Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Το ιδεολογικό θεμέλιο της δημοκρατίας

Στον «Πρωταγόρα» (321e-324a) εκθέτει ο Πλάτων, οιωνοί μυθικά μια φιλοσοφία της ιστορίας, διαποτισμένη από ριζική δυσπιστία προς την πολιτική ορθοφροσύνη της ανθρωπότητας. Και είναι παράδοξο πως ο φιλόσοφος ενός λαού και μιας εποχής με ανεπτυγμένη την πολιτική ευθυκρισία και υποανάπτυκτη μάλλον την τεχνική, συγκριτικά προπάντων προς τις αντίστοιχες επιδόσεις της σύγχρονης μας ανθρωπότητας, διακηρύττει, έστω διαμέσου του Πρωταγόρα, πως ήδη από την πρωτοϊστορία το ανθρώπινο γένος είχε αποκτήσει τεχνική, πρόσφορη για το βιοπορισμό του, όχι όμως πολιτική. …  Αντίθετα, η πολιτική έμεινε απρόσιτη σχεδόν στο ανθρώπινο πνεύμα, καθώς ήταν φυλαγμένη αυστηρά σε υψηλή, απρόσβατη θέση (321d6-8). … Η στέρηση της πολιτικής, απαραίτητη για την ορθοπόδηση της κοινωνίας, εμφανίζεται να έχει μοιραία συνέπεια την έμμονη κακοδαιμονία της ανθρωπότητας. ... 

Ύστερα λοιπόν από μιαν άθλια περίοδο ακοινωνησίας των ανθρώπων και αγριότητος και αδυναμίας για ζωή κοινωνική – αφού δεν είχαν την πολιτική -, άρα και υποβολής στον κίνδυνο, τον έσχατο, να εξοντωθούν από τα θηρία, …, δόθηκαν θεόθεν στο ανθρώπινο γένος, βλάστησαν δηλαδή στις ανθρώπινες ψυχές, δύο ριζικά ηθικά συναισθήματα: η «αιδώς» και η «δίκη» (322c). Τα δύο αυτά ηθικά συναισθήματα εμφανίζονται σαν υποκατάστατα έτσι κάπως της πολιτικής, όπως ήταν πρόσφορα να δημιουργήσουν βαθμιαία τον ηθικό πολιτισμό, ανύπαρκτο ακόμη στην πρωτοϊστορία, και με αυτόν να δυνατοποιήσουν τη σύμπηξη και την συντήρηση των ανθρώπινων κοινωνιών.  

Σύμφωνα με το μύθο, ενώ οι άνθρωποι από στέρηση της πολιτικής εκινδύνευαν να εξοντωθούν, ο Ζευς, αν και ο ίδιος ήταν κάτοχος της πολιτικής, δεν εδώρησε στους ανθρώπους αυτήν, αλλά την «αιδώ» και την «δίκην», ώστε να εξοικονομηθούν με αυτές. Εξάλλου ο Πρωταγόρας, στο λόγο του που ακολουθεί το μύθο, μετονομάζοντας ήδη σιωπηρά την αιδώ σωφροσύνη και την δίκη δικαιοσύνη, τις αναφέρει σαν υπηρετικές της πολιτικής αρετής (323a-b).  

Τη βάση άρα, σύμφωνα με τον φιλοσοφικό αυτό μύθο, της δυνατότητας για ζωή κοινωνική αποτέλεσαν η «αιδώς» και η «δίκη», που έγκαιρα παρουσιάστηκαν στην ιστορία, και σύμφυτες σχεδόν με την ύπαρξη του κάπως διαπλασμένου ανθρώπου. Πραγματικά, ιδίωμα τους, κρίσιμο για την έξοχη αυτή λειτουργία τους, εμφανίζεται η αδιαφόριστη διανομή τους σε όλους τους ανθρώπους - αντίθετα με ότι συμβαίνει στις τέχνες – ή τουλάχιστον η ευχέρεια και η εντολή για όλους τους ανθρώπους να μετέχουν σ’ αυτές (322c-d). …

Έξοχα είναι διατυπωμένη, στο μύθο (322c), η κοινωνιοπλαστική αποστολή που έχουν να επιτελέσουν η αιδώς και η δίκη. Η αιδώς πρέπει να αποτελεί ότι ονομάζεται «πόλεων κόσμοι» δηλαδή με την εμπνοή της να αυτό-υποβάλλονται οι πολίτες (αυτονομία) σε κόσμια συμπεριφορά, ώστε και να υπάρχει αυτόδοτη αρμονία της πολιτείας· η δίκη πρέπει ν’ αποτελεί ότι χαρακτηρίζεται «πόλεωνδεσμοί», δηλαδή με τις υπαγορεύσεις τους να υποβάλλονται οι πολίτες σε δεσμεύσεις της συμπεριφοράς τους (ετερονομία), ώστε και να υπάρχει επιβλητή συνοχή της πολιτείας· η σύνδρομη αυτή λειτουργία τους θα συνεπάγεται «φιλίαν», δηλαδή ενότητα ηθική της πολιτείας, άρα σύμπνοια και ομόνοια των πολιτών, ώστε να ζουν στο χώρο της, χωρίς έχθρα τουλάχιστον μεταξύ τους.

Κήρυγμα ανθρωπισμού, το θεώρημα για συμμετοχή όλων των ανθρώπων στα ριζικά ηθικά συναισθήματα, όπως και το θεώρημα για την κοινωνιοπλαστική αποστολή των ηθικών αυτών συναισθημάτων, είναι κατεξοχήν πρόσφορα για ν’ αποτελέσουν ιδεολογικό θεμέλιο της δημοκρατίας. Και αναμφίβολα ήταν αρμόδιος ο Πρωταγόρας να τα εξαγγείλει. Αξίζει όμως να τονισθεί πως τα δύο αυτά θεωρήματα, συμπληρωμένα είτε διορθωμένα, δεν είναι ξένα προς την πολιτειολογία του Πλάτωνος, ακριβέστερα πως η αιδώς και η δίκη αποτελούν καίρια στοιχεία της, με τις μετατροπίες τους προπάντων: σωφροσύνη και δικαιοσύνη.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1978, σελ. 47-51)

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Έλλειψη και Ανάγκη της Πολιτικής


Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΕΙΟΣ ΜΥΘΟΣ

Ήταν κάποτε χρόνος, όταν θεοί μεν υπήρχαν, γένη δε θνητών δεν υπήρχαν. Και αφού ήρθε ο πεπρωμένος χρόνος για τη γένεση και αυτών, οι θεοί τα διαπλάσσουν εντός της γης με την ανάμιξη χώματος και φωτιάς και όσων προσφέρονται να συγκεραστούν με τη φωτιά και το χώμα. Όταν έμελλαν να τα φέρουν προς το φως, έδωσαν προσταγή στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα να τα εφοδιάσουν άρτια και να διανείμουν στο καθένα τις πρέπουσες ιδιότητες. Ζητάει δε από τον Προμηθέα ο Επιμηθεύς να επιτελέσει τη διανομή αυτός· και αφού διανείμω εγώ, του είπε, να επιθεωρήσεις. Και, αφού τον έπεισε με αυτά, επιτελεί τη διανομή.

[…]

Καθώς λοιπόν δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθεύς, του διέλαθε και ανάλωσε τις δυνάμεις όλες στα ζώα. Του απόμενε αδιευθέτητο ακόμη το γένος των ανθρώπων, και απορούσε τι να χρησιμοποιήσει προς διευθέτησή του.

Ενώ δε απορούσε, έρχεται ο Προμηθεύς για να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα μεν άλλα ζώα να είναι πρόσφορα στα πάντα εφοδιασμένα, τον δε άνθρωπο να είναι γυμνός και ανυπόδητος, δίχως στρωμνή και δίχως όπλα· και ήταν ήδη η ορισμένη από την Μοίρα ημέρα να εξέλθει και ο άνθρωπος από τη γη στο φως. Κατεχόμενος, λοιπόν, από την απορία ο Προμηθεύς ποια σωτηρία να εύρει για τον άνθρωπο, προβαίνει στην κλοπή της τεχνολογικής σοφίας του Ηφαίστου και της Αθηνάς, μαζί και της φωτιάς –γιατί δεν υπήρχε τρόπος δίχως τη φωτιά να γίνει αυτή αποκτήσιμη από κάποιον, ή χρήσιμη-, και ούτω παρέχει δώρο στον άνθρωπο.  

Με τον τρόπο λοιπόν αυτόν απόκτησε ο άνθρωπος τη βιοποριστική σοφία, δεν είχε όμως την πολιτική· Γιατί αυτή κατεχόταν από τον Δία· και στον Προμηθέα δεν ήταν δυνατόν πια να εισέλθει στην ακρόπολη κατοικία του Διός· επιπλέον και η φρουρά του Διός ήταν φοβερή. Αλλά εισέρχεται κρυφά στο κοινό οίκημα της Αθηνάς και του Ηφαίστου, όπου οι δυό τους εφιλοτεχνούσαν, και, αφού έκλεψε τη σύμφυτη με τη φωτιά ιδιαίτερη τέχνη του Ηφαίστου, και την άλλη, την ιδιαίτερη της Αθηνάς, τις δίνει στον άνθρωπο. Και από το γεγονός αυτό απόκτησε μεν ο άνθρωπος ευχέρεια βιοπορισμού, ο Προμηθέας δε, καθώς λέγεται εξαιτίας του Επιμηθέως, δικάστηκε ύστερα για κλοπή.

