Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ελπίδα


Η Πανδώρα πήρε το κουτί με τα δεινά και το άνοιξε. Ήταν το δώρο των θεών στους ανθρώπους, εξωτερικά ένα όμορφο, γοητευτικό δώρο, που λεγόταν το «το κουτί της καλής τύχης». Τότε όλα τα δεινά, ζωντανά φτερωτά πλάσματα, πέταξαν έξω. Από τότε περιφέρονται και κάνουν κακό στους ανθρώπους μέρα και νύχτα. Ένα μόνο δεινό δεν είχε ακόμη γλιστρήσει έξω από το κουτί. Ύστερα, μετά από θέληση του Δία, η Πανδώρα έκλεισε το καπάκι κι έτσι το κακό έμεινε μέσα.

Τώρα ο άνθρωπος έχει το κουτί της καλής τύχης για πάντα στο σπίτι και θαυμάζει το θησαυρό που έχει μέσα· τον έχει στη υπηρεσία του· απλώνει το χέρι του να τον πιάσει όταν του κάνει κέφι. Γιατί δεν ξέρει ότι το κουτί που έφερε η Πανδώρα ήταν το κουτί των δεινών και παίρνει το κακό που έχει μείνει μέσα για το μεγαλύτερο κομμάτι καλοτυχίας – αυτό είναι η ελπίδα.

Γιατί ο Δίας ήθελε να μην πετάξει ο άνθρωπος τη ζωή του, ανεξάρτητα από το πόσο θα τον τυραννούσαν τα άλλα κακά, αλλά να συνεχίσει να αφήνεται να τυραννιέται. Γι’ αυτό το λόγο δίνει στους ανθρώπους την ελπίδα. Στ’ αλήθεια είναι το χειρότερο κακό γιατί παρατείνει την τυραννία των ανθρώπων.

Φρειδερίκος Νίτσε, Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο, 1

(ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, σελ. 100)

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

O δρόμος για την ψυχική υγεία


Μια παρατήρηση του Σίγκμουντ Φρόιντ πάνω στην εργασία της Σαμπίνας Σπιλράιν γίνεται η αφορμή για τον πρώτο να εκφράσει την απογοήτευσή του για το δρόμο που επέλεξε ο Καρλ Γιουνγκ και να διατυπώσει την άποψή του για τον δρόμο που οδηγεί στην ψυχική υγεία. Από την ταινία μια Μια Επικίνδυνη Μέθοδος:

Σίγκμουντ Φρόιντ: Η μόνη έκπληξη ήταν η αναφορά σου στο τέλος της εργασίας σου, στο όνομα του Χριστού.

Σαμπίνα Σπιλράιν: Είστε εντελώς αντίθετος με κάθε θρησκευτική διάσταση στον τομέα μας;

Σίγκμουντ Φρόιντ: Σε γραμμές δεν με νοιάζει αν κάποιος πιστεύει στο Ράμα, στο Μαρξ ή στην Αφροδίτη, όσο το κρατάει έξω απ’ την αίθουσα συνεδριών.

Σαμπίνα Σπιλράιν: Αυτό είναι το σημείο διαφωνίας σας με τον Δρα Γιουνγκ;

Σίγκμουντ Φρόιντ: Δεν έχω καμία διαφωνία με τον Δρα Γιουνγκ. Απλώς είχα κάνει λάθος για αυτόν. Νόμιζα ότι θα ήταν σε θέση να συνεχίσει τη δουλειά μας, όταν θα είχα φύγει. Δεν λογάριασα όλα αυτά περί μυστικισμού και αυτό-ενισχυτικού σαμανισμού. Ούτε κατάλαβα ότι θα μπορούσε να είναι τόσο βάναυσος και υποκριτικός.

Σαμπίνα Σπιλράιν: Προσπαθεί να βρει κάποιο τρόπο, ώστε να μην χρειάζεται να λέμε στους ασθενείς μας, «αυτός είναι ο λόγος που είσαι έτσι». Θέλει να είναι σε θέση να πει, «μπορούμε να σου δείξουμε τι είναι αυτό που ενδεχομένως να θέλεις να γίνεις».

Σίγκμουντ Φρόιντ: Παριστάνοντας το Θεό με άλλα λόγια. Δεν έχουμε δικαίωμα να το κάνουμε αυτό. Ο κόσμος είναι όπως είναι. Η κατανόηση και η αποδοχή του, είναι δρόμος για την ψυχική υγεία. Τι καλό μπορεί να βγει, αν ο στόχος μας είναι απλώς να αντικαταστήσουμε μια πλάνη με μια άλλη;

Σαμπίνα Σπιλράιν: Λοιπόν, συμφωνώ μαζί σας.



Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαθητευόμενος ηγέτης


[…] Ως παιδί μαθαίνεις πρώτη φορά για το θάρρος και το φόβο στον καυγά στην παιδική χαρά, όταν ο νταής σου κολλάει κι εσύ φοβάσαι μήπως σε κτυπήσει. Τελικά, κάποια στιγμή γυρνάς προς το μέρος του και τσακώνεσαι. Θυμάμαι ακόμη ακριβώς εκείνη τη στιγμή στη δική μου ζωή: ήμουν περίπου δέκα χρονών, έξω από την πύλη του σχολείου […] Δεν ήταν ιδιαίτερα μεγαλόσωμος. Οπωσδήποτε δεν έδειχνε πολύ τρομαχτικός […] Με είχε βάλει στο μάτι από εβδομάδες. Ήταν μια απαίσια κατάσταση, έτρεμα ακόμη και να πάω στην τάξη όταν βρισκόταν εκείνος, ενώ απέφευγα  τα μέρη όπου σύχναζε. Τότε, για κάποιο λόγο ή, ίσως, και χωρίς να υπάρχει λόγος, στην πύλη του σχολείου, όταν μου ρίχτηκε απότομα και τρόμαξα, γύρισα και του είπα πως θα τον χτυπήσω, αν δεν σταματούσε. Το κατάλαβε πως εννοούσα ότι έλεγα, γιατί πράγματι το εννοούσα και πρέπει να φαινόταν στο βλέμμα μου· οπότε σταμάτησε. Αστείο δεν είναι, να θυμάται κανείς μια τόσο ασήμαντη στιγμή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, ύστερα από τόσα χρόνια;

Αργότερα μαθαίνεις το κουράγιο σε διαφορετικές καταστάσεις: την πρώτη φορά που ανεβαίνεις στη σκηνή, όταν εύχεσαι να μην είχες συμφωνήσει να το κάνεις, αναθεματίζεις τα μεγάλα σου λόγια και στον εγωισμό σου και το μόνο που θέλεις είναι να χωθείς ξανά σε κάποια γωνιά. Με κάποιο τρόπο όμως δεν το κάνεις· βγαίνεις στη σκηνή. […]

Μερικές φορές απορούσα κι εγώ ο ίδιος με το πώς κατάφερνα να σταθώ στο σανίδι, αλλά τις περισσότερες φορές είχα συναίσθηση της διαρκούς πάλης προκειμένου να επιλέξω να το κάνω. Γιατί για επιρροή πρόκειται. Η εναλλακτική λύση σε καλεί και το κάνει ενισχυμένη με σοβαρά επιχειρήματα: δεν είναι η κατάλληλη στιγμή· το ρίσκο είναι υπερβολικό· οι άλλοι διαφωνούν· θα υπάρξει άλλη ευκαιρία. Συχνά δεν υπάρχει άλλη, όμως, και σε κάθε περίπτωση, κατά βάθος γνωρίζεις το λόγο: είναι ο φόβος να βρεθείς εκεί έξω, εκτεθειμένος, ευάλωτος στην αποτυχία. Αν δεν επιχειρήσεις ποτέ να πετύχεις, δεν θα χρειαστείς να αποτύχεις. Οπότε, γιατί να το κάνεις;

Έχω συναντήσει αρκετούς οι οποίοι είναι απαλλαγμένοι από παρόμοιες αμφιβολίες, που διαθέτουν το σθένος να εκτίθενται στην κρίση των άλλων χωρίς να το σκέπτονται, κι αυτό τους έρχεται φυσικά. Το πρόβλημά τους είναι διαφορετικό: το δικό μου έχει να κάνει με την πάλη ανάμεσα στο θάρρος και στο φόβο, ενώ το δικό τους είναι η συνέπεια να είσαι ατρόμητος. Ο φόβος σε κάνει να υπολογίζεις τα πράγματα και ο υπολογισμός μερικές φορές μπορεί να σε γλυτώσει (αν και οι υπερβολικοί υπολογισμοί σε αποτελειώνουν)· για κείνους που δεν λογαριάζουν τίποτε παρά ρίχνονται με τα μούτρα σε μια προσπάθεια, το ρίσκο ενδέχεται να αποδειχτεί παράτολμο και να οδηγήσει στην αποτυχία. Όμως ανέκαθεν θαύμαζα αυτόν τον χαρακτήρα, μου άρεσε ο δυναμισμός του και η απουσία χειραγώγησης.

Μετά την αποφοίτησή μου από την Οξφόρδη εντάχθηκα στο Εργατικό Κόμμα. […]

Από το 1975 έως το 1983 εργάστηκα ακούραστα σε διάφορους τομείς του κόμματος. Όμως οι απόψεις μου άρχισαν να μεταβάλλονται. Κατ’ αρχάς εργαζόμουν, και μάλιστα σκληρά. Μέσω μιας φίλης γνώρισα τον περίφημο Ντέρι Ερβάιν, […] Κάπως έτσι ξεκίνησε η σχέση που άλλαξε τη ζωή μου.

Ο Ντέρι με δίδαξε πώς να σκέπτομαι. Με πνευματικούς όρους, πριν γνωρίσω τον Ντέρι, απλώς «περνούσα εξετάσεις» και δεν είχα την παραμικρή ιδέα  πώς να σκέπτομαι. Εννοώ να σκέπτομαι πραγματικά να αναλύω να αναγνωρίζω τα συστατικά στοιχεία ενός προβλήματος και αφού το ανασυνθέσω, να βρίσκω τη λύση.

Ως δάσκαλος ήταν τυραννικός αλλά ιδιοφυής. Συχνά έγραφα τις τοποθετήσεις του και συνέτασσα τις αγορεύσεις. Την πρώτη φορά που έγραψα μια τοποθέτηση, του την έδωσα περιμένοντας να τη διαβάσει, να τη σχολιάσει και να τη στείλει στο καλάθι των αχρήστων, επειδή θεωρούσα πως θα την έγραφε ο ίδιος. Της έριξε μια ματιά, την υπέγραψε και έντρομος τον άκουσα να μου ζητάει να τη δώσω στον κλητήρα να τη δημοσιεύσει. «Θα ήταν φρόνιμο;» ρώτησα πραγματικά εμβρόντητος. Πώς να το πω … ήμουν απλώς ένας μαθητής!

