν άχρηστες για τον Χαρμίδη όσο αυτός δεν έχει υποστεί προπαιδευτικές «γητειές», για την κατανόηση του «γιατρικού». Το φάρμακον επομένως σημαίνει κεντρικές προτάσεις της διαλεκτικής επιστήμης του καλού και του κακού, οι οποίες μπορούν να διατυπωθούν -δεν πρόκειται εδώ με κανέναν τρόπο για φιλοσοφικά άρρητα- και οι οποίες, συνεπώς, θα μπορούσαν να αποτυπωθούν και γραπτώς και να διαδοθούν. Αυτό που εμποδίζει την προώθηση εκ μέρους του Σωκράτη είναι ένας «όρκος», τον οποίο έδωσε -υποτίθεται- στον Θρακιώτη δάσκαλό του: Για τον διαλεκτικό υπάρχει λοιπόν μια υποχρέωση, την οποία αντιμετωπίζει ως εξίσου δεσμευτική με έναν θρησκευτικό όρκο, να μεταδίδει «τα πολυτιμότερα πράγματά του» μόνο εφόσον υφίστανται οι γνωστικές και ηθικές συνθήκες για την κατάλληλη πρόσληψή τους. Ο γραπτός λόγος όμως, όπως ξέρουμε, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δημιουργήσει τις συνθήκες αυτές.

Αυτό που στον πρώιμο Χαρμίδη δηλώνεται με μεταφορές διατυπώνεται ρητά στον ύστερο Τίμαιο, δηλαδή ότι ακριβώς οι αρχές δεν είναι γνωστοποιήσιμες σε όλους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η  μυθική φιγούρα του δημιουργού στο πλαίσιο της κοσμολογίας του Τιμαίου είναι το όνομα μιας «αρχής» της κοσμικής τάξης. Είναι δύσκολο, λέει ο Πλάτων, να βρει κανείς αυτόν τον δημιουργό και πατέρα του κόσμου, είναι όμως αδύνατο, αν τον έχει βρει, να μιλήσει γι’ αυτόν σε όλους (Τίμ. 28c 3-5). Σύμφωνα με ένα άλλο χωρίο, «οι ακόμη πιο ανώτερες αρχές είναι αυτές που είναι γνωστές (μόνο) στον θεό και σε εκείνον από τους ανθρώπους ο οποίος είναι φίλος του θεού: γι’ αυτόν τον λόγο περιλαμβάνονται στην έκθεση (53d 6-7).

Η διαπίστωση αυτή έρχεται στον Τίμαιο αμέσως ύστερα από την εισαγωγή των στοιχειωδών τριγώνων ως στοιχείων ή «αρχών» των αισθητών σωμάτων (52cd). Ποιες αρχές μπορούν να γνωστοποιηθούν σε όλους δηλαδή γραπτώς, και για ποιες δεν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, εμείς ως αναγνώστες των διαλόγων δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε βάσει ενός γενικού κανόνα. Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων ανάγει τον αισθητό κόσμο σε νοητές αρχές∙ το όριο του γνωστοποιήσιμου τίθεται εδώ ύστερα από το πρώτο βήμα της αναγωγής, το οποίο οδήγησε στο πεδίο της γεωμετρίας (ότι με τις «ακόμη πιο ανώτερες αρχές» πάνω από τα στοιχειώδη τρίγωνα εννοούνται οι αριθμοί μπορούμε να το υποστηρίξουμε με βεβαιότητα χάρη στον Αριστοτέλη[3]).

Δεν είμαστε σε θέση να πούμε αν ο Πλάτωνας έθεσε οριστικά για τον εαυτό του το όριο αυτό∙ πιθανότερο είναι πάντως ότι ήταν στη διακριτική του ευχέρεια πόσο σπόρο ήθελε να σπείρει σε έναν «κήπο του Αδώνιδος», και ότι κάθε φορά έβαζε το όριο για τον συγκεκριμένο διάλογο ενώ τον έγραφε. Ήδη ο Πλούταρχος είχε παρατηρήσει ότι ο Πλάτων σε προχωρημένη ηλικία έτεινε μάλλον να ονοματίζει ανοιχτά τις αρχές που είχε στο νου του (Περί Ίσιδος και Οσίριδος 48, 370F)∙ θα έπρεπε πάντως να προσθέσουμε πως η βασική ιδέα ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θα έπρεπε να γνωστοποιηθούν γραπτώς, επειδή με την πρόωρη γνωστοποίησή τους δεν εξηγούν τίποτε, και επομένως είναι «άχρηστα», μένει αναλλοίωτη από τη μεταφορά του φαρμάκου στον Χαρμίδη ως το 12ο βιβλίο των Νόμων, όπου επιτέλους εισάγεται (968e) η χαρακτηριστική έννοια απρόρρητα.

Thomas A. SzlezákΠώς να διαβάζουμε τον Πλάτωνα 

[Εκδόσεις Θύραθεν, 2004, σελ. 112-119]





[1] Στα συμφραζόμενα αυτά πρέπει φυσικά να θυμηθούμε και τη μυθική εικόνα για την άνοδο των «οχημάτων των ψυχών» στον «υπερουράνιον τόπον» (Φαίδρος 246a κε.), έστω και αν εδώ μεταξύ των αντικειμένων της θέασης του επέκεινα (247de) κανένα δεν προβάλλεται ως αρχή των άλλων.
[2] Αρκεί να σκεφτούμε τον «υπερουράνιον τόπον» ως τόπο των Ιδεών (Φαίδρ. 247c κε.) ή και την «ομοίωση προς τον θεό», η οποία είναι στην πραγματικότητα μια ομοίωση προς την τάξη που διέπει τον κόσμο των Ιδεών (Πολιτεία 500b-d).
[3] Από τα πολυάριθμα αριστοτελικά χωρία τα οποία μαρτυρούν την οντολογική προτεραιότητα των αριθμών έναντι των γεωμετρικών σχημάτων ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα 2 Ross από το Περί ταγαθού, το οποίο διέσωσε ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα στο υπόμνημά του στα Μετά τα φυσικά.