Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Η εικόνα του Φρόυντ για το παιδί


Σύμφωνα με τον Φρόυντ, το παιδί έχει πολλές ακοινωνικές παρορμήσεις. Καθώς του λείπει η φυσική δύναμη και η γνώση για να δράσει σύμφωνα με τις παρορμήσεις του, είναι ακίνδυνο και δεν υπάρχει ανάγκη να προστατευθεί κανείς από τις κακές προθέσεις. Αν όμως συγκεντρώσουμε την προσοχή μας περισσότερο στην ποιότητα των επιθυμιών του παρά στην εφαρμογή τους στην πράξη, τότε θα διαπιστώσουμε ότι το μικρό παιδί είναι ένα ακοινωνικό και ανήθικο ον. Αυτό ισχύει κατά πρώτο λόγο για τις σεξουαλικές παρορμήσεις του. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, όλες εκείνες οι σεξουαλικές παρορμήσεις που όταν εμφανίζονται στον ενήλικο ονομάζονται διαστροφές, αποτελούν μέρος της ομαλής σεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού. Στο βρέφος η σεξουαλική ενέργεια (λίμπιντο) έχει επίκεντρο το στόμα, ενώ αργότερα συνδέεται με την αποπάτηση και τελικά καταλήγει να έχει για κέντρο της τα γεννητικά όργανα. Το μικρό παιδί έχει έντονες σαδιστικές και μαζοχιστικές επιθυμίες. Είναι επιδειξίας και κάπως «μπανιστηριτζής».

Δεν είναι ικανό να αγαπήσει κανέναν, αλλά ναρκισσεύεται κι αγαπάει τον εαυτό του αποκλείοντας κάθε άλλον. Είναι έντονα ζηλιάρικο και γεμάτο καταστροφικές παρορμήσεις για τους αντίζηλούς του. Η σεξουαλική ζωή του μικρού αγοριού κυριαρχείται από αιμομικτικές επιθυμίες. Έχουν έντονη σεξουαλική προσήλωση στο γονιό του αντίθετου φύλου και νιώθουν ζήλια για το γονιό του ίδιου φύλου και τον ή την μισούν. Μόνο ο φόβος ανταπόδοσης από μέρους του μισητού αντίζηλου κάνει το παιδί να απωθεί αυτές τις αιμομικτικές επιθυμίες. Ταυτίζοντας τον εαυτό του με τις επιταγές και απαγορεύσεις του πατέρα, το μικρό αγόρι κατανικάει το μίσος του για τον πατέρα και αντικαθιστά αυτό το μίσος με την επιθυμία να του μοιάσει. Η ανάπτυξη της συνείδησης είναι το αποτέλεσμα του «οιδιπόδειου συμπλέγματος».

Η εικόνα που δίνει ο Φρόυντ για το παιδί μοιάζει πάρα πολύ με την εικόνα που δίνει ο Άγιος Αυγουστίνος. Μια από τις κύριες αποδείξεις που δίνει ο Αυγουστίνος για το κληρονομικό αμάρτημα του ανθρώπου είναι ότι τονίζει την κακότητα (την κακή φύση) του μικρού παιδιού. Ο συλλογισμός του είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι από γεννησιμιού του κακός, αφού το παιδί είναι κακό πριν ακόμα του δοθεί η ευκαιρία να μάθει την κακία από τους άλλους και να διαφθαρεί με τα κακά παραδείγματα. Ο Φρόυντ, όπως και ο Αυγουστίνος, δεν τονίζει τις ιδιότητες εκείνες στο παιδί που θα μπορούσαν στο κάτω κάτω να εξουδετερώσουν την παραπάνω εικόνα: τον αυθορμητισμό του παιδιού, την ικανότητα του να αναγνωρίζει τις τάσεις των άλλων ανεξάρτητα από αυτά που λένε, την ακατάπαυστη προσπάθειά του να συλλάβει τον κόσμο. Με άλλα λόγια, όλες εκείνες τις ιδιότητες που μας κάνουν να θαυμάζουμε και να αγαπάμε τα παιδιά, και που δημιούργησαν την ιδέα πως οι παιδικές ιδιότητες που υπάρχουν στον ενήλικο εντάσσονται ανάμεσα στις πιο πολύτιμες αρετές του.

Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που κάνουν τον Φρόυντ να τονίζει με όλη του την έμφαση τις κακές πλευρές του παιδιού. Ένας απ’ αυτούς είναι πως η βικτωριανή εποχή έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ή το μύθο του «αθώου παιδιού». Αυτό με την προϋπόθεση πως το παιδί δεν είχε σεξουαλικές επιθυμίες καθώς και καμιά άλλη ορμή. Όταν ο Φρόυντ κατέρριψε το συμβατικό μύθο, κατηγορήθηκε πως κατασπίλωσε την αθωότητα του παιδιού. […] Είναι αυτονόητο ότι στη μάχη αυτή ο Φρόυντ έφτασε στο άλλο άκρο δίνοντας μια μονόπλευρη εικόνα της κακότητας του παιδιού.

Ένας άλλος λόγος για την τέτοια εκτίμηση του παιδιού από τον Φρόυντ βρίσκεται στο ότι, για τον Φρόυντ, ένα από τα καθήκοντα της κοινωνίας είναι να κάνει τον άνθρωπο να απωθεί τις ανήθικες και ακοινωνικές επιθυμίες του, δημιουργώντας με την απώθηση αυτή γνωρίσματα πολύτιμα από κοινωνική πλευρά. Ο μετασχηματισμός αυτός του κακού σε καλό γίνεται με μηχανισμούς που ο Φρόυντ αποκαλεί «σχηματισμούς αντίδρασης» και «μετουσίωση». Η απώθηση μια κακής παρόρμησης, όπως ο σαδισμός λογουχάρη, οδηγεί στο σχηματισμό μιας αντίθετης παρόρμησης, όπως η καλοκαγαθία, που αποστολή της είναι, να μην επιτρέπει στον απωθημένο σαδισμό να εκφραστεί με τη σκέψη, με την πράξη ή με το αίσθημα. Με τον όρο μετουσίωση ο Φρόυντ αναφέρεται στο φαινόμενο που η κακή παρόρμηση διαχωρίζεται από τους αρχικούς ακοινωνικούς σκοπούς της και χρησιμοποιείται για ανώτερες και πολιτισμικά πολύτιμες επιδιώξεις. Ένα παράδειγμα σχετικό δίνει ένας άνθρωπος που έχει μετουσιώσει τις παρορμήσεις του σε μια πολύτιμη τέχνη της χειρουργικής. Ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι οι αγαθές, γεμάτες αγάπη δημιουργικές παρορμήσεις στον άνθρωπο δεν είναι πρωτεύουσες. Ισχυρίζεται ότι είναι δευτερογενή προϊόντα που δημιουργούνται από την ανάγκη απώθησης των αρχικά κακών επιθυμιών. Η κουλτούρα θεωρείται σαν αποτέλεσμα μιας τέτοιας απώθησης. Στην αρχική του κατάσταση ο «άνθρωπος» του Φρόυντ σε αντιδιαστολή με τον «άνθρωπο» του Ρουσσώ, διακατέχεται από κακές παρορμήσεις. […] Όσο υψηλότερη είναι η πολιτισμική ανάπτυξη, τόσο υψηλότερος είναι ο βαθμός της απώθησης. Ωστόσο, μιας και η ικανότητα του ανθρώπου για σχηματισμούς αντίδρασης και μετουσίωσης είναι περιορισμένη, αυτή η αυξημένη απώθηση συχνά δεν αποδίδει καρπούς. Έτσι ο Φρόυντ υποθέτει πως ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε μια αναπόφευκτη κατάσταση. Όσο υψηλότερη είναι η πολιτιστική εξέλιξη, τόσο περισσότερη απώθηση παρατηρείται και κατά συνέπεια τόσο περισσότερη νεύρωση. […] 

Υπάρχει ένας ακόμα λόγος που κάνει τον Φρόυντ να τονίζει το παράλογο που υπάρχει στο παιδί. Κάνοντας ανάλυση των δικών του ονείρων, του έκανε εντύπωση το ότι ακόμα και σε έναν ομαλό, γεμάτο πνευματική υγεία ενήλικο, είναι δυνατό να υπάρχουν παράλογες επιθυμίες όπως το μίσος, ο φθόνος και η φιλοδοξία […] Ήταν αδιανόητο πως ένας ομαλός, αξιοσέβαστος πολίτης ήταν δυνατό ή μπορούσε να κρύβει μέσα του τις τόσες πολλές «παράφρονες» παρορμήσεις που εκδηλώνει στα όνειρά του. […] Ο Φρόυντ βρήκε μια λύση στη δυσκολία αυτή, υποθέτοντας ότι οι παράλογες επιθυμίες που εμφανίζονταν στο όνειρο, αν και παραμορφωμένες και συγκαλυμμένες από την ανάγκη του ενήλικα να μην αποκτήσει πλήρη επίγνωση τους ακόμα και όταν κοιμόταν.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ, 1975, σελ. 62-66)

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Νίτσε και ψυχανάλυση


Ποια είναι όμως η συνάφεια της φιλοσοφίας του Νίτσε -ενός σοφού, που οι περισσότεροι έχουμε μάθει να τον συνδέουμε με τον μηδενισμό και την καταστροφή- με τα ζητήματα της θεραπευτικής σχέσης; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν το Νίτσε ως θεραπευτή, έναν άνθρωπο που φιλοδοξούσε να θεραπεύσει ολόκληρη την εποχή του από τον μετα-δαρβινικό μηδενισμό του τέλους του 19ου αιώνα. Στο θάνατο του Θεού ο Νίτσε έβλεπε μια ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα νέο σύστημα αξιών, βασισμένο στην επίγεια ζωή κι όχι στην προσδοκία μιας μετά θάνατον ζωής.