«Να σου πω», απάντησε εκείνος σηκώνοντας το βλέμμα του από το γραφείο του, «είναι ότι καλύτερο μπορείς να γράψεις, σωστά;» Η φωνή του ακούγονταν σαν βρυχηθμός, κι εγώ ήμουν τρομοκρατημένος. Ψέλλισα μιαν απάντηση, σε γενικές γραμμές ακούστηκε κάπως έτσι: «Κοιτάξτε, το βρήκα πολύ δύσκολο κι ελπίζω πως είναι εντάξει, αλλά είναι η πρώτη μου …». Εκείνος πήρε τα χαρτιά και μου τα πέταξε: «Δεν θέλω τις ασυναρτησίες σου, δε θέλω σκόρπιες σκέψεις σου. Θέλω ότι καλύτερο μπορείς να γράψεις, κάτι για το οποίο θα είσαι προσωπικά υπεύθυνος. Κατανοητό;

«Μάλιστα», αποκρίθηκα εγώ. «Έλα ξανά, λοιπόν, όταν θα το έχεις κάνει». Έστρεψε ξανά το βλέμμα στο γραφείο του. «Άντε, χάσου από εδώ», είπε χωρίς καν να μου ρίξει μια ματιά.

Επέστεψα μ’ ένα καλύτερο κείμενο. Αυτή τη φορά μου είπε να καθίσω και το διάβασε λεπτομερώς, εξηγώντας μου τα λάθη, κάνοντας μου ερωτήσεις σχετικά με τα επιχειρήματά και κυρίως, εστιάζοντας στην απάντηση. Αυτή η εστίαση είναι ναι διαδικασία που με γοήτευε τότε και εξακολουθεί να με γοητεύει μέχρι σήμερα. […]

Ήταν ασυμβίβαστος σε θέματα που άπτονταν του νου. Αλλοίμονό σου αν εμφανιζόσουν πρόχειρα προετοιμασμένος, αδιάφορος, χαλαρός. […] Τον φοβόμουν, τον θαύμαζα και τον λάτρευα· πάνω απ’ όλα όμως του ήμουν ευγνώμων. […]

Δεν τον είχα ακούσει να μιλάει (Τόνι Μπεν) πριν από εκείνο το βράδυ. Τον άκουγα μαγεμένος, ολότελα παραδομένος και εμπνευσμένος από τα λόγια του. Σκεπτόμουν: Μακάρι να μπορούσα να μιλάω έτσι. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν τόσο το περιεχόμενο της ομιλίας – για την ακρίβεια διαφωνούσα σε πολλά σημεία -, αλλά η ένταση των λόγων του, η ικανότητά του να χρησιμοποιεί τις λέξεις για να συγκινήσει τον κόσμο, όχι απλώς να τον πείσει, αλλά να τον ωθήσει σε δράση. Επί μέρες και βδομάδες ύστερα από εκείνο το βράδυ αναλογιζόμουνα την ομιλία του.[…]

Πρώτον, ήταν η αυτοπεποίθησή του. Από την πρώτη στιγμή το ακροατήριό του ήταν χαλαρό και τον άκουγε, […] δεν υπήρξε καμία νευρικότητα, καμία αβεβαιότητα […] Από την πρώτη στιγμή τους κέρδισε άνετα, αβίαστα.

Δεύτερον, χρησιμοποίησε το χιούμορ. Αν κάποιος μπορεί να σε κάνει να γελάσεις, έχεις ήδη παραδοθεί στη δύναμή του. […]

Τρίτον, υπήρχε ένας κεντρικός άξονας που διέτρεχε ολόκληρη την ομιλία. Υπήρχε ένα επιχείρημα. […]

Τέταρτον, το επιχείρημα οικοδομούνταν σταδιακά, δεν έσκαγε με μιας. Παρότι παρουσιάστηκε σε γενικές γραμμές εξαρχής, δεν αποκαλύφθηκε πλήρως, παρά μόνον όταν αλλεπάλληλα στρώματα λέξεων πάτησαν το ένα πάνω στο άλλο, ώσπου τελικά το επιχείρημα διατυπώθηκε σαφώς. […]

Ήθελα να μάθω τη γνώμη του γι’ αυτή τη σέκτα τροτσκιστών που είχε παρεισφρήσει στο Εργατικό Κόμμα. Εκπροσωπούσα το Κόμμα στη νομική διαδικασία εις βάρος τους και έχοντας μελετήσει τους ίδιους και τις μεθόδους τους, ήξερα πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντιμετώπισης πέραν της διαγραφής. Εκείνος δεν συμφώνησε, κι εγώ εντόπισα τη θεμελιώδη αδυναμία της θέσης του: ήταν ερωτευμένος με το ρόλο του ιδεαλιστή, ως σημαιοφόρου, ως του ανθρώπου με αρχές που τίθεται αντιμέτωπος με αδίστακτους επαγγελματίες πολιτικούς. Δεν ήθελε να τεθεί αντιμέτωπος μ’ εκείνους που εμπόδιζαν στην πράξη τον ιδεαλισμό να εφαρμοστεί. Ήταν ένας κήρυκας ιδεών, όχι στρατηγός και οι μάχες δεν κερδίζονται από κήρυκες.

Έντεκα χρόνια αργότερα, ήμουν ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, μόλις έχοντας κλείσει τα σαράντα ένα μου χρόνια.[…]


  (ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2011, σελ. 53-61)

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Η φάρμα των ζώων (4)


Κεφάλαιο τέταρτο

Κατά το τέλος του καλοκαιριού, τα νέα για τα συμβάντα στο κτήμα των Ζώων, είχαν διατρέξει τη μισή χώρα. Κάθε μέρα, ο Σνόουμπολ και ο Ναπολέων έστελναν περιστέρια με οδηγίες ν’ ανακατεύονται με τα άλλα των γειτονικών κτημάτων, να τους διηγούνται την ιστορία της Επανάστασης […]

Ο κ. Τζόουνς, περνούσε τον καιρό του στο καπηλειό […] κάνοντας παράπονα σ’ όποιον τον άκουγε […] Από θέμα αρχής, οι άλλοι ιδιοκτήτες τον συμπόνεσαν, αλλά δεν του έδωσαν καμιά βοήθεια στην αρχή. Στο βάθος ο καθένας τους, αναρωτιόταν μέσα του πως θα μπορούσε να επωφεληθεί ο ίδιος από την ατυχία του κ. Τζόουνς. Ήταν ευτύχημα το ότι οι ιδιοκτήτες των δύο κτημάτων που συνόρευαν με το κτήμα των Ζώων, βρισκόταν μονίμως σε εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους […] Οπωσδήποτε, και οι δύο είχαν αναστατωθεί από την Επανάσταση στο κτήμα των Ζώων, και προσπαθούσαν να εμποδίσουν τα δικά τους ζώα να μάθουν πολλά γι’ αυτήν. Στην αρχή κάγχαζαν και μόνο στην ιδέα ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν ζώα να καταφέρουν μόνα τους να τα βγάλουν πέρα με το αγρόκτημα […] Όταν ο καιρός πέρασε […] άλλαξαν τροπάρι και άρχισαν να μιλούν για τη φοβερή διαφορά που επικρατούσε τώρα στο αγρόκτημα των Ζώων. Διαδόθηκε ότι τα ζώα ασκούσαν κανιβαλισμό, ότι έκαναν βασανιστήρια μεταξύ τους και ότι είχαν τα θηλυκά ζώα από κοινού […]

Οπωσδήποτε, αυτές οι ιστορίες δεν έγιναν ποτέ αληθινά πιστευτές. Εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν διαδόσεις, […] για ένα υπέροχο αγρόκτημα, όπου τα ζώα είχαν διώξει τους ανθρώπους, και διεύθυναν εκείνα μόνα τους· και σ’ όλο το διάστημα εκείνης της χρονιάς ένα επαναστατικό κίνημα διέτρεξε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. […] Επιπλέον ο σκοπός και τα λόγια του ύμνου […] διαδόθηκαν παντού μ’ αστραπιαία ταχύτητα. Οι άνθρωποι, δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τη λύσσα τους όταν άκουσαν αυτό το τραγούδι, παρ’ όλο που προσποιήθηκαν πως το θεωρούσαν απλούστατα γελοίο. […] Κάθε ζώο που έπιαναν να το τραγουδά, το μαστίγωναν επί τόπου. Αλλά παρ’ όλα αυτά, το τραγούδι ήταν ασυγκράτητο. […] Και όταν οι άνθρωποι το άκουγαν, έτρεμαν μυστικά, νιώθοντας σ’ αυτό μια προφητεία της μελλοντικής τους καταστροφής.

Τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη, […] ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του μαζί με μισή ντουζίνα άλλους […], πέρασαν την πύλη […] Όλοι κρατούσαν ραβδιά, εκτός από τον Τζόουνς, που βάδιζε επικεφαλής κρατώντας ένα όπλο. Ήταν φανερό ότι θα επιχειρούσαν να ξαναπάρουν το κτήμα.

Αυτό το περίμεναν από καιρό, και ήταν προετοιμασμένα να το αντιμετωπίσουν. […]

Καθώς οι άνθρωποι προχωρούσαν προς το κτήριο, ο Σνόουμπωλ εξαπέλυσε την πρώτη του έφοδο. Όλα τα περιστέρια […] πέταξαν δεξιά και αριστερά πάνω από τους ανθρώπους, και κουτσούλισαν στα κεφάλια τους· […] οι χήνες που ήταν κρυμμένες πίσω από το φράχτη, όρμισαν και τσίμπησαν με μανία τα πόδια τους. Οπωσδήποτε, αυτό δεν ήταν παρά μια μανούβρα, που έγινε για να προκαλέσει σύγχυση, και οι άνθρωποι έδιωξαν γρήγορα τις χήνες με τα ραβδιά τους. Τότε, ο Σνόουμπωλ, εξαπέλυσε τη δεύτερη έφοδο. […] όλα τα πρόβατα, με επικεφαλής τον Σνόουμπωλ, όρμησαν εμπρός, κι’ έσπρωξαν και κουτούλησαν τους ανθρώπους από κάθε μεριά, […] Αλλά για μια ακόμα φορά οι άνθρωποι, με τα ραβδιά τους και τις μπότες τους, αποδείχτηκαν πολύ δυνατοί για τα ζώα·[…]

Οι άνθρωποι άφησαν ένα ουρλιαχτό θριάμβου. […] Αυτό ακριβώς περίμενε και ο Σνόουμπωλ. Μόλις μπήκαν στην αυλή, τα τρία άλογα, οι τρείς αγελάδες, και τα υπόλοιπα γουρούνια, που ενέδρευαν στο υπόστεγο, βρέθηκαν ξαφνικά πίσω τους και τους έκοψαν. Ο Σνόουμπωλ έδωσε αμέσως το σύνθημα για έφοδο. Ο ίδιος ρίχτηκε πάνω στον Τζόουνς. Ο Τζόουνς τον είδε να έρχεται, σήκωσε τα’ όπλο του, και τράβηξε. Τα βλήματα χάραξαν ματωμένες ραβδώσεις στην πλάτη του Σνόουμπωλ κι ένα πρόβατο έπεσε νεκρό. Χωρίς να διστάσει λεπτό, ο Σνόουμπωλ εκσφενδόνισε μια πελώρια κοτρώνα στο πόδι του Τζόουνς. Ο Τζόουνς έπεσε μέσα σ’ ένα σωρό από κοπριές κι’ έφυγε τ’ όπλο απ’ τα χέρια του. […] Τους έπιασε όλους πανικός, και τότε τα ζώα τους κυνήγησαν ολόγυρα στην αυλή. […] Δεν υπήρξε ούτε ένα ζώο στο κτήμα, που να μην εκδικήθηκε με το δικό του τρόπο. […] Σε μια στιγμή, μόλις έφτασαν στην έξοδο , οι άνθρωποι όρμησαν έξω από την αυλή και πολύ ευχαριστημένοι που κατάφεραν να σώσουν το τομάρι τους τόβαλαν στα πόδια […]