Αφού ο άνθρωπος μετέσχε στη θεϊκή μοίρα, πρώτον, επίστευσε  αυτός μόνος από τα ζώα σε θεούς, και πρόβαινε στην ίδρυση βωμών και αγαλμάτων θεών· έπειτα, πολύ ενωρίς διάρθρωσε με την τέχνη γλώσσα και λέξεις και εφεύρε χώρους για οίκηση και φορέματα και υποδήματα και στρωμνές και από τη γη τροφές. Με τέτοιο εφοδιασμό, οι αρχέγονοι άνθρωποι κατοικούσαν διασπαρμένοι, και δεν υπήρχαν πόλεις· εξοντώνονταν, λοιπόν, από τα θηρία, καθώς ήταν πανταχώς πιο αδύνατοι από αυτά, και η παραγωγική τέχνη επαρκούσε μεν ως αρωγός τους για την τροφή, αλλά δεν παρείχε καμία βοήθεια στον πόλεμο προς τα θηρία· γιατί δεν είχαν πολιτική τέχνη, που μέρος της είναι η πολεμική. Επιδίωκαν λοιπόν να συναθροίζονται και να σώζονται με δημιουργία πόλεων· όποτε όμως συναθροίζονταν, αδικοπραγούσαν προς αλλήλους, γιατί δεν είχαν την πολιτική τέχνη, με συνέπεια να διασκορπίζονται πάλιν και να εξοντώνονται. Φοβήθηκε λοιπόν για το γένος μας ο Ζευς μη αφανισθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδημοσύνη και τη δικαιοσύνη, για να είναι συντελέστριες αρμονίας και συνοχής των πόλεων, ώστε και να συνεπιφέρουν φιλία. Και ο Ερμής ερωτά τον Δία με ποιον τρόπο να δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδημοσύνη στους ανθρώπους. «Να διανείμω και αυτές όπως οι τέχνες είναι διανεμημένες; Είναι δε ως εξής διανεμημένες: ένας που έχει την ιατρική επαρκεί για πολλούς ιδιώτες, καθώς και οι άλλοι τεχνίτες· με τον τρόπο αυτόν λοιπόν να διαθέσω επίσης τη δικαιοσύνη και την αιδημοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, ή να τις διανείμω σε όλους;». «Σε όλους» είπε ο Ζευς, «και όλοι να μετέχουν· γιατί· αν ολίγοι μετέχουν σ’ αυτές, όπως στις άλλες τέχνες, είναι αδύνατον να υπάρξουν πόλεις».

[…]

Έτσι, λοιπόν, Σωκράτη, και δια ταύτα οι Αθηναίοι, καθώς και οι άλλοι, όταν μεν ο λόγος είναι για την ικανότητα οικοδόμου, ή κάποιου άλλου τεχνίτη, πιστεύουν ότι ολίγοι έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη, και, αν κάποιος εκτός από τους ολίγους αυτούς εκφέρει γνώμη, δεν τον ανέχονται, όπως λέγεις εσύ· όταν δε προβαίνουν σε διαβούλευση για ζήτημα πολιτικής αξιοσύνης, διεξακτέα με γνώμονα ως προς όλα τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, εύλογα τότε ανέχονται κάθε άνδρα, γιατί σε κάθε άνδρα, πιστεύουν, εμπρέπει να μετέχει της αρετής αυτής, ειδάλλως δεν υπάρχουν πόλεις.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣΕΠΙΛΕΚΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

(ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ, 2004, σελ. 37-41)

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Το Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων


Όταν το Δίλημμα του Κρατούμενου αφορά πάνω από δύο άτομα ονομάζεται free rider problem, η καλύτερη μετάφραση του οποίου είναι: Το Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων. Η ανάλυσή του οδηγεί σε σημαντικά συμπεράσματα όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχημένης συλλογικής δράσης. Τα παραδείγματα είναι άπειρα:

Το φαινόμενο του θερμοκηπίου

Οι περισσότεροι προτιμούν ένα καθαρό περιβάλλον από ένα μολυσμένο. Έστω ότι υπάρχει μια μετατροπή που μπορεί να κάνεις στον κινητήρα του αυτοκινήτου σου (π.χ. αλλαγή καταλύτη) η οποία μειώνει κατά 90% τους ρύπους. Βέβαια, για να έχει μετρήσιμο αποτέλεσμα στην ατμόσφαιρα της πόλης σου αυτή η προσπάθεια δεν φτάνει μια μετατροπή˙ χρειάζεται να μετατραπούν πολλοί κινητήρες. Έστω ότι η μετατροπή αυτή κοστίζει χίλια ευρώ˙ ένα ουκ ευκαταφρόνητο ποσό το οποίο όμως θα ήσουν διατεθειμένη/ος να πληρώσεις αν ήταν να καθαρίσει το νέφος, να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου κλπ κλπ. Έστω ακόμα ότι ό,τι ισχύει για σένα ισχύει για όλους μας. Προφανώς, τόσο το επιθυμητό όσο και το βέλτιστο θα ήταν να πράξουμε όλοι το οικολογικό μας καθήκον μετατρέποντας τον κινητήρα των αυτοκινήτων μας. Κι όμως, δεν αρκεί αυτό το συμπέρασμα. Το πρόβλημα είναι πως οι προτιμήσεις μας, ως επί το πλείστον, έχουν την δομή ενός Διλήμματος του Κρατούμενου στο οποίο συμμετέχουν πολλοί παίκτες:

Από την μια πράγματι προτιμούμε το αποτέλεσμα (1) από το (2), όπου:

  (1) Όλοι μας μετατρέπουμε, προς χίλια ευρώ ο καθένας, τον κινητήρας μας,
  (2) Κανείς μας δεν καταβάλει το κόστος των χιλίων ευρώ για την μετατροπή.

Από την άλλη μεριά όμως, προτιμούμε το (3) από το (1)  και το (4) από το (2)  όπου:

  (3) Εγώ δεν μετατρέπω τον κινητήρα μου την ώρα που όλοι οι άλλοι μετατρέπουν τον δικό τους
  (4) Πιάνομαι κορόιδο καθώς είμαι ο μόνος που μετατρέπει τον κινητήρα του

Παρόλο που όλοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν χίλια ευρώ ο καθένας για να σωθεί το περιβάλλον, η κυρίαρχη ατομική στρατηγική είναι λυπηρή: «Μην το κάνεις! Αποστάτησε!» Η λογική του τζαμπατζή εναντίον της κοινής λογικής! Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα του Χομπσιανού επιχειρήματος υπέρ κρατικής παρέμβασης μέσω αντιρρυπαντικών νόμων και της υποχρεωτικής φορολογίας, με το Κράτος να μας απελευθερώνει από την έφεση προς το «τζάμπα», η οποία τελικά υπονομεύει τους ίδιους μας τους στόχους. Με όρους Θεωρίας Παιγνίων, η φορολογία και η νομοθεσία υπέρ του περιβάλλοντος καταργεί το Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων.

Οι δουλειές του σπιτιού

Όλα τα μέλη μιας οικογένειας προτιμούν ένα καθαρό σπίτι από ένα αχούρι. Παρόλο που είναι κουραστικό και δυσάρεστο το να καθαρίζεις την κουζίνα ή το μπάνιο, μια καθαρή κουζίνα ή ένα απαστράπτον μπάνιο αξίζουν την κούραση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, σε μια οικογένεια, η καθαριότητα είναι εύθραυστη καθώς ένα μέλος της μπορεί μέσα σε μερικά λεπτά, και δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια, να επιστρέψει την κουζίνα ή το μπάνιο στην πρότερη, βρώμικη, κατάσταση. Άρα, το θέμα της καθαριότητας του σπιτιού, όπως και το θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος, επαφίεται στην συλλογική (και όχι την ατομική) συμπεριφορά. Οι προτιμήσεις των μελών της οικογένειας συνήθως είναι:

(1) Όλοι μας καθαρίζουμε αυτά που λερώνουμε, με προσωπικό κόστος την σχετική κούραση,
(2) Κανείς μας δεν καθαρίζει,
(3) Εγώ δεν καθαρίζω, ενώ όλοι οι άλλοι καθαρίζουν
(4) Πιάνομαι κορόιδο καθώς είμαι η/ο μόνη/ος που καθαρίζει.

Έχουμε και πάλι ένα Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων: Προτιμώ πάνω από όλα το αποτέλεσμα (3), κατόπιν το (1), μετά το (2) και τελευταίο το (4). Αποτέλεσμα; Ένα βρώμικο σπίτι, καθώς η κυρίαρχη στρατηγική του κάθε μέλους της οικογένειας είναι να μην καθαρίζει ποτέ! … Κι όμως. Τα σπίτια συνήθως λάμπουν. Παρόλο που η εξωγενής εξουσία δεν λύνει το οικιακό Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων, υπάρχουν άλλες μορφές εξουσίας που το κάνουν: η πατριαρχική εξουσία που, μέσα από κοινωνικές συμβάσεις και νόρμες, επιβαρύνει τη γυναίκα του σπιτιού με όλες τις οικιακές εργασίες. Στα του οίκου, τον ρόλο του Κράτους τον παίζει, συνήθως, ο «πατριάρχης» που «λύνει» το συγκεκριμένο Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων πείθοντας τον εαυτό του ότι έτσι είναι το «σωστό»: να καθαρίζει η γυναίκα!