Είναι σημαντικό ν’ αντιληφθούμε ότι η καταστροφή δεν ήταν, για τον Νίτσε, παρά ένα στάδιο στη διαδικασία της δημιουργίας, αφού, όπως έγραφε, ο νέος εαυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί παρά στις στάχτες του παλιού. Η νιτσεϊκή ιδέα του Υπεράνθρωπου αφορά το ξεπέρασμα του περιορισμού του εαυτού, την αξιοποίηση των προσωπικών δυνατοτήτων και την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης απέναντι στη ζωή. Ο Υπεράνθρωπος αγαπά τη μοίρα του, την επιλέγει, αγκαλιάζει τα βάσανά του και τα μετατρέπει σε τέχνη και ομορφιά. Έτσι αποκτά μια φιλοσοφική ψυχή και μ’ αυτή την έννοια αντιπροσωπεύει το επόμενο στάδιο της ανθρώπινης εξέλιξης. Ο άνθρωπος, κατά τον Νίτσε, οφείλει να κατακτήσει τον εαυτό του μετά από μια εσωτερική διαδικασία αυτοπραγμάτωσης. Ο Νίτσε τόνιζε συχνά τη σημασία της συμφιλίωσης του ατόμου με την ανθρώπινη μοίρα, με τη βαθύτερη υπαρξιακή, έννοια του όρου. Είναι χαρακτηριστικό το σύνθημα του, «Ότι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό». Ο εξελιγμένος άνθρωπος οφείλει, κατά τον Νίτσε, να μπορέσει να κοιτάξει κατάματα αυτή τη μοίρα και να απελευθερωθεί αντέχοντας αυτή τη γνώση.

Παρόλο που ο Νίτσε ποτέ δεν αναφέρθηκε στην ιατρική ή την ψυχιατρική, πίστευε ότι οι φιλόσοφοι-θεραπευτές πρέπει να θεραπεύσουν πρώτα τον εαυτό τους προκειμένου να βοηθήσουν τους άλλους. Θεωρούσε επίσης ότι, ενώ η πλήρης αυτογνωσία μπορεί να μην είναι επιτεύξιμη, οι θεραπευτές μπορούν να οδηγήσουν τους ασθενείς τους μακρύτερα από το σημείο όπου έχουν φτάσει οι ίδιοι.

Ο Γιάλομ, έχοντας μελετήσει το έργο αλλά και τις επιστολές του Νίτσε, τον φαντάζεται ως θεραπευτή φιλόδοξο, απόλυτο και ασυμβίβαστο. Δεν κάνει παραχωρήσεις, περιμένει απ’ τον συνομιλητή του ν’ αντιμετωπίσει μόνος του την αλήθεια για τον εαυτό του  και την υπαρξιακή του κατάσταση, σε αντίθεση με τον ηπιότερο, πιο συμβιβασμένο με τα ανθρώπινα μέτρα, γιατρό Γιόζεφ Μπρόιερ. Είναι μεγάλη η μαεστρία του Γιάλομ, που αποδίδει συμπληρωματικά γνωρίσματα, σε επίπεδο προσωπικότητας, χαρακτήρα και κοσμοθεωρίας, στο δίδυμο των θεραπευόμενων – θεραπευτών Μπρόιερ και Νίτσε.

Είναι βέβαιο ότι ο Νίτσε δεν γνώριζε το έργο του Φρόυντ. […] Στο δοκίμιο του για τη συγγραφή του Όταν έκλαψε ο Νίτσε, ο Γιάλομ αναφέρει ότι το 1908 η Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης αφιέρωσε δύο ολόκληρες συνεδριάσεις στο Νίτσε, στη διάρκεια των οποίων ο ίδιος ο Φρόυντ αναγνώρισε -όπως φαίνεται από τα δημοσιευμένα πρακτικά- πως ο Νίτσε είχε φτάσει σε διαπιστώσεις εντυπωσιακά όμοιες μ’ εκείνες των συστηματικών ερευνών της ψυχανάλυσης, ενώ η Εταιρεία απέδωσε στον Νίτσε την πρωτιά στην ανακάλυψη της κάθαρσης, της απώθησης, της σημασίας της λήθης, της καταφυγής στην αρρώστια, ως ένδειξης υπερβολικής ευαισθησίας του ατόμου στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν στη ζωή, και της σπουδαιότητας των ενστίκτων –τόσο των σεξουαλικών όσο και των σαδιστικών. Πολύ αργότερα, όταν η Γκεστάπο ανάγκασε τον Φρόυντ να εγκαταλείψει τη Βιέννη αφήνοντας πίσω του το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοθήκης του, εκείνος επέλεξε να πάρει μαζί του στο Λονδίνο την πλήρη σειρά των βιβλίων του Νίτσε, που του είχε δωρίσει ο ψυχαναλυτής Όττο Ρανκ.

Από την εισαγωγή των Ε. Ανδριτσάνου και Γ. Ζέρβα στο Irvin D. YaIon: Όταν έκλαψε ο Νίτσε

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, 2001)

*


Το βιβλίο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» εκδόθηκε το 1992. Ο Yalom μας μεταφέρει στη Βιέννη του 19ου αιώνα. 

Ο εύπορος γιατρός Γιόζεφ Μπρόιερ, δέχεται μια επιστολή, όπου μια γυναίκα γράφει σε έντονο ύφος ότι πρέπει να τη βοηθήσει. Αφού συναντώνται, η θυελλώδης γυναίκα, ονόματι Λου Σαλομέ, του ζητά να γιατρέψει έναν φίλο της (τον Νίτσε), καθηγητή φιλοσοφίας, από την κατάθλιψη και από την τάση να αυτοκτονήσει. Μόνο που ο ασθενών δεν θα πρέπει να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, αλλά να θεωρεί πως ακολουθεί αγωγή για άλλους λόγους, όπως για τις ημικρανίες του. Ο Μπρόιερ δέχεται να αναλάβει τον «περίεργο» ασθενή. 

Μετά τα πρώτα ραντεβού, κάθε βράδυ που γυρνάει στο σπίτι, αφού τρώει με την οικογένειά του, συζητά με τον νεαρό μαθητευόμενό του, Ζίγκμουντ Φρόυντ, την ιδιάζουσα περίπτωση του ασθενούς. 

Ο Μπρόιερ ζητά από τον Νίτσε να κάνουν μια ανταλλαγή: ο  γιατρός θα κουράρει το σώμα του φιλοσόφου και ο φιλόσοφος θα ελευθερώσει το μυαλό του γιατρού από τις αλλότριες σκέψεις. Μια χαρακτηριστική σκηνή από την ομώνυμη ταινία του 2007 στην οποία ο Νίτσε αναλαμβάνει το ρόλο του θεραπευτή:

video




Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Η εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας 1820 - 1992


Αν θεωρήσουμε την ένδειξη της οικονομικής δραστηριότητας από το 1820 μέχρι τις μέρες μας, θα διαπιστώσουμε πως αυτή δεν ήταν ομοιόμορφη ούτε ακολουθούσε σταθερούς ρυθμούς. Ο Άγκνου Μάντισον (1982) αναγνώρισε πέντε διαφορετικές φάσεις, η κάθε μια εκ των οποίων έχει τα δικά της χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις άλλες. Οι φάσεις αυτές είναι οι εξής: 1820-1870, 1870-1913, 1913-1950, 1950-1973 και 1973 ως σήμερα. Αυτός ο διαχωρισμός σε περιόδους δεν έγινε βάσει θεωρητικών τοποθετήσεων, αλλά σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε για την κάθε περίοδο και με το δείκτη ανάπτυξης (ΑΕΠ ή ΑΕΠ κατά κεφαλή) που τις χαρακτηρίζει. […]

Μια πρώτη παρατήρηση είναι πως οι κύκλοι αυτοί έχουν την τάση να συρρικνώνονται, πράγμα που ίσως να προεικάζει μια «επιτάχυνση της ιστορίας». Σε ότι αφορά τις δυτικές χώρες, οι ετήσιοι δείκτες ανάπτυξης του ΑΕΠ ανά κάτοικο (σε ποσοστό) ήταν 1,0 για την περίοδο 1820-1870, 1,3 για την περίοδο 1870-1913, 0,9 για την περίοδο 1913-1950, 3,9 για την περίοδο 1973-1992, δηλαδή 1,8 για τη συνολική περίοδο 1820-1992.

Όσο για τα χαρακτηριστικά της κάθε φάσης, η 1η περίοδος (1820-1870) αντιστοιχεί στη σταδιακή εκβιομηχάνιση της εξεταζόμενης γεωγραφικής ζώνης. Η περίοδος αυτή, […] χαρακτηρίζεται και από την απελευθέρωση του εξωτερικού εμπορίου. Αυτό αναπτύχθηκε τέσσερις φορές γρηγορότερα από την παγκόσμια παραγωγή.

Η 2η περίοδος (1870-1913) ήταν σχετικά ήρεμη και χαρακτηρίζεται από μεγάλη ευμάρεια, εξαιτίας της παγκόσμιας διάδοσης της τεχνολογίας, της μεγάλης κινητικότητας των συντελεστών της παραγωγής (κεφάλαιο, ανθρώπινο δυναμικό) και των εξελίξεων στις επικοινωνίες και τις μεταφορές. Στις περισσότερες χώρες υπήρχαν φιλελεύθερες κυβερνήσεις, […] (που) είχαν υιοθετήσει τον κανόνα του χρυσού και ένα καθεστώς σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η 3η περίοδος (1913-1950) ήταν τραγική και σημαδεύτηκε από δύο παγκόσμιους πολέμους και μια οικονομική κρίση επίσης παγκόσμιας εμβέλειας. […] Η ελευθερία των συναλλαγών αντικαταστάθηκε από τον προστατευτισμό και η φιλελεύθερη οικονομία έδωσε τη θέση της στην οικονομία του πολέμου, και αργότερα, στην κατευθυνόμενη οικονομία. […] Μια ανακατανομή του πλούτου και της οικονομικής ισχύος που ωφέλησε τις ΗΠΑ αφού, αφενός, το έδαφός της βγήκε αλώβητο απ’ τους δύο πολέμους και αφετέρου, έθεσαν στην υπηρεσία του πολέμου όλα τα μάσα της παραγωγικής τους μηχανής. […] ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες κατέληξαν να είναι κατά πολύ φτωχότερες.

