Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Η «εριστική διαλεκτική»


Σε ένα ιδανικό κόσμο, ο διάλογος και η αντιπαράθεση θα είχαν ως σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας ή τουλάχιστον τη σύγκλιση των απόψεων … Όμως ο πραγματικός κόσμος κάθε άλλο παρά ιδανικός είναι, και οι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να φτάσουν στην αλήθεια, αλλά να επικρατήσουν στις διάφορες αντιπαραθέσεις· ούτε επιζητούν το καλύτερο για του πολλούς, αλλά το καλύτερο για τον εαυτό τους … Επομένως, όλα τα διαθέσιμα τεχνάσματα στρεψοδικίας πρέπει να επιστρατευτούν προκειμένου να υπερασπιστεί κάποιος τον εαυτό του, ξεγλιστρώντας από τη δύσκολη θέση, αποφεύγοντας τις ερωτήσεις, απαντώντας με ευλογοφανείς αοριστίες, εκτρέποντας και διαστρεβλώνοντας το θέμα ελισσόμενος, προσπαθώντας πάντα να φαίνεται ειλικρινής ενώ είναι το αντίθετο. Αυτή είναι η φύση των αντιπαραθέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και δημόσιας ζωής, η οποία ως εκ τούτου δεν αποτελεί κονίστρα διαλόγου αλλά εξευτελισμού.

Εκείνοι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη τέχνη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση, ακόμη κι αν αυτό ήταν μια προσπάθεια να κάνουν τη χειρότερη περίπτωση να φαίνεται ως η καλύτερη ήταν οι σοφιστές της αρχαίας Αθήνας, τους οποίους ο Σωκράτης και ο εξίσου διάσημος μαθητής του, Πλάτωνας, απεχθανόταν διότι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια και (ακόμη χειρότερα κατά τον Σωκράτη) αμείβονταν για να διδάξουν τα τεχνάσματά τους.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνα, αναγνώρισε όλα τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούντο στις μέρες του, … και σαν απάντηση έγραψε το οξύ έργο του Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο.

Αυτή η ανατρεπτική μικρή πραγματεία παρουσιάζεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιοιδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, …, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς  - και να λογομαχεί με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του – είτε έχει δίκιο είτε έχει άδικο». … «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». 

Ασφαλώς, η αληθινή πρόθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατ’ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει.

Τα τεχνάσματα που περιγράφει ο Σοπενχάουερ είναι ποικίλα. Εκνεύρισε τον αντίπαλό σου, κάνε προσωπική επίθεση στον ίδιο και στα επιχειρήματά του, κάνε του τόσο πολλές ερωτήσεις ώστε να τον μπερδέψεις, εάν αρνείται μια θέση, διατύπωσέ την αλλιώς ώστε να φαίνεται πως τη δέχεται, … κ.ο.κ. …

Ο Σοπενχάουερ, παρά τη σοβαρότητα με την οποία περιγράφει τα κακόβουλα αυτά τεχνάσματα και παρά τη γενικότερη απαισιόδοξη άποψή του για την ανθρώπινη φύση, τασσόταν σαφώς κατά της ρητορικής. Το δόγμα που ακολουθούσε ήταν το vitan impendere veroαφιέρωσε τη ζωή σου στην αλήθεια»), κι αυτή η μικρή πραγματεία ακολουθεί κατά κάποιον τρόπο το δόγμα αυτό, διότι φανερώνει ακριβώς τι δεν πρέπει να κάνει όποιος θέλει να είναι αληθινός και ειλικρινής σε μια αντιπαράθεση.


(ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελ. 13-18)

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Η τέχνη της πειθούς: η φύση των πραγμάτων


Όσο για τη φύση των πραγμάτων για τα οποία πρέπει να πείσουμε, υπάρχει μεγάλη ποικιλία.

Κάποια προκύπτουν ως αναγκαία συνεπαγωγή από κοινές αρχές κι από παραδεδεγμένες αλήθειες. Αυτά είναι βέβαιο πως θα κατορθώσουν να πείσουν …

Υπάρχουν κάποια που σχετίζονται άμεσα με ότι μας προσφέρει ευχαρίστηση. Κι αυτά επίσης γίνονται σίγουρα δεκτά, …

Όσα, δε, τυχαίνει να ικανοποιούν και τις δύο ανωτέρω συνθήκες, σχετίζονται δηλαδή και με τις παραδεδεγμένες αλήθειες και με τις επιθυμίες της καρδιάς, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, όσο τίποτε άλλο στη φύση. Κι αντίστροφα, ότι δεν έχει σχέση ούτε με τις πεποιθήσεις ούτε με τη ευχαρίστηση μας, φαίνεται οχληρό, ψευδές και παντελώς αφύσικο.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Το πρόβλημα τίθεται όταν όσα θέλουμε να κάνουμε πιστευτά, βασίζονται μεν στέρεα σε γνωστές αλήθειες, πλην όμως έρχονται ταυτόχρονα σε αντίθεση με ότι μας είναι πιο αρεστό

Τότε, λοιπόν, αμφιταλαντευόμαστε ανάμεσα στην αλήθεια και την ηδονή· η γνώση της μιας και η αίσθηση της άλλης αποδύονται σε μια μάχη, της οποίας η έκβαση είναι αβέβαιη, αφού, για να κριθεί, θα έπρεπε να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα μύχια του ανθρώπου, κάτι που ακόμη και ο ίδιος ο άνθρωπος σχεδόν ποτέ δεν γνωρίζει.

Φαίνεται λοιπόν από τα παραπάνω πως, ότι κι αν είναι αυτό για το οποίο θέλουμε να πείσουμε, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη σε ποιον απευθυνόμαστε· πρέπει να γνωρίζουμε το πνεύμα του και την καρδιά του, ποιες αρχές τον βρίσκουν σύμφωνο, ποια πράγματα του αρέσουν. Και κατόπιν να εντοπίσουμε τι συνδέει το εν λόγω θέμα με τις παραδεδεγμένες αλήθειες ή με όσα τον ευχαριστούν, γοητεύοντας τον.

Έτσι λοιπόν, η τέχνη της πειθούς συνίσταται όχι μόνο στο πως θα κατορθώνεις να εισακουστείς, αλλά και στο πως θα ευχαριστήσεις -σε τέτοιο βαθμό οι άνθρωποι κυριαρχούνται περισσότερο από τις ιδιοτροπίες τους παρά από τη λογική!



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 63-66)

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Η τέχνη της πειθούς: η νόηση και η βούληση


Η τέχνη της πειθούς συνδέεται αναπόφευκτα με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αποδέχονται αυτό που τους λέει κάποιος, καθώς και με τη φύση όσων θέλει κανείς να κάνει πιστευτά.

Είναι πασίγνωστο πως υπάρχουν δύο οδοί μέσω των οποίων οι απόψεις εισέρχονται στην ψυχή –και ταυτόχρονα αποτελούν τις δύο κύριες δυνάμεις της: η νόηση και η βούληση. Φυσικότερη είναι εκείνη της νόησης, γιατί θα έπρεπε ν’ αποδεχόμαστε αποκλειστικά και μόνο όσες αλήθειες μπορούν ν’ αποδειχθούν. Συνηθέστερη όμως, καίτοι ενάντια στη φύση, είναι αυτή της βούλησης. Γιατί σχεδόν οι πάντες τείνουν να πιστεύουν όχι ότι αποδεικνύεται αλλά ότι τους είναι αρεστό. … 

Αυτές οι δυνάμεις έχουν η καθεμιά τις αρχές τους και τα κίνητρά τους. 

Εκείνες του πνεύματος είναι αλήθειες φυσικές και γνωστές στους πάντες, όπως ότι το όλον είναι μεγαλύτερο από το μέρος του –πέραν διάφορων επιμέρους αξιωμάτων, που κάποιοι αντιλαμβάνονται και κάποιοι άλλοι όχι, και τα οποία όμως, εφόσον γίνουν αποδεκτά, ακόμη κι αν είναι ψευδή, έχουν τόση ισχύ όσο και τα αληθή για να οδηγήσουν στην πίστη. 