Η διαφθορά

Το Πρόβλημα των Τζαμπατζήδων κρύβεται πίσω από τους συνήθεις προβληματισμούς περί πάταξης της διαφθοράς καθώς συνοψίζει το πρόβλημα που προκύπτει όταν το βραχυπρόθεσμό ατομικό συμφέρον υπονομεύει το μακροπρόθεσμο συλλογικό συμφέρον. Π.χ. κάθε υπουργός, υφυπουργός, γενική γραμματέας υπουργείου ή διευθύντρια ΔΕΚΟ, σε κάποια στιγμή της καριέρας της, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα: «να λαδωθώ από επιχειρηματικά συμφέροντα» ή «να παραμείνω άτεγκτη»; Η γενικευμένη διαφθορά της κυβέρνησης (δηλ. το να «λαδώνονται» σχεδόν όλοι!) έχει αρνητικό αντίκτυπο στις πιθανότητες επανεκλογής του κόμματός τους, κάτι που με την σειρά του τραυματίζει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της εν λόγω πολιτικού. Αν μάλιστα η διαφθορά επεκταθεί σε όλο το πολιτικό σκηνικό, τότε απαξιώνεται η πολιτική συνολικά και, μαζί με αυτήν, μειώνεται η κοινωνική εξουσία της φίλης μας πολιτικού. Για αυτό τον λόγο, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι πολιτικοί προτιμούν μια πολιτική σκηνή αδιάφθορη από μια πολιτική σκηνή βουτηγμένη στην διαφθορά. Το πρόβλημα όμως είναι πως, παρ’ όλη αυτήν τους την σθεναρή προτίμησή τους, έχουν ισχυρό λόγο να λαδώνονται»! Στην γλώσσα του Διλήμματος του Κρατούμενου, που αποτελεί την βάση του Προβλήματος των Τζαμπατζήδων, η αποδοχή της «μίζας» αποτελεί κυρίαρχη στρατηγική για την κάθε πολιτικό εφόσον οι προτιμήσεις της έχουν την ακόλουθη μορφή και είναι εργαλειακά ορθολογίστρια:

1η προτίμηση = λαδώνομαι εγώ και κανένας άλλος,
2η προτίμηση = δεν λαδώνεται κανένας,
3η προτίμηση = λαδωνόμαστε όλοι,
4η προτίμηση = λαδώνονται όλοι πλην εμού (του κορόϊδου)!

Παρατήρησε ότι, ό,τι και να κάνουν οι υπόλοιποι, η βέλτιστη απάντηση της πολιτικού μας είναι να «λαδώνεται». Έτσι, αν και είναι γενική η προτίμηση μιας αδιάφθορης πολιτικής ζωής, οι πολιτικοί μας «λαδώνονται» (αυτή είναι η κυρίαρχη στρατηγική τους), οι κυβερνήσεις τους απαξιώνονται, και η πολιτική υποχωρεί. Τι μπορεί να βάλει φρένο σε αυτή την αποδόμηση; …

Η «απρόσμενη» ανθεκτικότητα της συνεργασίας και της συλλογικής δράσης

Ναι, είναι αλήθεια ότι ο Ωχαδερφισμός, η ύψιστη πολιτιστική έκφραση του Διλήμματος του Κρατούμενου και του Προβλήματος των Τζαμπατζήδων, κυριαρχεί. Δεν κυριαρχεί όμως τόσο απολύτως όσο προβλέπει η Θεωρία Παιγνίων. Γιατί; Τι είναι αυτό που διατηρεί εν ζωή την συνεργασία, την συλλογική δράση, την εμπιστοσύνη; Και γιατί την διατηρεί σε κάποιες γωνιές της κοινωνικής ζωής ενώ την καταδικάζει στην ανυπαρξία σε άλλες (π.χ. στις… δημόσιες τουαλέτες ή στους δρόμους της πόλης, εκεί που το τέρας του «εγώ» καταργεί το «εμείς»). …

Το ερώτημα λοιπόν διαμορφώνεται ως εξής: Η παρατηρούμενη συνεργασία έρχεται σε αντίθεση με τη Θεωρία Παιγνίων ή όχι; Ο καλύτερος τρόπος να απαντηθεί είναι μέσω εργαστηριακών πειραμάτων τα οποία μας δίνουν την δυνατότητα να ελέγξουμε το περιβάλλον στο οποίο δρουν τα άτομα, επιβάλλοντας π.χ. τους κανόνες του παιγνίου, και έτσι να θέσουμε τους παίκτες υπό συνθήκες που να έρχονται όσο πιο κοντά γίνεται στο στατικό Δίλημμα του Κρατούμενου. Αν σε αυτό το ελεγχόμενο περιβάλλον η συνεργασία επιβιώνει, τότε η Θεωρία Παιγνίων (που προβλέπει ότι η συνεργασία είναι αυστηρά κυριαρχούμενη στρατηγική, και άρα θνησιγενής) έχει πρόβλημα. …

Τα βασικά αποτελέσματα των ερευνητών, τα οποία αποδεικνύονται στατιστικά σημαντικά, έχουν ως εξής:
 (1) η πιθανότητα να συνεργαστούν άνδρες ήταν 24% χαμηλότερη από την αντίστοιχη πιθανότητα για τις γυναίκες
(2) η πιθανότητα να συνεργαστούν οι παίκτες (ανεξάρτητα φύλου) ήταν 33% μεγαλύτερη όταν είχαν την δυνατότητα πρότερης συνεννόησης
(3) η πιθανότητα συνεργασίας μειωνόταν κατά 17% όταν ο παίκτης σπούδαζε οικονομικά!
(4) στην έκφανση του πειράματος όπου δεν ήταν δυνατή η συνεννόηση και η αποστολή υποσχέσεων συνεργασίας, οι φοιτητές οικονομικών συνεργάζονταν με συχνότητα 28% ενώ οι φοιτητές άλλων τμημάτων συνεργάζονταν με συχνότητα 53%.
(5) Η πιθανότητα αποστασίας έπεφτε ανάλογα με το έτος σπουδών των φοιτητών (ένας τριτοετής συνεργαζόταν με πιθανότητα 13% μεγαλύτερη από έναν πρωτοετή).


(GUTENBERG, 2007)




Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο Μακιαβέλι εν συντομία


ΟΝΟΜΑ: Μακιαβέλι

ΤΟΠΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Φλωρεντία, την εποχή της Αναγέννησης, μικρή αριστοκρατία, και καγκελαρία.

ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ
1469: Γεννιέται στη Φλωρεντία.
1498: Διορίζεται επικεφαλής της καγκελαρίας.
1500 - 1512: Διπλωματικές και στρατιωτικές αποστολές.
1513: Ύποπτος για συνωμοσία. Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται, κατόπιν απελευθερώνεται, αποσύρεται στην εξοχή όπου συντάσσει τον Ηγεμόνα.
1521: Δημοσιεύει την Τέχνη του πολέμου.
1522 - 1527: Διπλωματικές και στρατιωτικές αποστολές.
1527: Πεθαίνει στη Φλωρεντία.

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Η αλήθεια για τον Μακιαβέλι:
είναι συνδεδεμένη με την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας·
είναι υπόθεση ερμηνειών, εικόνων, παθών εμφανών ή κρυφών, και όχι ηθικής·
είναι μάλλον προς την πλευρά της αληθινής αποτελεσματικότητας παρά προς αυτήν των ιδανικών.

ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ – ΚΛΕΙΔΙ
«Είναι πιο ασφαλές να σε φοβούνται παρά να σε αγαπούν».

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Πραγματική ρήξη στην πολιτική σκέψη όπως και στον τρόπο θέασης της ιστορίας και των κοινωνικών σχέσεων. Η προοπτική που υιοθέτησε ο Μακιαβέλι δημιούργησε συχνά συγκρούσεις, προκαλώντας παρεξηγήσεις, έντονες αντιπαραθέσεις καθώς και ξεσπάσματα ενθουσιασμού ενίοτε ανάρμοστα. Για πολύ καιρό στο περιθώριο, φαίνεται να αντιμετωπίζεται σήμερα πιο δίκαια.

Ροζέ-Πολ Ντρουά, Το βιβλίο της Φιλοσοφίας

(ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2009, σελ. 116)

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Οι υπερκόσμιες εξηγήσεις


Αρκετοί άνθρωποι έχουν τέτοια υπερβολική αυτοπεποίθηση, ώστε να πιστεύουν πως αν οι ίδιοι δεν μπορούν να εξηγήσουν κάτι, τότε αυτό θα πρέπει να μην επιδέχεται καμία εξήγηση και ως εκ τούτου να αποτελεί ένα πραγματικό παραφυσικό μυστήριο. Ένας ερασιτέχνης αρχαιολόγος ανακοινώνει ότι, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να εξηγήσει πως χτίστηκαν οι πυραμίδες, θα πρέπει να έχουν χτιστεί από εξωγήινους. Ακόμα και ορισμένοι πιο λογικοί πιστεύουν ότι εφόσον και οι ειδικοί δεν μπορούν να εξηγήσουν κάτι, αυτό τουλάχιστον θα πρέπει να μην έχει εξήγηση. Διάφορα φαινόμενα, όπως είναι το λύγισμα κουταλιών, η πυροβασία ή η τηλεπάθεια, συχνά θεωρούνται πως είναι παραφυσικής ή μυστικιστικής υφής, διότι ο περισσότερος κόσμος δεν μπορεί να τα εξηγήσει. ...