Όλοι οι άνθρωποι είχαν φύγει, […] Τα ζώα τώρα ξαναμαζεύτηκαν, και γεμάτα έξαψη, διαλαλούσε το καθένα με περηφάνια τ’ ανδραγαθήματά του στη μάχη. Αμέσως, οργανώθηκε μια πρόχειρη γιορτή. […]


(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 55-61)

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Η τέχνη της γοητείας


Ξέρεις τι είναι η γοητεία;
ένας τρόπος για να σου απαντούν ναι,
χωρίς να έχεις κάνει μια σαφή ερώτηση.
ΑΛΠΕΡ ΚΑΜΙ

Η αγγλική λέξη charm (γοητεία) προέρχεται από το λατινικό carmen, που σημαίνει τραγούδι, αλλά επίσης και μια επωδή που συνδέεται μα κάποιο μαγικό ξόρκι. Ο Γόης αναμφίβολα κάνει ακριβώς αυτό: μαγεύει τους ανθρώπους με το να τους δίνει κάτι που κρατά την προσοχή τους, που τους συναρπάζει. Και το μυστικό για να αιχμαλωτίζει κανείς την προσοχή των ανθρώπων, ενώ μειώνει τη δύναμη της λογικής τους, είναι να επιτεθεί στα πράγματα πάνω στα οποία έχουν το μικρότερο έλεγχο: το εγώ τους, τη ματαιοδοξία και την αυτοεκτίμησή τους. Όπως είπε ο Μπένζαμιν Ντισραέλι: «Μίλησε σε κάποιον για τον εαυτό του και θα σε ακούει για ώρες». Η στρατηγική δεν πρέπει ποτέ να είναι προφανής· η διακριτικότητα είναι η μεγαλύτερη ικανότητα του Γόη. […]

Η γοητεία μπορεί να εφαρμοστεί σε μια ομάδα όπως και σε ένα μεμονωμένο άτομο: ένας ηγέτης μπορεί να γοητεύσει το κοινό. Η δυναμική είναι παρόμοια. Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε τους νόμους της γοητείας:

Κάνε το στόχο σου κέντρο της προσοχής. […] για να γίνει κανείς Γόης πρέπει να μάθει να ακούει και να παρατηρεί. Αφήστε τους στόχους σας να μιλούν, αποκαλύπτοντας οι ίδιοι τον εαυτό τους. Καθώς μαθαίνεται ολοένα και περισσότερα γι’ αυτούς –τα δυνατά τους σημεία, και, το σημαντικότερο, τις αδυναμίες τους- μπορείτε να εξατομικεύσετε την προσοχή σας, ικανοποιώντας τις συγκεκριμένες επιθυμίες και ανάγκες τους, προσαρμόζοντας τις κολακείες σας στα μέτρα των ανασφαλειών τους. […] Σε μαζικό επίπεδο, κάντε χειρονομίες αυτοθυσίας (όσο ψεύτικες και αν είναι) για να δείξετε στο κοινό ότι μοιράζεστε τον πόνο του και εργάζεστε για το συμφέρον του, καθώς το προσωπικό συμφέρον είναι η δημόσια μορφή του εγωτισμού.

Γίνετε πηγή απόλαυσης. Κανείς δεν θέλει να ακούει για τα προβλήματα και τις ανησυχίες σας. Ακούστε τα παράπονα του στόχου σας, αλλά, το κυριότερο, αποσπάστε τον από τα προβλήματά του προσφέροντας του απόλαυση. (Κάντε το αυτό αρκετά συχνά και θα υποκύψει στη μαγεία σας). […] Στην πολιτική, να προσφέρετε ψευδαίσθηση και μύθο, παρά πραγματικότητα. Αντί να ζητάτε από τους ανθρώπους να θυσιαστούν για το γενικότερο καλό, να μιλάτε για σπουδαία ηθικά ζητήματα. Μια έκκληση που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται καλοί θα μεταφραστεί σε ψήφους και δύναμη.

Εναρμονιστείτε με τον ανταγωνισμό. […] Ποτέ μην προκαλείτε ανταγωνισμό με άτομα που θα αποδειχτούν άνοσα στη γοητεία σας· μπροστά σε αυτούς που είναι επιθετικοί, υποχωρήστε, αφήστε τους να έχουν τις μικρές τους νίκες […] Ποτέ μην κριτικάρετε ανοιχτά τους άλλους –αυτό θα τους κάνει ανασφαλείς και θα αντισταθούν στην αλλαγή. Φυτέψτε ιδέες, υπονοείστε προτάσεις […]

Αποκοιμίστε τα θύματά σας με τη βολή και τις ανέσεις. Η γοητεία είναι σαν το κόλπο του υπνωτιστή με το εκκρεμές: όσο πιο χαλαρός είναι ο στόχος, τόσο πιο εύκολο είναι να υποκύψει στη θέλησή σας. […] Δείξτε ότι μοιράζεστε τις αξίες και τις προτιμήσεις τους, ότι κατανοείτε το πνεύμα τους, και θα υποκύψουν στη μαγεία σας. […]

Δείξτε ηρεμία και αυτοκυριαρχία μπροστά στις αντιξοότητες. Στην πραγματικότητα, οι αντιξοότητες και τα εμπόδια προσφέρουν το τέλειο σκηνικό για τη γοητεία. Παρουσιάζοντας ένα ήρεμο, αδιατάρακτο εξωτερικό όταν αντιμετωπίζετε κάποια δυσάρεστη κατάσταση, καθησυχάζετε τους ανθρώπους […] Ποτέ μη δείχνετε θυμό, δυστροπία ή εκδικητικότητα […]. Στην πολιτική μεγάλης κλίμακας, καλωσορίσετε τις αντιξοότητες ως μια ευκαιρία για να δείξετε τις γοητευτικές ιδιότητες της μεγαλοψυχίας και της αυτοκυριαρχίας […] Ποτέ να μην μεμψιμοιρείτε, ποτέ να μην παραπονιέστε, ποτέ μην προσπαθείτε να δικαιολογηθείτε

Κάντε τον εαυτό σας χρήσιμο. Αν γίνει με διακριτικό τρόπο, η ικανότητα σας να ενισχύετε τις ζωές των άλλων θα αποτελεί ένα διαβολικά σαγηνευτικό στοιχείο. […] Το κλειδί είναι να είστε συνεπείς: τόσοι πολλοί άνθρωποι γοητεύουν υποσχόμενοι σπουδαία πράγματα σε κάποιον άλλο – μια καλύτερη δουλειά, μια καινούργια επαφή, μια μεγάλη χάρη – αλλά αν δεν εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, κάνουν εχθρούς αντί για φίλους […] αντιστρόφως, αν κάποιος σας κάνει μια χάρη, δείξτε την ευγνωμοσύνη σας κάνοντας κάτι χειροπιαστό. Σε ένα κόσμο μπλόφας και καπνού, η πραγματική δράση και η αληθινή βοήθεια αποτελούν ίσως την ανώτερη γοητεία.


(ΕΣΟΠΤΡΟΝ, 2003, σελ. 99-102)

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Η σχέση sex και θανάτου (3)


Το In Treatment είναι μια αμερικανική τηλεοπτική σειρά που παρακολουθεί τον ψυχολόγο Πωλ Γουέστον (Gabriel Byrne). Κάθε επεισόδιο είναι και μια συνεδρία με έναν από τους πελάτες του. Κάθε Παρασκευή, ο γιατρός μεταμορφώνεται σε «ασθενή» και βλέπει την επόπτριά του.

Η δεύτερη συνεδρία της εβδομάδας είναι αφιερωμένη στον Άλεξ, ένα πιλότο που κατά λάθος βομβάρδισε ένα σχολείο στο Ιράκ σκοτώνοντας πολλά παιδιά. Κατά τη διάρκεια ενός εξαντλητικού μαραθωνίου δρόμου έπαθε έμφραγμα και για μερικά δευτερόλεπτα «πέθανε». Αυτή την εμπειρία του μοιράζεται με τον θεραπευτή του:

Άλεξ: Ήμασταν χωρίς νερό … τα είχαμε παίξει. Στο 35ο χλμ, έπαθα έμφραγμα και πέθανα. Κλασική περίπτωση. Όπως το μαθαίνουν στην Ιατρική. …

Δρ. Γουέστον: Και τι πέρναγε απ’ το μυαλό σου;

Άλεξ: Το ήξερα τι συνέβαινε. Το καταλαβαίνεις. Και φοβάσαι ότι είναι το τέλος. Και μέχρι να χάσω τις αισθήσεις μου … όλο εκείνο το χρόνο … δεν έχω ιδέα πόσο διήρκεσε, δευτερόλεπτα, ίσως μισό λεπτό. Όλο εκείνο το χρόνο, προσπαθούσα να καταλάβω αν είχα στύση. Δεν ξέρω πως το θυμήθηκα αυτό. Κάτι που μου είχε διηγηθεί η γιαγιά μου όταν πήγαινα στο Λύκειο. Μου είπε ότι όταν πέθανε ο παππούς, τον είχε βρει γυμνό στη μπανιέρα με μια τεράστια στύση. Ήταν 92 χρονών. Δεν έβλεπε μια τέτοια στύση για 20 χρόνια. Της άρεσε. Είχε πει: «το τελευταίο δώρο του θεού σ’ έναν άνδρα». Η στύση ενός νεκρού. Το λένε η λαγνεία των αγγέλων. Όπως και να ᾿χει, είμαι ξαπλωμένος, σκέπτομαι αυτή την ιστορία και ξέροντας τι μου συμβαίνει είπα: «Σε παρακαλώ, Θεέ μου … Μη μου προκαλέσεις στύση τώρα. Όχι στύση.

Δρ. Γουέστον: Γιατί αν είχες στύση θα σήμαινε ότι …

Άλεξ: Ότι θα ήμουν νεκρός.



Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Η φάρμα των ζώων (3)


Κεφάλαιο τρίτο

Πόσο μόχθησαν και ίδρωσαν για να μαζέψουν το σανό! Αλλά οι προσπάθειες τους αμείφθηκαν, γιατί η συγκομιδή στάθηκε μια επιτυχία μεγαλύτερη απ’ όσο την περίμεναν. […] τα γουρούνια δε δούλευαν, αλλά διηύθυναν και παρακολουθούσαν τα άλλα ζώα. Με τις ανώτερες γνώσεις που διέθεταν, ήταν φυσικό ν’ αναλάβουν την αρχηγία. […] Τελικά κατάφεραν να τελειώσουν τη συγκομιδή δύο μέρες νωρίτερα απ’ ότι ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του. Επί πλέον, ήταν η πλουσιότερη συγκομιδή που έγινε ποτέ στο αγρόκτημα. Δεν έγινε καμιά σπατάλη. […] Και κανένα ζώο στο κτήμα δεν έκλεψε για τον εαυτό του περισσότερο από μια μπουκιά σανό.