Αυτές της βούλησης είναι κάποιες φυσικές επιθυμίες, κοινές σε όλους τους ανθρώπους, όπως η επιθυμία να είμαστε ευτυχισμένοι, που κανείς δεν μπορεί να μην έχει … 

Αυτά όσων αφορά τις δυνάμεις που μας ωθούν να αποδεχθούμε μια άποψη.



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 59-62)

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Η ανάγκη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση


… ο Σοπενχάουερ αναφέρει: «Κάποιος μπορεί να έχει αντικειμενικά δίκιο και εν τούτοις οι ακροατές, ή και ο ίδιος ακόμη, να σχηματίσουν την εντύπωση ότι υστερεί». Έτσι, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς πώς να επικρατεί σε μια αντιπαράθεση όταν το δίκιο είναι με το μέρος του αλλά δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα. Η ίδια όμως ικανότητα μπορεί να του επιτρέψει να υπερισχύσει ακόμη κι όταν έχει άδικο.

Πως είναι άραγε δυνατόν να επιχειρηματολογεί κανείς με στόχο την επικράτηση του ανεξάρτητα από την αλήθεια; «Η απάντηση είναι απλή» υποστηρίζει ο Σοπενχάουερ. Πρόκειται για την «εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης». Απορρέει από μια «έμφυτη ματαιοδοξία» και από το γεγονός ότι οι άνθρωποι, αντί να σκέπτονται πριν μιλήσουν, είναι φλύαροι και ανειλικρινείς· σπεύδουν να υιοθετήσουν μια άποψη, την οποία στη συνέχεια υπερασπίζονται από πείσμα και εγωισμό, χωρίς να γνωρίζουν αν είναι σωστή ή λανθασμένη. Η ματαιοδοξία πάντοτε υπερτερεί της αλήθειας.

Ωστόσο συμπληρώνει ο Σοπενχάουερ, «είναι ανάγκη να σημειωθεί κάτι ακόμα σχετικά με αυτή την ανειλικρίνεια και την εμμονή μας σε απόψεις που ακόμα κι εμείς οι ίδιοι κρίνουμε εσφαλμένες» - αυτή τη φορά για κάποιον άλλο λόγο, για τον οποίο ο Σοπενχάουερ είναι βέβαιο ότι μιλά σοβαρά. Συμβαίνει πολλές φορές να πιστεύει κανείς αρχικά πως έχει δίκιο, στη συνέχεια όμως η πεποίθησή του αυτή να κλονίζεται από τη δύναμη των επιχειρημάτων του αντιπάλου του, για να ανακαλύψει τελικά, σε εύθετο χρόνο, ότι είχε πράγματι δίκιο εξαρχής. Οπότε είναι χρήσιμο να εμμένει κανείς στις απόψεις του. «Έτσι» υπογραμμίζει ο Σοπενχάουερ «η αδυναμία της σκέψης μας συμπληρώνει τη διαστροφή της βούλησής μας».


(ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελ. 24-25)

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η εγκυρότητα της πειθούς


Το χάσμα ανάμεσα στη φιλοσοφία και στην πολιτική άνοιξε ιστορικά με τη δίκη και την καταδίκη του Σωκράτη, ένα γεγονός που στην ιστορία της πολιτικής σκέψης παίζει τον ίδιο ρόλο της κρίσιμης καμπής που παίζει η δίκη και η καταδίκη του Ιησού στην ιστορία της θρησκείας.

Η δυτική παράδοση της πολιτικής σκέψης ξεκίνησε όταν ο θάνατος του Σωκράτη οδήγησε τον Πλάτωνα στην απελπισία σχετικά με τη ζωή της πόλεως και ταυτόχρονα στη αμφισβήτηση ορισμένων θεμελιωδών αρχών της διδασκαλίας του Σωκράτη. Το γεγονός ότι ο Σωκράτης δεν κατάφερε να πείσει τους δικαστές του για την αθωότητα και τις αρετές του, οι οποίες ήταν πολύ προφανείς στους καλύτερους και νεότερους από τους Αθηναίους πολίτες, έκανε τον Πλάτωνα να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της πειθούς. Δυσκολευόμαστε να συλλάβουμε τη σπουδαιότητα αυτής της αμφισβήτησης, επειδή η λέξη «persuation» αποτελεί πολύ αδύναμη και ανεπαρκή μετάφραση του αρχαίου όρου πείθειν, η πολιτική σπουδαιότητα του οποίου φαίνεται από το γεγονός ότι στη Αθήνα υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά Πειθώ.

Το πείθειν αποτελούσε την κατεξοχήν πολιτική μορφή λόγου και μια που οι Αθηναίοι ήταν περήφανοι που οι ίδιοι, σε αντίθεση με τους βαρβάρους, διαχειρίζονταν τις πολιτικές τους υποθέσεις με τη μορφή λόγου και όχι με καταναγκασμό, θεωρούσαν τη ρητορική, την τέχνη της πειθούς, ως την υψηλότερη και αληθινά πολιτική τέχνη. …

Στενά συνδεδεμένη με τις αμφιβολίες του Πλάτωνα σχετικά με την εγκυρότητα της πειθούς είναι η οργισμένη καταγγελία της δόξας, της γνώμης, που όχι μόνο διατρέχει σαν κόκκινη κλωστή τα πολιτικά του έργα, αλλά αποτέλεσε και έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της έννοιας της αλήθειας που πρέσβευε. … Το θέαμα του Σωκράτη που υπέβαλε τη δική του δόξα στις ανεύθυνες γνώμες των Αθηναίων και έχασε από μια πλειοψηφία έκανε τον Πλάτωνα να νιώσει αποστροφή για τις γνώμες και να επιζητήσει απόλυτα πρότυπα. ...

Ο Αριστοτέλης … ξεκινά με τη ακόλουθη φράση τη Ρητορική του, η οποία ανήκει στα πολιτικά του έργα, όπως και η Ηθική: η ρητορική εστιν αντίστροφος της διαλεκτικής (η τέχνη της πειθούς [και ως εκ τούτου η πολιτική τέχνη του λόγου] είναι το αντίστροφο της τέχνης της διαλεκτικής [της τέχνης του φιλοσοφικού λόγου]). (Ρητ., 1354αΙ)

Η βασική διάκριση ανάμεσα στην πειθώ και στη διαλεκτική είναι ότι η πρώτη πάντοτε απευθύνεται σε ένα πλήθος (πείθειν τα πλήθη), ενώ η διαλεκτική είναι εφικτή μόνο ως διάλογος μεταξύ δύο ανθρώπων. Το σφάλμα του Σωκράτη ήταν ότι απευθύνθηκε στους δικαστές του με διαλεκτική μέθοδο, γι’ αυτό δεν μπόρεσε να τους πείσει. Από την άλλη, η αλήθεια του, εφόσον σεβάστηκε τους περιορισμούς που ενυπάρχουν στην πειθώ, έγινε μια άλλη γνώμη ανάμεσα στις πολλές, που δεν είχαν μεγαλύτερη αξία από τις μη αλήθειες των δικαστών. …

Όμως η πειθώ δεν προέρχεται από την αλήθεια, αλλά από τις γνώμες (Φαίδρος, 260α) και μόνον η πειθώ αξιολογεί το πλήθος και ξέρει πώς να το αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, το να πείθει κανείς το πλήθος σημαίνει να επιβάλλει τη γνώμη του στις γνώμες των πολλών· άρα η πειθώ δεν είναι το αντίθετο της διακυβέρνησης δια της βίας αλλά μια έκφανσή της. Οι μύθοι για το Επέκεινα, με τους οποίους ο Πλάτων ολοκλήρωσε όλους τους πολιτικούς του διαλόγους, εκτός από τους Νόμους, δεν είναι αλήθεια ούτε απλή γνώμη· … είναι μια προσπάθεια χρήσης μόνο λεκτικής βίας …


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 53-60)