Η πυροβασία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο πολύς κόσμος προσπαθεί να την εξηγήσει με διάφορους τρόπους: με υπερφυσικές δυνάμεις που εκμηδενίζουν τον πόνο και τη θερμότητα ή με μυστηριώδεις ουσίες που εκκρίνει ο εγκέφαλος, οι οποίες μπλοκάρουν τον πόνο και αποτρέπουν το κάψιμο. Η εξήγηση είναι απλή: το κάρβουνο, που είναι ελαφρύ και μαλακό, έχει πολύ μικρή θερμοχωρητικότητα, ενώ η θερμική αγωγιμότητα ανάμεσα στο κάρβουνο και στα πόδια του πυροβάτη είναι πολύ μικρή. Όσο δεν στέκεται  κανείς ακίνητος πάνω στα κάρβουνα, δεν καίγεται. (Σκεφτείτε ένα κέικ μέσα στον φούρνο, στους 230ο C. Ο αέρας, το κέικ και το ταψί έχουν όλα θερμοκρασία  230ο C, αλλά μόνο το μεταλλικό ταψί θα σας κάψει το χέρι, αν το πιάσετε. Ο αέρας έχει πολύ χαμηλή θερμοχωρητικότητα, αλλά και χαμηλή θερμική αγωγιμότητα, συνεπώς έχετε αρκετό χρόνο για να βάλετε το χέρι σας στον φούρνο και να αγγίξετε το κέικ. Η θερμοχωρητικότητα του κέικ είναι πολύ υψηλότερη απ’ ό,τι του αέρα, αλλά επειδή η αγωγιμότητα του είναι χαμηλή μπορείτε να το αγγίξετε φευγαλέα χωρίς να καείτε. Το μεταλλικό ταψί έχει θερμοχωρητικότητα παραπλήσια με του κέικ, αλλά επιπλέον και υψηλή αγωγιμότητα. Αν το αγγίξετε, θα καείτε αμέσως.) Αυτός είναι ο λόγος που οι ταχυδακτυλουργοί δεν αποκαλύπτουν τα μυστικά τους. Τα περισσότερα από τα κόλπα τους είναι πολύ απλά· αν ξέρεις πως γίνονται, δεν σε μαγεύουν πια.

Υπάρχουν πολλά ανεπίλυτα μυστήρια στο σύμπαν και δεν θα έπρεπε να δυσκολευόμαστε να το αναγνωρίσουμε και να πούμε: «Ακόμα δεν γνωρίζουμε, αλλά μια μέρα δεν αποκλείεται να μάθουμε». Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε πιο βολική τη βεβαιότητα, έστω και την πρόωρη, παρά να το ζούμε με ανεπίλυτα και ανεξήγητα μυστήρια.

Στον κόσμο των  παραφυσικών φαινομένων, συχνά θεωρείται πως οι συμπτώσεις έχουν βαρύνουσα σημασία. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται επίκληση της «συγχρονικότητας», ωσάν να έχει δράσει υπογείως κάποια μυστηριώδης δύναμη. … Δύο άνθρωποι σε ένα δωμάτιο με 30 άτομα ανακαλύπτουν πως έχουν γενέθλια την ίδια μέρα και συμπεραίνουν ότι συμβαίνει κάτι μυστηριώδες. Πηγαίνεις στο τηλέφωνο να πάρεις τον φίλο σου τον Γιώργο. Πριν σηκώσεις το ακουστικό, όμως, το τηλέφωνο χτυπά και είναι ο Γιώργος! Τότε αναρωτιέσαι: «Τι πιθανότητες υπήρχαν να συμβεί τυχαία αυτό; Δεν μπορεί να ήταν απλή σύμπτωση. Ίσως ο Γιώργος και εγώ επικοινωνούσαμε τηλεπαθητικά». Στην πραγματικότητα, καμία από τις συμπτώσεις αυτές δεν είναι σύμπτωση σύμφωνα με τους νόμους των πιθανοτήτων. … Η πιθανότητα, μέσα σε ένα δωμάτιο με 30 άτομα, δύο από αυτά να έχουν γενέθλια την ίδια μέρα είναι 71%. Ο Γιώργος σου έχει τηλεφωνήσει πάμπολλες φορές χωρίς να σου περάσει από το μυαλό η ιδέα να του τηλεφωνήσεις εσύ, άλλες φορές πήγες να τον πάρεις τηλέφωνο και σου τηλεφώνησε κάποιος τρίτος, πολλές φορές σκέφθηκες να τον πάρεις και δεν σου τηλεφώνησε κ.ο.κ. Όπως έδειξε με εργαστηριακά πειράματα ο Μπ. Φ. Σκίνερ, ψυχολόγος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, το ανθρώπινο μυαλό αναζητά συσχετίσεις μεταξύ γεγονότων και συχνά βρίσκει ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν. Οι «κουλοχέρηδες» των καζίνων βασίζονται στην αρχή του Σκίνερ περί «περιοδικής ενθαρρύνσεως». Ο χαζός άνθρωπος, όπως και το χαζό ποντίκι, απλώς χρειάζεται να κερδίζει που και που για να συνεχίσει να τραβά τον μοχλό. Το μυαλό θα κάνει τα υπόλοιπα.

Όπως είπε και ο Αριστοτέλης, «το άθροισμα των συμπτώσεων ισούται με βεβαιότητα». Ξεχνούμε τις περισσότερες ασήμαντες συμπτώσεις και θυμόμαστε αυτές που μπορεί να έχουν σημασία. Στην τάση μας να θυμόμαστε τις επιτυχίες και να ξεχνούμε τις αποτυχίες οφείλεται η άνθηση των παραψυχιστών, των προφητών και των κάθε λογής μάντεων που κάνουν εκατοντάδες προβλέψεις στην αρχή κάθε χρονιάς. Πρώτα αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας τους προβλέποντας κυρίως γενικές βεβαιότητες, όπως λ.χ. ότι «θα γίνει σεισμός στην Καλιφόρνια» ή ότι «η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας  θα αντιμετωπίσει προβλήματα». Ύστερα, τον επόμενο Ιανουάριο, δημοσιοποιούν τις επιτυχίες και αποσιωπούν τις αποτυχίες τους, ελπίζοντας ότι κανένας δεν έχει μπει στον κόπο να τις ελέγξει.

Θα πρέπει να έχουμε πάντοτε κατά νου το γενικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο συμβαίνει ένα φαινομενικά ασυνήθιστο γεγονός. Θα πρέπει επίσης να αναλύουμε πάντοτε τα ασυνήθιστα γεγονότα ως προς το κατά πόσον είναι αντιπροσωπευτικά της τάξης φαινομένων στα οποία ανήκουν. Στην περίπτωση του «Τριγώνου των Βερμούδων», μιας περιοχής του Ατλαντικού Ωκεανού όπου πλοία και αεροπλάνα εξαφανίζονται «μυστηριωδώς», υποτίθεται πως συμβαίνει κάτι το παράξενο ή το εξωγήινο. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας το πόσο αντιπροσωπευτικά είναι τέτοια γεγονότα στην εν λόγω περιοχή. Πολύ περισσότερα πλοία διαπλέουν το Τρίγωνο των Βερμούδων από όσα τις γύρω θαλάσσιες περιοχές, συνεπώς είναι λογικό να συμβαίνουν εκεί περισσότερα ατυχήματα, δυστυχήματα και εξαφανίσεις. Στην πραγματικότητα, η συχνότητα ατυχημάτων είναι μικρότερη στο Τρίγωνο των Βερμούδων απ’ ότι στις γειτονικές θαλάσσιες περιοχές.

Μία καλή συμβουλή: πριν αρχίσει κανείς να ψάχνει για υπερκόσμιες εξηγήσεις, καλά θα κάνει να έχει ψάξει διεξοδικά για πιθανές εγκόσμιες.


(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, 2004, σελ. 64-67)

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Εργάζεσαι καλά Σήμερα, για άξια πράγματα;


Δεν είναι πολύ θετικό φαινόμενο, τόσο για τα έθνη όσο και για τα άτομα, το να αναλώνονται σε προφητείες. Οι ευτυχείς είναι αφιερωμένοι στο παρόν, αρκούμενοι στη γενναιοδωρία του. Οι ευφυείς επίσης, διότι τους απασχολούν οι υποχρεώσεις του. Κύριο έργο μας είναι αναμφίβολα, όχι να βλέπουμε τι κρύβεται στο μέλλον, αλλά να εργαζόμαστε με ότι βρίσκεται ξεκάθαρα μπροστά μας.

Γνωρίζεις το Χθες, τους στόχους και τις αιτίες του·
Εργάζεσαι καλά Σήμερα, για άξια πράγματα;
Γαλήνια περίμενε του Αύριο την κρυμμένη εποχή.
Δεν χρειάζεται να φοβάσαι για το ποια τύχη φέρνει[1].

Όμως «η μεγάλη αναζήτηση του ανθρώπου για τις αιτίες» θα γυρέψει «τα πριν και τα επέκεινα» και, ανυπόμονη με την «άγνοια του παρόντος για το μέλλον», θα επιδοθεί σε προβλέψεις περισσότερο από όσο τον συμφέρει. Σπάνια μπορεί να πειστεί, ο δυστυχής ότι του αρκούν τα σημερινά δεινά, ενώ ο φιλόδοξος δεν ικανοποιείται με τα ήδη υπάρχοντα μεγαλεία, αλλά σχεδιάζει ενδοξότερους θριάμβους πάνω στην ομίχλη του μέλλοντος.

