Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Η δίαιτα του Νίτσε

Με εντελώς διαφορετικό τρόπο ενδιαφέρομαι για ένα ζήτημα, από τι οποίο η «σωτηρία της ανθρωπότητας εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό απ’ ότι οποιαδήποτε παραδοξολογία των θεολόγων: το ζήτημα της διατροφής. Μπορεί κανείς, χάριν ευκολίας, να το διατυπώσει ως εξής: «Πως ακριβώς πρέπει εσύ να διατρέφεσαι για να φτάσεις στο μάξιμουμ της δύναμης σου, της virtu[1] σου, με την έννοια που είχε στην περίοδο της Αναγέννησης, της απαλλαγμένης από μοραλίνη[2] αρετής σου;» […]

Στην πραγματικότητα, μέχρι την πολύ ώριμη ηλικία μου έτρωγα πάντα άσχημα –για να μιλήσω με ηθικούς όρους, έτρωγα «απρόσωπα», «ανιδιοτελώς», «αλτρουιστικά», προς σωτηρίαν των μαγείρων και άλλων χριστιανών αδελφών. Μέσω της κουζίνας της Λειψίας, παραδείγματος χάρη, την ίδια περίοδο που άρχισα να μελετώ τον Σοπενχάουερ (1865), απαρνήθηκα τη «θέλησή μου για ζωή». Το να καταστρέφεται ακόμα και το στομάχι σου ώστε να λαμβάνει ανεπαρκή τροφή – μου φαίνεται πως η εν λόγω κουζίνα λύνει αυτό το πρόβλημα με εκπληκτικό τρόπο. Αλλά η Γερμανική κουζίνα γενικά – και τι δε βαραίνει τη συνείδησή της! Η σούπα πριν από το κυρίως γεύμα· τα παραβρασμένα κρέατα, τα αλευρωμένα και μαγειρεμένα σε λίπος λαχανικά· […] Αν συνυπολογίσει κανείς και την πραγματικά κτηνώδη ανάγκη των αρχαίων για ποτό, και οπωσδήποτε όχι μόνο των αρχαίων Γερμανών, θα καταλάβει και από πού κατάγεται το γερμανικό πνεύμα – από διαταραγμένα σπλάχνα …  Το γερμανικό πνεύμα είναι μια δυσπεψία, δεν καταφέρνει να φέρει τίποτα εις πέρας. Αλλά και η αγγλική δίαιτα, η οποία, σε σύγκριση με τη γερμανική, ακόμα και με τη γαλλική, είναι ένα είδος «επιστροφής στη φύση», δηλαδή στον κανιβαλισμό, μου προκαλεί ενστικτωδώς βαθιά αποστροφή· […] Η καλύτερη κουζίνα είναι του Πιεμόντε.

Τα αλκοολούχα ποτά με βλάπτουν· ένα ποτήρι κρασί ή μπύρα την ημέρα είναι υπεραρκετό για να μετατρέψει τη ζωή μου σε «κοιλάδα των δακρύων» […]  Όταν ήμουν μικρός, αρχικά πίστευα ότι το να πίνει κανείς κρασί, όπως και να το καπνίζει, ήταν απλώς μια ματαιοδοξία των νεαρών και αργότερα μια κακή συνήθεια. […] Για να πιστεύω ότι το κρασί ευφραίνει, θα έπρεπε να είμαι χριστιανός, δηλαδή να πιστεύω ακριβώς αυτό που για μένα είναι ένας παραλογισμός. Περιέργως, ενώ οι μικρές, πολύ αραιωμένες δόσεις αλκοόλ με αποσυντονίζουν εντελώς, όταν πίνω ισχυρές δόσεις, σχεδόν μεταμορφώνομαι σε ναυτικό. […] Αργότερα, στο μέσον της ζωής μου, αποφάσισα, ασφαλώς, να στραφώ με ολοένα και μεγαλύτερη αυστηρότητα εναντίον κάθε είδους οινο- «πνευματώδους» ποτού […] δεν θα μπορούσε παρά να συμβουλεύσω με θέρμη όλες τις πλέον πνευματικές φύσεις να απέχουν εντελώς από το αλκοόλ. Το νερό είναι αρκετό […] 

Μια δύο υποδείξεις ακόμα από την ηθική μου. Ένα πλούσιο γεύμα είναι πιο ευκολοχώνευτο από ένα πολύ μικρό. Το να τεθεί σε λειτουργία το στομάχι στο σύνολό του αποτελεί βασική προϋπόθεση μιας καλής πέψης. Πρέπει κανείς να γνωρίζει το μέγεθος του στομάχου του. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να αποφεύγονται εκείνα τα παρατεταμένα γεύματα […] Όχι ενδιάμεσα γεύματα, όχι καφές: ο καφές μας σκοτεινιάζει. Το τσάι είναι ευεργετικό μόνο το πρωί. Λίγο αλλά πολύ δυνατό· […]

Να κάθεστε όσο το δυνατό λιγότερο· μην εμπιστεύεστε καμία σκέψη που δε γεννιέται στο ύπαιθρο και ενώ κινείστε ελεύθερα […] Η ακινησία -το έχω ήδη πει- είναι η πραγματική αμαρτία εναντίον του αγίου πνεύματος

Φρίντριχ Νίτσε, Γιατί είμαι τόσο σοφός

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2013, σελ. 64-70)





[1] Κατά λέξη (από το πρόθεμα vir = άνδρας) virtue σήμαινε, προτού λάβει τη σημασία της αρετής, ανδρεία. Υπ’ αυτή την έννοια, όταν διαβάζουμε, για παράδειγμα, στον Μακιαβέλλι τη λέξη αυτή, δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε μια αρετή χριστιανική ή ακόμα και ανθρωπιστικού τύπου, όμως ούτε και μια μεσαιωνικού τύπου γενναιότητα. Η virtue του Ηγεμόνα σημαίνει την ικανότητα του να σταθμίζει και να αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες, φυσικές και πνευματικές.
[2] Δηλαδή της αρετής που έχει απαλλαγεί από κάθε ηθική υποκρισία. Ο όρος «μοραλίνη» (moralin) αποτελεί νεολογισμό του Νίτσε.

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Ηθική

Η ηθική μας δίνει τα πρότυπα συμπεριφοράς. Στα μάτια μερικών στοχαστών, με διασημότερο, ίσως τον Χέγκελ, διαμορφώνει την ίδια μας την ταυτότητα. Η συνείδηση του εαυτού μας, είτε κατ’ ουσίαν είτε σε μεγάλο βαθμό, είναι η συνείδηση του τρόπου με τον οποίο γινόμαστε αντιληπτοί από τους άλλους ανθρώπους. Χρειαζόμαστε ιστορίες που αφορούν τη δική μας αξία στα μάτια των άλλων, στα μάτια του κόσμου. Βέβαια, οι απόπειρες ώστε να ενισχύσουμε αυτή την αξία ενδέχεται να αγγίξουν την υπερβολή, όπως δείχνει ο Πάουλ Κλέε (βλέπε εικόνα).

Οι μηχανισμοί του ηθικού περιβάλλοντος μπορεί να είναι περίεργα αόρατοι. […] Ο Χίτλερ είπε: «Πόσο τυχεροί είναι αυτοί που κυβερνούν ανθρώπους, οι οποίοι δεν μπορούν να σκεφθούν». Διατυπώνοντας, όμως, την παραπάνω φράση, φαίνεται και ο ίδιος να μην έβλεπε την ηθική ατμόσφαιρα, η οποία έδωσε τη δυνατότητα να ανθήσουν οι δικές του ιδέες (και συνεπώς να αποκτήσει δύναμη). Η ατμόσφαιρα αυτή περιλαμβάνει εικόνες περί της αρχέγονης αγνότητας μιας συγκεκριμένης φυλής και λαού. […] Περιλάμβανε οράματα εθνικού και φυλετικού πεπρωμένου. Περιλάμβανε ιδέες μεταμόρφωσης εξ αποκαλύψεως, μέσω της εθνικής αλληλεγγύης και της στρατιωτικής αφοσίωσης σ’ έναν αγώνα. Αυτή η ατμόσφαιρα εναρμονιζόταν με την ιδέα ενός ηγέτη, του οποίου το θείο όραμα είναι απολυταρχικό και ακαταμάχητο. Αυτές οι ιδέες ήταν με τη σειρά τους ριζωμένες στην παρερμηνεία του Δαρβινισμού, στο γερμανικό ρομαντισμό, και ακόμα σε μερικές πτυχές του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Εν συντομία, ο Χίτλερ κατόρθωσε να ανέλθει στην εξουσία μόνο επειδή οι άνθρωποι όντως σκέφτονταν – όμως η σκέψη τους ήταν δηλητηριασμένη από την περιρρέουσα ιδεολογική ατμόσφαιρα, την οποία μπορεί οι ίδιοι να μην είχαν πλήρως συνειδητοποιήσει. Διότι είναι δυνατόν να μην έχουμε επίγνωση των ιδεών μας […]

Υπάρχει μια ιστορία για έναν φυσικό που επισκέπτεται το συνάδελφό του Μπορ και εκφράζει την έκπληξή του βλέποντας ένα πέταλο αλόγου να κρέμεται στον τοίχο: «Δεν πιστεύω να είσαι προληπτικός;» «Όχι βέβαια, αλλά μου είπαν ότι είναι αποτελεσματικό, είτε το πιστεύεις είτε όχι». Τα τυχερά πέταλα δεν επιφέρουν αποτελέσματα, αλλά η ηθική ατμόσφαιρα το πράττει.