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Τα καλά πράγματα


Δεν υπάρχει τίποτα πιο συνηθισμένο από τα καλά πράγματα· το θέμα είναι να μπορεί κανείς να τα διακρίνει. Κι είναι βέβαιο πως όλα είναι φυσικά, στα μέτρα μας, και μάλιστα γνωστά σε όλο τον κόσμο. Αλλά δεν ξέρουμε να τα ξεχωρίζουμε. Αυτό είναι οικουμενικό. Η τελειότητα, κάθε είδους, δεν βρίσκεται στα ασυνήθιστα και παράξενα. Ορθωνόμαστε για να τη φτάσουμε κι έτσι απομακρυνόμαστε απ’ αυτήν· ενώ, τις πιο πολλές φορές, θα αρκούσε να χαμηλώσουμε. Τα καλύτερα βιβλία είναι εκείνα που όσοι τα διαβάζουν νομίζουν πως θα μπορούσαν να τα έχουν γράψει οι ίδιοι. …

Τους συλλογισμούς δεν τους συγκροτούν περίπλοκες λέξεις. Το πνεύμα δεν πρέπει να είναι επιτηδευμένο. Οι σκληροί κι εξεζητημένοι τρόποι, αντί να του προσφέρουν τροφή στέρεα και θρεπτική το γεμίζουν με βλακώδη οίηση, με αφύσικη έπαρση και με μάταιο και γελοίο στόμφο. Και μια από τις κύριες αιτίες που απομακρύνουν τόσο όσους επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί αυτών των γνώσεων από τον αληθινό δρόμο τον οποίο έπρεπε να ακολουθήσουν, είναι η εντύπωση που έχουμε κατ’ αρχάς πως όλα τα καλά είναι απροσπέλαστα, ονομάζοντας τα μεγάλα, υψηλά, ανώτερα, έξοχα. Έτσι χάνονται όλα. Θα προτιμούσα να τα αποκαλώ χαμηλά, κοινά, οικία. Αυτά τα ονόματα τους ταιριάζουν καλύτερα. Μισώ τα στομφώδη λόγια. …



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 83-84)

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Η μάχη του Μαραθώνα


Η περσική εισβολή το 490 π.Χ. ήταν μια σχετικά μικρή εκστρατεία που είχε σκοπό να δώσει ένα μάθημα στην Ερέτρια και στην Αθήνα -δύο πολύ μικρά κράτη αμελητέα στα μάτια του Δαρείου- έτσι που στο μέλλον να κοιτάνε τη δουλεία τους και να μην ενθαρρύνουν επαναστάσεις μεταξύ των Ελλήνων υπηκόων του στη Μικρά Ασία.

Η Ερέτρια καταστράφηκε και οι κάτοικοί της μεταφέρθηκαν για να εγκατασταθούν στον περσικό κόλπο. Μετά ήρθε η σειρά των Αθηναίων όπου το υπερδημοκρατικό κόμμα ήταν γνωστό ότι περίμενε να βοηθήσει την περσική επέμβαση εναντίον του συντηρητικού κόμματος της πατρίδας του.

Οι Πέρσες, αντί να κινηθούν κατ’ ευθείαν στην Αθήνα, αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα, είκοσι τέσσερα μίλια βορειοανατολικά της πόλεως. Έτσι μπορούσαν να υπολογίζουν ότι θα παρασύρουν τον αθηναϊκό στρατό εναντίον τους, πράγμα που θα διευκόλυνε τους “φίλους” τους δημοκρατικούς να πάρουν την εξουσία στην Αθήνα. Μια άμεση επίθεση εναντίον της πόλεως θα εμπόδιζε μια τέτοια εξέγερση, ίσως μάλιστα προκαλούσε και συσπείρωση όλων των δυνάμεων εναντίον τους

Αν αυτό υπολόγιζαν οι Πέρσες, τότε το δόλωμα έπιασε. Ο αθηναϊκός στρατός βάδισε προς το Μαραθώνα για να τους συναντήσει ενώ αυτοί προχωρούσαν στην εκτέλεση της επόμενης φάσης του στρατηγικού τους σχεδίου. Κάτω από την προστασία μιας δυνάμεως καλύψεως, ξαναεπιβίβασαν στα πλοία τον υπόλοιπο στρατό τους με πρόθεση, … να φτάσουν στο Φάληρο, απ’ όπου θα έκαναν έφοδο στην αφύλακτη Αθήνα.

Χάρη στη δραστηριότητα του Μιλτιάδη, οι Αθηναίοι άρπαξαν τη μοναδική ευκαιρία που είχαν μπροστά τους και επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση εναντίον της καλυπτικής δυνάμεως των Περσών. Στη μάχη του Μαραθώνα, η υπεροχή του οπλισμού των Ελλήνων, ιδιαίτερα τα μακρύτερα δόρατα, σημείο στο οποίο πάντα υπερείχαν οι Έλληνες απέναντι στους Πέρσες, τους έδωσε τη νίκη, αν και η μάχη ήταν πολύ σκληρότερη απ’ ότι περιγράφει ο πατριωτικός θρύλος και το μεγαλύτερο μέρος της προκαλυπτικής δυνάμεως μπόρεσε να επιβιβασθεί στα πλοία και να απομακρυνθεί.

Με ακόμη περισσότερη ενεργητικότητα οι Αθηναίοι ξαναγύρισαν με γρήγορη πορεία στην πόλη τους. Αυτή η ταχύτητα επιστροφής, συνδυασμένη με την αναβλητικότητα της δυσαρεστημένης μερίδας έσωσε την πόλη. Γιατί όταν ο αθηναϊκός στρατός ξαναγύρισε στην Αθήνα, οι Πέρσες είδαν ότι δεν μπορούσαν να αποφύγουν την πολιορκία και έπλευσαν πίσω στην Ασία, καθώς ο περιορισμένος αντικειμενικός τους σκοπός, δηλαδή η τιμωρία των Αθηνών, δεν φαινόταν ότι άξιζε να τον επιδιώξουν με βαρύτερο τίμημα.



(ΒΑΝΙΑΣ, 1995, σελ. 37-38)

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Περί αυτοδικίας και θανατικής ποινής


Στην ταινία Αι Ειδοί Του Μαρτίου ο κυβερνήτης Μάικ Μόρις (Τζορτζ Κλούνι), που διεκδικεί το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, αναπτύσσει τις απόψεις του για την αυτοδικία και την θανατική ποινή:

Δημοσιογράφος: Αλλά είστε κατά της θανατικής ποινής;
Κυβερνήτης: Εξαιτίας του τι σημαίνει για μας, ως κοινωνία.

Δημοσιογράφος: Ας υποθέσουμε Κυβερνήτα, ότι ήταν η γυναίκα σας.
Κυβερνήτης: Αν είχε δολοφονηθεί; Τι θα έκανα;

Δημοσιογράφος: Γίνεται πιο περίπλοκο όταν είναι προσωπικό.
Κυβερνήτης: Σίγουρα. Λοιπόν, αν μπορούσα να τον πιάσω …Θα έψαχνα έναν τρόπο να τον σκοτώσω.

Δημοσιογράφος: Ώστε, εσείς Κυβερνήτα θα επιβάλατε την ποινή του θανάτου.
Κυβερνήτης: Όχι, θα διέπραττα ένα έγκλημα, για το οποίο θα πήγαινα φυλακή.

Δημοσιογράφος: Τότε, γιατί να μην αφήσουμε την κοινωνία να το κάνει αυτό;
Κυβερνήτης: Επειδή η κοινωνία πρέπει να είναι καλύτερη από το άτομο.


video


Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Πολιτική και ηθική στον Μακιαβέλι


Σχεδόν όλοι οι σχολιαστές του Μακιαβέλι λένε ότι η βασική καινοτομία του, και η ουσία της μεθόδου του, ήταν η «διάζευξη της πολιτικής από την ηθική». Συνεπώς, ήρθε σε οξεία σύγκρουση με την αριστοτελική παράδοση η οποία κυριαρχούσε στη μεσαιωνική πολιτική σκέψη. Αναγνωρίζουν πως η μέθοδός του ελευθέρωσε την πολιτική και έτσι δόθηκε η δυνατότητα να γίνει πιο επιστημονική και αντικειμενική στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς· αλλά ήταν εξόχως επικίνδυνη, επειδή μέσω αυτής η πολιτική απελευθερωνόταν από τον «έλεγχο» των ηθικών αντιλήψεων περί καλού και κακού.