Η 4η περίοδος (1950-1973)  […] ήταν μια φάση ανάκαμψης που αποτέλεσε για τους Δυτικοευρωπαίους μια πραγματική χρυσή εποχή της οικονομικής ιστορίας. Βασικά χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου είναι η αλματώδης ανάπτυξη της οικονομίας, το ξεκίνημα του «ψυχρού πολέμου», η αλληλεγγύη μεταξύ δυτικοευρωπαϊκών χωρών και των ΗΠΑ που εκφράστηκε με την υπογραφή του Σχεδίου Μάρσαλ και την προθυμία των αμερικανικών κυβερνήσεων να αναλάβουν πλανητικές ευθύνες. […] Αυτή η προσπάθεια οδήγησε στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας (ΕΟΣΑ) και αργότερα ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ). […] Επιπλέον, την εν λόγω περίοδο εφαρμόστηκαν ευρέως οι πολιτικές κοινωνικού προστατευτισμού, του λεγόμενου «κράτους πρόνοιας» και, γενικότερα πολιτικές συνολικής ζήτησης που ήταν κυρίως επηρεασμένες από τον Κέινς. Έτσι, τέθηκαν σε λειτουργία μηχανισμοί «αυτόματων σταθεροποιητών» και πολιτικές συγκυριακής σταθεροποίησης, στο βαθμό που η έννοια του οικονομικού έφθασε να θεωρείται ξεπερασμένη μιας και στο εξής μόνο οι ρυθμοί ανάπτυξης μεταβάλλονταν, χωρίς να παύουν να είναι θετικοί. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έγινε το μεγάλο άνοιγμα των οικονομικών συνόρων μεταξύ των κρατών, […] Εν ολίγοις, η μεγάλη πορεία προς την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας είχε αρχίσει […]

Η 4η περίοδος (1973-1994) ξεκίνησε δυσοίωνα, δηλαδή με τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις που ακολούθησαν τον πόλεμο του Κιπούρ και την ισλαμική επανάσταση του Ιράν (1973 και 1979). […] Οι χώρες υψηλής κατανάλωσης πετρελαίου βρέθηκαν ξαφνικά να χρεώνονται με τεράστια ποσά, πράγμα που επιβάρυνε σημαντικά τα εξωτερικά ισοζύγια και ανέβασε τα κόστη παραγωγής. Στις χώρες της ΕΟΚ, η προτεραιότητα πλέον ήταν να σταθεροποιηθούν οι τιμές. Για το σκοπό αυτό, το σημείο αναφοράς σε σχέση με το οποίο τα κράτη μέλη χάραξαν την οικονομική πολιτική τους, ήταν το γερμανικό μάρκο: η οικονομική πολιτική της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρούταν στην Ευρώπη πρότυπο σωστής διαχείρισης. […]

Η καινούργια συγκυριακή πολιτική, που σήμαινε την εγκατάλειψη των κεινσιανών πολιτικών της ανάκαμψης, ήταν ο προάγγελο της πολιτικής των κοινού νομίσματος που υιοθετήθηκε το 1992 με τη συνθήκη του Μάαστριχτ. […]

Οι καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης θα ασκούσαν στο εξής μια πολιτική σταθερότητας των τιμών, που είχαν δεσμευτεί να ακολουθήσουν βάση της συνθήκης του Μάαστριχτ, συνεχίστρια της οποίας στα ζητήματα προϋπολογισμού ήταν η συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία περιλάμβανε και ένα «σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης».

Έτσι λοιπόν εφαρμόστηκε ένα κοινό νόμισμα, το ευρώ. […]

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαδοχή των φάσεων αυτών θα ήταν χρήσιμο να στραφούμε στην υπόθεση που διατύπωσε ο Κοντράτιεφ και στη συνέχεια ο Σουμπέτερ, την περίοδο του μεσοπολέμου: αυτή των μακροχρόνιων κύκλων.


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 45-51)

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η απελευθέρωση του «καπιταλισμού»


Ο Κομφούκιος συνήθιζε να λέει πως, αν ήταν αυτοκράτορας της Κίνας, το πρώτο διάταγμα που θα ’βγαζε θα καθόριζε την έννοια των λέξεων. Αυτή είναι πραγματικά η πρώτη προτεραιότητα σ’ όλους τους τομείς, ακόμα και στην πολιτική. […]

Την λέξη καπιταλισμός την είχα πολύ καιρό περιφρονήσει, ακόμα και μισήσει: ήμουν νέος και παρασυρόμουν από τους κομφορμισμούς της χώρας μου και της εποχής μου. Οι Γάλλοι διανοούμενοι ήταν όλοι αντικαπιταλιστές, και όσοι Γάλλοι ήταν καπιταλιστές ντρέπονταν γι’ αυτή τους την ιδιότητα. Δεν υπάρχει υψηλότερη και πιεστικότερη αποστολή για έναν καλλιτέχνη, ιδιαίτερα για ένα συγγραφέα, από το να ξεσκεπάσει, να καταγγείλει και να καταπολεμήσει τους κομφορμισμούς. Ο κίνδυνος του κομφορμισμού είναι ότι αποτελεί μια διανοητική ασθένεια όπως η τρέλα: αυτός που την έχει δεν ξέρει πως είναι άρρωστος. Όλες οι «ιστορίες τρελών» στρέφονται γύρω απ’ αυτή την έλλειψη επίγνωσης. Έτσι και ο κομφορμιστής αγνοεί πως είναι κομφορμιστής. Έργο του συγγραφέα, εκείνου που θέλει να διαμορφώσει την εποχή του, είναι να κάνει τον κομφορμιστή να συνειδητοποιήσει τον κομφορμισμό του. Η διαδικασία είναι το ίδιο μακροχρόνια και δύσκολη όσο και μια ψυχαναλυτική θεραπεία. []

Έτσι και οι λέξεις: λιγάκι σαν χειράμαξες, που χρησίμευαν για να μεταφέρει κανείς οτιδήποτε, από κοπριά μέχρι ράβδους χρυσού. Γι’ αυτό άλλωστε έχει σημασία να τις ορίζει κανείς προσεκτικά και να μην μπερδεύει το μέσο μεταφοράς με το μεταφερόμενο αντικείμενο. […]

Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί πως οι λέξεις είναι «σκληρά καρύδια», πως έχουν γερές πλάτες, πως μένουν ίδιες ανάμεσα σε εκατό μεταμφιέσεις που τους κάνουν μερικές φορές. Αν έπρεπε να περιφρονεί κανείς, να μισεί, να εγκαταλείπει τις λέξεις εξαιτίας των εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί στ’ όνομά τους, νομίζω πως θα ’πρεπε πάντως να εγκαταλείψει τις λέξεις «Θεός» και «Ελευθερία». Τι να πει κανείς για τη λέξη «σοσιαλισμός»; Εξαιτίας του αριθμού των θυμάτων που είχε, του «γκούλαγκ» που δημιούργησε, της υποδούλωσης τόσων λαών που πραγματοποίησε, των λιμών που προκάλεσε, των ψευδών που κάλυψε και εξακολουθεί να καλύπτει, θα ’πρεπε να εμπνέει μεγαλύτερη φρίκη απ’ τη λέξη «ναζισμός». Άλλωστε – και δεν πρέπει να το ξεχνάμε – η λέξη «ναζισμός» δεν είναι παρά σύντμηση του εθνικοσοσιαλισμού. […]   

Στις δυτικοευρωπαϊκές μας κοινωνίες, ο «καπιταλισμός» μένει πάντα ύποπτος για τις χειρότερες κακοήθειες, ενώ ο σοσιαλισμός ακτινοβολεί ακόμα από ελπίδα. Αυτή η ακτινοβολία απλώνεται πέρα κι από την Ευρώπη. Ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος κερδήθηκε περισσότερο από την καπιταλιστική Αμερική παρά από τη σοσιαλιστική Γαλλία. Κι όμως, στην ψυχή των λαών, ποιον ωφέλησε περισσότερο αυτή η νίκη; Οπωσδήποτε τον σοσιαλισμό. Γι’ αυτό και υπάρχει ένας τόσο εντυπωσιακός αριθμός νέων καθεστώτων που γεννήθηκαν απ’ τον πόλεμο και την κατάργηση της αποικιοκρατίας, σ’ όλη την επιφάνεια της γης, και που αυτοανακηρύχθηκαν «σοσιαλιστικά». Είναι αλήθεια πως υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις κρατών που όχι μόνο υιοθέτησαν τον καπιταλισμό, αλλά τον προσάρμοσαν στα παραδόσεις τους και την εθνική τους ιδιοφυΐα  Η επιτυχία τους θαμπώνει τα βλέμματα όλων: είναι η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, το Χονγκ Κονγκ, η Φορμόζα, η Σιγκαπούρη κ.λπ.