Πάουλ Κλέε: «Δύο άνδρες συναντώνται, ο καθένας θεωρώντας ότι ο 
άλλος βρίσκεται σε υψηλότερη θέση». Ένα σχόλιο για τη δουλοπρέπεια 
που συχνά περιλαμβάνεται στη φιλοδοξία για σεβασμό.
Η ηθική ατμόσφαιρα είναι διαφορετικό πράγμα από την ηθικολογική ατμόσφαιρα. Στην πραγματικότητα, ένα από τα χαρακτηριστικά της ηθικής ατμόσφαιρας μπορεί να είναι η εχθρότητα απέναντι στην ηθικολογία, η οποία είναι είτε εκτός τόπου, είτε κακής μορφής ηθική. Και μόνον να σκεφθούμε το παραπάνω, αυτό αρκεί για να επηρεάσει τον τρόπο ζωής μας. Έτσι, για παράδειγμα, μια ιδιαιτερότητα της παρούσης ατμόσφαιρας είναι ότι ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τα δικαιώματά μας, παρά για το «καλό» μας. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για προγενέστερους στοχαστές της ηθικής, όπως εκείνοι που έγραψαν τις Ουπανισάδες, ή ο Κομφούκιος, ο Πλάτων και οι θεμελιωτές της χριστιανικής παράδοσης, εστιαζόταν στην κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής, και αυτό σήμαινε κατάσταση δικαιοσύνης ή αρμονίας […] Για τον Πλάτωνα δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλη πολιτική οργάνωση πέραν εκείνης που αποτελείται από δίκαιους πολίτες. […]

Σήμερα, η τάση δεν είναι να ενστερνιζόμαστε την παραπάνω θέση, αλλά να θεωρούμε ότι οι συνταγματικές δημοκρατίες είναι καλές, ανεξάρτητα από τα ατομικά ελαττώματα των κυβερνώντων. Είμαστε περισσότερο αμήχανοι όταν αναφερόμαστε στο δικό μας καλό: φαίνεται ηθικολογικό μη δημοκρατικό ή ελιτίστικο. Είμαστε επίσης παρόμοια αμήχανοι όταν αναφερόμαστε στο καθήκον. Στην ουσία, έχουμε απολέσει το βικτωριανό ιδεώδες μιας ζωής αφιερωμένης στο καθήκον ή σε κάποια υψηλή αποστολή. Άρα, ένα μεγάλο τμήμα της ηθικής μας ενέργειας αναλώνεται στην προστασία των αξιώσεων που προβάλλουμε ο ένας στον άλλο, κι αυτό περιλαμβάνει την προστασία της ψυχικής μας κατάστασης ως καθαρά ιδιωτικό και αποκλειστικό δικό μας θέμα.

Τα ανθρώπινα όντα είναι ηθικά ζώα. Δεν εννοώ ότι από τη φύση μας συμπεριφερόμαστε αρκετά καλά, ούτε ότι λέμε διαρκώς ο ένας στον άλλο τι να πράξει. Όμως σταθμίζουμε και αξιολογούμε, συγκρίνουμε και θαυμάζουμε, αξιώνουμε και δικαιολογούμε. Δεν «επιλέγουμε» εν κενώ τούτο ή εκείνο. Προτιμούμε να συμμερίζονται οι άλλοι τις προτιμήσεις μας […] Ελπίζουμε ότι η προσωπική μας ιστορία μας παρουσιάζει αξιοθαύμαστους, και επιθυμούμε οι αδυναμίες μας να είναι κρυμμένες και να επιδέχονται διάψευσης. […]

Δεν μας αρέσει να μας λένε τι να πράξουμε. Θέλουμε να απολαμβάνουμε τη ζωή μας, και μάλιστα να το κάνουμε με ήσυχη τη συνείδηση. Οι άνθρωποι που διαταράσσουν την ισορροπία αυτήν είναι δυσάρεστοι. Επομένως, οι ηθικολόγοι είναι συχνά απρόσκλητοι στη γιορτή, και έχουμε πολλές αμυντικές γραμμές εναντίον της […]

Η ηθική είναι ενοχλητική. Συχνά αισθανόμαστε αμηχανία, όταν σκεφτόμαστε την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, ή ότι οι ανέσεις μας οφείλονται στις θλιβερές συνθήκες εργασίας στον Τρίτο Κόσμο. […] Όμως απαιτείται μια εξήγηση περί των γεγονότων όπως οι εν λόγω εκμεταλλευτικές τάσεις είναι παγιωμένες σε έναν πολιτισμό, και δεν ανήκουν, απλώς, σε κάποιο ευκαιριακό περιθώριο. […] Οι ρατσιστές και οι σεξιστές, όπως και οι ιδιοκτήτες δούλων προ του Αμερικανικού Εμφυλίου στην Αμερική, πάντα πρέπει να μπορούν να προβάλλουν στον εαυτό τους κάποια δικαιολογία για το σύστημά τους. Η ηθική ατμόσφαιρα θα στηρίξει την πεποίθηση ότι εμείς είμαστε πολιτισμένοι ενώ εκείνοι όχι, ή ότι εμείς αξίζουμε καλύτερης τύχης από εκείνους, ή ότι εμείς είμαστε έξυπνοι, ευαίσθητοι, λογικοί προοδευτικοί, επιστημονικοί, έγκυροι, ευλογημένοι, οι μόνοι που μπορούμε να απολαμβάνουμε την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα –ενώ εκείνοι δεν είναι. Η διαστρεβλωμένη ηθική αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση της δουλείας, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της πορείας προς το θάνατο.

Simon Blackburn, Ηθική

(ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2006, σελ. 1-9)


Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Η σημασία της εξωτερικής εμφάνισης

Εξετάζοντας την μύτη ενός περιποιημένου και ντυμένου στην «τρίχα» ασθενούς, ο House βρίσκει την ευκαιρία, με το ειρωνικό του ύφος να αποδομήσει την κοινή σχεδόν νοοτροπία των ανθρώπων να κρίνουν τους άλλους από την εξωτερική τους εμφάνιση. Από το δωδέκατο επεισόδιο, One Day, One Room, της τρίτης σεζόν των Ιατρικών Υποθέσεων:

House: Όμορφη.

Ασθενής: Ευχαριστώ. Είναι ξηρή.

House: Ποιος νοιάζεται; Είναι όμορφη. Αν το γκαζόν μου ήταν κατά το ήμισυ καλοδιατηρημένο όπως αυτή, τα περιστέρια δεν θα είχαν το θράσος να το χέσουν.

Ασθενής: Το καλό ψαλίδισμα είναι σημαντικό.

House: Τώρα μου την είπες;

Ασθενής: Οι άνθρωποι κρίνουν από την εμφάνιση. Όταν μπήκα πρόσεξα ότι το πουκάμισο σου δεν ήταν σιδερωμένο. Δεν έχεις ξυριστεί για αρκετό καιρό. Συμπέρανα ότι είσαι άτομο που δεν το νοιάζουν οι λεπτομέρειες. Φοβήθηκα ότι μπορείς να κάνεις το ίδιο και στη δουλειά σου.

House: Χρησιμοποιείς νυχοκόπτη ποδιών εκεί;

Ασθενής: Είναι μακρύτερος, και έτσι μπορώ να φτάσω τις πιο απομακρυσμένες τρίχες.

House: Φοράω τσαλακωμένη μπλούζα και ξέχασα να βουρτσίσω τα μαλλιά μου αυτή τη βδομάδα. Έχεις «πόδι του αθλητή» στη μύτη σου. … Είμαι έτοιμος να κριθώ.


video

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Η φυγή και η φωνή

Μια μεγάλη παθογένεια της κοινωνίας της Μεταπολίτευσης ήταν ότι διαλέγαμε ιδιωτικές λύσεις, ενώ πληρώναμε και για τις δημόσιες. Η ελίτ έστελνε τα παιδιά σε ιδιωτικά σχολεία και σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, και η πλειονότητα των μεσαίων στρωμάτων, που δεν μπορούσε να πληρώσει τέτοια ποσά, τα έστελνε σε φροντιστήρια. Η ελίτ έμπαινε στα ιδιωτικά νοσοκομεία, και τα μεσοστρώματα έδιναν «φακελάκι» στα δημόσια, γιατί δεν άντεχαν την αναμονή και την αδιαφορία. Αυτά συνέβαιναν, ενώ τα ποσά που πλήρωνε το κράτος για παιδεία και υγεία ήταν συγκρίσιμα με των ευρωπαϊκών χωρών που έχουν καλά δημόσια συστήματα. Οι διαμαρτυρίες για την κατάσταση αυτή ήταν υποτονικές, και επομένως, οι πολιτικοί δεν ένιωθαν την πίεση να αλλάξουν τα πράγματα. Δεν υπήρχε κανένα κίνητρο για βελτίωση σε μεγάλα τμήματα του Δημοσίου και καμιά κύρωση για την κακή ποιότητα των υπηρεσιών.