Σ’ όλο το διάστημα αυτού του καλοκαιριού, η δουλειά στο αγρόκτημα πήγαινε ρολόι. […] Συνάντησαν πολλές δυσκολίες […], αλλά τα γουρούνια με την εξυπνάδα τους […] τα έβγαλαν πέρα. […] 

Αλλά όλοι εργάζονταν σύμφωνα με τις δυνατότητες τους […] Κανείς δεν τεμπέλιαζε – ή σχεδόν κανείς […] Και η στάση του γάτου ήταν περίεργη. Γρήγορα παρατηρήθηκε ότι όταν υπήρχε δουλειά, ο γάτος δεν βρισκόταν πουθενά. Εξαφανιζόταν επί ώρες, και ξανάκανε την εμφάνισή του τις ώρες του φαγητού, ή τα βράδια, όταν είχε τελειώσει η δουλειά, σα να μη συνέβαινε τίποτε. Αλλά πρόβαλε πάντα τόσο καλές δικαιολογίες, και ρονρόριζε τόσο γλυκά, που ήταν αδύνατον μα μην πιστέψει κανείς στις καλές του προθέσεις. Ο γέρο – Βενιαμίν, ο γάιδαρος, ήταν τελείως αμετάβλητος από την Επανάσταση. Έκανε τη δουλειά του με τον ίδιο αργό πεισματάρικο ρυθμό που την έκανε και τον καιρό του Τζόουνς, χωρίς να αποφεύγει τίποτα, αλλά χωρίς να προσφέρεται για τίποτα. Για την Επανάσταση και τα αποτελέσματά της δεν εξέφραζε καμία γνώμη. Όταν τον ρώτησαν αν ήταν πιο ευτυχισμένος τώρα που ο Τζόουνς είχε φύγει, είπε μόνο: «Οι γάιδαροι ζουν πολλά χρόνια. Κανείς από σας δεν έχει δει ποτέ πεθαμένο γάιδαρο», και οι άλλοι έπρεπε να μείνουν ευχαριστημένοι μ’ αυτή την αινιγματική απάντηση.

[…] όλα τα ζώα έμπαιναν ομαδικά στη μεγάλη σιταποθήκη, για μια γενική συνέλευση, που ήταν γνωστή με το όνομα Συνεδρίαση. Εδώ, γίνονταν τα σχέδια της δουλειάς για την προσεχή βδομάδα κι εδώ συζητούσαν κι’ έπαιρναν τις αποφάσεις. Πάντα τα γουρούνια έπαιρναν τις αποφάσεις. Τα άλλα ζώα ήξεραν πώς να ψηφίσουν, αλλά δεν μπορούσαν ποτέ ν’ αποφασίσουν μόνα τους. Ο Σνόουμπωλ και ο Ναπολέων ήταν οι πιο μαχητικοί στις συζητήσεις. Αλλά παρατηρήθηκε ότι αυτοί οι δύο δεν συμφωνούσαν ποτέ […]

Τα γουρούνια είχαν κάνει το στάβλο στρατηγείο τους. […] Γενικά, αυτά τα σχέδια απέτυχαν. Η προσπάθεια εξημέρωσης των άγριων ζώων, π.χ. σταμάτησε σχεδόν αμέσως. Εξακολουθούσαν να φέρονται όπως πριν και όταν τα ζώα τους φέρονταν με καλοσύνη, απλώς εκμεταλλεύονταν την κατάσταση. […]

Οι τάξεις ανάγνωσης και γραφής, πάντως είχαν μεγάλη επιτυχία. Το φθινόπωρο, σχεδόν όλα τα ζώα είχαν, μάθει από λίγα γράμματα. Όσο για τα γουρούνια, μπορούσαν ήδη να γράφουν και να διαβάζουν […] Επίσης αποδείχθηκε ότι τα πιο κουτά ζώα, όπως τα πρόβατα, οι κότες και οι πάπιες, δεν μπορούσαν να μάθουν απ’ έξω τις Εφτά Εντολές. Ύστερα από πολλή σκέψη, ο Σνόουμπωλ δήλωσε ότι οι Εφτά Εντολές μπορούσαν να συνοψιστούν σ’ ένα μόνο ρητό: Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό». Αυτό, είπε, περιείχε την ουσιώδη αρχή του Ζωισμού. Όποιος μπορούσε να μπει στο νόημα του θα ήταν ασφαλής από την ανθρώπινη επιρροή. Τα πουλιά στην αρχή εναντιώθηκαν μια που κι’ αυτά είχαν δύο πόδια, αλλά ο Σνόουμπωλ τους απέδειξε ότι δεν ήταν έτσι:

«Η φτερούγα ενός πουλιού σύντροφοι», είπε, «είναι ένα όργανο προωθήσεως και όχι χειρισμού. Επομένως μπορεί να θεωρηθεί σαν πόδι. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι το ΧΕΡΙ, το όργανο με το οποίο κάνει όλες του τις αδικίες». […]

Επιτέλους, το μυστήριο για το που πήγαινε το γάλα λύθηκε. Το έβαζαν τα γουρούνια κάθε μέρα στο φαγητό τους. Τα πρώιμα μήλα είχαν ωριμάσει, και η αυλή ήταν γεμάτη από μήλα που είχε ρίξει κάτω ο άνεμος. Τα ζώα το θεώρησαν φυσικό να τα μοιραστούν μεταξύ τους· μια μέρα, όμως, δόθηκε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα μήλα και να μεταφερθούν στο στάβλο για αποκλειστική χρήση των γουρουνιών. Πάνω σ’ αυτό, μερικά ζώα μουρμούρισαν με αποδοκιμασία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όλα τα γουρούνια βρέθηκαν σύμφωνα σ’ αυτό το σημείο, ακόμα και ο Σνόουμπωλ με το Ναπολέοντα. Ο Σκουήλερ στάλθηκε να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις στους άλλους.

«Σύντροφοι!» φώναξε. «Δεν πιστεύω να περνάει απ’ το νου σας, ότι αυτό που γίνεται από μας τα γουρούνια γίνεται επειδή είμαστε ατομιστές, ή θέλουμε ν’ αποκτήσουμε προνόμια. Στην πραγματικότητα, πολλοί από μας, σιχαίνονται το γάλα και τα μήλα. Εγώ προσωπικά, τα σιχαίνομαι. Ο μοναδικός λόγος που μας κάνει να τα θέλουμε, είναι για να διατηρήσουμε την υγεία μας. Τα γάλα και τα μήλα (αυτό έχει αποδειχτεί επιστημονικά, σύντροφοι), περιέχουν ουσίες απαραίτητες για την καλή υγεία των γουρουνιών. Εμείς τα γουρούνια εργαζόμαστε πνευματικά. Όλη η οργάνωση και η διεύθυνση αυτού του αγροκτήματος εξαρτάται από μας. Μέρα – νύχτα δουλεύουμε για την ευημερία σας. Για το Δικό σας χατίρι πίνουμε αυτό το γάλα και τρώμε αυτά τα μήλα. Ξέρετε τι θα γινόταν αν εμείς τα γουρούνια δεν εκτελούσαμε καλά το καθήκον μας; Θα ξαναγύριζε ο Τζόουνς! » […] Αφού λοιπόν τους ετέθει έτσι το ζήτημα, δεν είχαν τίποτα να πουν. Η επιτακτική ανάγκη να διατηρηθεί η καλή υγεία των γουρουνιών, έγινε πια εντελώς φανερή σ’ όλα τα ζώα. Έτσι, συμφωνήθηκε χωρίς άλλη συζήτηση, ότι από εδώ και πέρα, το γάλα και τα μήλα θα μοιράζονταν αποκλειστικά και μόνο στα γουρούνια.


(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 45-54)


Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Καταναλωτής (ή πελάτης;)


Ο καταναλωτής είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Της ιστορίας της κοινωνίας που ονομάζεται καταναλωτική. Εκεί έγκειται άλλωστε η ουσία: ότι η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται από την κατανάλωσή της και έτσι διαφοροποιείται από τους προηγούμενους αιώνες.

Αλλά ο καταναλωτής δεν είναι πάντα ο αποδέκτης της επικοινωνίας. Καταναλωτής, χρήστης, άτομο, πελάτης, παραλήπτης, στόχος … όλες αυτές οι λέξεις δεν είναι ακριβώς συνώνυμες.

Ο καταναλωτής αποτελεί «μέρος του ατόμου» που καταναλώνει το προϊόν, που το φορά, που ζει μαζί του ή που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του.

Μήπως όμως ο πελάτης δεν είναι πάντα καταναλωτής; Όπως μια μητέρα που αγοράζει βαζάκια με παιδική τροφή, όπως ένας γιατρός που είναι πελάτης μιας φαρμακοβιομηχανίας χωρίς να είναι χρήστης των φαρμάκων της. Ο «καταναλωτής» ξεχωρίζει τόσο από τον «πελάτη» που αγοράζει από τα καταστήματα, όσο και από τον «αποδέκτη» του μηνύματος (που δεν είναι ακόμα πελάτης) ή και από τον εν δυνάμει πελάτη που δεν έχει ακόμα δοκιμάσει. Και για να περιπλέξουμε περισσότερο τα πράγματα, ο αποδέκτης του μηνύματος μπορεί να είναι πελάτης (οι μητέρες για παράδειγμα) αλλά όχι καταναλωτής.

Και αν για κάθε επιχείρηση, οργανισμός ή μάρκα τοποθετεί από εδώ και πέρα τον πελάτη στο κέντρο της στρατηγικής του/της, η επικοινωνία δημιουργεί διακρίσεις και στρατηγικές επιλογές ανάμεσα στον τελικό καταναλωτή και τον επιλεγμένο αποδέκτη, ανάλογα με το μοχλό που θα θέσει σε λειτουργία.

Συμβαίνει η διαφήμιση να μην δείχνει πάντα τον καταναλωτή αλλά να ποντάρει στη δυνατότητα απόκλισης από τους συμβατικούς κανόνες: όταν δείχνει έναν άνδρα να σιδερώνει, αυτό δεν σημαίνει ότι οι περισσότεροι άνδρες στη Γαλλία βάλθηκαν να σιδερώνουν –μερικές γυναίκες μπορεί να λυπούνται γι’ αυτό- αλλά το προϊόν της μάρκας Χ  είναι τόσο εύχρηστο που «ακόμα» και οι άνδρες μπορούν να το χρησιμοποιήσουν. Έτσι, αυτός που εκτίθεται έμμεσα μέσα από τη διαφήμιση είναι ο καταναλωτής.

Μέσα σε μερικά χρόνια, ο καταναλωτής πήρε στα χέρια του την εξουσία. Παλιά ήταν ο «τελευταίος τροχός της αμάξης», ο αποδέκτης της παραγωγής και της διανομής. Σήμερα είναι επικεφαλής: επιλέγει τους «προμηθευτές» του και προσπαθεί να βρει το δρόμο του μέσα σε αυτή την απεριόριστη δυνατότητα επιλογών. Αυτός έχει το πάνω χέρι και αυτό φλερτάρουν οι μάρκες. Επιπλέον, αυτός είναι που υπερασπίζεται το πρωταρχικό του δικαίωμα, την αγοραστική του δύναμη, αλλά και τη δύναμη επιρροής που διαθέτει όπως και τη δύναμη του να βλάψει ένα προϊόν.