Το πρόβλημα, όμως είναι ακόμη χειρότερο με τα έθνη. Εδώ πια υπάρχει πληθώρα προφητών και καθένας τους υποκινεί και επιβεβαιώνει τον άλλον με αποτέλεσμα η προφητική μανία ολοένα να εξαπλώνεται ώσπου τελικά να τους παρασύρει όλους. Διότι υπάρχει ακόμη μια πραγματική μαγεία στην αλληλεπίδραση των πνευμάτων. Το συμπτωματικό ντελίριο λίγων καθίσταται, με αυτήν τη μυστηριώδη αντήχηση, η μανία των πολλών. Οι άνθρωποι χάνουν όχι μόνο την αντίληψή τους αλλά και τον έλεγχο των αισθήσεων τους, ενώ και οι πλέον αμετάπειστα άπιστες καρδιές, λιώνουν όπως και οι υπόλοιπες στην κάμινο όπου όλοι μετρούν ως θύματα και καύσιμη ύλη. …

Κανείς μεμονωμένος αχρείος, σπάνια κάποιος μεμονωμένος μανιακός, θα διακινδύνευε με τέτοιες πράξεις και φαντασιώσεις, όπως κάνουν μεγάλες κοινότητες λογικών ανθρώπων σε ανάλογες περιστάσεις, νομίζοντας ότι ενεργούν με απόλυτη σοφία. Ας αναλογιστούμε τη μακρά σειρά αναλόγων παραδειγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης. …

Οι λογικοί άνθρωποι σε τέτοιες περιπτώσεις συμπεριφέρονται όπως οι Λονδρέζοι όταν έχει ομίχλη -βγαίνοντας έξω βαδίζουν προσεκτικά μέσα στο πλήθος που προχωρά ψηλαφώντας, κουβαλώντας υπομονετικά φανάρια ακόμη και το μεσημέρι, γνωρίζοντας, από μια καλώς θεμελιωμένη πίστη, ότι ο ήλιος υπάρχει ακόμη και κάποια μέρα θα ανατείλει ξανά. Πόσο συχνά δεν έχουμε ακούσει τα τελευταία πενήντα χρόνια ότι η χώρα ναυάγησε και βυθίζεται! Και όμως μέχρι σήμερα μένει αλώβητη και επιπλέει. …


(MicroMEGA, 2000, σελ. 15-19)  



[1] Έτσι αποδίδει ο Καρλάυλ τους στίχους του Γκαίτε οι οποίοι με τη σειρά τους αποτελούν παραφράσεις ενός ποιήματος του Βολταίρου. Ο Φρόυντ αναφέρει ότι ο Καρλάυλ είχε την εκδοχή του Γκαίτε αναρτημένη σ’ ένα πορτρέτο του τελευταίου, το οποίο κρεμόταν στον τοίχο του γραφείου του.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Το αξίωμα του Χιουμ


Ο σκεπτικισμός χρωστά πολλά στον Σκωτσέζο φιλόσοφο Ντέιβιντ Χιουμ (David Hume, 1771-1776), του οποίου το έργο Έρευνα περί της ανθρώπινης νοήσεως (An Enquiry Concerning Human Understanding) αποτελεί κλασικό έργο σκεπτικιστικής ανάλυσης … η οποία σήμερα θεωρείται ως το σπουδαιότερο φιλοσοφικό έργο του.

Ο Χιουμ έκανε τη διάκριση μεταξύ «προϋπάρχοντος σκεπτικισμού» (antecedent skepticism), -π.χ. τη μέθοδο του Ντεκάρτ, η οποία αμφισβητεί όλα όσα δεν στηρίζονται σε κάποιο «προϋπάρχον» αδιάψευστο κριτήριο που να δικαιώνει την αξιοπιστία τους- και «επακόλουθου σκεπτικισμού» (consequent skepticism), τη μέθοδο που εφάρμοσε ο ίδιος ο Χιουμ, η οποία αναγνωρίζει τις «συνέπειες» των αισθητηριακών μας αντιλήψεων, που ενδεχομένως σφάλλουν, αλλά είναι δυνατόν να διορθωθούν δια της λογικής: «Ένας σοφός άνθρωπος φροντίζει η πεποίθησή του να είναι ευθέως ανάλογη της τεκμηρίωσης». Δεν έχω βρει επίγραμμα καλύτερο από αυτό.

Ακόμα σημαντικότερη είναι η αψεγάδιαστη τελική ανάλυση του Χιουμ σχετικά με τους ισχυρισμούς περί θαυμάτων. Όταν πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει έναν «πραγματικό πιστό», του οποίου ο φαινομενικά υπερφυσικός ισχυρισμός δεν έχει καμιά προφανή εξήγηση, ο Χιουμ προσφέρει έναν κανόνα που ο ίδιος θεώρησε τόσο σημαντικό, ώστε έβαλε τα ίδια του τα λόγια σε εισαγωγικά και τα χαρακτήρισε ως αξίωμα:

Το προφανές συμπέρασμα (και αυτό είναι ένα γενικό αξίωμα που αξίζει να το προσέξουμε) έγκειται στο ότι «Καμιά μαρτυρία δεν είναι αρκετή για να επαληθεύσει ένα θαύμα, παρά μόνον αν η μαρτυρία αυτή είναι τέτοια, ώστε το να ήταν εσφαλμένη θα αποτελούσε μεγαλύτερο θαύμα από εκείνο που επιχειρεί να θεμελιώσει».

Όταν κάποιος μου πει πως είδε έναν νεκρό να επανέρχεται στη ζωή, αμέσως αναρωτιέμαι τι είναι πιθανότερο, ο άνθρωπος αυτός να με εξαπατά, να αυταπατάται ή να έχει πράγματι συμβεί το γεγονός που αφηγείται; Ζυγίζω το ένα θαύμα με το άλλο και, ανάλογα με ποιο από τα δύο ενδεχόμενα βρίσκω να υπερτερεί, εκφράζω την άποψή μου, απορρίπτοντας πάντοτε το μεγαλύτερο θαύμα. Αν το ενδεχόμενο να είναι ψευδής η μαρτυρία θα αποτελούσε μεγαλύτερο θαύμα από το γεγονός που εξιστορείται, τότε και μόνον τότε θα πεισθώ.


(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, 2004, σελ. 54-55)

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (7)


Το ελληνικό αδιέξοδο

Μήπως αυτά σηµαίνουν ότι η Ελλάδα οφείλει να ξεκόψει από τις σηµερινές της συµµαχίες; Βεβαίως όχι, καθώς εναλλακτική λύση δεν υπάρχει. Αλλά η ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έµπρακτα, κι όχι µόνον λεκτικά, ότι η αξία µιας συµµαχίας για ένα της µέλος καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου µέσα στο σύνολο της συµµαχίας. Πιο λιανά: οι σύµµαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι' αυτούς. Καµµιά συµµαχία και καµµιά προστασία δεν κατασφαλίζει  όποιον βρίσκεται µαζί της σε σχέση µονοµερούς εξάρτησης. Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας µε διαρκώς απλωµένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράµµατα στήριξης».

Η λύση του προβλήµατος της εθνικής βιωσιµότητας, όχι  σε λογιστική, αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιµετωπισθούν µε γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθµητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήµατος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισµού δεν είναι το ίδιο µε το  1% που δίνει µια σύγχρονη εξοπλιστική βιοµηχανία. …

Ας υπογραµµίσουµε ακόµα µια φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισµική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάµεσα στο γεωπολιτικό δυναµικό των δύο χωρών. Σε ορισµένους κρίσιµους τοµείς, όπως ο δηµογραφικός, ξέρουµε από τώρα ότι το παιγνίδι είναι χαµένο. Αν θέλουµε να παραµείνουµε νηφάλιοι, έστω και µε αντίτιµο την απαισιοδοξία, οφείλουµε να πούµε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής σηµασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις. Η Ελλάδα µεταβάλλεται σταθερά σε χώρα µε περιορισµένα  κυριαρχικά δικαιώµατα, δηλαδή δικαιώµατα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων,  ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Η διακήρυξη «δεν παραχωρούµε τίποτε» δεν έχει έµπρακτο αντίκρυσµα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιµες ώρες τις µεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωµένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν µε παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγµατα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας µε την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύοντας έτσι άθελά της πόσο είναι πιθανό να µετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς µέσω του «ευρωπαϊκού δρόµου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων». Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλµένοι ή έστω συζητήσιµοι χειρισµοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόµενα µιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, µιας προϊούσας, ηδονικής µάλιστα παράλυσης. Στον βαθµό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέµου θα αποµακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται  ακόµα ηδονικότερη, εφ' όσον η υποχωρητικότητα θα αµείβεται µε αµερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόµενος Βαλκάνιος, και επίσης µε δάνεια και δώρα για να χρηµατοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισµός. Απ' αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγµατικότητα θα συνιστά κάµψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού  δυναµικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονοµάζουν «πολιτισµένη συµπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισµού» και «εξευρωπαϊσµό».

Πράγµατι, το σηµερινό δίληµµα είναι αντικειµενικά τροµακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σηµαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεµος σηµαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήµµατος αυτού, η ανατροπή των σηµερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισµών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον όποιο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι µετριότητες, υποµετριότητες και ανθυποµετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσµο, δεν έχουν το ανάστηµα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήµατα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους, ίσως να καταρρεύσουν ακόµα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν µπροστά στη µεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεµο γιατί, αν ο πόλεµος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεµος θα συνεχίσει µια σπασµωδική πολιτική; Οι ευρύτερες µάζες, καθοδηγούµενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσµης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόµενες γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν µόνιµα µε παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαµε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαµηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του µέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάµεσα σ' ό,τι παράγεται και σ' ό,τι καταναλώνεται, µε αποτέλεσµα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου. Αν λάβουµε υπ' όψιν µας µόνον όσα πράττονται και αφήσουµε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόµαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγµατα, ώστε κανείς να µην έχει την άµεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσµάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαιστικές», αδιάφορο). Τις τραγωδίες ή τις κωµωδίες, που µπορούν να περιγράψουν µε τις αρµόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εµένα µου έρχεται στον νου η τετριµµένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυµοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιµάται.