Τέτοιες καταστάσεις είχε περιγράψει ο A. O. Hirschman στο βιβλίο «Φυγή, φωνή και αφοσίωση». Οι χρήστες κάθε υπηρεσίας έχουν, σχηματικά, δύο τρόπους να αντιδράσουν όταν οι υπηρεσίες ενός οργανισμού δεν τους ικανοποιούν: είτε να φύγουν και να βρουν άλλον πάροχο (φυγή) είτε να διαμαρτυρηθούν και να ενεργήσουν ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση (φωνή). Όταν οι χρήστες επιλέγουν τη φυγή, κι εφόσον η διοίκηση του οργανισμού ζημιώνεται από αυτήν, τότε πιθανότατα θα επιδιώξει να τους πείσει να επανέλθουν, βελτιώνοντας την ποιότητα των υπηρεσιών. Αυτό ισχύει συνήθως (όχι πάντα) στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, όταν λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Η φυγή γίνεται ερέθισμα για να αντιστραφεί η παρακμή, αν βέβαια υπάρχουν ο χρόνος, οι πόροι και οι ικανότητες για βελτιώσεις.

Υπάρχουν όμως οργανισμοί όπου η φυγή δρα αντίστροφα. Όταν η διοίκηση του οργανισμού δεν έχει κυρώσεις από το γεγονός ότι μερικοί χρήστες φεύγουν, τότε ίσως και να το προτιμάει, αντί να τους έχει μέσα στα πόδια της να διαμαρτύρονται. Συνήθως δε, οι χρήστες που φεύγουν πρώτοι είναι αυτοί που νοιάζονται περισσότερο για την ποιότητα, δηλαδή αυτοί που αν έμεναν θα πίεζαν περισσότερο για αλλαγές.

Στην Ελλάδα, η φυγή των μεσαίων στρωμάτων από τις υπηρεσίες του κράτους υπήρξε πρωτοφανής για τα δεδομένα ευρωπαϊκής χώρας. Αυτό μαρτυρεί το πολύ μεγάλο ποσοστό ιδιωτικών δαπανών για παιδεία και υγεία, αλλά και το γεγονός ότι ανεχόμασταν κακό σιδηρόδρομο, κακά λεωφορεία κ.ά. Γιατί, άραγε; Για τη φυγή των ελίτ η εξήγηση είναι απλή. Οι μεν πολύ πλούσιοι επιλέγουν τις ακριβές ιδιωτικές υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο. Η δε πολιτική ελίτ, βαθύτατα υποκριτική με την ανοχή των ψηφοφόρων, δεν δίσταζε να γεννά στα ιδιωτικά μαιευτήρια, να στέλνει τα παιδιά της στα διεθνή σχολεία του ιδιωτικού τομέα και μετά στα ξένα πανεπιστήμια, την ίδια στιγμή που υπερασπιζόταν το άθλιο στάτους κβο της «δημόσιας δωρεάν» υγείας και παιδείας.

Αλλά για τους μεσοαστούς και τους μικροαστούς, που δεν τους περίσσευαν τα χρήματα, δεν εξηγείται εύκολα η επιλογή να πληρώνουν αντί να προσπαθούν να βελτιώσουν το δωρεάν ή το επιδοτούμενο. Πώς ανέχονταν να πρέπει να παίρνουν το αυτοκίνητο για μικρές διαδρομές στην πόλη, να πρέπει να πληρώνουν φροντιστήρια για να μπουν τα παιδιά στο πανεπιστήμιο, και μετά να καταλήγουν σε σχολές με καθηγητές-τουρίστες;

Η απάντηση είναι ότι εξωθήθηκαν στη φυγή γιατί είχαν ακυρωθεί οι μηχανισμοί της φωνής. Αν οι γονείς σε κάποιο σχολείο αποφάσιζαν να ασχοληθούν για να βελτιωθεί η διδασκαλία, θα ήταν αδύνατο να πετύχουν, όταν το μεν αναλυτικό πρόγραμμα ορίζεται κεντρικά από το υπουργείο, η δε ποιότητα των δασκάλων δεν αξιολογείται θεσμικά από κανέναν. Οι χώρες με τα καλύτερα σχολεία τείνουν να είναι αυτές με τη μεγαλύτερη αυτονομία των σχολικών μονάδων, εκεί δηλαδή όπου μπορεί να ακουστεί η φωνή των γονιών. Το αντίθετο από ό,τι ισχύει εδώ. Αλλά και όπου προβλέπεται θεσμικά κάποια αυτοδιοίκηση, όπως π.χ. στα πανεπιστήμια, η φωνή ακυρώνεται από την κομματικοποίησή της. Φωνή δεν είναι η κραυγή, και δεν είναι να χρησιμοποιείς προσχηματικά τα τρέχοντα προβλήματα για να ανατρέψεις την κυβέρνηση ή τον καπιταλισμό. Είναι να επιμένεις για συγκεκριμένες βελτιώσεις.

Φεύγοντας λοιπόν οι σχετικά πιο ισχυροί χρήστες, άφησαν πίσω τους «την καταπίεση των αδύναμων από τους ανίκανους και την εκμετάλλευση των φτωχών από τους τεμπέληδες», κατά τη μνημειώδη φράση του Hirschman. Τώρα όμως, με την κρίση, το σαθρό κοινωνικό κράτος φανέρωσε όλες του τις αδυναμίες όχι μόνο στους πιο φτωχούς, αλλά και στους μεσαίους, που αναγκάζονται να επιστρέψουν σε αυτό, αφού δεν μπορούν να πληρώνουν για τις εναλλακτικές. Τώρα πληρώνουμε όλοι την ολιγωρία της φωνής στις καλές εποχές.

Μέσα στις πολλές αλλαγές που προβλέπουν τα Μνημόνια, σχεδόν τίποτε δεν υπάρχει που θα ενισχύσει, από μόνο του, τις δυνατότητες της φωνής των πολιτών. Είναι δική μας ευθύνη να υπερασπιστούμε και να αξιοποιήσουμε τη Διαύγεια, να βελτιώσουμε τη διοίκηση στα νοσοκομεία, να επιμείνουμε στην αξιολόγηση σχολείων και δασκάλων, να ενισχύσουμε τη λογοδοσία στην αυτοδιοίκηση. Είναι δική μας ευθύνη, ώστε βγαίνοντας κάποτε από την κρίση να μην αναπαραγάγουμε την παλιά παθογένεια.


Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Το στρατηγικό δόγμα του Κλαούζεβιτς

Είναι μάλλον δύσκολο να διατυπώσουμε, με δίκαιο και περιεκτικό τρόπο, μια σύνοψη του στρατηγικού δόγματος του Κλαούζεβιτς, αφού αυτό παρουσιάζεται χωρίς συνοχή, με εξοργιστικό μάλιστα τρόπο. Τα χωρία κλειδιά για το θέμα αυτό βρίσκονται σε διάφορα, τυχαία σχεδόν σημεία του Περί πολέμου, επιβεβαιώνοντας πλήρως τη ζοφερή προφητεία του ότι οι αναγνώστες θα βρουν το βιβλίο του «ένα σύνολο αποσπασμάτων, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στην επεξεργασία μιας θεωρίας του πολέμου». […] Από μία επιφανειακή ανάγνωση, θα μπορούσε δίκαια να προκύψει η υπόθεση ότι το ενδιαφέρον του Κλαούζεβιτς για τα συνολικά προβλήματα στρατηγικής δεν ήταν ζωηρά σε σύγκριση με το σχεδόν έμμονο ενδιαφέρον του γι’ αυτό που θεωρούσε ως το βασικό στρατηγικό όργανο – τη συμπλοκή και ιδιαίτερα την κύρια μάχη, ένα θέμα στο οποίο αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο, ίσως το πιο άρτια γραμμένο και καλά δομημένο στο Περί πολέμου.

Παρουσιάζοντας το στρατηγικό δόγμα του Κλαούζεβιτς στην ολότητά του, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από μία σαφώς σαρδόνια παρατήρηση στην οποία γίνεται συχνή αναφορά: «Η καλύτερη στρατηγική είναι να είσαι πολύ ισχυρός, πρώτα γενικώς και μετά στο καθοριστικό σημείο».