Κι όμως, κάποια διαβολική αιτία κάνει ώστε αυτέ οι εξαιρέσεις, όσο εκθαμβωτικές κι αν είναι, να μη μας φαίνονται, άξιες για παραδειγματισμό. Μάλλον τις φοβόμαστε, σα να πρόκειται για μοιραία φαντάσματα. Χωρίς κανείς να μας εξηγήσει ποτέ το πώς και το γιατί, αποφασίσαμε μια για πάντα ότι, παρ’ όλες τις αναμφισβήτητες επιτυχίες τους, αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι αφοσιωμένες στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. […]  

Ακριβώς όπως υπάρχουν χώρες που κυριεύτηκαν από έναν εχθρικό στρατό ή από ένα εχθρικό καθεστώς, […] μπορεί κανείς να πει πως υπάρχουν λέξεις που έχουν κυριευθεί και περιμένουν την απελευθέρωσή τους.  […]

D. L. Bruckberger, Ο καπιταλισμός

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ, 1985, σελ. 15-19)

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Η πολιτική ως αρχιτεκτονική της κοινωνίας


Αν λοιπόν υπάρχει κάποιος σκοπός των πράξεων που τον θέλομε δι’ εαυτόν ενώ τους άλλους χάριν αυτού, και δεν τα επιδιώκουμε όλα για κάτι άλλο (γιατί αυτό θα ήταν πρόβαση επ’ άπειρον, ώστε η ψυχική τάση μας να είναι χωρίς αντικείμενο και μάταιη), φανερόν ότι αυτό θα είναι το αγαθό και το άριστο. Άραγε λοιπόν η γνώση αυτού έχει μεγάλη επιρροή και για τη ζωή, ώστε παρόμοια προς τοξότες με καθορισμένο στόχο να επιτυχαίνομαι πιο εύκολα ότι πρέπει; αν είναι λοιπόν έτσι, ας προσπαθήσουμε να συλλάβομε τυπολογικά την όποια του υπόσταση και σε ποιαν από τις επιστήμες ή τις δυνάμεις ανήκει. Αξίζει δε να θεωρηθεί ως ίδιο της κυριωτάτης και της μάλιστα αρχιτεκτονικής· και ως τέτοια καταφαίνεται η πολιτική· γιατί αυτή διακαθορίζει ποιες από τις επιστήμες είναι χρεία να υπάρχουν στις πόλεις και ποιου είδους επιστήμες πρέπει να μαθαίνουν οι διάφορες ομάδες πολιτών και ως ποιο σημείο. Βλέπομε δε και τις πιο διάσημες δυνάμεις να είναι υποταγμένες σ’ αυτήν, όπως τη στρατηγική, την οικονομική, τη ρητορική. Εφόσον δε αυτή χειρίζεται τις υπόλοιπες επιστήμες, και προσέτι νομοθετεί για τα πρακτέα, ο σκοπός αυτός θα συμπεριέχει τους σκοπούς των άλλων, ώστε αυτός θα είναι το ανθρώπινο αγαθό.

[…]

Γι’ αυτό και ο νέος δεν είναι ακροατής οικείος της πολιτικής· γιατί δεν έχει εμπειρία στις πράξεις της ζωής, οι διαλογισμοί δε (της πολιτικής) ξεκινούν από αυτές και είναι γι’ αυτές· επιπλέον, καθώς είναι μάλλον επιρρεπής στα πάθη, μάταια και ανώφελα θα τους ακροασθεί, καθώς ο σκοπός είναι όχι η γνώση, αλλά η πράξη. Δεν έχει δε (σ’ αυτό) καμιά διαφορά αν είναι νέος στην ηλικία ή στο ήθος νεαρός· γιατί δεν είναι ζήτημα χρόνου η έλλειψη αυτή, αλλά αιτία έχει ότι ζει κάποιος και επιδιώκει το κάθε τι με παρόρμηση του από το πάθος. Στους ανθρώπους με τέτοιο χαρακτήρα, καθώς και στους ακρατείς, η γνώση γίνεται δίχως όφελος, ενώ σε όσους διαμορφώνουν τις επιθυμίες τους και συμπεριφέρονται σύμφωνα προς τις υποχρεώσεις του Λόγου, θα είναι πολλαπλά ωφέλιμο να γνωρίζουν περί αυτών.


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣΕΠΙΛΕΚΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

(ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ, 2004, σελ. 69-71)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Όλη η τέχνη είναι εντελώς άχρηστη


Ο καλλιτέχνης είναι ο δημιουργός ωραίων πραγμάτων.

Σκοπός της τέχνης είναι να αποκαλύπτει τον εαυτό της και να κρύβει τον καλλιτέχνη.

Κριτικός είναι αυτός που μπορεί να μεταφράζει με έναν άλλο τρόπο ή σ’ ένα νέο υλικό την εντύπωση που του δημιουργούν τα ωραία πράγματα. Η υψηλότερη, όπως και η κατώτερη, μορφή κριτικής είναι η αυτοβιογραφία.

Εκείνοι που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι κακό.

Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι οι καλλιεργημένοι. Γι’ αυτούς υπάρχει ελπίδα.

Υπάρχουν οι εκλεκτοί για τους οποίους τα ωραία πράγματα σημαίνουν μόνο ομορφιά.

Δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο.

[…]

Η ηθική ζωή του ανθρώπου αποτελεί μέρος του υλικού που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης, αλλά η ηθικότητα της τέχνης συνίσταται στην τέλεια χρήση ενός μέσου που δεν είναι τέλειο. Κανένας καλλιτέχνης δεν επιθυμεί να αποδείξει κάτι. Ακόμη και τα πράγματα που είναι αληθινά, μπορούν να αποδειχθούν. 

Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει ηθικές συμπάθειες. Μια ηθική συμπάθεια σ’ έναν καλλιτέχνη αποτελεί ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους. Ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί ποτέ να είναι νοσηρός. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράσει τα πάντα. 

Η σκέψη και η γλώσσα είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του. Η κακία και η αρετή είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του.

Από την άποψη της μορφής, ο τύπος για όλες τις τέχνες είναι η τέχνη της μουσικής. Από την άποψη του αισθήματος, πρότυπο είναι η τέχνη του ηθοποιού.

Όλη η τέχνη είναι συγχρόνως επιφάνεια και σύμβολο. Εκείνοι που προχωρούν πέρα από την επιφάνεια, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο. Εκείνοι που διαβάζουν το σύμβολο, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.

Είναι ο θεατής, και όχι η ζωή, αυτό που αντικαθρεπτίζει στην πραγματικότητα η τέχνη.

Ο διχασμός των απόψεων πάνω σ’ ένα έργο τέχνης δείχνει ότι το έργο είναι νέο, πολυσύνθετο και σφριγηλό. Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό του.

Μπορούμε να συγχωρήσουμε έναν άνθρωπο γιατί έκανε ένα χρήσιμο πράγμα, στο βαθμό που δεν το θαυμάζει. Η μόνη δικαιολογία για να κάνει κάποιος ένα άχρηστο πράγμα είναι ότι το θαυμάζει απεριόριστα.

Όλη η τέχνη είναι εντελώς άχρηστη[1]


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2006, πρόλογος)



[1] Μια πολυσυζητημένη περίληψη των αισθητικών απόψεων του Γουάιλντ. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση στο τεύχος του Μαρτίου του 1891.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Η θεωρία των μακροχρόνιων οικονομικών κύκλων


Σχετικά με το θέμα των οικονομικών κύκλων, ήδη από το 1912, ο Σουμπέτερ ισχυριζόταν πως η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας οφειλόταν στις ανισορροπίες που επέφερε η καινοτομία. Η ισορροπία δεν μπορεί παρά να αναλογεί σε μια στάσιμη οικονομία. Βασικά χαρακτηριστικά, όμως, των καπιταλιστικών οικονομιών είναι ο δυναμισμός τους, το γεγονός πως δεν παραμένουν ποτέ στάσιμες. Η καινοτομία είναι το στοιχείο εκείνο που προκαλεί ανισορροπία και που, ταυτόχρονα, τις κάνει να προχωρούν μπροστά. Υπενθυμίζουμε ότι η βιομηχανική επανάσταση περιγράφηκε σαν μια σειρά από αποκατεστημένες ανισορροπίες. Σύμφωνα με τον Σουμπέτερ, η καινοτομία θα πρέπει να χρηματοδοτείται προτού ο επιχειρηματίας αποκομίσει κέρδη απ’ αυτήν. Η χρηματοδότηση αυτή συνήθως εξασφαλίζεται από την πίστωση που παρέχουν οι τράπεζες. Όσο για τις ίδιες τις καινοτομίες, αυτές εφαρμόζονται από τον ένα κλάδο στον άλλο, γεννώντας νέες καινοτομίες. Είναι προφανές ότι, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι κίνδυνοι είναι πολλοί αφού τίποτε δεν είναι λίγο προβλέψιμο από τις πιθανότητες που έχει κάποια καινοτομία να επιτύχει […]

Στο σύγγραμμα του Επιχειρηματικοί Κύκλοι (1939), ο Σουμπέτερ στράφηκε σε μια πιο μακροσκοπική θεώρηση. Υποστήριζε πως αν κανείς παρακολουθήσει την οικονομική συγκυρία σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, θα διακρίνει ένα συνδυασμό από τρία είδη κύκλων. Οι κύκλοι Κίτσιν (διάρκειας σαράντα μηνών) αντιστοιχούν στις κινήσεις των αποθεμάτων. Περιέχονται μάλιστα στο εσωτερικό των κύκλων Ζιγκλάρ [από το όνομα του Γάλλου οικονομολόγου Κλεμέν Ζιγκλάρ (1819-1905) ο οποίος για πρώτη φορά εντόπισε την ύπαρξή τους] οι οποίοι μέχρι τότε είχαν μονοπωλήσει σχεδόν το ενδιαφέρον των οικονομολόγων. Αυτοί διαρκούν κατά μέσο όρο γύρω στα δέκα χρόνια και συνήθως αποδίδονται στις κινήσεις κεφαλαίου που προκαλούν οι παραγωγικές επενδύσεις. […] Η ιδέα που διέπει τις περισσότερες αναλύσεις των κύκλων είναι ότι οι επενδύσεις υπερβαίνουν πάντοτε τους αρχικούς στόχους καθιστώντας αναπότρεπτη κάποια διορθωτική κίνηση, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις μπορεί να ξεσπάσει έκρηξη κερδοσκοπίας οπότε η διορθωτική κίνηση θα είναι ακόμη ισχυρότερη. Εν κατακλείδι, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς αυτή την υπέρβαση, και η ιστορία της καπιταλιστικής οικονομίας παρουσιάζει συνέχεια τέτοιες διακυμάνσεις.