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 409-411)

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (6)


Ευρωπαϊκή Ένωση και Τουρκία

Η τιθάσευση της Τουρκίας µέσω της ένταξής της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά µε τις ελπίδες και µε τα σφάλµατα της ελληνικής πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το οµολογεί συνεχώς και άθελά της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη µια µεριά ισχυρίζεται ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία «πολιτισµένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάµα από την άλλη είναι υποχρεωµένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις µεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν µε άνεση οπότε το κρίνουν συµφέρον· άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ' εαυτήν τα ήθη. Τα σφάλµατα, πάλι, προκύπτουν από µιαν κακή εκτίµηση της σηµασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόµενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί µοναχή στα πόδια της, περιµένει τα πλείστα ή τα πάντα από άλλους τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση  στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νοµίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σηµασία όσο για την Ελλάδα.

∆εν υπάρχει αµφιβολία ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να πάρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ό,τι περισσότερο µπορεί· όµως για την ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι µόνον ένα πεδίο δραστηριότητας ανάµεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά το µοναδικό· γιατί στα Βαλκάνια δεν έχει ούτε την οικονοµική ούτε τη στρατιωτική δύναµη να παίξει ηγεµονικό ρόλο, κι αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα ή είκοσι µικροµεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουµανία ή τη Σερβία. Με άλλα λόγια, η σχέση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο  σύνθετη απ' ό,τι η σχέση της Ελλάδας προς αυτήν και µπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των πραγµάτων δεν µπορεί  να ικανοποιήσει όλα τα αιτήµατα µιας Τουρκίας σήµερα 62  και αύριο 100 εκατοµµυρίων κατοίκων, παράλληλα όµως τα ζωτικά της συµφέροντα δεν της επιτρέπουν να απογοητεύσει πλήρως την τουρκική πλευρά· η Τουρκία παραµένει σε σηµαντικό βαθµό ανεξάρτητη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα όµως τα δικά της ζωτικά συµφέροντα  τής υπαγορεύουν να διατυπώνει προς την Ένωση ποικίλα, κυρίως οικονοµικά αιτήµατα.

Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή θα διεξάγεται στις επόµενες  µία ή δύο δεκαετίες ένα συνεχές παζάρι, µε εντάσεις και µε υφέσεις, όπου τα τουρκικά αιτήµατα συχνά θα υποστηρίζονται από τις Ηνωµένες Πολιτείες, οι οποίες άλλωστε µόλις πρόσφατα ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεχθεί την Τουρκία ως πλήρες µέλος. Κατά πασά πιθανότητα, τα σπασµένα αυτού του παζαριού θα τα  πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα µέλη της), µη µπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυµεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει µε ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Αν αυτό πράγµατι συµβεί, όπως φοβούµαι εντονώτατα, τότε θα δούµε µια ακόµη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις όποιες τόσο συνηθίζει η Ιστορία. Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώµατι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισµός θα µεταβληθεί σε όργανοde facto µετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η τουρκική  επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άµεσα, αλλά - κάπως µετριασµένη - µέσω των ευρωπαϊκών και των αµερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν' αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια  τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο µέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσµού» της αφού µάλιστα οι «πολιτισµένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισµούς», δεν ξεκινούν πολέµους για πράγµατα τόσο απαρχαιωµένα µέσα στον εκλεπτυσµένο µας κόσµο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώµατα.


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 407-409)

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (5)


Η φύση του πολιτεύματος

Η φιλελεύθερη και οικονοµιστική λογική ισχυρίζεται: η ανάπτυξη µιας οικονοµίας γεννά µια τάξη φιλελεύθερων επιχειρηµατιών, αυτοί προωθούν τον εκσυγχρονισµό και τον εκδηµοκρατισµό, οπότε η χώρα γίνεται φιλειρηνική, γιατί επεκτατικές είναι µόνον  οι µη δηµοκρατικές χώρες. Ο συλλογισµός αυτός είναι ιδεολογικός και εσφαλµένος σ' όλην τη γραµµή. Ακόµα κι αν δεχθούµε ότι η επιχειρηµατική τάξη προτιµά παντού και πάντα το κοινοβουλευτικό καθεστώς από µιαν άµεση ή έµµεση δικτατορία κοµµένη και ραµµένη στα µέτρα της (αυτό είναι άκρως αµφίβολο, αλλά δεν ενδιαφέρει εδώ), και πάλι  δεν έχει λόγο να ανασχέσει την εθνική επέκταση, αν την κρίνει συµφέρουσα. Ποια επιχειρηµατική τάξη δεν έχει επωφεληθεί από τη διευρυνόµενη πολιτική και στρατιωτική ισχύ της χώρας της; Τι δείχνει ο ζήλος, µε τον οποίο σήµερα οι Τούρκοι επιχειρηµατίες στυλώνουν το µάτι εκεί όπου το στυλώνει και η διπλωµατική-στρατιωτική ηγεσία, π.χ. στον Καύκασο, στη Μ. Ανατολή, στην Κεντρική Ασία - στην Ελλάδα επίσης; Τα εξοπλιστικά προγράµµατα της χώρας τους τα χαιρετίζουν και αυτοί, όπως τα χαιρετίζουν παντού και πάντα οι επιχειρηµατίες (και οι εργάτες), όταν συνδέονται µε επενδύσεις, απασχόληση και κρατικές παραγγελίες. Γενικότερα, οι συνιστώσες του γεωπολιτικού δυναµικού, οι οποίες προσδιορίζουν τη διαχρονική συνισταµένη της εξωτερικής πολιτικής, µόνον τυχαία και εξωτερικά συνδέονται µε τη δηµοκρατική ή ηµι-δηµοκρατική, δικτατορική ή ηµιδικτατορική µορφή του εσωτερικού καθεστώτος.

Η Ιστορία δείχνει ότι οι δηµοκρατίες µπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές και αξιόµαχες όσο και οι τυραννίες. Η αγγλική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε ακριβώς παράλληλα µε την εδραίωση και την εµβάθυνση του κοινοβουλευτικού πολιτεύµατος στη µητρόπολη. Και ο αµερικανικός ιµπεριαλισµός βρίσκεται σήµερα στην αποκορύφωση της παγκόσµιας ισχύος του κραδαίνοντας το λάβαρο της πανανθρώπινης  δηµοκρατίας και των «ανθρωπίνων δικαιωµάτων».

Τα επίπεδα της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής τα συγχέει ιδιαίτερα η «αριστερή» παραλλαγή του οικουµενισµού και του οικονοµισµού, η οποία διατείνεται τα εξής: ο τουρκικός επεκτατισµός αποτελεί κατά βάση προσπάθεια της άρχουσας τάξης να περισπάσει την προσοχή των µαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήµατα·  θα υποχωρήσει όταν τα προβλήµατα αυτά λυθούν από δηµοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάµεις, γιατί οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε µεταξύ τους. Η επιχειρηµατολογία αυτή χωλαίνει από  το πρώτο κιόλας βήµα, γιατί δεν εξηγεί τους λόγους, για τους οποίους η περίσπαση του λαού µέσω του εθνικισµού και του επεκτατισµού έχει συνήθως τόσο καλά αποτελέσµατα. Γιατί, αλήθεια, αφήνεται ο λαός  να περισπαστεί ειδικά µ' αυτόν τον τρόπο, τι του αρέσει ιδιαίτερα σ’ αυτήν την περίσπαση, έτσι ώστε να επιλέγεται αυτή, και καµµιά άλλη, προκειµένου να τον παραπλανήσει; Προ του 1914 ισχυρότατα σοσιαλιστικά κόµµατα κήρυσσαν στη Γερµανία και στη Γαλλία ότι θα µαταιώσουν τον πόλεµο κι ότι «οι δύο λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε µεταξύ τους»· όταν όµως ο πόλεµος ξέσπασε πράγµατι, τότε όχι µόνον οι σοσιαλιστές, αλλά ακόµα και οι ίδιοι οι εθνικιστές τα έχασαν µπροστά στον πατριωτικό ενθουσιασµό των µαζών εκατέρωθεν. Αν από τα ιστορικά παραδείγµατα περάσουµε στην κοινωνιολογική γενίκευση µπορούµε να πούµε ότι - ανεξαρτήτως του τι κάνουν δηµογραφικά φθίνοντες και καλοµαθηµένοι πληθυσµοί σε ανίσχυρες χώρες όπου οι εθνικιστικές κορώνες συχνά εξυπηρετούν απλώς την ανάγκη ψυχικών υπεραναπληρώσεων - µάζες νεαρών ανθρώπων σε χώρες µε µεγάλο γεωπολιτικό δυναµικό κατά κανόνα ενστερνίζονται αυθόρµητα και ειλικρινά τα επεκτατικά συνθήµατα. Στις 11 Σεπτεµβρίου 1882 ο Engels έγραφε στον Kerensky από το Λονδίνο: «Με ρωτάτε τι νοµίζουν οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική ; ... το ίδιο ό,τι και οι αστοί... οι εργάτες τρώνε κι αυτοί πρόσχαρα από το µονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσµια αγορά και στις αποικίες».