Ο Μακιαβέλι, διαχώριζε την πολιτική από την ηθική με την ίδια έννοια που κάθε επιστήμη πρέπει να διαχωρίζεται από την ηθική. Οι επιστημονικές περιγραφές και θεωρίες πρέπει να βασίζονται σε γεγονότα, σε αποδείξεις και όχι στις υποτιθέμενες απαιτήσεις κάποιου ηθικού συστήματος. …

Η ίδια η άρνησή του όμως, αυτή η πίστη στην αντικειμενική αλήθεια είναι καθ’ εαυτήν ένα ηθικό ιδανικό. Επιπλέον, με μια άλλη έννοια, ο Μακιαβέλι ανέλαβε τις μελέτες του για την πολιτική έχοντας πιο συγκεκριμένους σκοπούς. … Αυτοί οι σκοποί, έχουν ηθικό περιεχόμενο: στην πραγματικότητα, η ηθική είναι απλά η εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς από την άποψη των σκοπών, των κριτηρίων, των κανόνων και των ιδανικών.

Ο Μακιαβέλι διαχώρισε την πολιτική από ένα ορισμένο είδος ηθικής –δηλαδή από την υπερβατική, εξωπραγματική και, θα πρέπει να προστεθεί, εξαιρετικά αχρεία ηθική. Το έκανε όμως για να ευθυγραμμίσει περισσότερο την πολιτική με την ηθική και για να τις τοποθετήσει στέρεα στον πραγματικό κόσμο του χωροχρόνου και της ιστορίας, που είναι ο μόνος κόσμος για τον οποίο γνωρίζουμε κάτι.



(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 62-63)

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας



Σχεδόν όλες οι ισχυρές ιδέες που διαμόρφωσαν τις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και πριν από 300 χρόνια ήσαν θρησκευτικές στη φύση τους, με σημαντική εξαίρεση το κομφουκιανισμό στην Κίνα. Η πρώτη μείζων κοσμική ιδεολογία με διαρκή και παγκόσμια απήχηση υπήρξε ο φιλελευθερισμός, ένα δόγμα που σχετίστηκε με την άνοδο, αρχικά μιας εμπορικής και κατόπιν μιας βιομηχανικής μεσαίας τάξης, σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης κατά τον 17ο αιώνα. …

Στην αρχή, ο φιλελευθερισμός δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην και δημοκρατία. … Πολλοί κλασικοί φιλελεύθεροι, περιλαμβανομένου του Μιλ, αμφισβητούσαν έντονα τις αρετές της δημοκρατίας. Πίστευαν ότι η υπεύθυνη πολιτική συμμετοχή απαιτούσε μόρφωση και μια κοινωνική θέση, δηλαδή, ιδιοκτησία γης. … Η εκλογή του Άντριου Τζάκσον ως προέδρου των ΗΠΑ το 1928 και η συνακόλουθη κατάργηση των προϋποθέσεων ιδιοκτησίας για το δικαίωμα ψήφου, τουλάχιστον για τους λευκούς άρρενες, υπήρξε μια πρώτη και σημαντική νίκη προς έναν πιο ισχυρό δημοκρατικό κανόνα.

Στην Ευρώπη, ο αποκλεισμός μιας μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού από την πολιτική εξουσία και η ανάδειξη μιας βιομηχανικής εργατικής τάξης άνοιξαν τον δρόμο για τον μαρξισμό. Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος εκδόθηκε το 1848, την ίδια χρονιά που οι επαναστάσεις απλώθηκαν σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι ξεκίνησε ένας αιώνας διαγκωνισμού για την ηγεσία του δημοκρατικού κινήματος, ανάμεσα στους κομμουνιστές, που ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τη διαδικαστική δημοκρατία (πολυκομματικές εκλογές) προς χάριν αυτού που πίστευαν ως ουσιαστική δημοκρατία (αναδιανομή του πλούτου), και τους φιλελεύθερους δημοκράτες, οι οποίοι πίστευαν στη διευρυμένη πολιτική συμμετοχή με παράλληλη διατήρηση μιας νομοθεσίας που θα προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας. …

Στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, διαμορφώθηκε μια ισχυρή συναίνεση όσον αφορά την προοδευτική Αριστερά, ότι δηλαδή μια μορφή σοσιαλισμού (κρατικός έλεγχος στους βασικούς πυλώνες της οικονομίας, ώστε να διασφαλιστεί μια δίκαιη αναδιανομή του πλούτου) ήταν αναπόφευκτη για όλες τις ανεπτυγμένες χώρες.

… το πραγματικό βιοτικό επίπεδο της βιομηχανικής εργατικής τάξης συνέχισε να βελτιώνεται, σε σημείο που πολλοί εργάτες ή τα παιδιά τους μπόρεσαν να αναρριχηθούν στη μεσαία τάξη. … στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όταν οι υπηρεσίες άρχισαν να εκτοπίζουν τη βιομηχανική παραγωγή, στις οικονομίες που ονομάστηκαν «μετα-βιομηχανικές». Τέλος, μια καινούργια ομάδα φτωχών και μη προνομιούχων ανθρώπων αναδύθηκε κάτω από τη βιομηχανική εργατική τάξη, ένα ετερογενές μίγμα φυλετικών και εθνικών μειονοτήτων, πρόσφατων μεταναστών και κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, όπως οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι ανάπηροι. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, στις περισσότερες βιομηχανικές κοινωνίες, η παλιά εργατική τάξη είχε μετεξελιχθεί σε άλλη μια εγχώρια ομάδα συμφερόντων, που χρησιμοποιούσε την πολιτική ισχύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να προστατεύσει τα με σκληρό τρόπο αποκτημένα κέρδη μιας παλαιότερης εποχής.

Οι μαρξιστές δεν πέτυχαν την κομμουνιστική ουτοπία, επειδή ο ώριμος καπιταλισμός δημιούργησε τις κοινωνίες της μεσαίας τάξης και όχι της εργατικής. Τι θα γίνει, όμως, αν η περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας και η παγκοσμιοποίηση υπονομεύσουν τη μεσαία τάξη και δεν επιτρέπουν πλέον παρά σε μια μικρή μειονότητα πολιτών μιας προηγμένης κοινωνίας να αναρριχώνται στο status της μεσαίας τάξης;

Είναι ήδη άφθονα τα σημάδια ότι μια τέτοια εξέλιξη έχει ήδη ξεκινήσει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα μεσαία εισοδήματα έχουν -σε πραγματικούς όρους- τελματώσει, από τη δεκαετία του 1970 και μετά. … Το 1974, το κορυφαίο 1% των οικογενειών μοιράστηκε το 9% του ΑΕΠ. Μέχρι το 2007, το μερίδιο αυτό αυξήθηκε στο 23,5%.

Οι εμπορικές και φορολογικές πολιτικές ενδεχομένως να επιτάχυναν αυτήν την τάση, αλλά ο πραγματικός θύτης εδώ είναι η τεχνολογία. Στις παλαιότερες φάσεις της εκβιομηχάνισης (στις εποχές της υφαντουργίας, του άνθρακα, του χάλυβα και των μηχανών εσωτερικής καύσης), τα οφέλη από τις τεχνολογικές αλλαγές σχεδόν πάντα διαχέονταν προς τα κάτω, στην υπόλοιπη κοινωνία, με τη μορφή της απασχόλησης. Όμως, αυτό δεν αποτελεί νόμο της φύσης.

Ο άλλος παράγοντας που υπονομεύει τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι η παγκοσμιοποίηση. Με τη μείωση του κόστους των μεταφορών και των επικοινωνιών και την είσοδο στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό εκατοντάδων εκατομμυρίων νέων εργατών από τις αναπτυσσόμενες χώρες, το είδος της εργασίας που προσέφερε η παλιά μεσαία τάξη στον ανεπτυγμένο κόσμο μπορεί τώρα να εκτελεστεί αλλού πολύ πιο φθηνά. Κάτω από ένα οικονομικό μοντέλο που θέτει ως προτεραιότητα τη μεγιστοποίηση του συνολικού εισοδήματος, είναι αναπόφευκτο ότι οι θέσεις εργασίας θα μεταφέρονται έξω από τα σύνορα.


ΜΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

… Πώς θα ήταν αυτή η ιδεολογία ;

Θα είχε δύο -τουλάχιστον- συστατικά μέρη, το πολιτικό και το οικονομικό. Από πολιτική άποψη, η νέα ιδεολογία θα έπρεπε να επαναβεβαιώνει την υπεροχή της δημοκρατικής πολιτικής επί της οικονομίας και να νομιμοποιεί εκ νέου την κυβέρνηση ως εκφραστή του δημοσίου συμφέροντος. …

Από οικονομική άποψη, η ιδεολογία δεν θα πρέπει να ξεκινά με μια καταδίκη του καπιταλισμού καθεαυτού, ως σαν ο ξεπερασμένος σοσιαλισμός να εξακολουθεί να αποτελεί βιώσιμη προοπτική. Το διακύβευμα είναι μάλλον η διαφοροποίηση του καπιταλισμού και ο βαθμός στον οποίον οι κυβερνήσεις θα βοηθήσουν τις κοινωνίες να προσαρμοστούν στις αλλαγές. Η παγκοσμιοποίηση θα πρέπει να γίνει αντιληπτή όχι ως ένα μοχθηρό φυσικό φαινόμενο, αλλά μάλλον ως πρόκληση και ευκαιρία, που πρέπει να γίνει αντικείμενο πολύ προσεκτικών πολιτικών χειρισμών. Η νέα ιδεολογία δεν θα βλέπει τις αγορές ως αυτοσκοπό. Αντιθέτως, θα αποτιμά το παγκόσμιο εμπόριο και τις επενδύσεις στο μέτρο που συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ευημερούσας μεσαίας τάξης και όχι μόνο στη μεγαλύτερη συσσώρευση εθνικού πλούτου. …

Η κριτική της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή, θα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με τον πατριωτισμό ως στρατηγική για κινητοποίηση, έτσι ώστε να καθορίζει την έννοια του εθνικού συμφέροντος με έναν τρόπο πιο εξελιγμένο, σε σύγκριση -για παράδειγμα- με το σύνθημα «Αγόραζε Αμερικανικά», που προώθησαν τα σωματεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. … Η ιδεολογία θα πρέπει να είναι λαϊκή. Το μήνυμα θα πρέπει να ξεκινά με μια κριτική κατά των αρχουσών τάξεων, οι οποίες επέτρεψαν να θυσιαστούν τα οφέλη των πολλών προς χάριν των ολίγων, και μια κριτική της χρηματοοικονομικής πολιτικής (ειδικά στην Ουάσιγκτον), που συντριπτικά ευνοεί τους πλούσιους. …

Σε όλες τις κοινωνίες οι ελίτ χρησιμοποιούν τη μεγαλύτερη πρόσβασή τους στο πολιτικό σύστημα, για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, απούσης μιας αποτρεπτικής δημοκρατικής κινητοποίησης, που θα εξισορροπούσε την κατάσταση. … Αυτή η κινητοποίηση δεν πρόκειται να συμβεί, εντούτοις, για όσον καιρό οι μεσαίες τάξεις στον ανεπτυγμένο κόσμο παραμένουν γοητευμένες από τον μύθο της προηγούμενης γενιάς: ότι τα συμφέροντά τους θα εξυπηρετηθούν καλύτερα από μια ακόμη πιο ελεύθερη αγορά και από λιγότερο κράτος. Ο εναλλακτικός μύθος είναι εκεί έξω και περιμένει να γεννηθεί.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Ο μύθος του Σίσυφου


Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ’ όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ’ τη χωρίς όφελος κι ελπίδα εργασία.

Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σα ληστή. ... Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ’ αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Ασωπού, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε από την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχθεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηρής αυτοκρατορίας του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητή του. Λένε ακόμα πως όταν ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν’ αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου … , δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. … Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής … τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.

Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ’ το μαρτύριό του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για τον θάνατο και το πάθος του για ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δεν μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ’ αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν’ ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν’ αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές …

Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μην νικιέται με την περιφρόνηση



(ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗΣ, 1973, σελ. 141-143)

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Η άμεση και η έμμεση πείρα


Οι ανόητοι ισχυρίζονται ότι μαθαίνουν με την πείρα τους. Εγώ προτιμώ να επωφελούμαι από την πείρα των άλλων”. Αυτός ο αφορισμός που αποδίδεται στον Μπίσμαρκ - αλλά δεν πρέπει να είναι ο πρώτος που το είπε – έχει ιδιαίτερη σημασία … μας βοηθάει να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν δύο μορφές πρακτικής πείρας: η άμεση και η έμμεση

Και παραπέρα ότι από τις δύο αυτές μορφές, η έμμεση πρακτική πείρα ίσως έχει μεγαλύτερη αξία γιατί είναι πολύ ευρύτερη. Ακόμη και στην πιο έντονη σταδιοδρομία, … το φάσμα και οι δυνατότητες για άμεση πείρα είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Σε αντίθεση με το στρατιωτικό, το ιατρικό επάγγελμα παρουσιάζει ασταμάτητα ευκαιρίες για πρακτική εξάσκηση. Και όμως τα μεγάλα βήματα προόδου της ιατρικής και της χειρουργικής οφείλονται περισσότερο στους επιστημονικούς διανοητές και τους εργαστηριακούς ερευνητές παρά σε εκείνους που ασκούν την ιατρική.

Η άμεση πείρα είναι από τη φύση της πολύ περιορισμένη για να μπορέσει να αποτελέσει το κατάλληλο θεμέλιο για τη θεωρία ή την εφαρμογή. Στην καλύτερη περίπτωση δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που έχει κάποια αξία και συμβάλλει στη σταθεροποίηση και ισχυροποίηση της δομής της σκέψης. Η μεγαλύτερη αξία της έμμεσης πείρας οφείλεται στη μεγαλύτερη ποικιλία και έκτασή της. “Ιστορία είναι η παγκόσμια πείρα”, όχι απλά η πείρα ενός άλλου, αλλά πολλών άλλων, που αποτυπώθηκε κάτω από ποικίλες συνθήκες …



(ΒΑΝΙΑΣ, 1995, σελ. 31-32)

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Η μέθοδος του Μακιαβέλι


Η μέθοδος του Μακιαβέλι είναι η επιστημονική μέθοδος εφαρμοσμένη στην πολιτική …

Συνεπώς, πρώτον, θεωρούμε θετικό το ότι ο Μακιαβέλι χρησιμοποιεί τη γλώσσα με λογικό, επιστημονικό τρόπο. … Πάντα κατανοούμε για τι πράγμα μιλάει. …

Δεύτερον, ο Μακιαβέλι οροθετεί με επαρκή σαφήνεια το πεδίο της πολιτικής. Ποιο είναι το αντικείμενο μας όταν μιλάμε περί πολιτικής; Πολλοί, … φαίνεται πως πιστεύουν ότι μιλούμε για την ανθρώπινη αναζήτηση μιας ιδανικής κοινωνίας ή για την κοινή οργάνωση των ανθρώπων προκειμένου να επιτύχουν τη μεγίστη κοινωνική ευημερία ή για τη φυσική βλέψη των ανθρώπων προς την ειρήνη και την αρμονία ή για κάτι εξ’ ίσου απόμακρο από τον κόσμο όπως είναι και όπως πάντα ήταν. Ο Μακιαβέλι κατανοεί την πολιτική πρωταρχικά ως πεδίο αγώνων μεταξύ ανθρώπων για την εξουσία. Με αυτή την οροθέτηση μας διαβεβαιώνει ότι πρόκειται να εξεταστεί κάτι υπαρκτό, όχι κάτι που κλωθογυρίζει στα όνειρα ή στους εφιάλτες κάποιου ιδεαλιστή. Εάν ενδιαφερόμαστε για τον άνθρωπο όπως είναι εδώ στη γη και στο βαθμό που μπορούμε να μάθουμε από τα γεγονότα της ιστορίας και από την εμπειρία, πρέπει να συμπεράνουμε ότι δεν έχει εκ φύσεως βλέψεις προς την ειρήνη ή την αρμονία, δεν σχηματίζει κράτη προκειμένου να επιτύχει μια ιδανική κοινωνία ούτε δέχεται την κοινή οργάνωση για να εξασφαλίσει τη μέγιστη κοινωνική ευημερία. Οι άνθρωποι όμως και ομάδες ανθρώπων διεξάγουν όντως μεταξύ τους αγώνες, με διάφορα μέσα, για να αυξήσουν συγκριτικά τη δύναμή και τα προνόμιά τους …  