Ο Σουμπέτερ στην ουσία επαναδιατύπωσε και εμβάθυνε τις θέσεις ενός Ρώσου οικονομολόγου του Νικολάι Κοντράτιεφ (1892-1931) ο οποίος πίστευε ότι είχε ανακαλύψει την ύπαρξη μακροχρόνιων διακυμάνσεων της οικονομικής δραστηριότητας, κύκλων διάρκειας σαράντα περίπου ετών οι οποίοι περιέχουν τους κύκλους Ζιγκλάρ. Ο Σουμπέτερ υποστήριζε πως οι μακροχρόνιοι αυτοί κύκλοι αντιστοιχούν στις σημαντικότερες καινοτομίες. […]

Ο Σουμπέτερ δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ακριβής στη χρονολόγηση του κύκλου Κοντράτιεφ. […] Παρά τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τους εξής κύκλους: o 1ος κύκλος Κοντράτιεφ (1785-1845) αντιστοιχεί στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας ήταν η υδραυλική ενέργεια, η κλωστοϋφαντουργία και η σιδηρουργία. Ο 2ος κύκλος Κοντράτιεφ (1845-1900) αντιστοιχεί στην εποχή του ατμού, του σιδηροδρόμου και του χάλυβα. Ο 3ος κύκλος Κοντράτιεφ (1900-1950) χαρακτηρίζεται από την ηλεκτρική ενέργεια, τη χημική βιομηχανία και τον κινητήρα εσωτερική καύσης. Ο 4ος κύκλος (1950-1990) επέδειξε την πετροχημική βιομηχανία, την ηλεκτρονική και την αεροναυπηγική. Συχνά λέγεται πως το 1990 ξεκίνησε ο 5ος κύκλος του Κοντράτιεφ ο οποίος αντιστοιχεί στην εξέλιξη των ψηφιακών δικτύων, του λογισμικού και των καινούργιων μέσων μαζικής επικοινωνίας. Ο κύκλος αυτός αναμένεται να κλείσει γύρω στο 2020. Ωστόσο, δεν θα πρέπει κανείς να παίρνει κατά γράμμα τις προβλέψεις που προκύπτουν μέσα από αυτή τη θεωρία, μιας και δεν βασίζονται σε αδιάσειστα στατιστικά στοιχεία. Παρ’ όλο αυτή η υπόθεση των κύκλων μας προσφέρει χρήσιμες τάξεις μεγέθους. […] οι κύκλοι Κοντράτιεφ γίνονται όλο και πιο σύντομοι όσο διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Ο 1ος διήρκεσε εξήντα χρόνια. Οι επόμενοι διαρκούν, αντίστοιχα, πενήντα πέντε, πενήντα, σαράντα και τριάντα χρόνια, φαινόμενο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Επιτάχυνση της Ιστορίας».


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 52-55)

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Τα πέντε στάδια του θανάτου



Ο House ανακαλύπτει ότι η Cameron, αρνούμενη να παραδεχτεί την μη αναστρέψιμη κατάσταση μιας ασθενούς της δεν την ενημερώνει ότι πεθαίνει, αλλά, περνάει η ίδια τα πέντε στάδια του θανάτου:

Άρνηση, Οργή, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη, Αποδοχή

Από το πρώτο επεισόδιο (Acceptance) της δεύτερης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς Ιατρικές Υποθέσεις (House M.D.):

video

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Απόκρυψε τις προθέσεις σου


Να μην αποκαλύπτεις ποτέ τα κίνητρα των πράξεων σου, ώστε οι γύρω σου να βρίσκονται στο σκοτάδι και να αμφιβάλλουν για το τι πρόκειται να κάνεις. Αν δεν έχουν καμία ένδειξη για τους σκοπούς σου, δεν μπορούν να πάρουν αμυντικά μέτρα. Αποπροσανατόλισέ τους όσο περισσότερο μπορείς, ρίξε στάχτη στα μάτια τους και όταν πια συνειδητοποιήσουν τις προθέσεις σου θα είναι πολύ αργά.

Το 1850 ο νεαρός Ότο φον Μπίσμαρκ, τριάντα πέντε ετών, ήταν βουλευτής της πρωσικής βουλής και βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή της καριέρας του. Τα θέματα της ημέρας περιελάμβαναν την ενοποίηση των πολλών κρατών (και της Πρωσίας) στα οποία ήταν διαιρεμένη τότε η Γερμανία και τον πόλεμο εναντίον της Αυστρίας. Η Αυστρία, ο ισχυρός γείτονας στα νότια σύνορα, έλπιζε ότι τα κράτη της Γερμανίας θα παρέμεναν αδύναμα και σε περίπτωση που επιχειρούσαν να ενωθούν απειλούσε ότι θα επέμβαινε. Ο πρίγκιπας Γουίλιαμ, ο επόμενος στη γραμμή διαδοχής του πρωσικού θρόνου, ήταν υπέρ του πολέμου και η βουλή η οποία τον υποστήριζε ήταν έτοιμη να υποστηρίξει οποιαδήποτε κινητοποίηση στρατευμάτων. Οι μόνοι που αντιτάσσονταν στην ιδέα του πολέμου ήταν ο βασιλιάς, ο Φρειδερίκος Γουίλιαμ ο 4ος, και οι υπουργοί του, οι οποίοι προτιμούσαν να συμβιβαστούν με τους ισχυρούς Αυστριακούς.

Από την αρχή μέχρι το τέλος της καριέρας του ο Μπίσμαρκ υπήρξε ένας πιστός και ένθερμος υποστηρικτής της πρωσικής υπεροχής και ισχύος. Ονειρευόταν να ενώσει τη Γερμανία, να πολεμήσει εναντίον της Αυστρίας και να ταπεινώσει τη χώρα αυτή, η οποία είχε κρατήσει τη Γερμανία διαιρεμένη για τόσο μεγάλο διάστημα. Σαν πρώην στρατιώτης έβλεπε τον πόλεμο ως μια ένδοξη υπόθεση. Όπως και να το κάμουμε, αυτός ήταν ο άνθρωπος που χρόνια αργότερα θα έλεγε: «Τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής θα απαντηθούν όχι με λόγους και ψηφίσματα, αλλά με σίδερο και αίμα».

Αν και ήταν παθιασμένος πατριώτης και λάτρης της στρατιωτικής ισχύος ο Μπίσμαρκ εκφώνησε ένα λόγο στη Βουλή, στο αποκορύφωμα του πολεμικού πυρετού, ο οποίος εξέπληξε όσους τον άκουσαν. «Αλλοίμονο στον πολιτικό», είπε, «ο οποίος κάνει πόλεμο χωρίς κάποιο λόγο ο οποίος θα ισχύει και αφού τελειώσει ο πόλεμος! Μετά τον πόλεμο, όλοι θα δείτε αυτά τα ερωτήματα με άλλο μάτι. Θα έχετε τότε το κουράγιο να στραφείτε στον αγρότη που σκέφτεται τις στάχτες του αγροκτήματος του, στον άντρα που θα σακατευτεί, στον πατέρα που θα χάσει τα παιδιά του;» Ο Μπίσμαρκ όχι μόνο συνέχισε να μιλάει για το παράλογο αυτού του πολέμου, αλλά το πιο περίεργο απ’ όλα, επαίνεσε την Αυστρία και δικαιολόγησε τις ενέργειες της. Κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο με ότι αντιπροσώπευε. Οι συνέπειες ήταν άμεσες. […] Τελικά επικράτησε η άποψη του Βασιλιά και των υπουργών του και απετράπη ο πόλεμος.

Μερικές εβδομάδες μετά τον περιβόητο λόγο του Μπίσμαρκ, ο βασιλιάς ευγνώμων απέναντι του διότι είχε μιλήσει υπέρ της ειρήνης, τον έκανε υπουργό. Μερικά χρόνια αργότερα έγινε πρωθυπουργός της Πρωσίας. Τελικά με την ιδιότητά του αυτή, οδήγησε τη χώρα του και το φιλειρηνικό βασιλιά σε πόλεμο κατά της Αυστρίας, κατατροπώνοντας την πρώην αυτοκρατορία και δημιουργώντας ένα ισχυρό γερμανικό κράτος με την Πρωσία επικεφαλής.

Ερμηνεία 

Την εποχή που εκφώνησε το λόγο του, το 1850, ο Μπίσμαρκ έκανε αρκετούς υπολογισμούς. Πρώτον, αντιλήφθηκε ότι οι πρωσικές ένοπλες δυνάμεις […] δεν ήταν έτοιμες για πόλεμο. […] Δεύτερον, αν ο πόλεμος κατέληγε σε ήττα και ο Μπίσμαρκ τον είχε υποστηρίξει, θα διακινδύνευε την καριέρα του. […] Ο Μπίσμαρκ σίγουρα ήταν ένας από τους εξυπνότερους πολιτικούς που έζησαν ποτέ, ένας αριστοτέχνης της στρατηγικής και του δόλου. Κανείς δεν μπόρεσε να υποπτευθεί τι σχεδίαζε σε αυτή την περίπτωση. Αν είχε ανακοινώσει τις πραγματικές του προθέσεις και ισχυριζόταν ότι θα ήταν καλύτερα να περίμεναν τώρα και να πολεμούσαν αργότερα, δεν θα κατάφερνε να επιβάλλει την άποψή του, από τη στιγμή που οι περισσότεροι πρώσοι ήθελαν πόλεμο και πίστευαν, λανθασμένα, ότι ο στρατός τους ήταν ανώτερος από τον στρατό των Αυστριακών. [Με το να είναι τελείως ανειλικρινής και με το να φέρεται παραπλανητικά, κατάφερε και τους εξαπάτησε όλους, απέκρυψε το σκοπό του και απέκτησε αυτό που ήθελε.