Στη συγκαιρινή µας Τουρκία δεν υπάρχει η παραµικρή σοβαρή ένδειξη ότι τµήµατα του λαού αποδοκιµάζουν µε οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών του, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Κύπρο όλες οι δηµοσκοπήσεις δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. ∆εν µου είναι γνωστή καµµία οµαδική διαµαρτυρία για την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη, την Ίµβρο και την Τένεδο, ούτε για τον εποικισµό της βορείου Κύπρου. Αυτό διόλου δεν σηµαίνει ότι κάθε Τούρκος µισεί κάθε  Έλληνα, το ίδιο όπως και διόλου δεν µισεί προσωπικά κάθε Έλληνας τον  κάθε Σκοπιανό όταν του αρνείται το δικαίωµα να ονοµάζει το κράτος του «Μακεδονία». Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγµατα, γι’ αυτό και υποπίπτουν σε µια σοβαρή οφθαλµαπάτη όσοι µετά από µιαν εγκάρδια προσωπική επαφή ή µετά από µιαν κοινή µπουζουκο-κατάνυξη µε Τούρκους βγάζουν εσπευσµένα πολιτικά συµπεράσµατα χωρίς βέβαια να έχουν ποτέ αποσπάσει από τους συνοµιλητές, συµπότες  ή συµπαίκτες τους µια δεσµευτική δήλωση υπέρ µιας συγκεκριµένης ελληνικής και εναντίον µιας συγκεκριµένης τουρκικής θέσης.

H αρχή  ότι «οι λαοί δεν έχουν να µοιράσουν τίποτε µεταξύ τους» αποτελεί εφεύρεση όχι των λαών, αλλά των διανοουµένων, γι' αυτό άλλωστε δεν αποσύρεται ποτέ, όσο κι αν τη διαψεύδει η εµπειρία. Αντίθετα, η εµπειρία µεθερµηνεύεται κατάλληλα, έτσι ώστε να παραµένει αλώβητη η αρχή. Ως  γνωστόν, όταν το 1974 έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν ο σοσιαλιστής ηγέτης Μπουλέντ Ετσεβίτ. Και να ποιο συµπέρασµα έβγαλαν οι Έλληνες από το γεγονός αυτό: ο Ετσεβίτ δεν είναι «γνήσιος» σοσιαλιστής, αλλά εξ ίσου «Οθωµανός» και «Αττίλας» όσο και οι Τούρκοι µη σοσιαλιστές (ως άτοµο βέβαια ο Ετσεβίτ έχει θαυµάσια δυτική παιδεία, και µάλιστα οι αξιόλογες ποιητικές επιδόσεις του έχουν µεταφρασθεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες). Όµως το ορθό - και πολύ ανησυχητικότερο - πολιτικό  συµπέρασµα θα όφειλε να είναι το εξής: στα µεγάλα θέµατα της εξωτερικής πολιτικής οι Τούρκοι σοσιαλιστές σκέφτονται όπως οι Τούρκοι στρατηγοί. Και τούτο συµβαίνει για λόγους πολιτικούς, όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι κι αυτοί «Οθωµανοί»· στο κάτω-κάτω ο Ετσεβίτ δεν έκανε παρά ό,τι έκαναν και οι Γάλλοι σοσιαλιστές, όταν το 1956 διέταξαν ως κυβέρνηση την επέµβαση στη διώρυγα του Σουέζ ή όταν λίγο πρωτύτερα ξεκίνησαν τον άγριο αποικιακό πόλεµο στην Αλγερία, ενώ ακόµα ήσαν νωπά τα διδάγµατα από την καταστροφή στην Ινδοκίνα.


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 405-407)

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Μακιαβέλι: ο εμπνευστής της διδασκαλίας της πολιτικής σύνεσης


Ο όρος «μακιαβελισμός» φέρνει έως και σήμερα μια ιδιαίτερη αρνητική χροιά. Υπάρχει ένα ιστορικό ανέκδοτο που λέει, ότι όταν ο Μακιαβέλι κείτονταν ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του, τον πίεζαν να αναθεματίσει τον Σατανά και όλα του τα έργα. Εκείνος υποτίθεται ότι απάντησε: «Αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να δημιουργήσω εχθρούς». Μήπως λοιπόν ο Μακιαβέλι ήταν όντως «ο φιλόσοφος του Σατανά»;

Ο Μακιαβέλι ήταν ένα παιδί της Αναγέννησης, δηλαδή μιας εποχής οπότε ανοίχτηκαν πολλές νέες προοπτικές σε όλους τους τομείς του πολιτισμού. Μελετώντας τον Ηγεμόνα υπό το πρίσμα της ιστορίας και της φιλοσοφίας, παρατηρεί κανείς ανεξάρτητα από την όποια ηθική αξιολόγηση του έργου, νέα ριζοσπαστικά στοιχεία … Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά το έργο του πολιτικού απαλλαγμένο από κάθε είδους μεταφυσική, ηθική ή θεολογική παραφιλολογία.

Με τον Μακιαβέλι ξεκινά η πολιτική φιλοσοφία των νεότερων χρόνων, η οποία αντιλαμβάνεται το κράτος σαν ένα είδος οργανισμού που έχει δημιουργηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο και εξετάζει το επάγγελμα του πολιτικού χωρίς να φοράει τα γυαλιά της ηθικής. …

Η θεματολογία του Ηγεμόνα είναι ταυτόχρονα απλή και σημαντική: πως μπορεί να μετατραπεί η πολιτική σε ένα αποτελεσματικό εργαλείο; Τι πρέπει να κάνει ο ηγεμόνας, ώστε να σταθεροποιήσει με επιτυχία και διάρκεια την εξουσία του; Το επαναστατικό στοιχείο στο έργο του Μακιαβέλι είναι ότι μελετά το θέμα «πολιτική» από μια νέα, διαφορετική οπτική γωνία, την οπτική γωνία της αποτελεσματικότητας. Πρόκειται για το πρώτο εγχειρίδιο ορθολογικής μελέτης της εξουσίας στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Μακιαβέλι είναι ο εμπνευστής της διδασκαλίας της πολιτικής σύνεσης.

Η διδασκαλία της σύνεσης βασίζεται στην εμπειρία. Ο Μακιαβέλι είναι ο πρώτος σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος των νεότερων χρόνων, ο οποίος στηρίζει τη θεωρία του σε συγκεκριμένες εμπειρίες και παρατηρήσεις. Αυτό είναι ένα κοινό σημείο, που τον συνδέει με σημαντικούς ερευνητές της εποχής του, οι οποίοι θεμελίωσαν τις εμπειρικές φυσικές επιστήμες, όπως για παράδειγμα ο αστρονόμος Κοπέρνικος. … Γι’ αυτόν τον λόγο, το έργο του Μακιαβέλι είναι γεμάτο παραδείγματα, με τα οποία αποδεικνύει τις θέσεις του και τα οποία αντλεί από τις ακόλουθες δύο πηγές: τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του και περιστατικά που αναφέρονται στα συγγράμματα των ιστορικών.

Μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Μακιαβέλι για διάφορα πράγματα, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να τον κατηγορήσει ότι φιλοσοφούσε ανέξοδα κλεισμένος στο γραφείο του. … υπήρξε για πολλά χρόνια πολιτικός και διπλωμάτης … Το έργο του γράφτηκε όταν αναγκάστηκε από τις περιστάσεις να μείνει για κάποιο διάστημα μακριά από την πολιτική.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗ, 2006, σελ. 51-53)

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Η σχέση Sex και θανάτου (2)


Απόσπασμα από τον διάλογο του Χέμινγουεϊ με τον Πέντερ (Γούντι Άλεν) από την ταινία «Μεσάνυχτα στο Παρίσι»:

Χέμινγουεϊ: - Έχεις κάνει ποτέ έρωτα με κάποια πραγματικά σπουδαία γυναίκα;

Πέντερ: - Για την ακρίβεια, η μνηστή μου είναι πολύ σέξι.

Χέμινγουεϊ: - Και, όταν κάνετε έρωτα, νιώθεις τόσο αληθινό και όμορφο πάθος που, τουλάχιστον, εκείνη τη στιγμή σού φεύγει ο φόβος του θανάτου;

Πέντερ: - Όχι, αυτό δε συμβαίνει.

Χέμινγουεϊ: - Πιστεύω ότι ο αληθινός κι αυθεντικός έρωτας σε ανακουφίζει από το θάνατο. Η δειλία προέρχεται από το να μην αγαπάς ή να μην αγαπάς καλά, που είναι το ίδιο. Όταν ο άντρας ο γενναίος κι αυθεντικός κοιτάξει κατά πρόσωπο το θάνατο σαν κάποιους κυνηγούς ρινόκερων που ξέρω ή σαν τον Μπελμόντε που ήταν πραγματικά γενναίος είναι γιατί αγαπούν με τόσο πάθος, που βγάζουν το θάνατο από τη σκέψη τους. Μέχρι να επιστρέψει, όπως γίνεται σε όλους τους ανθρώπους. Και τότε, πρέπει να κάνεις και πάλι καλό έρωτα. Σκέψου το.

video

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (4)

Η οικονομία

Τις οικονοµικές προϋποθέσεις µπορεί να τις κατονοµάσει κανείς εύκολα και κατά τρόπο γενικά αποδεκτό, εφ' όσον χρησιµοποιεί γενικό και αόριστο λεξιλόγιο: «η άµυνα της χώρας απαιτεί µιαν ακµαία εθνική οικονοµία». Όµως ποιά οικονοµία δικαιούται να χαρακτηρισθεί ακµαία και µε ποια κριτήρια; Επειδή ποικίλες οικονοµολογικές αλχηµείες συσκοτίζουν σήµερα τα πράγµατα και τα πνεύµατα στο σηµείο αυτό, ας µου συγχωρεθεί να παραµείνω απλοϊκός και να πω: ακµαία είναι µια οικονοµία όταν παράγει µε ανοδικούς ρυθµούς απτά αγαθά, τόσο για την ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων εγχωρίων αναγκών όσο και για την εξαγωγή προς αποπληρωµή άλλων αγαθών, τα οποία η εκάστοτε χώρα δεν µπορεί ή δεν θεωρεί σύµφορο να παραγάγει η ίδια, µε όσο το δυνατόν µεγαλύτερο πλεόνασµα.