Τρίτον, ο Μακιαβέλι συνθέτει, και μάλιστα συστηματικά σε κάποιο βαθμό, μεγάλο αριθμό γεγονότων: γεγονότα που ανασύρει από τη μελέτη ιστορικών έργων που έχει στη διάθεσή του, από ότι του έχουν πει άλλοι εξέχοντες πολιτικοί παράγοντες των ημερών του και από όσα παρατήρησε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της ενεργής πολιτικής του σταδιοδρομίας. Σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο πλην της πολιτικής, μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να φανεί πολύ προφανής … Αλλά στα πολιτικά κείμενα, η συνήθης προσέγγιση … δεν αρχίζει με την παρατήρηση των γεγονότων αλλά με τις υποτιθέμενες γενικές αρχές που διέπουν τη φύση του ανθρώπου, την κοινωνία και το σύμπαν. Τα συμπεράσματα συνάγονται από τις αρχές· αν τα γεγονότα δεν συμφωνούν, τόσο χειρότερο για τα γεγονότα. Για τον  Μακιαβέλι όμως πρώτα έρχονται τα γεγονότα· τα ερωτήματα απαντιούνται με την επίκληση των γεγονότων ως αυτών που έχουν τον τελευταίο λόγο. Εάν τα γεγονότα αποκαλύπτουν ότι οι επιτυχημένοι κυβερνήτες συχνά ψεύδονται και παραβιάζουν τις συνθήκες, τότε  μια τέτοια γενίκευση έχει το προβάδισμα έναντι ενός αντίθετου νόμου που αντλείται από κάποιο μεταφυσικό δόγμα το οποίο προκαθορίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εκ φυσικής προδιαθέσεως εραστές της αλήθειας … Για τον Μακιαβέλι, όταν αποφασίζουν τα γεγονότα, οι αρχές πρέπει να πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων.

Τέταρτον, ο Μακιαβέλι μονίμως προσπαθεί να συσχετίσει σύνολα γεγονότων παράγοντας γενικεύσεις ή νόμους. … Πάντα αναρωτιέται αν κάτι καταγεγραμμένο στον Λίβιο ή στον Θουκυδίδη ή παρατηρούμενο στην εποχή του αποτελεί εξαίρεση ή μοναδική, ιδιόμορφη πράξη· ή εάν μπορεί να κατανοηθεί ως ένα παράδειγμα κάποιου γενικού προτύπου πολιτικής συμπεριφοράς.

Στις εποχές ακμής της Δημοκρατίας, οι Ρωμαίοι εξέλεγαν υπάτους για ένα μόνο έτος. Ακόμη και όταν οι ύπατοι οδηγούσαν στρατούς στο πεδίο της μάχης, ανακαλούνταν και αντικαθίσταντο στο τέλος του έτους. Αυτό συχνά δυσκόλευε το στράτευμα, δημιουργούσε κατά καιρούς κινδύνους στρατιωτικής ήττας ή, το λιγότερο επιμήκυνε το χρόνο μιας εκστρατείας. Ήταν, όμως, σοφό από την άποψη της διατήρησης της ελευθερίας της δημοκρατίας; Ο Μακιαβέλι ανακαλύπτει ότι αυτή η πρακτική, όχι μόνο στην προκείμενη περίπτωση αλλά ως γενικός κανόνας, δεν ήταν απλώς συνετή αλλά και ουσιαστική· η ελευθερία μιας Δημοκρατίας εξασφαλίζεται μόνο όταν οι αξιωματούχοι της εκλέγονται για μικρές χρονικές περιόδους, με ορισμένες θητείες που δεν παρατείνονται ποτέ· και ότι η πρώτη ένδειξη παρακμής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως και τόσων άλλων δημοκρατικών κρατών, ήταν η πρακτική της παράτασης της θητείας των αξιωματούχων.   

Πως θα έπρεπε να χειρίζονται τα κράτη, προκειμένου να ευημερήσουν, τους εχθρούς τους εσωτερικούς και εξωτερικούς όταν έχουν ηττηθεί; … Με παραδείγματα από τη ρωμαϊκή, την ελληνική την καρχηδονιακή, την ιταλική και τη γαλλική ιστορία, δείχνει ότι η «μέση οδός» δεν αποδίδει σε τέτοιες περιπτώσεις· ότι ο εχθρός θα έπρεπε είτε να συντριβεί ολοκληρωτικά ή να συμβιβαστεί ολοκληρωτικά· η μέση κατάσταση … εγγυάται απλώς ότι θα εξακολουθήσει να υφίσταται η αιτία της εχθρότητας και η διάθεση εκδίκησης

Άγαλμα του Μακιαβέλι, έξω από την 
Πινακοθήκη Ουφίτσι της Φλωρεντίας
Τέλος, παρ’ όλο που αυτό δεν αποτελεί αυστηρά μέρος της λογικής της επιστημονικής μεθόδου, αντιλαμβανόμαστε σε όλο το έργο του Μακιαβέλι, σε κάθε αράδα και κεφάλαιο, μια ένταση και ένα δυνατό πάθος για την αλήθεια. … Καμιά προκατάληψη, καμιά ισχυρή παράδοση, καμιά αυθεντία, καμιά συναισθηματική προδιάθεση δεν είναι αρκετή να τον κάνει να καταστείλει την έρευνά του για την αλήθεια, μέχρι να μπορέσει να την ανακαλύψει … αυτό το πάθος για την αλήθεια είναι εξόχως αποκαλυπτικό … στο προοίμιο του Δεύτερου Βιβλίου των Διατριβών πάνω στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου:

«Πάντα παινάνε οι άνθρωποι, μα πάντα δεν έχουν δίκιο, τους αρχαίους καιρούς κατηγορώντας τους τωρινούς: και τόσο πολύ κόφτονται για τα περασμένα, που όχι μονάχα εξυμνούν τις εποχές που τις ξέρουν από τη μνήμη τους, καθώς την παραδώσανε οι ιστορικοί, παρά κι εκείνες που, όντας γέροι πια, αναθυμούνται πως τις είδανε στα νιάτα του. Κι όποτε βλέπω πως τούτη δω η ιδέα τους λαθεύει, καθώς λαθεύει τις πιο πολλές φορές, σκέφτομαι πως πολλοί είναι οι λόγοι που τους οδηγούνε σε τέτοια πλάνη. Και πρώτα – πρώτα, πιστεύω ότι για τα αρχαία πράγματα δεν ξέρουμε πέρα ως πέρα την αλήθεια κι τις περισσότερες φορές κρύβονται τα όσα θα φέρνανε ντροπή στους καιρούς εκείνους, κι έτσι τα υπόλοιπα, όσα μπορούνε να τους φορτώσουν δόξα, αυγατίζουνε και φαίνονται πιο μεγαλόπρεπα … Κι έξω απ’ αυτό, αφού οι άνθρωποι μισούνε κάτι ή από φόβο ή από φθόνο, αμέσως – αμέσως τα περασμένα γλυτώνουνε από τις δύο δυνατότερες αιτίες του μίσους, αφού δεν μπορούνε να σε βλάψουνε κι ούτε σου δίνουν αφορμή για να τα φθονήσεις. Όμως το αντίθετο γίνεται με τα όσα ψηλαφείς και βλέπεις· τούτα δω, επειδή τα ξέρεις από τα μέσα και δεν έχουνε για σένα τίποτα κρυφό, κι επειδή βλέπεις να κλείνουν εντός τους, αντάμα με το καλό, κι άλλα πολλά που δεν σ’ αρέσουνε, γι’ αυτό αναγκαστικά τα κρίνεις και πολύ παρακατιανότερα απ’ τ’ αρχαία, ακόμα κι όταν τα σημερινά αξίζουνε στ’ αλήθεια χίλιες φορές πιότερη δόξα και φήμη από εκείνα …

» Κι έξω απ’ αυτά, αφού οι ανθρώπινες επιθυμίες είναι ακόρεστες – γιατί η φύση δίνει όλα να μπορείς και να θέλεις να τα λαχταράς, ενώ η τύχη σε αφήνει να πετυχαίνεις λίγα – το αποτέλεσμα είναι πως στο νου του ανθρώπου αδιάκοπα βασιλεύει η δυσαρέσκεια κι η βαρεμάρα για κείνα που κατέχει· κι αυτό τον κάνει να κατηγοράει τη σημερινή εποχή, να παινάει την παλιά και να λαχταράει τη μελόυμενη, χωρίς να τον κινεί σ’ αυτό καμιά λογική αιτία …»  

Συνοψίζοντας τη μέθοδο του Μακιαβέλι, πρέπει να θυμόμαστε … Το τυπικό και το πραγματικό νόημα ταυτίζονται. Δεν υπάρχει κρυμμένο νόημα ούτε σκοπός που δεν αποκαλύπτεται. Γι’ αυτό όπου κάνει λάθος ο Μακιαβέλι είναι εύκολο να τον διορθώσουμε· και γι’ αυτό δεν μπορεί να μας εξαπατήσει.