Το επιχείρημα για τη ρήση αυτή είναι πιο αδύναμο απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Οι ανώτερες δυνάμεις, επισημαίνει ο Κλαούζεβιτς, παρέχουν πάντα την καλύτερη ευκαιρία για μια νικηφόρα μάχη. Το επιθυμητό θα ήταν, προφανώς, η ικανότητα των στρατιωτικών διοικητών σας, η εκπαίδευση των στρατευμάτων σας και το ηθικό των δυνάμεων σας να υπερβαίνουν αυτά του αντιπάλου, αλλά τα ζητήματα αυτά δεν βρίσκονται απαραιτήτως εντός των ορίων του δικού σας ελέγχου. Είναι πάντα πιο συνετό, να θεωρούμε δεδομένα τα προτερήματα αυτά και για τις δύο πλευρές εξίσου. Ακόμη όμως και αν δεν είναι, υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η τακτική ικανότητα και το ακμαίο ηθικό δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την αριθμητική υστέρηση εκτός πολύ ειδικών περιπτώσεων, όπως η υπεράσπιση ορεινών περασμάτων. Αργά ή γρήγορα όμως, οι αριθμοί θα φανούν […]

Εάν είναι αδύνατη η αριθμητική υπεροχή, τότε, δηλώνει ο Κλαούζεβιτς, «πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι διαθέσιμες δυνάμεις με τέτοια ικανότητα ώστε, ακόμη και με την έλλειψη της απόλυτης υπεροχής, να αποκτάται σχετική υπεροχή στο καθοριστικό σημείο». Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητα τα στρατηγικά προσόντα: το «βλέμμα», για να διακρίνει το αποφασιστικό σημείο, και η αποφασιστικότητα, για να συγκεντρωθεί κάθε διαθέσιμη δύναμη σε αυτό το σημείο, αποσπώντας δυνάμεις από τα δευτερεύοντα μέτωπα και αγνοώντας τους ελάσσονες αντικειμενικούς σκοπούς. Αυτό ήταν και το μυστικό της επιτυχίας του Βοναπάρτη […]

Στη συζήτηση περί στρατηγικής του Κλαούζεβιτς πράγματι κυριαρχούσε, αν δεν τη διαστρέβλωνε, η επιθυμία του να ανασκευάσει την τρέχουσα άποψη του 18ου αιώνα, ότι οι επιδέξιοι στρατηγικοί συνδυασμοί μπορούν να καταστήσουν περιττή τη στρατιωτική τακτική της αντιπαράθεσης, και ότι ο υπεύθυνος για τη στρατηγική θα μπορούσε να υιοθετήσει οποιοδήποτε μέσο πέρα από τη σύρραξη, προκειμένου να εξυπηρετήσει το σκοπό του.

Πως αντιμετωπίζεται η θεωρία που καθιστά πιθανή την επιβολή έμμεσων φθορών στις εχθρικές δυνάμεις οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην άμεση καταστροφή που προκαλούνται από περιορισμένα αλλά καίρια πλήγματα, όπως η παράλυση των εχθρικών δυνάμεων και η κάμψη της θέλησής του, που συμβάλλουν σε μια γρήγορη νίκη; Πράγματι μια μάχη μπορεί να είναι καλύτερη από κάποια άλλη. Μπορεί να υπάρχει ιεράρχηση των προτεραιοτήτων στη στρατηγική της κύριας μάχης αυτό είναι άλλωστε και το νόημα της στρατηγικής, δεν το αρνούμαστε. Ωστόσο, υποστηρίζουμε ότι η άμεση εξαφάνιση των εχθρικών δυνάμεων πρέπει να είναι το πρωταρχικό μέλημα. Πρέπει απλά να εδραιωθεί η κυριαρχία της αρχής της εξαφάνισης. (αγγλ. έκδ., σελ 223)

Η επιφανειακή αναφορά στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων στη στρατηγική και η παραδοχή «αυτό είναι άλλωστε και το νόημα της στρατηγικής» είναι η μόνη σχετική μνεία για το ζήτημα στο οποίο άλλοι στρατιωτικοί συγγραφείς […] αφιέρωσαν ολόκληρα έργα. Πρέπει όμως να διαβαστεί παράλληλα με ένα χωρίο από ένα άλλο μέρος του Περί πολέμου: ένα χωρίο που οι εκδότες του Κλαούζεβιτς θεωρούσαν ότι αποτελούσε ημιτελές προσχέδιο αλλά καταλαμβάνει κεντρική θέση στη στρατηγική σκέψη του. Κάτω από τον επιβλητική επικεφαλίδα «Οι εν δυνάμει συμπλοκές πρέπει να θεωρούνται ως πραγματικές λόγω των συνεπειών τους», ο Κλαούζεβιτς διευκρινίζει τι εννοούσε με την «προτεραιότητα των συμπλοκών». Οι συμπλοκές, επισημαίνει, μπορούν να επιτύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό ακόμη και αν δεν πραγματοποιηθούν.

Όταν ένα απόσπασμα έχει ως αποστολή να αποκόψει την υποχώρηση των εν φυγή εχθρού, κι εκείνος παραδίδεται χωρίς ν’ αντιτάξει αντίσταση, αυτή η παράδοση δεν οφείλεται παρά στη συμπλοκή που πρόσφερε αυτή η παράδοση, δεν οφείλεται παρά στη συμπλοκή που πρόσφερε αυτό το απόσπασμα. Όταν ένα μέρος του στρατού μας καταλαμβάνει μια αμυντικά ακάλυπτη εχθρική περιοχή … δεν είναι παρά η συμπλοκή με την οποία απειλεί τον εχθρό αυτό το απόσπασμα, αν εκείνος θέλει να ανακαταλάβει την περιοχή, που μας εξασφαλίζει την κατοχή της. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν συνέπειες από την απλή δυνατότητα μιας συμπλοκής. Η δυνατότητα απέκτησε βάση στην πραγματικότητα. (σελ. 208)

Επιπλέον, ίσως είναι αναγκαία μια προκαταρκτική συμπλοκή, ώστε να τοποθετηθούμε σε μια τόσο πλεονεκτική θέση απέναντι στις δυνάμεις του εχθρού, καταλαμβάνοντας δρόμους, γέφυρες, […] ή ακόμη και ολόκληρες επαρχίες. Αυτές οι καταλήψεις θέσεων, αναφέρει ο Κλαούζεβιτς, «θα έπρεπε να θεωρούνται πάντα μόνο ως μέσα απόκτησης μεγαλύτερης υπεροχής, έτσι ώστε στο τέλος να μπορέσουμε να συμπλακούμε με τον εχθρό, όταν αυτός δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί».

Τα παραπάνω, ίσως και να παρουσιάζουν την πιθανότητα καθαυτήν που ο  Κλαούζεβιτς ανυπομονούσε να αρνηθεί, αυτήν της αναίμακτης νίκης μέσα από μια επιδέξια στρατηγική κίνηση. Η νίκη όμως θα ήταν πράγματι αναίμακτη μόνο στην περίπτωση που ο σχεδιαστής της στρατηγικής ήταν προετοιμασμένος να χύσει αίμα, να αγωνιστεί και να κερδίσει, με κάθε κόστος, στις συμπλοκές που προετοίμασε για τον εχθρό. «Κάθε δράση αναλαμβάνεται», όπως σημειώνει ο Κλαούζεβιτς σε ένα άλλο τμήμα του Περί πολέμου, «με την πεποίθηση ότι, αν καταλήγαμε στη χρήση των όπλων, το αποτέλεσμα θα ήταν ευνοϊκό για μας». Και συνεχίζει χρησιμοποιώντας μια αναλογία που έμελλε να εξάψει τη φαντασία του Μαρξ και του Ένγκελς: «Η απόφαση για χρήση όπλων αντιπροσωπεύει σε κάθε πολεμική επιχείρηση, μεγάλη ή μικρή, εκείνο που αντιπροσωπεύει για το εμπόριο η πληρωμή τοις μετρητοίς». […] Κάθε τέτοια ρύθμιση, σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, ήταν «μια αιματηρή και ολέθρια δοκιμασία των φυσικών και ηθικών δυνάμεων. Ο νικητής θα ήταν αυτός που θα άφηνε για το τέλος τα μεγαλύτερα αποθέματα και από τις δύο δυνάμεις» […]

Σχετικά με το σκοπό της συμπλοκής, ο Κλαούζεβιτς ήταν εξαιρετικά σαφής. Ήταν η καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων […] Ακόμη και στις πιο ασήμαντες και δευτερεύουσες συμπλοκές, η καταστροφή της εχθρικής δύναμης είχε και πάλι, τη μεγαλύτερη σημασία […] Ήταν σε τελευταία ανάλυση, για να χρησιμοποιήσουμε μια ακόμη εμπορική αναλογία, το μόνο στοιχείο που θα καταγραφόταν στο τέλος του ισολογισμού του πολέμου.

[…] Ωστόσο η καταστροφή που είχε σημασία, σημειώνει εμφατικά, δεν ήταν η υλική αλλά η ηθική – η καταστροφή της ικανότητας του εχθρού να αντισταθεί, «η συντριβή του ηθικού του μάλλον, παρά των ανδρών του». Μόνο αφού θα έχει καταρρακωθεί το ηθικό του εχθρού θα ανατραπεί η ισορροπία, ώστε οι απώλειες του να ανέρχονται σε μεγαλύτερο αριθμό. [...]