Πολύ ντόρο κάνει αυτός ο νέος «καταναλωτής»! Εκφράζεται μέσα από το διαδίκτυο, εκφέρει τη γνώμη του και παίζει το ρόλο του καθοδηγητή. Παλαιότερα μέσα από τα τείχη του μικρόκοσμού του, σήμερα διευρύνοντας τη σφαίρα επιρροής του και τελειοποιώντας τη μέθοδο δράσης του … κυρίως όταν είναι ανικανοποίητος: απευθύνεται στις υπηρεσίες καταναλωτών, γκρινιάζει, κριτικάρει, απαιτεί.

Κάποιος του είπε ότι ο «πελάτης έχει πάντα δίκιο». Και εκείνος το πήρε τοις μετρητοίς και πιστεύει ότι οι «υπήκοοί» του - οι μάρκες και τα προϊόντα – θεωρούν ότι έτσι είναι τα πράγματα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προστασία του καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί σαν η μαχητική μορφή της κατανάλωσης. Από τη στιγμή που ο καταναλωτής απόκτησε το δικαίωμα να ψηφίζει καθημερινά, έμαθε σε ομάδες και να αμύνεται υιοθετώντας ένα λόγο που μπορούν ν’ ακούσουν οι διαφημιζόμενοι. Το διαδίκτυο του παρέχει νέα εργαλεία. Απευθύνεται στα κινήματα και στις ενώσεις των καταναλωτών και μάλιστα προχωρά σε αγωγές, καλεί τα μέσα ενημέρωσης και τους ανθρώπους των μέσων. Με κίνδυνο καμιά φορά να καταστρέψει τη φήμη μιας μάρκας ή μιας επιχείρησης …

Το κίνημα No Logo εμφανίστηκε έτσι σαν ιερό εικόνισμα της προστασίας του καταναλωτή και του κινήματος κατά της μάρκας. Μάλιστα, η δημιουργός του, Ναόμι Κλάιν, έγινε μάρκα από μόνη της!

Ουσιαστικά, ο καταναλωτής είναι κατά 80% και πλέον των περιπτώσεων γυναίκα μιας και είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν και επηρεάζουν καθοριστικά τις επιλογές.


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 64-67)

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Η συμβολική γλώσσα του ονείρου


Για τον Φρόυντ η συμβολική γλώσσα δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει οποιουδήποτε είδους αίσθημα και σκέψη με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αλλά μια γλώσσα που εκφράζει μόνο ορισμένες πρωτογενείς ενστικτώδεις επιθυμίες. Στην τεράστια πλειονότητα τους τα σύμβολα είναι σεξουαλικής φύσης.

Το αρσενικό γεννητικό μόριο συμβολίζεται με ραβδιά, δέντρα, ομπρέλες, μαχαίρια, μολύβια, σφυριά, αεροπλάνα και πολλά άλλα αντικείμενα που μπορούν να το αντιπροσωπεύουν είτε μα το σχήμα τους είτε με τη λειτουργία τους. Το θηλυκό γεννητικό μόριο παρουσιάζεται κατά τον ίδιο τρόπο με σπηλιές, μπουκάλες, κουτιά, πόρτες, κοσμηματοθήκες, κήπους, λουλούδια κλπ.

Η σεξουαλική απόλαυση παρουσιάζεται με δραστηριότητες όπως ο χορός, η ιππασία, η ορειβασία, το πέταγμα με αεροπλάνα. Η πτώση τρίχας ή δοντιών είναι μια συμβολική παρουσίαση ευνουχισμού.

Ξέχωρα από τα σεξουαλικά στοιχεία, τα σύμβολα εκφράζουν τις θεμελιώδεις εμπειρίες του μικρού παιδιού. Ο πατέρας και η μητέρα συμβολίζεται σα βασιλιάς και βασίλισσα ή αυτοκράτορας και αυτοκράτειρα, τα παιδιά σα ζώα και ο θάνατος σαν ταξίδι.

Ωστόσο στην ερμηνευτική των ονείρων ο Φρόυντ μεταχειρίζεται περισσότερο συμπτωματικά παρά καθολικά σύμβολα. Υποστηρίζει ότι για να ερμηνεύσουμε το όνειρο πρέπει να το τεμαχίσουμε σε αρκετά κομμάτια και έτσι να το απαλλάξουμε από την ημιλογική συνέχειά του. Κατόπι προσπαθούμε να δώσουμε συνειρμό σε κάθε στοιχείο του ονείρου και να αποκαταστήσουμε τα μέρη που εμφανίζονται στο όνειρο με τις σκέψεις που έρχονται στο μυαλό μας κατά τη διαδικασία αυτή του συνειρμού.

Αν συναρμολογήσουμε τις σκέψεις στις οποίες καταλήξαμε με τον ελεύθερο συνειρμό, φτάνουμε σε ένα νέο κείμενο που έχει μια εσωτερική συνέπεια και λογική και μας αποκαλύπτει την αληθινή σημασία του ονείρου.

Αυτό το αληθινό όνειρο, που αποτελεί την έκφραση των παιδικών μας επιθυμιών, ο Φρόυντ το ονομάζει «κρυφό όνειρο» («λανθάνον όνειρο»). Η παραμορφωμένη παραλλαγή του ονείρου όπως το θυμόμαστε είναι «το φανερό όνειρο» («έκδηλο όνειρο») και η διαδικασία παραμόρφωσης και απόκρυψης είναι η «ονειρική επεξεργασία». Οι κύριοι μηχανισμοί με τους οποίους η ονειρική επεξεργασία μεταθέτει το κρυφό όνειρο σε φανερό όνειρο είναι η συμπύκνωση, η μετάθεση και η δευτερογενής επεξεργασία.

Λέγοντας συμπύκνωση ο Φρόυντ αναφέρεται στο ότι το φανερό όνειρο είναι κατά πολύ μικρότερο από το κρυφό όνειρο. Η συμπύκνωση παραβλέπει έναν αριθμό στοιχείων του κρυφού ονείρου, συνδυάζει τα κομμάτια των διάφορων στοιχείων, και τα συμπυκνώνει σε ένα νέο στοιχείο, στο φανερό όνειρο. Αν λόγου χάρη κάποιος ονειρευτεί ένα αυταρχικό αρσενικό πρόσωπο που το φοβάται, ενδέχεται στο φανερό όνειρο να δει έναν άνθρωπο που τα μαλλιά του μοιάζουν με τα μαλλιά του πατέρα του, που το πρόσωπό του είναι σαν το πρόσωπο ενός φοβερού δασκάλου και που είναι ντυμένος σαν τον εργοδότη του ονειρευτή. […]

Λέγοντας μετατόπιση ο Φρόυντ αναφέρεται στο ότι ένα στοιχείο του κρυφού ονείρου, που συχνά είναι πολύ σπουδαίο, εκφράζεται από ένα απομακρυσμένο στοιχείο στο φανερό όνειρο, συνήθως ένα στοιχείο που φαίνεται να είναι πέρα για πέρα ασήμαντο. Σαν αποτέλεσμα, το κρυφό όνειρο συχνά μεταχειρίζεται το πραγματικά σπουδαία στοιχεία σα να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία και έτσι αποκρύβει την αληθινή σημασία του ονείρου.

Λέγοντας δευτερογενή επεξεργασία ο Φρόυντ εννοεί το μέρος εκείνο της ονειρικής επεξεργασίας που ολοκληρώνει τη διαδικασία απόκρυψης και μορφοποίησης. Τα χάσματα στο φανερό όνειρο πληρώνονται, οι ασυνέπειες επανορθώνονται, με αποτέλεσμα το φανερό όνειρο να παίρνει τη μορφή μια λογικής και γεμάτης συνέπεια ιστορίας που πίσω από την πρόσοψη της κρύβεται το συναρπαστικό και δραματικό ονειρικό έργο.

Ο Φρόυντ αναφέρει δύο άλλους παράγοντες που κάνουν την κατανόηση του ονείρου δύσκολη και προσθέτουν στην παραμορφωτική λειτουργία της ονειρικής επεξεργασίας. Το ένα είναι ότι πολύ συχνά τα στοιχεία που υπάρχουν αντιπροσωπεύουν ακριβώς το αντίθετό τους. Τα να φοράει κανείς ρούχα μπορεί να συμβολίζει τη γυμνότητα, το να είναι πλούσιος μπορεί να σημαίνει πως είναι φτωχός, και το αίσθημα της έντονης αφοσίωσης μπορεί να αντικαθιστά αισθήματα εχθρότητας και οργής. Ο άλλος παράγοντας είναι ότι το φανερό όνειρο δεν εκφράζει λογικές σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία του. Δεν έχει «αλλά», «κατά συνέπεια», «επειδή», «εάν», αλλά εκφράζει τις λογικές εκείνες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα εικονικά είδωλα. Ο ονειρευτής μπορεί λόγου χάρη να ονειρεύεται πως ένα πρόσωπο στέκεται όρθιο και σηκώνει το χέρι του και πως κατόπι μεταμορφώνεται σε κοτόπουλο. Στην ξύπνια γλώσσα η ονειρική σκέψη θα μπορούσε να εκφραστεί ότι σημαίνει: «δίνει την εντύπωση ότι είναι δυνατός, αλλά στην πραγματικότητα είναι αδύνατος και δειλός σαν κοτόπουλο». Στο φανερό όνειρο η λογική αυτή σχέση εκφράζεται σα μια αλληλουχία δύο εικόνων. 