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 64-73)

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Ένα παίγνιο που δεν μπορεί να χαθεί

Η τελική σκηνή της ταινίας Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος με τον Κλιντ Ίστγουντ μας προσφέρει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της θεωρίας παιγνίων.

Τρεις οπλισμένοι και δεινοί σκοπευτές βρίσκονται στις κορυφές ενός τριγώνου ενώ στο κέντρο βρίσκεται ένας βράχος, στον οποίο ο Κλιντ υποτίθεται ότι έχει τοποθετήσει ένα μήνυμα για το που βρίσκονται τα χρήματα που θέλουν και οι τρείς. Έχει όμως γράψει τη σωστή απάντηση; Οι άλλοι δύο αξιολογώντας την κατάσταση φτάνουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να του έχουν εμπιστοσύνη, αλλά επίσης δεν μπορούν να τον πυροβολήσουν μιας και μόνο αυτός ξέρει το που βρίσκονται τα χρήματα. Αυτό σημαίνει ότι (κατ' αρχήν τουλάχιστον) πρέπει να πυροβολήσουν ο ένας τον άλλον. Αυτό που δεν ξέρουν είναι ότι ο Κλιντ έχει δώσει στον ένα άδειο όπλο. Έτσι ο Κλιντ μπορεί να τον αγνοήσει και να προσπαθήσει να σκοτώσει αυτόν με το γεμάτο όπλο.

Ο τύπος με το άδειο όπλο πυροβολεί τον τύπο με το γεμάτο. Ο Κλιντ πυροβολεί τον τύπο με το γεμάτο όπλο. Το παιχνίδι τελείωσε και ο Κλιντ παίρνει τα χρήματα. Η έκβαση του παιγνίου είχε αποφασιστεί πριν αυτό αρχίσει.

Ο Κλιντ δημιουργεί μια κατάσταση όπου ο καθένας αξιολογεί τις πιθανές κινήσεις, αλλά στην πραγματικότητα έχει κερδίσει το παιχνίδι πριν καν αυτό αρχίσει. Είναι ένα λαμπρό παράδειγμα ανθρώπων που παίρνουν τις καλύτερες αποφάσεις με βάση τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους.

video

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Η ελληνική σύλληψη του θανάτου (2)


Αν περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι οι Έλληνες –πράγμα ήδη εκπληκτικό- είναι οι πρώτοι που ανακάλυψαν ότι ο άνθρωπος είναι θνητός με την οριστική και τελική έννοια, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον, θα μέναμε όμως στην απλή γνώση μιας μόνο πλευράς του ανθρώπου ως θνητού ζωικού οργανισμού. Τα βόδια πεθαίνουν, τα άλογα πεθαίνουν, οι άνθρωποι κι αυτοί πεθαίνουν. Ή, το πολύ, θα φτάναμε μέχρι τις πιο προχωρημένες θέσεις της σύγχρονης φιλοσοφίας, του Heidegger π.χ., για τον οποίο ο άνθρωπος αποτελεί το μοναδικό ζώο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Προφανώς το ουσιώδες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο προχωρεί παραπέρα. Υπάρχει όχι μόνο η γνώση της θνητότητας μας, αλλά η επιλογή του τρόπου θανάτου και η επιλογή του ίδιου του θανάτου.

Τα δύο ίσως σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού φαντασιακού, το πρώτο στην αρχή του, ένας πλασματικός ήρωας, ο Αχιλλέας, και το άλλο στην κατάληξή του, ο Σωκράτης, προσωπικότητα σαφώς ιστορική και υπαρκτή, επιλέγουν και οι δύο το θάνατο. Ο Αχιλλέας γνωρίζει πως τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή, και παρ’ όλα αυτά διαλέγει το θάνατο. Δεν επιστρέφει στη Φθία, αλλά προχωρεί προς τη μάχη σίγουρος ότι θα βρει τη δόξα αλλά και το θάνατο. Η τραγική σύλληψη εδώ … έγκειται στη σύλληψη αυτής της έσχατης αντίφασης: τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή, αλλά αν τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή, τότε η ζωή δεν αξίζει τίποτα.   

Όπως λέει ο Σωκράτης, ο ανεξέταστος βίος, η απερίσκεπτη ζωή, δεν είναι βιώσιμος, έτσι θα έλεγε και ο Αχιλλέας ότι τον ατίμητον ή ακλεή βίον, μια ζωή δίχως δόξα και φήμη, δεν αξίζει να τον ζήσει κανείς.

ο άνθρωπος διχάζεται αναπόφευκτα από αντιφατικά κίνητρα, δηλαδή από τη μια μεριά την αποφυγή του θανάτου, τη συνείδηση ότι τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, και από την άλλη την αποφυγή μιας ζωής στερούμενης οτιδήποτε θα την καθιστούσε άξια να βιωθεί. Άλλωστε ο διχασμός αυτός είναι συνεχώς παρών στα έπη … δύο φορές στις τρείς ο ήρωας που φεύγει για την μάχη μονολογεί: μήπως πρέπει να το βάλω στα πόδια; … Δίνω τη μάχη ή φεύγω και διατηρώ την ωραία μου ζωή; Και στο τέλος αυτού του εσωτερικού διαλόγου, που επαναλαμβάνεται στην Ιλιάδα τουλάχιστον δέκα φορές, ο ήρωας παίρνει συνήθως –όχι όμως πάντα την απόφαση να μείνει, να πολεμήσει και ενδεχομένως να σκοτωθεί. …



(Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σελ. 159-161)

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Η ελληνική σύλληψη του θανάτου (1)


Στην καρδιά των ποιημάτων, και ιδίως της Ιλιάδας, υπάρχει η εμπειρία αυτού του αναπόφευκτου δεδομένου που είναι ο θάνατος. Και το δεδομένο αυτό το βρίσκουμε εκεί χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς ωραιοποίηση. Λέει ο Αχιλλέας στη ραψωδία Ι (πρόκειται για τους στίχους 400-409): τίποτα δεν είναι ψυχής αντάξιον. Και προσθέτει: μπορούμε να αποκτήσουμε …, να αγοράσουμε …, η ζωή όμως του ανθρώπου δεν γυρίζει πίσω έτσι και ξεφύγει από την άκρη των δοντιών του.