Αυτό αληθεύει για όλες τις συμπλοκές, μικρές ή μεγάλες, ωστόσο είναι αυτονόητο ότι το ηθικό του εχθρού καταβάλλεται περισσότερο από τις απώλειες που υφίσταται σε μια σημαντική συμπλοκή. Πράγματι, εάν η καταστροφή της βασικής δύναμης του εχθρού ήταν ο σκοπός της στρατηγικής, είτε ήταν απλώς, όπως το θέτει ο Κλαούζεβιτς, «ο καλύτερος τρόπος έναρξης» είτε ήταν ο παράγοντας «που θα έπρεπε να οδηγεί άμεσα στην ειρήνευση», τότε μπορούσε να επιτευχθεί με την προσήλωση σε μια και μόνο σπουδαία μάχη, μια σύγκρουση που ο Κλαούζεβιτς προσδιόρισε με τον ανατριχιαστικό όρο die Schlacht (μάχη), που στα γερμανικά σημαίνει επίσης και «σφαγή, μακελειό». Στη Schlacht και τα επακόλουθά της, την καταδίωξη του ηττημένου στρατεύματος, ο Κλαούζεβιτς αφιέρωσε πέντε συνεχόμενα κεφάλαια. Σε αυτή την κλιμακούμενη αναμέτρηση, όπως την περιγράφει, όλες οι μεμονωμένες συμπλοκές συνασπίζονταν και δίνονταν μέχρις εσχάτων, υπό την προσωπική καθοδήγηση του ίδιου του αρχιστράτηγου. Ήταν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος […] Αντίθετα με άλλες, δευτερεύουσες συμπλοκές, αυτή δεν αποτελούσε μέσο για έναν περαιτέρω στόχο, ήταν στόχος καθαυτός και εμπεριείχε και το δικό του σκοπό.

[…] Η Schlacht αποτελούσε το κεντρικό χαρακτηριστικό του πολέμου του Ναπολέοντα και ο ίδιος είχε αναμειχθεί σε όχι λιγότερες από τρεις –την καταστροφή της Ιένας, την αιματοχυσία στο Μποροντίνο και την κορυφαία νίκη – που όμως κερδήθηκε μετά από σκληρή μάχη – […] στο Βατερλώ. Αυτός ήταν ένας πραγματικός σφοδρός πόλεμος που οι παλαιοί συμβατικοί σχεδιαστές της στρατηγικής (αλλά και οι νέοι) δεν είχαν ποτέ κατανοήσει, και ο Κλαούζεβιτς ήταν αποφασισμένος να μην τον αφήσει να ξεχαστεί. Η γραμμή, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι εμφανώς αυτοβιογραφική, όπως συμβαίνει στην περιγραφή ενός στρατιωτικού διοικητή, που αναγνωρίζει την αρχή της ήττας.

Αν τίποτε δεν επανόρθωνε την απώλεια ολόκληρων πυροβολαρχιών, αν οι στρατιώτες έχουν συντριβεί από το εχθρικό ιππικό που εμφανίζεται παντού σε συμπαγείς μάζες, αν η γραμμή πυρός της διάταξης της μάχης οπισθοχωρεί ακούσια από το ένα σημείο στο άλλο, αν οι προσπάθειες για την απόκτηση ορισμένων σημείων μένουν άκαρπες […], ο διοικητής είναι τότε αναγκασμένος ν’ αναγνωρίσει σε όλες αυτές τις ενδείξεις που οδηγούνται αυτός και η μάχη του. (σελ. 250)

Ο Κλαούζεβιτς είναι ακριβοδίκαιος, όταν μας θυμίζει ότι αν και η Schlacht αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα σε έναν πόλεμο ή μια εκστρατεία, δεν ήταν ο μόνος. «Μόνο στις πρόσφατες εποχές είδαμε συχνά μια μεγάλη μάχη ν’ αποφασίζει για μιαν ολόκληρη εκστρατεία· οι περιπτώσεις κατά τις οποίες αποφάσισε για έναν ολόκληρο πόλεμο είναι πολύ σπάνιες». Εν τούτοις, η έμφαση στη Schlacht μέσα από την πολυσέλιδη ανάλυσή της αλλά και η συγκινησιακή ποιότητα της γραφής, υποδεικνύουν ότι θεωρούσε μια εκστρατεία που κορυφωνόταν σε μια τέτοια κύρια μάχη, ανώτερη ηθικά, κατά κάποιον τρόπο, από μια άλλη, αναίμακτη νίκη που ήταν μόνο για ευνούχους.

Ας έρθουν να μας μιλήσουν για στρατηγούς που αποκτούν νίκες χωρίς αιματοχυσία. Το σφαγείο είναι φρικιαστικό θέαμα· ένας λόγος παραπάνω για να πάρουμε σοβαρά τον πόλεμο όχι όμως για να παρέχουμε δικαιολογία για τη βαθμιαία άμβλυνση των ξιφών μας στο όνομα της ανθρωπιάς. Αργά ή γρήγορα κάποιος θα μας επιτεθεί με ένα καλοακονισμένο σπαθί και θα μας αποκεφαλίσει. (σελ. 260)

Στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του και ενάντια στην προϊστορία ενός αντιφατικού στρατηγικού δόγματος που έφερε την καταστροφή στην ίδια του την πατρίδα, ο συλλογισμός του Κλαόυζεβιτς είναι τόσο άψογος όσο δικαιολογημένο είναι και το πάθος του. Αποσπώντας από το πλαίσιο τους τέτοια αποσπάσματα, δημιουργείται μια τρομακτική εντύπωση για τη θεωρία του Κλαούζεβιτς, ωστόσο όποιος είχε βιώσει τους πολέμους του Ναπολέοντα δεν θα μπορούσε να φέρει καμιά αντίρρηση στη δήλωση ότι «ο χαρακτήρας της κύριας μάχης είναι η σφαγή και η τιμή της το αίμα». Ήταν αποφασισμένος μα μην επιτρέψει στους αναγνώστες του να ξεχάσουν τη φρικτή αλήθεια που βρίσκεται στον πυρήνα των πολιτισμένων θεωρητικών ή τεχνικών πραγματειών, στις οποίες όλοι οι προηγούμενοι από αυτόν στρατηγικοί αναλυτές αλλά και οι περισσότεροι μέχρι σήμερα πραγματεύτηκαν το θέμα του πολέμου.

Michael Howard, Κλαούζεβιτς

(ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2006, ΣΕΛ 54-62)


Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Περικλής ο Ξανθίππου: ο άξιος ηγέτης

(ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ, Ιστοριών Β΄ 65)

Όσον χρόνο ήταν (ο Περικλής) επικεφαλής της πόλεως, στον καιρό της ειρήνης, κυβερνούσε με τήρηση του μέτρου και τη διαφύλαξε με ασφάλεια, και αυτή έγινε στις μέρες του μεγίστη· αλλά κι αφού ξέσπασε ο πόλεμος, φαίνεται ότι και σχετικά με αυτόν προϋπολόγισε ορθά τη δύναμή της. […] 

Αιτία δε ήταν ότι εκείνος, καθώς είχε μεγάλη δύναμη, έκγονη του προσωπικού του κύρους και της διανοητικής του ικανότητας, αλλά και επειδή υπήρξε κατά γενικήν αναγνώριση αδωροδόκητος, κρατούσε τον λαό με τρόπο ελεύθερο και δεν παρασυρόταν από αυτόν, αλλά μάλλον τον καθοδηγούσε, γιατί δεν επεδίωκε με αθέμιτα μέσα ν’ αποκτήσει δύναμη και δεν έλεγε κάτι για να θωπεύσει τον δήμο, αλλά στηριγμένος στο προσωπικό του κύρος αποτολμούσε και αντιλογία προς αυτόν, έστω και μέχρι να τον εξοργίσει. Όποτε λοιπόν αισθανόταν ότι αυτοί, με υπέρβαση του μέτρου, είχαν το θάρρος για κάτι αντίθετο προς τις υπαγορεύσεις των καιρών, κατόρθωνε με το λόγο του να τους συνταράξει, ώστε να φοβηθούν, και, αντίστροφα, όταν ήταν φοβισμένοι παράλογα, τους μετέστρεφε προς το θάρρος. Και ήταν μεν κατ’ όνομα δημοκρατία, στην πράξη όμως εξουσία του πρώτου ανδρός.

Οι μεταγενέστεροι, καθότι ήσαν ίσοι μάλλον ο ένας προς τον άλλον και είχε ο καθένας την επιθυμία να γίνει πρώτος, ετράπησαν προς ενέργειες θωπευτικές των ορέξεων του λαού, έως και να του παραχωρήσουν τον χειρισμό των δημόσιων ζητημάτων. Η συνέπεια ήταν και άλλα πολλά πολιτικά σφάλματα, ομόλογα προς το μέγεθος της πόλεως και την ηγεμονία της, και η εκστρατεία στη Σικελία […] Και μετά την πανωλεθρία στη Σικελία […] τότε μόνο υπέκυψαν, όταν οι ίδιοι συγκρούστηκαν μεταξύ τους για τις προσωπικές τους διαφορές, και καταστράφηκαν.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ: ΕΠΙΛΕΚΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

(ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ, 2004, σελ. 151-153)

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η διεργασία του ονείρου

Η ανάλυση και η ερμηνεία των ονείρων εστιάζουν στην ουσιώδη διάκριση ανάμεσα στις έκδηλες σκέψεις και τις λανθάνουσες σκέψεις. Οι έκδηλες σκέψεις του ονείρου (που ορίζονται συχνά ως «έκδηλο περιεχόμενο») είναι συνειδητές σκέψεις οι οποίες, αφενός αντιστοιχούν στις συνειδητές προσλήψεις του προσώπου που ονειρεύεται και αφετέρου επιτρέπουν την ανάκληση στη μνήμη και την εκ των υστέρων αφήγηση του ονείρου με αφυπνισμένη τη συνείδηση. Η ερμηνεία συνίσταται στην ανεύρεση του «λανθάνοντος περιεχομένου» (αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει συχνά εν συντομία οι «σκέψεις του ονείρου»), το οποίο ταυτόχρονα εκφράζεται και υποκρύπτεται μέσα στο έκδηλο περιεχόμενό του.