Τα κλειδιά της δύναμης

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ανοιχτά βιβλία. Λένε αυτό που αισθάνονται, ξεστομίζουν τις γνώμες τους με κάθε ευκαιρία που τους δίνεται και διαρκώς αποκαλύπτουν τα σχέδιά τους και τις προθέσεις τους. […] Απαιτείται προσπάθεια για να ελέγξει κανείς τη γλώσσα του και να μεθοδεύσει τι αποκαλύπτει. […] πολλοί πιστεύουν ότι αν είναι ειλικρινείς και ευθείς, θα κερδίζουν τις καρδιές των ανθρώπων και θα δείχνουν τον καλό τους χαρακτήρα. Παραπλανούνται οικτρά. Η εντιμότητα είναι στην ουσία ένα στομωμένο εργαλείο το οποίο σε ματώνει περισσότερες φορές από ότι κόβει αυτό που θέλεις να κόψεις. Η ειλικρίνεια σου είναι πολύ πιθανόν να προσβάλλει τους ανθρώπους. Επομένως, είναι πολύ πιο σωστό να προσαρμόζεις τα λόγια σου και να λες στους ανθρώπους αυτά που θέλουν να ακούσουν, αντί να τους λες ορθά κοφτά αυτά που αισθάνεσαι ή σκέπτεσαι. Ακόμη σπουδαιότερο, αν είσαι ευθύς, καταντάς προβλέψιμος και κοινότοπος και είναι σχεδόν αδύνατον να σε σεβαστούν ή να σε φοβηθούν, διότι ένα άτομο το οποίο δεν είναι ικανό να εμπνεύσει τέτοια αισθήματα δεν θα αποκτήσει δύναμη.

Robert Green - Joost Elffers, ΔΥΝΑΜΗ: οι 48 νόμοι της

(ΕΣΟΠΤΡΟΝ, 2000, σελ. 51-54)

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Η φύση των ονείρων


Οι απόψεις σχετικά με τη φύση των ονείρων παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στη διάρκεια των αιώνων από πολιτισμό σε πολιτισμό. Είτε όμως πιστεύει κανείς πως τα όνειρα είναι πραγματικές εμπειρίες των ασώματων ψυχών μας, […] είτε υποστηρίζει ότι τα όνειρα τα εμπνέει ο Θεός ή τα κακά πνεύματα, είτε βλέπει κανείς σ’ αυτά την έκφραση των παράλογων παθών μας ή, αντίθετα, των υψηλότερων και περισσότερο ηθικών δυνάμεων μας, μια ιδέα είναι αδιαφιλονίκητη: ότι τα όνειρα είναι γεμάτα νόημα και σημασία. Γεμάτα νόημα γιατί περιέχουν ένα μήνυμα που μπορεί να γίνει κατανοητό αν έχει κανείς το κλειδί για την ερμηνεία του. Έχουν σημασία γιατί δεν ονειρευόμαστε κάτι που είναι μηδαμινό, αν και μπορεί να εκφραστεί σε μια γλώσσα που κρύβει τη σημασία ενός ονειρικού μηνύματος πίσω από μια πρόσοψη μηδαμινότητας.

[…] κατά τους τελευταίους αιώνες, η ερμηνευτική των ονείρων είχε μετατεθεί στον τομέα των στον τομέα των προλήψεων, ενώ το φωτισμένο, μορφωμένο άτομο, κοινός άνθρωπος ή επιστήμονας, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι τα όνειρα ήταν δίχως νόημα και δίχως σημασία εκδηλώσεις του πνεύματος μας, στην καλύτερη περίπτωση ανακλαστικά των σωματικών μας αισθήσεων που νιώθουμε στη διάρκεια του ύπνου.

Ο Φρόυντ ήταν εκείνος που στις αρχές του 20ου αιώνα επέβαλε και πάλι την παλιά άποψη: τα όνειρα έχουν και νόημα και σημασία. Δεν ονειρευόμαστε κάτι που να μην είναι μια σημαντική έκφραση της εσωτερικής μας ζωής, και όλα τα όνειρα είναι δυνατό να κατανοηθούν αν έχουμε το κλειδί. … Ο Φρόυντ, εμφατικά και κάπως έντονα, αποκατέστησε μια από τις πιο παλιές θεωρίες: το όνειρο είναι η εκπλήρωση των παράλογων παθών που απωθούνται στη διάρκεια του ξύπνιου μας […]  

Μπροστά στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει έκφραση πνευματικής δραστηριότητας που να μην εμφανίζεται στο όνειρο, πιστεύω ότι η μόνη περιγραφή της φύσης των ονείρων που δεν παραμορφώνει ή δεν περιορίζει το φαινόμενο είναι η πιο πλατιά, σύμφωνα με την οποία το όνειρο είναι μια γεμάτη νόημα και σημασία έκφραση κάθε είδους πνευματικής δραστηριότητας κάτω από την κατάσταση του ύπνου. […]

Φυσιολογικά, ο ύπνος είναι μια κατάσταση χημικής ανανέωσης του οργανισμού. […] Ψυχολογικά, ο ύπνος αναστέλλει την κύρια λειτουργία που αποτελεί το χαρακτηριστικό της ξύπνιας ζωής: την αντίδραση του ανθρώπου στην πραγματικότητα με τη σύλληψη και τη δράση […] Στην κατάσταση του ξύπνιου οι σκέψεις και τα αισθήματα ανταποκρίνονται στην πρόκληση – στο καθήκον να κυριαρχήσουμε πάνω στο περιβάλλον μας, να το μεταμορφώσουμε, να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας εναντίον του. Η επιβίωση αποτελεί καθήκον του ξύπνιου ανθρώπου. []

Όταν κοιμόμαστε δεν ενδιαφερόμαστε να υποτάξουμε τον εξωτερικό κόσμο στους σκοπούς μας. Είμαστε ανίσχυροι και πολύ σωστά ο ύπνος έχει αποκληθεί «αδελφός του θανάτου». Αλλά είμαστε παράλληλα και ελεύθεροι, πιο ελεύθεροι απ’ όσο στον ξύπνιο μας. […] Δεν χρειάζεται να κοιτάμε τον εξωτερικό κόσμο. Κοιτάμε τον εσωτερικό κόσμο, ενδιαφερόμαστε αποκλειστικά για τους εαυτούς μας […] Στον ύπνο το βασίλειο της ανάγκης παραχωρεί τη θέση του στο βασίλειο της ελευθερίας, όπου το «εγώ» είναι το μόνο σύστημα στο οποίο αναφέρονται οι σκέψεις και τα αισθήματα. …

Στην εμπειρία του ύπνου δε λείπει η λογική, αλλά η εμπειρία αυτή υπόκειται σε διαφορετικούς λογικούς κανόνες που είναι ολοκληρωτικά έγκυροι σ’ αυτή την ιδιαίτερη κατάσταση εμπειρίας. []

Από τις σκέψεις αυτές προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα με τη φύση του ασυνείδητου: Δεν είναι ούτε το μυθικό βασίλειο της φυλετικά κληρονομημένης εμπειρίας του Γιουνγκ ούτε η έδρα των παράλογων λιμπιντικών (γενετήσιων) δυνάμεων του Φρόυντ. Πρέπει να το συλλάβουμε με βάση την αρχή: «ότι σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε επηρεάζεται από ότι κάνουμε».

Η συνείδηση είναι η πνευματική δραστηριότητα στην κατάσταση που ασχολούμαστε με την εξωτερική πραγματικότητα – δηλαδή με τη δράση. Το ασυνείδητο είναι η πνευματική εμπειρία σε μια κατάσταση ύπαρξης όπου έχουμε κλείσει το κύκλωμα επικοινωνίας με τον εξωτερικό κόσμο και δεν ασχολούμαστε πια με τη δράση αλλά με την αυτοεμπειρία μας. Το ασυνείδητο είναι μια εμπειρία που συνδέεται με έναν ειδικό τρόπο ζωής – τον τρόπο της δραστηριότητας. Και τα χαρακτηριστικά του ασυνείδητου προκύπτουν από τη φύση αυτού του τρόπου ύπαρξης. Οι ιδιότητες της συνείδησης, από το άλλο μέρος, καθορίζονται από τη φύση της δράσης και από τη λειτουργία επιβίωσης στην ξύπνια κατάσταση της ύπαρξης. []

Έριχ Φρομ, Η ξεχασμένη γλώσσα

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ, 1975, σελ. 33-37)

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο πρώτος κανόνας της "πολιτικής"


Η τηλεοπτική σειρά «Boardwalk Empire» διαδραματίζεται στο Atlantic City και μας αφηγείται την ιστορία των γκάνγκστερ την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης. 

Ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές είναι ο Enoch "Nucky" Thompson ο οποίος εκτός από αξιοσέβαστος θησαυροφύλακας της πόλης και καλόκαρδος άνθρωπος που χαίρει σεβασμού από την πλειοψηφία του κόσμου, είναι και διεφθαρμένος πολιτικός, κι έχει διασυνδέσεις στον υπόκοσμο από τη Νέα Υόρκη ως το Σικάγο. Είναι αυτός που προμηθεύει με αλκοόλ σχεδόν τη μισή Αμερική.

Στο πρώτο επεισόδιο της σειράς, και μετά από μια "απίστευτη" ιστορία που είπε σε μια ομιλία του υπέρ της ποτοαπαγόρευσης, επισημαίνει στον βοηθό του τον πρώτο κανόνα της πολιτικής:

«Ποτέ μην αφήνεις την αλήθεια να χαλάσει μια καλή ιστορία»

video

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Μοντεσκιέ: Φύση και Αρχή της Διακυβέρνησης


Ο Μοντεσκιέ διακρίνει τρείς τύπους διακυβέρνησης, τη δημοκρατία, τη μοναρχία και το δεσποτισμό. Καθένας από τους τύπους αυτούς ορίζεται σε αναφορά με δύο έννοιες, τις οποίες ο συγγραφέας του Πνεύματος των Νόμων ονομάζει φύση και αρχή της διακυβέρνησης. 