Γνωρίζετε επίσης στην Οδύσσεια την περίφημη συνάντηση μεταξύ Οδυσσέα και Αχιλλέα (Οδ. λ, 467-541) στον κάτω κόσμο, όπου ο Οδυσσέας αναφέρεται στη δόξα του Αχιλλέα, που όπως όλοι οι νεκροί, είναι κι αυτός στον Άδη μια σκιά χωρίς νόον, χωρίς πνεύμα, ούτε αισθήσεις. Γιατί μόνο ο θεϊκός Τειρεσίας, μετά από χαριστική παρέμβαση της Περσεφόνης, κρατά στον Άδη τα λογικά του, τις πνευματικές του ικανότητες. Όλες οι άλλες ψυχές είναι σκιές που πετούν (Οδ. κ, 491-495), που δεν γνωρίζουν τίποτα, που δεν θυμούνται τίποτα, που πρέπει να πιουν αίμα για να είναι σε θέση να αρθρώσουν «αληθινό λόγο». Και ο Αχιλλέας αποκρίνεται στον Οδυσσέα: «Μην προσπαθείς να μου γλυκάνεις το θάνατο, θα προτιμούσα να ήμουν ζωντανός, εργάτης μεροκαματιάρης ενός φτωχού αγρότη, παρά να βασιλεύω ανάμεσα στους νεκρούς». Ιδού η αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα έπη: υπάρχει σίγουρα η επιβίωση, η επιβίωση όμως αυτή είναι ακόμα πιο άθλια και από τον επίγειο βίο. Ακόμη πιο άθλια· αυτή είναι όλη κι όλη η υπόσχεση

Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα: από πού προέρχεται η ιδέα αυτή που συναντάμε στον Όμηρο; Προφανώς δεν προέρχεται από τους Αιγυπτίους, που είχαν ένα ολόκληρο κύκλο μετεμψυχώσεων και τα σχετικά, ούτε από τους Βαβυλωνίους, ούτε από τους Μυκηναίους … Είναι περίεργο κι όμως αληθινό: οι Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός θάνατοςτέλος θανάτοιο, επαναλαμβάμεται συνέχεια στην Ιλιάδα-, ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούμε πάνω σ’ αυτό, δεν είναι δυνατό να του δώσουμε άλλη σημασία, να τον μετουσιώσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε.  ...



(Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σελ. 156-158)

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Πληρωμή με το ίδιο νόμισμα


Ας υποθέσουμε όμως ότι εσύ και ο αντίπαλος σου παίζετε ένα παιχνίδι του τύπου διλήμματος των προφυλακισμένων εκατό φορές στη συνέχεια. Έστω ότι τα κέρδη έχουν όπως στον παρακάτω πίνακα:

 

Ανεξαρτήτως του τι θα κάνει ο Β, συμφέρει πάντα να αποστατείς (στη θεωρία των παιγνίων, η επιδίωξη της ιδιοτελούς λύσεως ανεξαρτήτως των συνεπειών για τους άλλους καλείται «αποστασία»). Διότι αποστατώντας, κερδίζεις κάθε φορά μία μονάδα περισσότερο είτε συνεργαστεί ο Β (3 αντί για 2) είτε αποστατήσει (1 αντί για 0).

Το ίδιο ισχύει και για τον Β. Αποστατώντας, κερδίζει και αυτός κάθε φορά μία μονάδα περισσότερο είτε συνεργαστείς (4 αντί για 3) είτε αποστατήσεις (2 αντί για 1). Παρά ταύτα, η αμοιβαία συνεργασία  (2+3=5) σας συμφέρει περισσότερο από την αμοιβαία αποστασία (1+2=3). Χειρότερη περίπτωση για σένα είναι να συνεργάζεσαι εσύ και να αποστατεί ο Β, οπότε εκείνος κερδίζει 4 μονάδες και εσύ τίποτα.

Εάν αυτό το παίγνιο παιζόταν σε ένα και μόνο γύρο χωρίς εσύ και ο Β να μπορείτε να καταστρώσετε κάποια στρατηγική εκ των προτέρων τότε λογική ενέργεια για σένα θα ήταν να αποστατήσεις, εφόσον δεν γνωρίζεις τη στρατηγική  του Β ούτε μπορείς να την αλλάξεις. Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά στα παίγνια που αποτελούνται από πολλούς γύρους.

Ας υποθέσουμε ότι ο Β αποφασίζει να συνεργαστεί, ελπίζοντας ότι θα πράξεις το ίδιο, εξασφαλίζοντας το βέλτιστο αμοιβαίο (συνολικά) αποτέλεσμα των πέντε μονάδων, έναντι τριών ή τεσσάρων μονάδων των άλλων συνδυασμών.

Εσύ όμως ακολουθείς τη λογική του εφ’ άπαξ παιγνίου και αποστατείς. Όποτε κερδίζεις μία μονάδα περισσότερο από ότι θα κέρδιζες αν συνεργαζόσουν (3 αντί για 2), ενώ ο Β περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατόν κέρδος της μίας μονάδας, αντί για τρείς που θα κέρδιζε, εάν δεν αποστατούσες.

Γι’ αυτό το λόγο, στον επόμενο γύρο, αποφασίζει να σε τιμωρήσει» αποστατώντας και αυτός, οπότε, το κέρδος σου «πέφτει» τώρα στη μία μονάδα από τρία που ήταν προηγουμένως.

Με άλλα λόγια, η αποστασία του Β σου προκαλεί απώλεια διπλάσια από το πρόσθετο κέρδος το οποίο σου προσπόρισε η προηγηθείσα δική σου αποστασία. Η αποστασία είναι συνεπώς ενέργεια ασφαλής, τόσο για σένα, όσο και για τον Β -κατ’ αρχήν τουλάχιστον. Κατ’ αρχήν, διότι από την πλευρά του αμοιβαίου συμφέροντος, θα κερδίζατε συνολικώς (δηλαδή και οι δύο μαζί τις 100 φορές) περισσότερα συνεργαζόμενοι [100(2+3) = 500].

Βεβαίως, εάν ο Β συνεργαζόταν ενώ εσύ αποστατούσες σε κάθε γύρο, θα επιτύγχανες το μέγιστο δυνατό κέρδος των 300 μονάδων (100*3 = 300). Αλλά, εάν ο Β είναι λογικός, θα ακολουθήσει το παράδειγμα σου αποστατώντας σε κάθε γύρο, κερδίζοντας έτσι 200 συνολικά μονάδες, έναντι 100 μονάδων που θα κέρδιζε συνεργαζόμενος μονομερώς όλες τις φορές. Ποια είναι λοιπόν η βέλτιστη στρατηγική;

Η θεωρία των Παχνιών, με τη βοήθεια των υποδειγμάτων του ηλεκτρονικού υπολογιστή, έχει έτοιμη την απάντηση; Αποκαλείται «οδούς αντί οδόντος» ή «πληρωμή με το ίδιο νόμισμα».

Αρχίζεις συνεργαζόμενος. Εάν συνεργαστεί και ο Β, συνεργάζεσαι και στο δεύτερο γύρο. Συνεχίζεις έτσι μέχρις ότου ο Β αποστατήσει, οπότε τον «τιμωρείς», αποστατώντας στον επόμενο γύρο. Ο λόγος που κάνει την στρατηγική αυτή αποτελεσματική είναι το ότι χρησιμοποιείς το παίγνιο για να στείλεις στον άλλο ένα μήνυμα: «θα κάνω εκείνο το οποίο έκανες στον τελευταίο γύρο. Έτσι δεν θα ωφεληθείς ποτέ από την αποστασία μου και συνεπώς θα είσαι αναγκασμένος να συνεργαστείς μαζί μου, εξασφαλίζοντας το βέλτιστο αμοιβαίο όφελος». Με άλλες λέξεις τον προκαλείς να συμμαχήσει μαζί σου παίζοντας εναντίον του ίδιου του παιγνίου παρά ο ένας εναντίον του άλλου.

Στη πραγματική ζωή, «πληρωμή με το ίδιο νόμισμα» σημαίνει ότι φέρεσαι απέναντι στους άλλους με τον τρόπο τον οποίο αυτοί συμπεριφέρονται απέναντί σου, αλλά ενεργώντας πάντα καλά στην αρχή.

Παραβιάζοντας την ουρά στην στάση του λεωφορείου μπορεί να είναι κάτι πολύ καλό για σένα αλλά κακό για όλους τους άλλους. Και αν αυτοί ανταπέδιδαν σε είδος» το αποτέλεσμα θα ήταν γρονθοκοπήματα και χάος.

Βεβαίως θα ήταν ανόητο εκ μέρους σου να συνεργάζεσαι μόνον εσύ και κανένας άλλος. Καθώς όμως όλοι αντιλαμβάνονται το γεγονός αυτό και σε κανένα δεν αρέσει το χάος, οι περισσότεροι άνθρωποι όντως συνεργάζονται.   



(ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ, 1998, σελ. 78-81)