Σύμφωνα με τη βασική εικασία του Φρόυντ, οι λανθάνουσες σκέψεις του ονείρου εκφράζουν μια «απωθημένη επιθυμία». Η ανικανοποίητη επιθυμία, όταν ενεργοποιηθεί εκ νέου από περιστάσεις ικανές να την αναζωπυρώσουν, παράγει το όνειρο ως ένα τέχνασμα αυτής της δυσαρέσκειας. Από αυτό συνεπάγεται ότι το όνειρο είναι μια «ψευδαισθησιακή ικανοποίηση της επιθυμίας». Πράγματι, η ικανοποίηση που επιτυγχάνεται μέσα από μία καθαρή ψυχική διεργασία προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα «ψευδαισθησιακό»: το όνειρο παρουσιάζεται στον ονειρευόμενο ως ένα ισοδύναμο μιας πραγματικής και ενεστώσας εκπλήρωσης, οι ενέργειες που ενέχονται στο όνειρο προσλαμβάνουν τον αληθοφανή χαρακτήρα που θα είχε μια πραγματικότητα που έχει γίνει αντιληπτή και έχει βιωθεί. Μόνο η αφύπνιση καθιστά γνωστό στον ονειρευόμενο πως «όλα ήταν ένα όνειρο». …

Τούτη η ψευδαισθησιακή πραγμάτωση έχει καταστεί δυνατή από τη ανάσχεση της κινητικότητας που επιφέρει η ενύπνια κατάσταση και από μια χαλάρωση του νοήματος της πραγματικότητας και της κριτικής επαγρύπνησης. Επιβάλλεται, ωστόσο, αυτό το λανθάνον περιεχόμενο να υποστεί έναν ορισμένο αριθμό μετασχηματισμών οι οποίοι θα το καταστήσουν αγνώριστο, προκειμένου η απωθημένη επιθυμία να κατορθώσει να υπερβεί τα εμπόδια που ορθώνει η λογοκρισία στη συνειδητή έκφρασή της. Αυτό εγείρει την προϋπόθεση ο ονειρευόμενος να πραγματοποιήσει (εν αγνοία του) ένα μετασχηματισμό του λανθάνοντος περιεχομένου. Τούτες οι διαδικασίες μεταμφίεσης συνιστούν τη «διεργασία του ονείρου». 

Η ερμηνεία θα χρειαστεί να εκτελέσει αυτή τη διεργασία σε αντίστροφη πορεία, προκειμένου να ανακαλύψει το αληθινό περιεχόμενο που έχει μεταμφιεστεί με αυτό τον τρόπο. Αυτό θα καταστεί εφικτό με τη μεσολάβηση των ελεύθερων συνειρμών οι οποίοι, με έναυσμα τα ετερόκλιτα στοιχεία του έκδηλου περιεχομένου, θα οδηγήσουν τον ψυχαναλυτή προς την ανακάλυψη του λανθάνοντος περιεχομένου (εδώ γίνεται λόγος για το λανθάνον νόημα). […]

Ποια είναι λοιπόν η θέση της ασυνείδητης φαντασίωσης στη διαδικασία παραγωγής του ονείρου; Ο ρόλος της καθορίζεται ρητά από τον Φρόυντ: είναι ο «καπιταλιστής» του ονείρου. Οι ασυνείδητες φαντασιώσεις εικάζεται ότι δρουν πέρα ακόμα και από τα λανθάνοντα περιεχόμενα. Τα τελευταία πράγματι είναι πιο συγκυριακά, άμεσα συνδεδεμένα με τα «ημερήσια κατάλοιπα», δηλαδή με τις πιο πρόσφατες προσλήψεις. Τα «ασυνείδητα περιεχόμενα», πιο θεμελιώδη και διαχρονικά, προσλαμβάνουν συνεπώς μια αξία συγγενική με εκείνη που είχε μέχρι τότε δοθεί  στις ασυνείδητες φαντασιώσεις: πρόκειται σε τελική ανάλυση, για μια «απωθημένη επιθυμία παιδικής προέλευσης». Οι σκέψεις του ονείρου, συμπεριλαμβανομένων και των ιδίων των λανθανουσών σκέψεων, εμφανίζονται στο εξής ως αποφυάδες αυτών των ασυνείδητων φαντασιώσεων.

Michele PerronBorelli, Οι φαντασιώσεις


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 30-32)

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Τι αλλάζει τα πράγματα

Ο Dr House έχει μία συζήτηση, για το τι αλλάζει τα πράγματα, με μια νεαρή ασθενή του η οποία έχει μείνει έγγυος μετά από βιασμό. Από το δωδέκατο επεισόδιο (One Day, One Room) της τρίτης σεζόν των Ιατρικών Υποθέσεων:

House: Τα ξέρω όλα αυτά. Τι θέλεις να σου πω, λοιπόν;

Ασθενής: Τίποτα. Θέλω απλά να μιλήσω.

House: Για το τίποτα. Αν μιλήσουμε για το τίποτα, τίποτα δεν θα αλλάξει.

Ασθενής: Μπορεί.

House: Πως;

Ασθενής: Χρόνος. … Ο χρόνος αλλάζει τα πάντα.

House: Αυτό λένε. Δεν είναι αλήθεια. Το να κάνεις πράγματα αλλάζει τα πράγματα. Το να μην κάνεις πράγματα αφήνει τα πράγματα όπως ήταν.

video




Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Μίμηση και παιχνίδι στον Πλάτωνα

Στο βιβλίο X της Πολιτείας, ο Πλάτων εξομοιώνει τη μίμηση που επιχειρεί ένας μιμητής όπως ο ποιητής με παιχνίδι, δηλαδή με μια μη σοβαρή δραστηριότητα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Όποιος μιμείται δεν γνωρίζει τίποτα που να έχει το κύρος ενός επαληθεύσιμου λόγου: η μίμηση είναι ένα παιχνίδι και όχι μια σοβαρή δραστηριότητα.
(Πολιτεία X 602 b 7-8)

Στο πλατωνικό έργο συναντάμε άλλες δεκαπέντε φορές την αντίθεση παιχνίδι (παιδιά) / σοβαρή δραστηριότητα (σπουδή) (Νόμοι Ι 647 d 6, II 659 e 4, V 732 d 6, VII 795 d 2, VII 796 d 4, VII 798 b 6, VII 803 c 7, VII 803 d 3, VII 803 d 5, X 887 d 4, XII 942 a 8, Φίληβος 30 e 7, Πολιτεία X 602 b 8, Σοφιστής 237 b 10, Συμπόσιο 197 e 7). Το ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρων του παραπάνω χωρίου συνίσταται στο γεγονός ότι τοποθετεί αυτή την αντίθεση σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: εκείνο του λόγου και εκείνο της πράξης.

Πράγματι το σοβαρό, στο επίπεδο της πράξης, αντιστοιχεί στην επαληθευσιμότητα στο επίπεδο του λόγου. Ένας επαληθεύσιμος λόγος είναι ένας λόγος που έχει το τέλος του έξω από τον εαυτό του, στην εξωτερική πραγματικότητα την οποία περιγράφει ή εξηγεί. Κατά παρόμοιο τρόπο, mutatis mutandis, μια σοβαρή δραστηριότητα είναι μια δραστηριότητα που έχει το τέλος της έξω από τον εαυτό της, στην εξωτερική πραγματικότητα την οποία αλλάζει. Αντίθετα, το παιχνίδι, ακόμα και όταν εκτυλίσσεται στο πλαίσιο της εξωτερικής πραγματικότητας, έχει το τέλος του μέσα στον ίδιο του τον εαυτό και δεν επιδιώκει να αλλάξει την πραγματικότητα. Κατά παρόμοιο τρόπο, η μίμηση δεν επιδιώκει ούτε να περιγράψει ούτε να εξηγήσει την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά να μας κάνει να ξεχάσουμε την πραγματική απουσία της προς μίμηση πραγματικότητας, προκειμένου να προσδώσει μια αυθυπόστατη ύπαρξη στη φαινομενική πραγματικότητα που παράγει έτσι η ίδια.

Αυτή η παράβλεψη της εξωτερικής πραγματικότητας χαρακτηρίζει, μεταξύ άλλων, και τη δραστηριότητα του παιδιού, όπως μαρτυρά η ετυμολογία. Η λέξη παιδιά είναι ένα παράγωγο του παις «παιδί», που σχηματίζεται με την κατάληξη –ια τονισμένη στη λήγουσα –μια ιδιομορφία που παραμένει ανεξήγητη. Η πρώτη σημασία της συνεπώς είναι «(παιδικό) παιχνίδι». Ο Πλάτων όμως τη χρησιμοποιεί με μια πολύ ευρύτερη σημασία, εξομοιώνοντας με παιχνίδι όλα τα στοιχεία που ανήκουν στη σφαίρα της μίμησης.