Στη σύντομη αυτή περιγραφή της ονειρικής θεωρίας του Φρόυντ πρέπει να γίνει μια σπουδαία προσθήκη. Η έμφαση στην παιδική φύση του ονειρικού περιεχομένου θα μπορούσε να μας οδηγήσει να πιστέψουμε ότι ο Φρόυντ δε θεωρεί πως υπάρχει κάποιος σπουδαίος δεσμός του ονείρου με το παρόν, αλλά μόνο με το παρελθόν. Πάντως αυτό δε συμβαίνει. Ο Φρόυντ υποθέτει ότι το όνειρο υποκινείται πάντα από ένα τωρινό γεγονός, συνήθως τη μέρα ή το βράδυ πριν το όνειρο. Αλλά ένα όνειρο προκαλείται μόνο από τα γεγονότα εκείνα που συνδέονται με τις πρώιμες παιδικές επιθυμίες. Η ενέργεια για τη δημιουργία του ονείρου πηγάζει από την ένταση της παιδικής εμπειρίας, αλλά το όνειρο δε θα παρουσιαζόταν αν δεν υπήρχε το πρόσφατο γεγονός που έθιξε την πρώιμη εμπειρία που έκανε δυνατή την εμφάνιση του στην ιδιαίτερη αυτή στιγμή. Ένα απλό παράδειγμα θα φωτίσει αυτό το σημείο: Ένας άνθρωπος που εργάζεται κάτω από έναν αυταρχικό εργοδότη μπορεί να φοβάται πέρα απ’ όσο πρέπει αυτό τον άνθρωπο εξαιτίας του φόβου που είχε για τον πατέρα του σαν παιδί. Το βράδυ της ημέρας που ο εργοδότης του τον επέπληξε […], είδε έναν εφιάλτη όπου ένα πρόσωπο με μορφή ανάμικτη σαν τον πατέρα του και τον εργοδότη του προσπαθούσε να τον σκοτώσει. Αν δεν φοβόταν τον πατέρα του σαν παιδί, ο εκνευρισμός του εργοδότη του δε θα τον τρόμαζε. Αν όμως ο εργοδότης δεν εκνευριζόταν εκείνη την ημέρα, ο βαθιά εδραιωμένος φόβος του δε θα έβγαινε στην επιφάνεια και το όνειρο δε θα συνέβαινε.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ, 1975, σελ. 76-79)

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Η φάρμα των ζώων (2)


Κεφάλαιο δεύτερο

Τρεις νύχτες αργότερα, ο γέρο – στρατηγός πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του. Το σώμα του θάφτηκε στον κήπο. Αυτό συνέβη στις αρχές του Μάρτη. Τους επόμενους τρεις μήνες, άρχισε μια μυστική οργάνωση. Ο λόγος του γέρο – στρατηγού είχε δώσει στα πιο έξυπνα ζώα του κτήματος μια νέα άποψη της ζωής. Δεν ήξεραν πότε θα γινόταν η επανάσταση […] αλλά είδαν καθαρά ότι ήταν καθήκον τους να προετοιμαστούν γι’ αυτή. Η δουλειά της οργάνωσης και της διδασκαλίας είχε πέσει φυσικά στα γουρούνια, που ήταν κατά γενική ομολογία τα πιο έξυπνα απ’ όλα τα ζώα. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν δύο νέα γουρούνια, που ονομάζονταν Σνόουμπωλ και Ναπολέων […] Όλα τα άλλα γουρούνια ήταν ασήμαντα. Το πιο γνωστό ανάμεσά τους ήταν ένα νεαρό γουρούνι με πολύ παχιά μάγουλα, σπινθηροβόλα μάτια, σβέλτες κινήσεις και διαπεραστική φωνή, που ονομάζονταν Σκουίλερ […]

Αυτοί οι τρεις επεξεργάστηκαν τις διδαχές του στρατηγού και δημιούργησαν ένα πλήρες σύστημα σκέψης, στο οποίο έδωσαν το όνομα Ζωϊσμός. Αρκετές βραδιές τη βδομάδα, αφού ο κύριος Τζόουνς πήγαινε για ύπνο, έκαναν μυστικές συγκεντρώσεις στη σιταποθήκη και εξηγούσαν τις βασικές αρχές του Ζωϊσμού στα άλλα ζώα. […]

Όπως αποδείχτηκε, η Επανάσταση έγινε πολύ νωρίτερα κι ευκολότερα απ’ όσο θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Στο παρελθόν, ο κύριος Τζόουνς, παρ’ όλο που ήταν σκληρός αφέντης, ήταν ένας ικανός κτηματίας, τελευταία όμως περνούσε άσχημες μέρες. Είχε απογοητευθεί πολύ, επειδή είχε χάσει λεφτά σε μια δίκη, και άρχισε να πίνει πάρα πολύ. Για ένα μεγάλο διάστημα, καθόταν επί μέρες ολόκληρες ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του στην κουζίνα, […] Οι άνθρωποί του ήταν νωθροί και ανέντιμοι, τα χωράφια ήταν γεμάτα αγριόχορτα, τα κτήρια ήθελαν καινούργια στέγη, […], και τα ζώα υποσιτίζονταν […] Επιτέλους δεν μπορούσαν πια να το ανεχθούν άλλο. Μια από τις αγελάδες έσπασε την πόρτα του υπόστεγου με τα κέρατά της και όλα τα ζώα άρχισαν να τρώνε μόνα τους από το κελάρι.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ξύπνησε ο κύριος Τζόουνς. Το επόμενο λεπτό, αυτός και οι άνθρωποί του βρίσκονταν στο υπόστεγο με τα μαστίγια στα χέρια τους, χτυπώντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Αυτό ήταν πάρα πολύ για να το σηκώσουν τα ζώα. Όλα μαζί ενωμένα, και με μια κίνηση, ρίχτηκαν πάνω στους βασανιστές τους παρ’ όλο που τίποτα δεν είχε σχεδιαστεί από πριν. Ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του, βρέθηκαν ξαφνικά να χτυπιούνται από παντού […] Λίγο αργότερα τόσκασαν τρέχοντας στον αμαξόδρομο προς τον κεντρικό δρόμο, με τα ζώα πίσω τους να τους κυνηγούν θριαμβολογώντας. […] Κι έτσι, πριν να καταλάβουν τι συνέβη, η Επανάσταση είχε τελειώσει με επιτυχία […]

Τις πρώτες στιγμές, τα ζώα δεν μπορούσαν να πιστέψουν την καλή τους τύχη […] Μέσα σε λίγη ώρα, τα ζώα είχαν καταστρέψει κάθε τι που θύμιζε τον κύριο Τζόουνς […]

Το πρωί ξύπνησαν όπως συνήθως, και ξαφνικά θυμήθηκαν τα θαυμάσια γεγονότα της προηγουμένης, κι έτρεξαν όλα μαζί στο λιβάδι […] Έπειτα, έκαναν μια επιθεώρηση σ’ όλο το κτήμα και κοίταζαν με ανείπωτο θαυμασμό την οργωμένη γη, το χωράφι με το σανό, […] Τους φαινόταν σα να μην τα είχαν ξαναδεί ποτέ μέχρι τώρα, και ακόμη δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι όλα αυτά ήταν δικά τους.

Τότε, ξαναγύρισαν στα κτίρια του κτήματος και κοντοστάθηκαν σιωπηλά έξω από την πόρτα του σπιτιού. Ήταν και εκείνο δικό τους, αλλά φοβόνταν να μπουν μέσα. Ύστερ’ από ένα λεπτό, πάντως, […] τα ζώα μπήκαν ένα ένα περπατώντας με τη μεγαλύτερη προσοχή, από φόβο μη χαλάσουν τίποτα, […] Αμέσως πάρθηκε μια απόφαση: το σπίτι του αγροκτήματος θα το διατηρούσαν σα μουσείο. Όλοι συμφώνησαν ότι κανένα ζώο δεν θα κατοικούσε εκεί μέσα. […]

Τα γουρούνια […] εξήγησαν ότι τους τελευταίους τρεις μήνες, μελετώντας, κατάφεραν να συνοψίσουν τις αρχές του Ζωϊσμού σε Εφτά Εντολές […] Ήταν οι εξής:

  1. Ότι έχει δύο πόδια είναι εχθρός.
  2. Ότι έχει τέσσερα, ή έχει φτερά, είναι φίλος.
  3. Κανένα ζώο δεν πρέπει να φορέσει ρούχα.
  4. Κανένα ζώο δεν πρέπει να κοιμηθεί σε κρεβάτι.
  5. Κανένα ζώο δεν πρέπει να κάνει χρήση οινοπνευματωδών.
  6. Κανένα ζώο δεν πρέπει να σκοτώσει άλλο ζώο.
  7. Όλα τα ζώα είναι ίσα.

[…] Ο Σνόουμπωλ τις διάβασε δυνατά για να τις ακούσουν όλοι. Όλα τα ζώα έδειξαν ότι συμφωνούν, και τα εξυπνότερα, άρχισαν να μαθαίνουν τις Εντολές.

«Τώρα σύντροφοι», είπε ο Σνόουμπωλ, […] «στο χωράφι! Ας γίνει για μας ζήτημα τιμής να μαζέψουμε το σιτάρι πιο γρήγορα απ’ ότι ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του».

Αλλά εκείνη τη στιγμή, οι αγελάδες, που φαίνονταν ανήσυχες από ώρα, έβγαλαν μια δυνατή φωνή. Δεν τις είχαν αρμέξει εδώ κι ένα εικοσιτετράωρο, και κόντευαν να σκάσουν. Μετά από λίγη σκέψη, τα γουρούνια ζήτησαν κουβάδες και άρμεξαν τις αγελάδες με αρκετή επιτυχία […] «Τι θα γίνει όλο αυτό το γάλα;» είπε κάποιος. […] «Αφήστε το γάλα σύντροφοι!» φώναξε ο Ναπολέων μπαίνοντας μπροστά από τους κουβάδες. «Θάρθει η ώρα και γι’ αυτό. Εκείνο που προέχει είναι η συγκομιδή. Ο σύντροφος Σνόουμπωλ θα σας δείξει το δρόμο. Θα έρθω και εγώ σε λίγο. Εμπρός, σύντροφοι! Το χωράφι περιμένει».

Έτσι, όλα μαζί τα ζώα κατέβηκαν ν’ αρχίσουν το θερισμό, και, όταν γύρισαν το βράδυ, παρατηρήθηκε ότι το γάλα είχε εξαφανιστεί.


(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 34-44)

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε αυτό που νομίζουν οι άλλοι


Ο House αποδεικνύει στην Cameron ότι δεν έχει σημασία τι πραγματικά είμαστε αλλά τι πιστεύουν οι άλλοι για μας. Η πραγματικότητα είναι αδιάφορη:


House: Είμαστε αυτοί που νομίζει ο κόσμος ότι είμαστε. Η πραγματικότητα είναι αδιάφορη. Θα στο αποδείξω. …

Αυτοί που με ξέρουν με θεωρούν κόπανο, κι έτσι μου συμπεριφέρονται. Αυτοί που δεν με ξέρουν με βλέπουν σαν ανάπηρο και μου φέρονται ανάλογα. ...  

Από το τέταρτο επεισόδιο (TB or Not TB) της δεύτερης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς  Ιατρικές Υποθέσεις (House M.D.):


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Καταγωγή της δικαιοσύνης


Η δικαιοσύνη (εντιμότητα) κατάγεται από κατά προσέγγιση ίσες δυνάμεις, όπως αντιλήφθηκε σωστά ο Θουκυδίδης (στη φοβερή συζήτηση μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων απεσταλμένων). Εκεί όπου δεν υπάρχει μια σαφώς αναγνωρίσιμη ανωτερότητα ισχύος και ένας πόλεμος θα οδηγούσε σε άκαρπη αμοιβαία ζημιά, εμφανίζεται η σκέψη για μια κατανόηση και για μια διαπραγμάτευση γύρω από τις αξιώσεις και στις δύο πλευρές: το χαρακτηριστικό της ανταλλαγής είναι το αρχικό χαρακτηριστικό της δικαιοσύνης. Ο καθένας ικανοποιεί τον άλλο, στο βαθμό που ο καθένας αποκτά ότι εκτιμά αυτός περισσότερο από τον άλλο. Ο καθένας δίνει στον άλλο αυτό που θέλει, να’ ναι στο εξής δικό του, και παίρνει με τη σειρά του αυτό που επιθυμεί. Έτσι, η δικαιοσύνη είναι ανταπόδοση και ανταλλαγή, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει μια κατά προσέγγιση ίση δύναμη: γι’ αυτόν το λόγο η εκδίκηση ανήκει αρχικά στη σφαίρα της δικαιοσύνης, είναι μια ανταλλαγή. Το ίδιο και η ευγνωμοσύνη.  