Η φύση της διακυβέρνησης είναι εκείνο που την κάνει να είναι ότι είναι. Η αρχή της είναι το αίσθημα που πρέπει να εμπνέει τους ανθρώπους μέσα στο πλαίσιο ενός τύπου διακυβέρνησης, για να μπορεί ο τύπος αυτός να λειτουργεί αρμονικά. 

Η φύση κάθε διακυβέρνησης καθορίζεται από τον αριθμό των κατόχων της κυρίαρχης εξουσίας. Ο Μοντεσκιέ γράφει: «Ξεκινώ από τρεις ορισμούς ή μάλλον τρία γεγονότα: το ένα, ότι η αβασίλευτη δημοκρατική κυβέρνηση είναι εκείνη όπου ο λαός σύσσωμος ή ένα μέρος του μόνο έχει την κυρίαρχη εξουσία· η μοναρχική, εκείνη όπου ένας μόνο κυβερνά, αλλά μέσω σταθερών και εδραίων νόμων· ενώ στο δεσποτισμό ένας μόνο, χωρίς νόμο και κανόνα, κινεί τα νήματα με βάση τη θέληση και τα κέφια του». (Πνεύμα των Νόμων, Βιβλίο 2ο, κεφ. 1)

Οι ορισμοί όμως αυτοί δείχνουν αμέσως ότι η φύση μιας κυβέρνησης δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό αυτών που κατέχουν την εξουσία, αλλά και από τον τρόπο που την ασκούν. […] Έχουμε λοιπόν δύο κριτήρια ή, στην σύγχρονη διάλεκτο, δύο μεταβλητές, για να ορίσουμε με ακρίβεια τη φύση κάθε κυβέρνησης: πρώτο, το ποιος κατέχει την κυρίαρχη εξουσία, και δεύτερο, το με ποιες μορφές ασκείται αυτή.

Πρέπει εδώ να προσθέσουμε και το τρίτο κριτήριο, δηλαδή την αρχή της διακυβέρνησης. Ο τύπος διακυβέρνησης δεν ορίζεται επαρκώς με βάση το (σχεδόν αποκλειστικά νομικό) χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποιος κατέχει την κυρίαρχη εξουσία. Χαρακτηρίζεται επιπλέον και από το αίσθημα εκείνο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να διαρκέσει και να προκόψει.

Κατά τον Μοντεσκιέ, λοιπόν, υπάρχουν τρία θεμελιώδη πολιτικά αισθήματα, καθένα από τα οποία διασφαλίζει τη σταθερότητα ενός τύπου διακυβέρνησης. Η δημοκρατία εξαρτάται από την αρετή, η μοναρχία από την τιμή, και ο δεσποτισμός από το φόβο.

Έτσι, αρχή της δημοκρατίας είναι η αρετή, πράγμα που δεν σημαίνει ότι στη δημοκρατία οι άνθρωποι είναι ενάρετοι αλλά ότι θα έπρεπε να είναι και ότι οι δημοκρατίες ευδοκιμούν μόνο στο μέτρο που οι πολίτες είναι ενάρετοι. Η αρετή της δημοκρατίας δεν είναι αρετή ηθική, αλλά πολιτική. Πρόκειται για τον σεβασμό των νόμων και την αφοσίωση του ατόμου στην κοινότητα.

Η τιμή, καθώς λέει ο Μοντεσκιέ, είναι, «από καθαρά φιλοσοφική άποψη κίβδηλη». Πρόκειται για το σεβασμό που οφείλει καθένας στην κοινωνική του θέση.

Όσο για τον φόβο, δεν έχει ανάγκη ορισμού. Είναι ένα αίσθημα στοιχειακό και κατά κάποιο τρόπο υπο-πολιτικό […] Κατά τη γνώμη του ένα καθεστώς που στηρίζεται στο φόβο είναι, στην ουσία του διεφθαρμένο και στέκει σχεδόν στο χείλος του πολιτικού εκμηδενισμού. Οι υπήκοοι που υπακούουν μόνο από φόβο σχεδόν δεν είναι άνθρωποι. …

Κατά τον Μοντεσκιέ, καθεμιά από τις τρεις αυτές κυβερνήσεις αντιστοιχεί σε μια ορισμένη έκταση της εξεταζόμενης κοινωνίας. Οι διατυπώσεις αφθονούν:

«Είναι στη φύση μιας δημοκρατίας να έχει μικρό έδαφος· χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 16)

«Ένα μοναρχικό κράτος οφείλει να έχει μέση έκταση …». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 17)

«Μεγάλη έκτασης επικράτεια συνεπάγεται δεσποτική εξουσία για όποιον κυβερνά». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 19)

[…]

Αν στη δημοκρατία αρετή είναι η αγάπη για τους νόμους και η αφοσίωση στην κοινότητα, δηλαδή ο πατριωτισμός, για να χρησιμοποιήσουμε μια σύγχρονη έκφραση, τότε η αρετή οδηγεί, σε τελευταία ανάλυση, σε κάποια αίσθηση της ισότητας. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα, στο οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται πολίτες, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι και νιώθουν ίσοι μεταξύ τους.

[…]

Θα μπορούσα να πω, σχολιάζοντας τον Μοντεσκιέ, ότι ένα κράτος είναι ελεύθερο όταν σ’ αυτό η εξουσία σταματά την εξουσία. Η πιο χτυπητή επιβεβαίωση της ερμηνείας αυτής βρίσκεται στο 11ο βιβλίο, όταν, τελειώνοντας την εξέταση του Αγγλικού πολιτεύματος, ο Μοντεσκιέ επιστρέφει στη Ρώμη και αναλύει το σύνολο της ρωμαϊκής ιστορίας από την άποψη της σχέσης πληβείων και πατρικίων. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ο ανταγωνισμός των τάξεων. Ο κοινωνικός αυτός ανταγωνισμός είναι η προϋπόθεση του μετριοπαθούς πολιτεύματος, γιατί οι διάφορες τάξεις έχουν την ικανότητα να εξισορροπούνται μεταξύ τους. […] Ένα κείμενο από τις Σκέψεις σχετικά με τις αιτίες του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων συνοψίζει τέλεια το κεντρικό αυτό θέμα του Μοντεσκιέ: «Είναι γενικός κανόνας ότι κάθε φορά που βλέπουμε όλον τον κόσμο ήσυχο σ’ ένα κράτος που ονομάζεται Δημοκρατία, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι στο κράτος αυτό ελευθερία δεν υπάρχει. Εκείνο που ονομάζουμε ένωση, μέσα σ’ ένα πολιτικό σώμα είναι κάτι πολύ διφορούμενο. Η αληθινή ένωση είναι ένωση αρμονίας στην οποία όλα τα μέρη, όσο αντιτιθέμενα κι αν μας φαίνονται, συντρέχουν στο γενικό καλό της κοινωνίας, όπως οι αντιφωνίες στη μουσική συμβάλουν στην γενική αρμονία. Μπορεί να υπάρχει ένωση σ’ ένα κράτος όπου νομίζουμε πως βλέπουμε μόνο αναταραχή, να υπάρχει δηλαδή μια αρμονία από όπου απορρέει η ευτυχία, η μόνη γνήσια ειρήνη. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μέρη του σύμπαντος, που είναι αιώνια δεμένα μεταξύ τους χάρη στη δράση των μεν και στην αντίδραση των δε».(Κεφ. 9)

Ραϋμόν Αρόν, Η εξέλιξη της κοινωνιολογικής σκέψης

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΝΩΣΗ», 1991, Τόμος Α, σελ. 41-55)

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Οι φροϋδικές παραδρομές


Η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία του Φρόυντ. Ασχολείται με τη γνωστή «φροϋδική παραδρομή», δηλαδή με τα «σαρδάμ», τα γλωσσικά ολισθήματα, τις προφορικές και γραπτές παραδρομές, τη λανθάνουσα ανάκληση ονομάτων, τη λήθη των προθέσεων και άλλα λάθη. Σε αυτό, ο Φρόυντ υποστηρίζει την άποψη ότι τέτοια λάθη ή «παραπραξίες», είναι αποτέλεσμα παρεμβολής απωθημένων ασυνείδητων σκέψεων. Ως απλό παράδειγμα παρατίθεται ένα περιστατικό που αναφέρει ο Γιουνγκ:

Ένας κύριος Υ ερωτεύτηκε μια γυναίκα, αλλά δεν είχε ανταπόκριση και λίγο αργότερα αυτή παντρεύτηκε ένα κύριο Χ. Μετά ο κύριος Υ, παρόλο που γνώριζε πολύ καιρό τον κύριο Χ και επιπλέον είχε επιχειρηματικές συναλλαγές μαζί του, ξεχνούσε συνέχεια το όνομά του, έτσι ώστε αρκετές φορές έπρεπε να ρωτήσει άλλους πιο ήταν, όταν ήθελε να μιλήσει με τον κύριο Χ.
Εξίσου εύκολο είναι να ερμηνεύσουμε το ακόλουθο παράδειγμα μιας παραδρομής στο γραπτό λόγο:

Ένας αμερικανός που ζει στην Ευρώπη και είχε εγκαταλείψει την γυναίκα του κάτω από άσχημες συνθήκες, ένιωσε ότι  θα μπορούσε να συμφιλιωθεί μαζί της και της ζήτησε να διασχίσει τον Ατλαντικό και να τον συναντήσει μια συγκεκριμένη ημερομηνία.  «Θα ήταν μια χαρά», έγραψε, αν ερχόσουν με το Μαυριτανία όπως εγώ». Ωστόσο δεν τόλμησε να στείλει το γράμμα που περιείχε αυτή την πρόταση. Προτίμησε να το γράψει πάλι. Γιατί δεν ήθελε να παρατηρήσει ότι έπρεπε να διορθώσει το όνομα του πλοίου. Στην αρχή είχε γράψει Λουζιτανία.
Το Λουζιτανία είχε βυθιστεί στις ακτές της Ιρλανδίας από ένα γερμανικό υποβρύχιο κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

[….]