Πράγματι, για τον Πλάτωνα παιχνίδι είναι όχι μόνο η λέξις στο χώρο της ποίησης (Πολιτεία ΙΙΙ 966 e 2), αλλά και η ενόργανη μουσική (Λάχης 188 d 4) και , κυρίως, η τέχνη του χορού, δηλαδή η ερμηνεία των τραγουδιών από μια ομάδα που εκτελεί επίσης χορευτικές κινήσεις ακολουθώντας τη μουσική συνοδεία: Νόμοι ΙΙ 656 c 3, II 657 c 4, II 657 d 3, II 673 d 4, VI 764 e 4, VI 771 e 6, VII 803 e 1. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πλάτων υπενθυμίζει ότι οι Κουρήτες στην Κρήτη, οι Διόσκουροι στη Λακεδαίμονα και η Αθηνά στην Αθήνα επιδίδονταν σε αυτό το παιχνίδι που είναι ο χορός (Νόμοι VII 796 b-c), δικαιολογώντας  με αυτό τον τρόπο το ρόλο που έπαιζε η τέχνη του χορού στις θρησκευτικές γιορτές (Νόμοι VΙΙ 796 c-d), σε συνάρτηση με τις θυσίες (Νόμοι VΙΙI 829 b 7). Στο ίδιο εξάλλου πλαίσιο εξηγείται, τουλάχιστον κατά μέρος, και η σχέση που διακρίνει ο Πλάτων ανάμεσα στο παιχνίδι και τις πρακτικές μύησης (τελετή) (Ευθύδημος 277 d 9, Νόμοι ΙΙ 666 b 5, Πολιτεία II 365 a 1, Σοφιστής 235 a 6). Στη διάρκεια αυτών των μυήσεων, εκτελούνται διάφοροι χοροί που μιμούνται τη ζωή και το θάνατο του Διονύσου. Οι Τιτάνες όμως σκότωναν ακριβώς ένα παιδί, αφού πρώτα το δελέασαν με τη βοήθεια παιχνιδιών. Το παιχνίδι αποκτά έτσι έναν καθοριστικό ρόλο τόσο ως θεματική όσο και ως αναπαράσταση.



(ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2006, σελ. 99 - 101)

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Η δύναμη της πειθούς

«Εκείνη που ποτέ δεν δέχθηκε απόρριψη» είναι, όπως μας λέει ο Αισχύλος, η Πειθώ, η συνοδός της Αφροδίτης. Για να πετύχει τέτοιου είδους σαγήνη, η Πειθώ προσφεύγει στην τρυφερότητα, στη γλυκύτητα, στη μειλίχια έλξη. Ωστόσο ο Ησίοδος, ο οποίος μιλάει έτσι, προσθέτει ότι τρυφερότητα, γλυκύτητα και μειλίχια έλξη δεν είναι ποτέ δεδομένες χωρίς «απατηλές λέξεις και δελεαστικούς λόγους». Προβάλλοντας έτσι με τη διπλή της όψη, κακά και αγαθή ανάλογα με την περίπτωση, η Πειθώ αντιπροσωπεύει στην ερωτική ζωή το παιχνίδι των απατηλών εμφανειών που επιτρέπει την κατάκτηση και την προσέλκυση χάρη σε μια κρυφή βία. Παιχνίδια, υπολογισμοί και στρατηγική των σημείων χαρακτηρίζουν την Πειθώ: σε αυτήν προσφεύγει η Ήρα, για παράδειγμα, όταν θέλει να ξυπνήσει στον Δία την ερωτική επιθυμία. Λέξεις απατηλές και λόγοι δελεαστικοί που δημιουργούν την έλξη.

Η Πειθώ πείθει, και η παθητική φωνή του ρήματος πείθω στα ελληνικά σημαίνει «υπακούω». […] Ο ενεργητικός ενεστώς του πεύθω, «πείθω», εμφανίστηκε αρκετά καθυστερημένα επί του πεύθομαι, «υπακούω». […] Στα ελληνικά το ρήμα πεύθομαι, «αφήνομαι να πειστώ, υπακούω», επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πειθώ ισοδυναμεί με ή καταλήγει στην υπακοή και συνυποθέτει κάποιου είδους καταναγκασμό. Έτσι ώστε το πείθω ισοδυναμεί με το «κάνω κάποιον να με υπακούσει».

Ένα παράδειγμα αυτών που λέμε θα συναντήσουμε στο Εγκώμιο της Ελένης. Εκεί ο Γοργίας προσπαθεί να απαλλάξει από κάθε κατηγορία την ωραιοτάτη κόρη της Λήδας και του Τυνδάρεω που φυγαδεύτηκε στην Τροία. «Έκανε ότι έκανε είτε από απόφαση της Τύχης, θέλημα των θεών ή σχέδιο της Μοίρας, είτε επειδή την άρπαξαν βίαια ή την έπεισαν με λόγια». Η τελευταία από τις πιθανότητες είναι που μας ενδιαφέρει. «Αν ήταν τα λόγια αυτά που την έπεισαν κι εξαπάτησαν το πνεύμα της, δεν είναι δύσκολο να την υπερασπιστούμε και με τον τρόπο αυτό να την αθωώσουμε».

Η λέξη, ο λόγος, είναι για τον Γοργία ένας κραταιός κύριος, ο οποίος μ’ ένα πολύ μικρό και σχεδόν αόρατο σώμα επιτυγχάνει επιδράσεις απόλυτα θεϊκές. Μπορεί, πράγματι, να εξαλείψει τον φόβο, να καταστείλει τη θλίψη, να εμπνεύσει χαρά, να αυξήσει τη συμπόνια.

Η Ελένη βρίσκεται υπό την έλξη της τελεσφόρας λέξης. «Η δύναμη της υποβολής καταλαμβάνει τη θέληση της ψυχής, την εξουσιάζει, την πείθει και τη μεταμορφώνει μέσω της σαγήνης». Σε αυτή τη βάση, δυνάμει αυτού του χαρακτηριστικού της Πειθούς, ο Γοργίας αθωώνει την Ελένη: «Επομένως η δύναμη της πειθούς, από την οποία γεννήθηκε το σχέδιο στο μυαλό της Ελένης, είναι αδύνατο να αποκρουστεί και για το λόγο αυτό δεν χρειάζεται μομφή, αφού έχει την ίδια δύναμη με το πεπρωμένο. Πράγματι, ο λόγος ο οποίος πείθει την ψυχή υποχρεώνει σοβαρά την ψυχή που έχει πείσει να υπακούει στα θελήματά του και να εκτελεί ότι του προστάζει».

Jorge Lozano, Σχήματα αποπλάνησης. Από τον τόμο Φιλοσοφία και Σεξουαλικότητα.

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΞΥ, 2003, σελ. 211- 213)


Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Λαϊκισμός

Το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον διοργάνωσε στις 17-18 Φεβρουαρίου 2012 ένα σεμινάριο για τον λαϊκισμό, υπό την εποπτεία του καθηγητή Jan-Werner Müller. Επειδή υπήρξε το φαινόμενο που κατεξοχήν κυριάρχησε στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, σταχυολογούμε με κάποια δόση αυθαιρεσίας ορισμένα συμπεράσματα από τις εισηγήσεις του σεμιναρίου, μέρος των οποίων δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Letras Libres, τχ. 127 (Απρίλιος 2012):

1. Ο λαϊκισμός δεν έχει χρώμα: διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα από τον Ούγκο Τσάβες ως το αμερικανικό Tea Party, χαρακτηρίζεται από σωτηριολογική ρητορική, προτείνει «διακυβεύματα» και καλεί συμβολικά τον δημόσιο χώρο στα όπλα για την αντιμετώπιση ενός «θανάσιμου», εσωτερικού ή εξωτερικού, εχθρού.

2. Δεν υπάρχει λαϊκισμός από τα κάτω. Ο λαϊκισμός ξεκινά πάντοτε από τις πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες παρουσιάζουν με χονδροειδή και απλουστευτικό τρόπο τις διαφορές μεταξύ των αντιπάλων στρατοπέδων, θέτοντας από τη μια μεριά τον «απλό λαό» κι από την άλλη τη «διεφθαρμένη ελίτ», η οποία και φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για ό,τι κακό συμβαίνει στη χώρα. Εννοείται πως ο λαϊκιστής ηγέτης εκφράζει πάντα τη vox populi.

3. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερώτημα που θέτει ο Cas Mudde αν ο λαϊκισμός αποτελεί ένα στρατήγημα, μια τεχνική σαγήνευσης των μαζών ή αν ο λαϊκιστής πιστεύει πραγματικά αυτά που λέει. Ανάλογο ενδιαφέρον έχει η σχέση του με τη δημοκρατία: ενώ οι Ευρωπαίοι μελετητές κατά κανόνα θεωρούν τον λαϊκισμό αντιδημοκρατικό φαινόμενο και το ερμηνεύουν με όρους ψυχολογικούς ως ένδειξη παθολογίας του πολιτεύματος, στις ΗΠΑ θεωρείται γέννημα του πολιτεύματος, μια όψη του καθ’ υπερβολήν. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλοί πιστεύουν ότι ο λαϊκισμός είναι γνώρισμα καθαρά της νεωτερικότητας και δεν ταυτίζεται με την κυρίαρχη στην αρχαία Αθήνα δημαγωγία (Enrique Krauze, Cas Mudde, John P. Mccormick), γιατί στη δεύτερη η άμεση συμμετοχή στις διαδικασίες και η εύκολη πρόσβαση στην εξουσία δεν ευνοούσε την ανεδαφική κι ανορθολογική προσφορά μαγικών συνταγών και εύκολων μες στην προχειρότητά τους λύσεων που χαρακτηρίζουν τη σημερινή του άποψη.