Η δικαιοσύνη ανάγεται φυσικά στην οπτική γωνία μιας σοφής αυτοσυντήρησης, δηλαδή στον εγωισμό της ακόλουθης σκέψης: «γιατί πρέπει να βλάπτω ανώφελα τον εαυτό μου και να μην πετύχω ίσως το σκοπό μου;»    

Αυτά για την καταγωγή της δικαιοσύνης. Επειδή οι άνθρωποι, σε συμφωνία με την πνευματική συνήθειά τους, έχουν ξεχάσει τον αρχικό σκοπό των λεγόμενων δίκαιων, έντιμων πράξεων και ιδίως επειδή τα παιδιά διδάχτηκαν για αιώνες να θαυμάζουν και να μιμούνται τέτοιες πράξεις, συνέβη να φανεί σιγά σιγά ότι μια δίκαια πράξη είναι μη εγωιστική. Η μεγάλη εκτίμηση που χαίρουν οι πράξεις αυτές στηρίζεται σ’ αυτήν την επίφαση, μια εκτίμηση που, όπως όλες οι εκτιμήσεις, βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη: γιατί οι άνθρωποι πασχίζουν να κάνουν, μιμούνται και αναπαράγουν με θυσίες αυτό που χαίρει μεγάλης εκτίμησης κι αυτό μεγαλώνει, επειδή μεγαλώνει η αξία του από την αξία της προσπάθειας και του ζήλου κάθε ατόμου.

Πόσο λίγο ηθικός θα φαινόταν ο κόσμος δίχως τη λησμοσύνη! Ένας ποιητής θα μπορούσε να πει ότι ο θεός έβαλε τη λησμοσύνη θυροφύλακα στο ναό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Φρειδερίκος Νίτσε, Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο, 1

(ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, σελ. 109-110)

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Η φάρμα των ζώων (1)


Κεφάλαιο πρώτο

Ο κύριος Τζόουνς, ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού αγροκτήματος, είχε κλειδώσει τα κοτέτσια, αλλά ήταν πολύ μεθυσμένος για να θυμηθεί να κλείσει και τα παραθυράκια τους. […]

Μόλις έσβησε το φως της κρεβατοκάμαρας, παρατηρήθηκε μια ταραχή και ένα βουητό απλώθηκε ολόγυρα στο αγρόκτημα. Στο διάστημα της μέρας είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο γέρο-στρατηγός, ο τιμημένος άσπρος κάπρος είχε δει ένα παράξενο όνειρο την προηγούμενη νύχτα και ήθελε να το αφηγηθεί στα άλλα ζώα. Συμφωνήθηκε ότι θα συναντιόνταν όλα στην μεγάλη σιταποθήκη, αφού βεβαιώνονταν ότι ο κ. Τζόουνς είχε αποκοιμηθεί. […]

Όταν ο στρατηγός είδε ότι όλοι είχαν βολευτεί και περίμεναν με προσοχή, καθάρισε το λαρύγγι του και άρχισε: «Σύντροφοι, όλοι ακούσατε για το παράξενο όνειρο που είδα χθες βράδυ. Θα σας μιλήσω όμως αργότερα γι’ αυτό. Τώρα έχω κάτι άλλο να σας πω. Δεν νομίζω, σύντροφοι, ότι θα είμαι μαζί σας για πολύ καιρό ακόμη, και πριν πεθάνω, αισθάνομαι καθήκον μου να σας μεταδώσω όλη την πείρα που απόκτησα. […]

»Ας δούμε τώρα, σύντροφοι, πια ακριβώς είναι η ζωή που κάνουμε. Ας την αντιμετωπίσουμε με ειλικρίνεια: Η ζωή μας είναι σύντομη, δυστυχισμένη και κουραστική. Γεννιόμαστε, μας δίνουν τόσο φαγητό όσο μας χρειάζεται για να σταθούμε στα πόδια μας, μας εξαντλούν στη δουλειά, και όταν παύουμε να είμαστε χρήσιμοι, μας σφάζουν κατά το χειρότερο τρόπο. […] Η ζωή ενός ζώου είναι κακομοιριά και σκλαβιά αυτή είναι η αλήθεια.

»Αλλά μήπως φταίει γι’ αυτό η φύση; […] Γιατί συνεχίζουμε τότε να ζούμε σ’ αυτή τη φρικτή κατάσταση; Γιατί, σχεδόν ολόκληρη την παραγωγή του μόχθου μας, την κλέβουν τα’ ανθρώπινα όντα. Εκεί, σύντροφοι, βρίσκεται η απάντηση σ’ όλα μας τα προβλήματα. Όλα συνοψίζονται σε μια μοναδική λέξη: Άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος πραγματικός εχθρός μας. […]

»Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον στον κόσμο που παίρνει χωρίς να δίνει. […] Παρ’ όλα αυτά είναι ο αφέντης όλων των ζώων. Τα βάζει στη δουλειά, τους δίνει για αντάλλαγμα τόσο φαγητό όσο χρειάζεται για να μην πεθάνουν στην πείνα, και τα υπόλοιπα τα κρατάει για τον εαυτό του. […]

»Δεν είναι ολοφάνερο, σύντροφοι, ότι όλα μας τα δεινά προέρχονται από την τυραννία των ανθρώπων; Ας ξεφορτωθούμε τον άνθρωπο και οι καρποί της εργασίας μας θάναι δικοί μας. Σχεδόν μέσα σε μια νύχτα θα μπορούσαμε να γίνουμε πλούσιοι κι’ ελεύθεροι. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε; Τι άλλο από το να εργαστούμε νύχτα μέρα με όλη μας την ψυχή και το σώμα για να πετάξουμε από πάνω μας τον ανθρώπινο ζυγό! Αυτό είναι το μήνυμά μου σύντροφοι: Επανάσταση! Προσανατολιστείτε λοιπόν σ’ αυτό το δρόμο, σύντροφοι, σ’ όλο το υπόλοιπο της σύντομης ζωής σας, και πάνω απ’ όλα, μεταδώστε τούτο το μήνυμα μου σ’ αυτούς που θάρθουν μετά από σας, ώστε οι μέλλουσες γενεές να συνεχίσουν τον αγώνα μέχρι να έρθει η νίκη.

»Και να θυμάστε, σύντροφοι, η απόφασή σας να μείνει ακλόνητη. Κανένα επιχείρημα να μη σας παραπλανήσει. Ποτέ μην πεισθήτε όταν σας λένε ότι ο άνθρωπος και τα ζώα έχουν κοινά συμφέροντα, ή ότι η ευημερία του ενός, είναι η ευημερία του συνόλου. Όλα αυτά είναι ψέματα. Ο άνθρωπος εξυπηρετεί μόνο τα απολύτως δικά του συμφέροντα. Τα ζώα πρέπει να μείνουν ενωμένα, και να έχουν απόλυτη σύμπνοια στον αγώνα. Όλοι οι άνθρωποι είναι εχθροί. Όλα τα ζώα είναι σύντροφοι».

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας τρομακτικός θόρυβος. Την ώρα που ο στρατηγός μιλούσε, τέσσερις μεγάλοι αρουραίοι ξετρύπωσαν και κάθισαν ν’ ακούσουν. Οι σκύλοι τους πήραν είδηση και παραλίγο να γίνουν μακαρίτες αν δεν ξαναγύριζαν στην τρύπα τους σαν αστραπή. Ο στρατηγός σήκωσε το μπροστινό του πόδι για να επιβάλλει σιωπή.

«Σύντροφοι», είπε, «υπάρχει εδώ ένα σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί: Τα άγρια ζώα είναι φίλοι ή εχθροί; Ας το βάλουμε σε ψηφοφορία αυτό. Κάνω τούτο το ερώτημα στη συγκέντρωση: Είναι οι αρουραίοι σύντροφοι;

Η ψηφοφορία έγινε αμέσως, και συμφωνήθηκε με μια συντριπτική πλειοψηφία ότι οι αρουραίοι ήταν σύντροφοι. […] Ο στρατηγός συνέχισε:  

«Λίγα έχω να πω ακόμη. Επαναλαμβάνω να θυμάστε […] ότι έχει δύο πόδια είναι εχθρός. Ότι έχει τέσσερα ή έχει φτερά είναι φίλος. Και να θυμάστε επίσης, ότι στον αγώνα μας ενάντια στον άνθρωπο, δεν πρέπει να καταντήσουμε σαν αυτόν. […] Όλες οι συνήθειες του ανθρώπου είναι κακές. Και, πάνω απ’ όλα, δεν πρέπει ποτέ ένα ζώο να καταπιέσει την ίδια του τη φυλή. […] Όλα τα ζώα είναι ίσα.

»Και τώρα, σύντροφοι, θα σας μιλήσω για το χθεσινό μου όνειρο. Δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Ήταν ένα όραμα της γης, όπως θα είναι όταν εξαφανιστεί ο άνθρωπος. Αλλά μου θύμισε […] ένα παλιό τραγούδι […] θα σας τραγουδήσω αυτό το τραγούδι τώρα σύντροφοι. […]».

Το τραγούδισμα αυτού του ύμνου, οδήγησε τα ζώα σ’ ένα άγριο παραλήρημα. Σχεδόν πριν ο στρατηγός φτάσει στο τέλος, είχαν αρχίσει να το τραγουδούν μόνα τους […] Ήταν όλα τόσο ενθουσιασμένα με το τραγούδι, ώστε το τραγούδησαν πέντε φορές συνέχεια, και θα μπορούσαν να το τραγουδούν όλη τη νύχτα αν δεν τους διέκοπτε κάτι.

Δυστυχώς ο θόρυβος ξύπνησε τον κύριο Τζόουνς, που σηκώθηκε από το κρεβάτι του, σίγουρος ότι είχε έρθει στη φάρμα μια αλεπού. Άρπαξε τ’ όπλο που είχε πάντα στη γωνία της κρεβατοκάμαρας του, και πυροβόλησε στο σκοτάδι. […] Η συγκέντρωση διαλύθηκε βιαστικά. Ο καθένας πήγε στο κρεβάτι του […] ολόκληρο το αγρόκτημα αποκοιμήθηκε στο λεπτό.


(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 23-33)

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Τα δύο είδη “τυφλών”


Το υπόγειο σπήλαιο είναι ο ορατός μας κόσμος· η φωτιά που κάνει να προβάλλουν οι σκιές είναι ο ήλιος μας. Η ανηφόρα προς τα έξω είναι τ’ ανέβασμα της ψυχής προς το νοητό κόσμο, όπου λάμπει ο αληθινός ήλιος, το καλό. Δεν μπορεί κανείς να βαστάξει τη λάμψη του, χωρίς μια προηγούμενη μεθοδική διαπαιδαγώγηση να έχει τονώσει το βλέμμα του πνεύματος. Όταν, τέλος αντικρίσει κανείς τον ήλιο, όταν αντιμετωπίσει με κόπο τη θαμπωτική του όψη, τότε καταλαβαίνει πως αυτός είναι η αιτία κάθε καλοσύνης και κάθε ομορφιάς. Στον ορατό κόσμο το φως κ’ η ισχυρή του εστία, δεν εκπορεύονται παρά απ’ αυτόν. Στο νοητό κόσμο δημιουργεί ταυτόχρονα την αλήθεια και το πνεύμα που την αντικρίζει. Τίποτα το ωφέλιμο και το σοφό δε θα πραγματοποιηθεί στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό βίο, που να μην έχει γίνει κάτω από το φως του.