Ο Σεμπαστιάνο Τιμπαράνο έγραψε ένα βιβλίο, Το Φροϋδικό Ολίσθημα, στο οποίο επέκρινε τον Φρόυντ, γιατί δεν λάμβανε υπόψη ότι πολλές παραδρομές είναι το είδος των σφαλμάτων με τα οποία είναι εξοικειωμένοι όλοι οι συγγραφείς: η επανάληψη ή η παράλειψη λέξεων, επειδή οι σκέψεις του γράφοντος προτρέχουν του γραπτού λόγου κ.λπ. Στην ανασκόπηση αυτού του βιβλίου, ο ψυχαναλυτής Τσαρλς  Ράικροφτ προσθέτει μια κριτική που έγινε για πρώτη φορά από τον Γιουνγκ  σε σχέση με τον ελεύθερο συνειρμό. Πολλές ερμηνείες λαθών από τον Φρόυντ βασίζονται στο σύνολο τον συνειρμών που κάνει το υποκείμενο σχετικά με τις καταστάσεις που αφορούν το λάθος. Οι συνειρμοί αυτοί  συνιστούν ένα οπωσδήποτε αρνητικό υλικό –όχι πάντα σεξουαλικό, όπως θα περίμενε κάποιος από τις θεωρίες του- από σκέψεις ζήλιας, προσωπικής ανέλιξης, προκαταλήψεις ή και εχθρότητας, που είναι μη αποδεκτές στο άτομο το οποίο προβάλλει τους εν λόγω συνειρμούς. Όπως γνωρίζει οποιοσδήποτε που έχει ειλικρινά πειραματιστεί με τον ελεύθερο συνειρμό, η τεχνική αναπόφευκτα και γρήγορα φέρνει στο νου θέματα για τα οποία κάποιος είναι συναισθηματικά ανήσυχος. Όπως επισημαίνει ο Ραικροφτ, το να φθάσει κάποιος στο «“σημαντικό υλικό”  δεν αποτελεί απόδειξη ότι το σημείο εκκίνησης προκλήθηκε -υπό οποιαδήποτε έννοια- από αυτό».


(ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2006, σελ. 95-99)

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Το όνειρο


Το όνειρο είναι μια δραστηριότητα του κοιμώμενου ανθρώπου με την οποία το Εγώ, που επιθυμεί να κοιμηθεί, προσπαθεί να μειώσει τα κίνητρα που τείνουν να ξυπνήσουν τον κοιμώμενο. Εξ ου οι δύο πολύ γνωστές φράσεις του Φρόυντ: «Το όνειρο είναι ο φύλακας του ύπνου», και «Το όνειρο είναι η εκπλήρωση μια επιθυμίας». … Τα συμπεράσματα του Φρόυντ βρίσκουν την απλούστερη εφαρμογή τους στις περιπτώσεις όπου η διαταρακτική τάση παρεμβαίνει ανεμπόδιστα προερχόμενη από την πραγματικότητα ή από το Εγώ. Αυτό συμβαίνει όταν το Εγώ και η αίσθηση της πραγματικότητας δεν είναι αρκετά ανεπτυγμένα, όπως στα παιδιά. Ας θυμηθούμε ένα παράδειγμα του Φρόυντ:

Ένα αγόρι εικοσιδύο μηνών έχει επιφορτιστεί να προσφέρει σε κάποιον, σε ένδειξη συγχαρητηρίων, ένα καλάθι με κεράσια. Το κάνει εμφανώς δυσαρεστημένος, παρά την υπόσχεση ότι θα πάρει και ο ίδιος κεράσια για ανταμοιβή. Την επόμενη μέρα διηγείται πως ονειρεύτηκε ότι «ο Χέρμαν έφαγε όλα τα κεράσια».

Αυτά τα όνειρα «παιδικού» τύπου, παρουσιάζονται επίσης και στον ενήλικα, ιδιαίτερα υπό την πίεση επιτακτικών σωματικών αναγκών (πείνα, δίψα, σεξουαλικές ανάγκες, ανάγκη ούρησης).

Συνήθως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά: το όνειρο φαίνεται να στερείται νοήματος, έχει ένα συναισθηματικό τόνο αινιγματικό ή ουδέτερο. Ο ονειρευόμενος λέει για το όνειρο του ότι είναι παράλογο, ασυνήθιστο, περίεργο. Κατ’ αρχήν η σκέψη του ονείρου δεν έχει τη δομή της σκέψης της εγρήγορσης: το έκδηλο περιεχόμενο είναι μια σύντμηση του λανθάνοντος περιεχομένου (συμπύκνωση). Κάθε έκδηλο στοιχείο εξαρτάται από πολλές λανθάνουσες σκέψεις (υπερπροσδιορισμός). Το συναισθηματικό φορτίο αποσπάται από το αυθεντικό του αντικείμενο και προσκολλάται σε ένα βοηθητικό αντικείμενο (μετάθεση). Η αφηρημένη σκέψη εκφράζεται με οπτικές αναπαραστάσεις (εικαστικότητα): χρησιμοποιεί σύμβολα είτε οικουμενικά, είτε σύμβολα πολιτισμικής ή ατομικής προέλευσης (συμβολισμός). Τέλος το Εγώ του ονειρευόμενου, εφόσον πλησιάζει στη σκέψη της εγρήγορσης, εισάγει στα παράγωγα του ονείρου μια λογική σειρά ή μια μεροληπτική ερμηνεία (δευτερογενής επεξεργασία). Αυτοί οι μηχανισμοί από τους οποίους οι τρεις πρώτοι χαρακτηρίζουν την «πρωτογενή διεργασία», δεν έχουν μόνο μια περιγραφική αξία, έχουν μια λειτουργία: στο όνειρο παιδικού τύπου, η ικανοποίηση μπορεί να υπάρχει χωρίς παραμόρφωση γιατί δεν προκαλεί αντίδραση από την πλευρά του Εγώ. Εάν αντίθετα η επιθυμία ή το συναίσθημα που διαταράσσουν τον ύπνο είναι τέτοιας φύσης ώστε να προκαλούν μια σύγκρουση με το Εγώ, το όνειρο δεν μπορεί να εκπληρώσει τη λειτουργία του ως φύλακας του ύπνου παρά εάν η σημασία του είναι επαρκώς συγκαλυμμένη. Οι μηχανισμοί επεξεργασίας του ονείρου επιτρέπουν ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις απαιτήσεις του Εγώ και στα απωθημένα κίνητρα. Συχνά, η δραστηριότητα της άμυνας του Εγώ είναι αυτό που φαίνεται τόσο καθαρά στο έκδηλο περιεχόμενο. Αυτή τη δραστηριότητα ονόμασε ο Φρόυντ λογοκρισία στην Ερμηνεία των ονείρων.

Παράδειγμα. – Μια νέα γυναίκα, παντρεμένη, ονειρεύεται ότι πηγαίνει σε ένα κτήριο. Της δείχνουν ένα λεύκωμα με φωτογραφίες, διαλέγει συνοδό για μια χορευτική βραδιά, της δίνουν ένα εισιτήριο. Καταλαβαίνει ότι πρόκειται για άλλο πράγμα, αλλά καθησυχάζει τους ενδοιασμούς της: αυτός που διάλεξε είναι ένας ευγενικός άνδρας που δεν θα απαιτούσε περισσότερο από όσα θα μπορούσε να του παραχωρήσει. Η γυναίκα γίνεται δημοσιογράφος, για να καταλάβει τι γίνεται. Εδώ το όνειρο γίνεται πιο συγκεκριμένο. Φεύγει. Πυροβολούν εναντίον της, μέσα στη νύχτα. Διαφεύγει πάλι και πηδά σε ένα λεωφορείο που κινείται.

Αυτό το όνειρο παρουσιάζει εικονικά μια επιθυμία απιστίας. Είναι εύκολο να ακολουθήσουμε την ανάπτυξη της άμυνας του Εγώ. Η επιλογή ενός συνοδού για μια χορευτική βραδιά συγκαλύπτει την επιλογή ενός εραστή. Η ονειρευόμενη το καταλαβαίνει … ώστε πρέπει να καταπολεμήσει την ενοχή της με εκλογικεύσεις: ο εκλεχτός δεν θα απαιτήσει τίποτα που δεν μπορεί να του προσφέρει. Γίνεται δημοσιογράφος, για να πληροφορηθεί. Αυτά τα μέτρα άμυνας αποτυγχάνουν: το Εγώ καταφεύγει τότε στη σύγχυση, στην αμνησία, ενός μέρους του ονείρου και στη φυγή. Αλλά η σύγκρουση ανάμεσα στη σεξουαλικότητα και στην ενοχή οξύνεται. Ο πυροβολισμός μέσα στη νύχτα είναι ένας συμβιβασμός, ένα σύμβολο ταυτόχρονα σεξουαλικό και τιμωρητικό. Παρόμοια το πήδημα στο λεωφορείο συμφιλιώνει τη φυγή με τη σεξουαλική σχέση, που συχνά συμβολίζεται με τη μετακίνηση με κάποιο μεταφορικό μέσο. …

Τα τελευταία χρόνια μια από τις πιο πρωτότυπες συνεισφορές στην ψυχανάλυση των ονείρων έγινε από τον Μπέρτραμ ντ. Λιούην. Για τον συγγραφέα αυτόν, ο ύπνος είναι η επιστροφή στην κατάσταση στοματικής ικανοποίησης του βρέφους, που κοιμάται μόλις χορτάσει. «Η οθόνη του ονείρου» αντιπροσωπεύει το μητρικό στήθος και την πραγματοποίηση της επιθυμίας για ύπνο. Οι προσυνειδητές η ασυνείδητες παρασιτικές επιθυμίες που απειλούν να ξυπνήσουν τον κοιμώμενο, σχηματίζουν τα οπτικά περιεχόμενα του ονείρου και πραγματοποιούν άλλες επιθυμίες εκτός από αυτήν του ύπνου.

Daniel Lagache, Η ψυχανάλυση

(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 59-63)