Η οικονοµία συνίσταται ουσιωδώς στην παραγωγή αγαθών και σε όσες υπηρεσίες προσφέρονται πάνω στη βάση αυτή (και στην Ελλάδα και στις Ηνωµένες Πολιτείες οι  υπηρεσίες συµµετέχουν στη διαµόρφωση του εθνικού εισοδήµατος µε ποσοστό περίπου 60%, όµως άλλο είναι το 60% πάνω στην παραγωγική βάση της Ελλάδας και άλλο πάνω στην παραγωγική βάση των Ηνωµένων Πολιτειών). ∆εν συνίσταται ούτε σε δείκτες παντοειδών µεγεθών ούτε σε χρήµα. Δείκτες ανάπτυξης του 2 ή 3% δεν σηµαίνουν πολλά πράγµατα, όταν η ανάπτυξη σηµαίνει την αύξηση των «υπηρεσιών» (όπερ προ παντός στην Ελλάδα υποδηλοί τον φρέσκο αέρα)· και η µείωση του πληθωρισµού, δηλαδή το «υγιές χρήµα», επίσης είναι µικρό επίτευγµα, όταν προκύπτει από τη συρρίκνωση της οικονοµίας: οπού κανένας δεν αγοράζει τίποτε και κανένας δεν πουλάει τίποτε, εκεί δεν υπάρχει φυσικά ούτε πληθωρισµός. …Εδώ το δραστικό φάρµακο είναι ένα µόνο, και είναι οδυνηρό. Κεφάλαια για επενδύσεις εξοικονοµούνται από την περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισµού. Και όσα κεφάλαια εξοικονοµηθούν έτσι πρέπει µε τη σειρά τους να επενδυθούν πράγµατι παραγωγικά, να δώσουν δηλαδή στη χώρα µιαν αξιόλογη σύγχρονη βιοµηχανική υποδοµή. Τέτοιες επενδύσεις είναι ασφαλώς πολύ δυσκολότερες από τις επενδύσεις σε παντοειδή «δηµόσια έργα» συχνά αµφίβολης χρησιµότητας, γιατί θέτουν πολύ επιτακτικότερα το πρόβληµα της εκπαίδευσης, της τεχνογνωσίας και της παραγωγικότητας. Η περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισµού, µε τον οποίο έχει συνυφανθεί πλέον ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός της χώρας, προσκρούει, πάλι, στο ανυπέρβλητο εµπόδιο της λειτουργίας του πολιτικού συστήµατος σε πελατειακή βάση. …

Η ακµαία παραγωγική οικονοµία σε σύγχρονη βιοµηχανική βάση δίνει τη δυνατότητα της αποτροπής. Για να πραγµατωθεί όµως η δυνατότητα αυτή, πρέπει µια χώρα ή πάντως η ηγεσία της να πιστεύει πραγµατικά στην αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούµενης σύγκρουσης. Αν η διάγνωση είναι εσφαλµένη και ελλιπής, αν αποδίδει τη  σύγκρουση σε αίτια παροδικά ή δευτερογενή, τότε µειώνεται αντίστοιχα η πίστη στην αναγκαιότητα της αποτροπής, κι αυτό, έστω κι αν δεν λέγεται ρητά, έχει ευνόητες πρακτικές επιπτώσεις. Έτσι, αποτελεί κεφαλαιώδες σφάλµα στρατηγικής εκτιµήσεως να µη θεωρείται ως πηγή της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα η συνεχής διεύρυνση  της διαφοράς ανάµεσα στο γεωπολιτικό δυναµικό των δύο χωρών, αλλά  να αποδίδεται ο δυναµικός τουρκικός επεκτατισµός στον «οθωµανισµό», στον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας κ.τ.λ., οπότε εξάγεται το συµπέρασµα ότι µόλις η Τουρκία (ακολουθώντας το δικό µας φωτισµένο παράδειγµα) ξεπεράσει αυτούς τους «εθνικιστικούς αταβισµούς», πάρει τον «ευρωπαϊκό δρόµο» και υποκαταστήσει τις στρατιωτικές µε τις οικονοµικές δραστηριότητες, τότε αυτόµατα θα εκλείψει και η απειλή εκ µέρους της. Όλο και περισσότεροι σκέφτονται στην Ελλάδα µ' αυτόν τον τρόπο, έχοντας την εντύπωση ότι έτσι τάχα ξεπερνούν τις εθνικιστικές αντιπαραθέσεις και σε αντίθεση µε τα αδιέξοδα εθνικιστικά ιδεολογήµατα προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις. Έχουν βέβαια δίκιο όταν λένε ότι οι εθνικιστές ξεκινούν από ένα αφηρηµένο µοντέλο περί έθνους, στο οποίο συχνά υποτάσσουν ακόµα και υπέρτερες επιταγές του πολιτικού ρεαλισµού· η πολιτικά επιζήµια µονοπωλιακή διεκδίκηση του ονόµατος της Μακεδονίας το έδειξε άλλωστε πρόσφατα. 

Όµως ό,τι βλέπει κανείς στον αντίπαλό του δεν το βλέπει στον εαυτό του. Οι πολέµιοι των εθνικιστικών ιδεολογηµάτων δεν αντιλαµβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισµό ή µάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ιδεολογήµατα, αφηρηµένα ανιστορικά µοντέλα, και µάλιστα το κυρίαρχο σήµερα ιδεολογικό σύµφυρµα οικουµενισµού και οικονοµισµού, όπου ο κοσµοπολιτισµός των «ανθρωπίνων δικαιωµάτων» και της «κοινωνίας των πολιτών» συµπλέκεται διαφοροτρόπως µε τον ατοµικισµό του καπιταλιστικού homo economicus και µε  την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εµπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεµο.

Όπως ο εθνικισµός, έτσι και ο αντίπαλός του οικουµενισµός και οικονοµισµός έχει συγκεκριµένους φορείς, εµπνευστές  και προπαγανδιστές, τόσο ιδιοτελείς όσο και αφελείς. Σε ορισµένες µάλιστα περιπτώσεις όχι µόνον η ιδιοτέλεια, αλλά και η αφέλεια των δεύτερων ξεπερνά εκείνη των πρώτων. Έτσι συµβαίνει λ.χ. και ως προς την αποτίµηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγµατικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι  θα µπορούσε και να τελειώσει µε την «ευρωπαϊκή» και οικονοµιστική λύση- έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις. Ας σηµειώσουµε, για να συµπληρωθεί η εικόνα, ότι τόσο οι εθνικιστές όσο και οι «ευρωπαϊστές» ή οικονοµιστές συµφωνούν ως προς το ότι ο τουρκικός επεκτατισµός οφείλεται στο «οθωµανικό» και «ασιατικό» παρελθόν, στην «αντιδηµοκρατική» ή «φασιστική» υφή του στρατιωτικού κράτους κ.τ.λ., µε τη διαφορά ότι οι πρώτοι θεωρούν τα γνωρίσµατα αυτά µόνιµα και ανυπέρβλητα, ενώ οι δεύτεροι τα βλέπουν ως µεταβλητά χαρακτηριστικά µιας ιστορικής φάσης ήδη παρωχηµένης· δεν µας λένε βέβαια πότε θα µεταβληθούν: γιατί αν αυτό γίνει σε έναν ή δύο αιώνες, τότε η διαµάχη δεν έχει πρακτικό αντικείµενο.

Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονοµική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άµβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγµα. Αναφέρω ένα ιδιαίτερα αδρό  παράδειγµα. Ανάµεσα στα 1900 και στα 1914 το γαλλογερµανικό εµπόριο αυξήθηκε κατά 137%, το γερµανορωσσικό κατά 121% και το γερµανοβρεταννικό κατά 100%, ενώ περισσότερα από τα µισά τοτινά διεθνή καρτέλ παραγωγής αποτελούσαν κοινή γερµανοβρεταννική ιδιοκτησία (ένα απ' αυτά µάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες). Όλοι αυτοί οι  εντυπωσιακοί ανοδικοί δείκτες δεν εµπόδισαν τις παραπάνω χώρες να εµπλακούν σε έναν από τους φονικότερους πολέµους από καταβολής κόσµου. H οικονοµική συνεργασία γεννιέται καθ' εαυτήν από οικονοµικές ανάγκες και αναγκαιότητες που δεν έχουν αναγκαστική σχέση µε φιλικές ή εχθρικές προθέσεις από πολιτική άποψη• συνιστά ένδειξη καλών πολιτικών σχέσεων µόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λυθεί οι τυχόν γεωπολιτικές εκκρεµότητες, δηλαδή το ζήτηµα ποιος δικαιούται να εκδιπλώνεται κυρίαρχα πάνω σε ποιόν χώρο. Και όπως τα δεδοµένα της οικονοµικής συνεργασίας διόλου δεν καθορίζουν νοµοτελειακά (αν και επηρεάζουν συχνά) τη διαµόρφωση και την άσκηση µιας εθνικής εξωτερικής πολιτικής, έτσι δεν την καθορίζει αναγκαστικά ούτε η µορφή και το ποιόν του εσωτερικού καθεστώτος.


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 402-405)