Ας μην ξαφνιαζόμαστε λοιπόν, όταν βλέπουμε κείνους που μια φορά αντίκρισαν την αλήθεια τούτη να στέκονται αφαιρεμένοι κι απορροφημένοι. Ακόμα και τότε τη λαχταρούνε. Δεν ξαναγυρίζουν στον κόσμο παρά με λύπη και πολύ αδέξια. Και πόσο μοιάζουν με χαζούς και γελοίους, όταν αναγκάζονται στα δικαστήρια να μάχονται γι’ αυτές τις σκιές, που οι άνθρωποι τις ονομάζουν πράγματα και συμβάντα!   

Ας θυμηθούμε όμως πως υπάρχουν δύο ειδών τυφλοί: εκείνοι που ζώντας μέσα στη σκιά και τη νύχτα δεν μπορούν ν’ ατενίσουν το φως κι εκείνοι που συνηθισμένοι στη λάμψη της αλήθειας ψηλαφίζουν μέσα στα σκοτάδια.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΖΗΤΑ», σελ. 124-125)

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Επικοινωνία και χιούμορ


Το χιούμορ είναι δύναμη και ταυτόχρονα χάρισμα.

Είναι δύναμη, διότι δεν υπάρχει αποτελεσματικότερο όπλο για να απαλλάξουμε αφενός τη ζωή από τη φρίκη που παρουσιάζει και αφετέρου τους άλλους από καθετί βλαβερό.

Έχω χιούμορ σημαίνει ότι παίρνω τις αποστάσεις μου, σχετικοποιώ, προβάλλω τον ψυχαγωγικό ή παράλογο χαρακτήρα μερικών παραμέτρων ενός λόγου ή μιας πράξης.

Το χιούμορ είναι χάρισμα: υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να κάνω τους άλλους να γελούν; Και υπάρχει καλύτερη ανταμοιβή από ένα ξέσπασμα γέλιου;

Κάνω τους άλλους να γελούν σημαίνει ότι συγκινώ, είναι λοιπόν «σημάδι» μιας επιτυχημένης επικοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι στη διαφημιστική δημιουργία και στους υπευθύνους του δημιουργικού τμήματος ιδιαίτερα, αρέσει πολύ το χιούμορ: είναι πράγματι ένας από τους καλύτερους φορείς ιδεών και ένα από τα ισχυρότερα μέσα έκφρασης και ανταλλαγής. Δημιουργεί μια αλληλοσυνεννόηση ανάμεσα στη μάρκα και το στόχο της και εγγυάται έτσι τον αντίκτυπο που αποζητούμε.

Ο Ραμπελέ έλεγε ότι το γέλιο είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου και ότι συνιστά την ιδιαιτερότητά του. Το χιούμορ είναι βαθιά ανθρώπινο. Γι’ αυτό έχουμε καθήκον να το μεταχειριζόμαστε σωστά. Στη ζωή, όπως και στη διαφήμιση.

Διότι υπάρχει ένα άλλο σκληρό και βίαιο γέλιο: πρόκειται για ένα άλλο είδος άγριου χιούμορ που συγγενεύει με τη γελοιοποίηση. Βασίζεται στην απόρριψη του άλλου, της εμφάνισής του και των αξιών του και αποτελεί αναδίπλωση στον εαυτό. Η γελοιοποίηση δεν μπορεί να κρύψει καλά τα αίτια της, το φόβο ή και την άρνηση της διαφοράς και της ποικιλομορφίας. Το χιούμορ μπορεί να γίνει επίσης επικίνδυνο όπλο ασέβειας.

Ξέρω να επικοινωνώ σημαίνει ξέρω να χαράζω, στα πλαίσια του γέλιου, αυτό το σύνορο που χωρίζει το ανθρώπινο από το απάνθρωπο.


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 137-138)

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Κινηματογράφος και Πλάτων


«Ο κινηματογράφος είναι η σύγχρονη μεταφορά, η σύγχρονη υλοποίηση του μύθου του Σπηλαίου του Πλάτωνος. 

Όταν έκανα μια ταινία με τίτλο "Ο κομφορμίστας", πριν από πολλά χρόνια ­ ένα ρομάντζο του Μοράβια­, κάποια στιγμή προκύπτει η συνάντηση του κομφορμίστα με τον καθηγητή του στο Παρίσι. Και αυτός ήταν ο άνθρωπος που ο κομφορμίστας έπρεπε να σκοτώσει. Θυμούνται λοιπόν τα φοιτητικά χρόνια και γίνεται η διήγηση του μύθου του Σπηλαίου του Πλάτωνος. 

Είναι μια σπηλιά όπου υπάρχουν φυλακισμένοι καθισμένοι κάτω και κοιτούν το βάθος της σπηλιάς. Στην πλάτη τους έχουν το άνοιγμα της σπηλιάς, πίσω τους είναι ένα τοίχος και υπάρχει μια φωτιά μπροστά από την οποία περνούν άνθρωποι με αγάλματα. Η φωτιά προβάλλει τη σκιά από τα αγάλματα στο βάθος της σπηλιάς. Η φωτιά είναι ο προβολέας, τα αγάλματα είναι η ταινία και οι σκιές των αγαλμάτων στο βάθος της σπηλιάς είναι ο κινηματογράφος.


Το ανακάλυψα αυτό όταν κάναμε εκείνη τη σεκάνς, και κατάλαβα ότι ο κινηματογράφος στην πράξη δεν είναι τίποτε άλλο από τον μύθο του Πλάτωνος. Επομένως, αυτό που βλέπουμε στην οθόνη είναι η σκιά της πραγματικότητας. Όταν ήμουν πολύ μικρός και έβλεπα τις πρώτες ταινίες, σκεφτόμουν ότι όσο πιο μεγάλες και όμορφες είναι οι σκιές τόσο ομορφότερες είναι οι ταινίες».

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Το δίκαιο των ισχυρών


Οι Μήλιοι ήταν οι μόνοι κυκλαδίτες οι οποίοι είχαν αρνηθεί να προσχωρήσουν στη Συμμαχία της Δήλου, γεγονός που τους επέτρεψε να απολαύσουν όλα τα οφέλη της Αθηναϊκής Ηγεμονίας χωρίς να πληρώσουν το τίμημα. Οι ίδιοι ήταν Δωριείς και άποικοι των Σπαρτιατών […] Οι Αθηναίοι δεν ανέχονταν για μεγάλο διάστημα η βούλησή τους και η εξουσία τους να περιφρονούνται από ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί. Οι Μήλιοι βασιζόταν στην ιδιαίτερη σχέση τους με τη Σπάρτη για την ασφάλειά τους […]

Έχοντας προσκρούσει στην Πελοπόννησο στη δύναμη των σπαρτιατικών όπλων και στον βορρά στην αποτελεσματικότητα της διπλωματίας τους, οι Αθηναίοι θα πρέπει να ένιωθαν την ανάγκη να αποδείξουν πως στη θάλασσα, τουλάχιστον, οι Σπαρτιάτες ήταν ανίκανοι να βλάψουν τα συμφέροντά τους. […] Προτού αρχίσουν να λεηλατούν τα χωράφια των Μηλίων, οι Αθηναίοι τους έστειλαν πρεσβεία για να ζητήσουν την παράδοσή τους. […] Ο στόχος των Αθηναίων ήταν να πείσουν τους Μηλίους να παραδοθούν αμαχητί, κάτι το οποίο είχαν μεγαλύτερες ελπίδες να επιτύχουν με τις απειλές παρά με οποιοδήποτε άλλο μέσο. […] Η σκληρή, απερίφραστη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι Αθηναίοι απέναντι στους Μηλίους δεν συνιστά μοναδικό συμβάν στην ιστορία των πολιτικών τους τοποθετήσεων. Σε δημόσιες αγορεύσεις του, τόσο ο Περικλής όσο και ο Κλέων δεν είχαν διστάσει να αποκαλέσουν την Αθηναϊκή Ηγεμονία «τυραννία», ενώ ο Αθηναίος αντιπρόσωπος που μίλησε το 432 στη Σπάρτη είχε χρησιμοποιήσει παρεμφερή γλώσσα με αυτήν που συναντά κανείς στο διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους, όπως τον παραθέτει ο Θουκυδίδης:

«Δεν έχουμε διαπράξει τίποτε το αξιοπερίεργο ή το αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση, εάν μια κυριαρχία που μας προσφέρθηκε την αποδεχθήκαμε και αρνηθήκαμε κατόπιν να την αποδώσουμε, έχοντας υπερνικηθεί από τα τρία ισχυρότερα κίνητρα – την τιμή, τον φόβο και το συμφέρον. Και ούτε είμαστε οι πρώτοι που συμπεριφερθήκαμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί ίσχυε πάντοτε ο κανόνας οι αδύναμοι να υποκύπτουν στους ισχυρούς» (1.76.2).  

Οι Μήλιοι, ωστόσο, αρνούνταν να ενδώσουν, τόσο επειδή πίστευαν πως έχουν το δίκιο με το μέρος τους και άρα οι θεοί θα απέτρεπαν την ήττα τους, όσο και επειδή ήταν βέβαιοι πως οι Σπαρτιάτες θα τους συμπαρασταθούν. Οι Αθηναίοι αψήφησαν την απειλή σπαρτιατικής βοήθειας με την ίδια ευκολία με την οποία απέρριψαν το ενδεχόμενο θεϊκής παρέμβασης. Οι Σπαρτιάτες, καθώς επισήμαναν στους Μηλίους, «πιστεύουν – πιο κραυγαλέα από οποιονδήποτε άλλο λαό γνωρίζουμε – πως ότι τους είναι ευχάριστο είναι σωστό, και ότι τους συμφέρει, δίκαιο» (5.105.4). Οι Σπαρτιάτες δεν ενεργούσαν παρά μόνο όταν διέθεταν υπεροπλία, και έτσι «δεν είναι πιθανό να διεκπεραιωθούν σε νησί όσο εμείς παραμένουμε θαλασσοκράτορες» (5.109).

Οι Αθηναίοι βάλθηκαν να πολιορκούν την πόλη τους μέχρι που η πείνα, η αποθάρρυνση και ο φόβος προδοσίας ανάγκασε τελικά τους Μηλίους να παραδοθούν. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν με ψήφισμα τους να θανατώσουν όλους τους άνδρες και να υποδουλώσουν τα γυναικόπαιδα τους. […] Οι Αθηναίοι είχαν πλέον εγκαταλείψει τελείως τη μετριοπαθή πολιτική του Περικλή ως αποτυχημένη και επέλεξαν τη σκληρότερη γραμμή του Κλέωνα, ελπίζοντας να αποτρέψουν μελλοντικές αποστασίες και εξεγέρσεις.


(ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2004, σελ. 359-361)