5. Ο λαϊκισμός συνδέεται επίσης με την επιστροφή στο προσκήνιο του πειρασμού του αυταρχισμού, ο οποίος εμφανίζεται εξίσου ισχυρός στα ακροδεξιά και τα ακροαριστερά κόμματα, οδηγώντας στη διατύπωση απόλυτων θέσεων και καταργώντας ουσιαστικά τον δημόσιο διάλογο. Ο σύγχρονος λαϊκισμός τρέφεται από τα αδιέξοδα της κρίσης, προϋποθέτει τους «αγανακτισμένους», βασίζεται στη λήθη: οι νεότεροι ψηφοφόροι, που κατεξοχήν στρέφονται σε λύσεις ριζοσπαστικές, δεν έχουν ζήσει ούτε τον ναζισμό ούτε τον σταλινισμό (Guy Sorman). Το γεγονός αυτό υποδηλώνει κάτι χειρότερο: ότι επιλέγουμε τη δημοκρατία μόνο για τη διοικητική αποτελεσματικότητά της (εργαλειακή αντιμετώπιση) κι όχι επειδή πιστεύουμε αληθινά στις αρετές της.

Δημήτρης Αγγελής

Πηγή: www.frear.gr

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Η «δίαιτα» του Σωκράτη

Άσκησε την ψυχή του και το σώμα σου με τέτοιο τρόπο ζωής που αν τον εφαρμόζει κάποιος, εφόσον δεν του συμβεί κάτι από το θεό, θα μπορούσε να ζει με θάρρος και σιγουριά και δε θα στερηθεί τόση δαπάνη για ένα τέτοιο τρόπο ζωής.

Διότι ήταν τόσο λιγοέξοδος, ώστε δεν ξέρω αν κάποιος εργάζεται τόσο λίγο, ώστε να μην παίρνει όσα ήταν αρκετά για το Σωκράτη. Διότι έτρωγε τόση τροφή, όση έτρωγε με ευχαρίστηση, και πήγαινε να φάει έτσι προετοιμασμένος, ώστε η επιθυμία της τροφής να του είναι το προσφάγι· κάθε ποτό του ήταν ευχάριστο, επειδή δεν έπινε, αν δε διψούσε.

Αν κάποτε καλεσμένος ήθελε να πάει σε δείπνο, αυτό που είναι πάρα πολύ δύσκολο για τους περισσότερους, δηλαδή να προφυλαχθούν να μην παραγεμίσουν τα στομάχια τους, απ’ αυτό εκείνος προφυλαγόταν πολύ εύκολα. Σε όσους δεν μπορούσαν να το κάνουν συμβούλευε να προφυλάγονται από όσα φαγητά τους παρασύρουν να φαν, ενώ δεν πεινούν, και να πιουν, ενώ δεν διψούν – διότι έλεγε ότι αυτά είναι που βλάπτουν τα στομάχια, τα κεφάλια και τις ψυχές.

Και πειράζοντας έλεγε πως φαντάζονταν ότι και η Κίρκη μεταμόρφωνε γρήγορα τους ανθρώπους σε γουρούνια στρώνοντάς τους δείπνο με πολλά τέτοια φαγητά· ενώ ο Οδυσσέας, και επειδή τον συμβούλευσε ο Ερμής και επειδή και ο ίδιος ήταν συγκρατημένος και απόφευγε να παραγεμίσει το στομάχι του με τέτοια φαγητά, δεν μεταμορφώθηκε σε γουρούνι. Για τα θέματα αυτά τέτοια αστεία έκανε σοβαρολογώντας συγχρόνως.

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, Βιβλίο Α, Κεφ. 3. 5-8

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ, 2007)


Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Περί εφήμερου έρωτα

H ταινία "Before Sunrise" βασίζεται στη συζήτηση μεταξύ δυο νεαρών ανθρώπων, του Jesse (Ethan Hawke) και της Celine (Julie Delpy)  που γνωρίζονται σε ένα τρένο. Αυτός γυρνάει στην Αμερική μετά από το ταξίδι του στην Ευρώπη ενώ εκείνη επιστρέφει στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της. Μέσα στην παρόρμηση της στιγμής και της ηλικίας όμως, της προτείνει να κατέβει μαζί του για μια βόλτα.. έτσι καταλήγουν σε ένα περίπατο στη Βιέννη συζητώντας μεταξύ των άλλων και για τον εφήμερο έρωτα:

Jesse: Είναι μια ράτσα από μαϊμούδες που το μόνο που κάνουν είναι να πηδιούνται συνέχεια. Αποδείχτηκε, λοιπόν, ότι είναι οι λιγότερο βίαιες, κι οι ποιο ειρηνικές και χαρούμενες. Ίσως, άρα, ο εφήμερος έρωτας να μην είναι και τόσο κακός.

Celine: Για τις μαϊμούδες μιλάς τώρα;

Jesse: Ναι, για τις μαϊμούδες.

Celine: Το περίμενα.

Jesse: Γιατί;

Celine: Πρώτη φορά το ακούω. Αλλά μου θυμίζει εκείνο το τέλειο ανδρικό επιχείρημα … που δικαιολογεί τον εφήμερο έρωτα.

Jesse: Και οι θηλυκές μαϊμούδες εφαρμόζουν τον εφήμερο έρωτα. Όλοι το κάνουν.

Celine: Ναι, καλό κι αυτό. Έχω αυτή την παρανοϊκή άποψη … ότι τον φεμινισμό τον εφηύραν οι άντρεςγια να μπορούν να σαχλαμαρίζουν περισσότερο. «Γυναίκα ελευθέρωσε πνεύμα και σώμα, κι έλα να κοιμηθούμε μαζί. Θα είμαστε όλοι χαρούμενοι κι ελεύθεροι όσο θα πηδάω εγώ όσες γυναίκες θέλω».

Jesse: Εντάξει, αλλά ίσως να υπεισέρχονται και κάποιοι βιολογικοί παράγοντες. Σκέψου ένα νησί … όπου βρίσκονται 99 γυναίκες κι ένας μόνο άντρας … σ’ ένα χρόνο, υπάρχει πιθανότητα να γεννηθούν 99 μωρά. Αν, όμως, στο νησί ήταν 99 άντρες και μία μόνο γυναίκα … η πιθανότητα σ’ έναν χρόνο είναι να γεννηθεί μόνο ένα μωρό. Οπότε …

Celine: Ξέρεις κάτι; Στο νησί αυτό, αμφιβάλλω αν θα έμεναν παραπάνω από 43 άντρες. Θα είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους για το ποιος θα πρωτοπηδήξει την καημένη γυναίκα. Στο άλλο νησί, πάλι … θα είχαμε 99 γυναίκες, 99 μωρά και κανέναν άντρα. Γιατί θα συνωμοτούσαν μεταξύ τους για να τον φάνε ζωντανό

Jesse: Ώστε έτσι, ε;

Celine: Ναι.

video



Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Η οργή

Η απόλυτη παιδαριώδης σύγκρουση. Δεν μπορούμε να βρούμε το τηλεχειριστήριο ή τα κλειδιά, ο δρόμος είναι μποτιλιαρισμένος, το εστιατόριο γεμάτο – κι έτσι λοιπόν κοπανάμε πόρτες, ξεπατώνουμε γλάστρες και ουρλιάζουμε.

Ο Σενέκας τη χαρακτήρισε ένα είδος τρέλας:

Δεν υπάρχει ταχύτερος δρόμος προς την παραφροσύνη. Πολλοί [οργισμένοι] … επικαλούνται θάνατο στα παιδιά τους, πενία στους ίδιους, καταστροφή στο σπίτι τους, αρνούμενοι ότι είναι θυμωμένοι, όπως ακριβώς οι τρελοί αρνούνται την παραφροσύνη τους. Εχθρεύονται τους καλύτερους τους φίλους … κι αψηφώντας τους νόμους … κάνουν τα πάντα δια της βίας … Το μεγαλύτερο όλων των δεινών τους έχει κυριεύσει, χειρότερο από κάθε άλλο ελάττωμα.
(Περί οργής, ΙΙ.36.5-6)

Σε πιο ήρεμες στιγμές, οι οργισμένοι ίσως ζητήσουν συγνώμη εξηγώντας ότι τους κυρίευσε μια δύναμη που τους υπερέβαινε, που υπερέβαινε με άλλα λόγια, τη λογική τους. «Εκείνος», ο λογικός εαυτός τους, δεν εννοούσε τις προσβολές και μετανιώνει για τις φωνές· […] Πλέον οι οργισμένοι καταφεύγουν σε μια κυρίαρχη άποψη για το μυαλό, όπου η ικανότητα της λογικής, ή έδρα του πραγματικού εαυτού, παρουσιάζεται να δέχεται περιστασιακά επίθεση από παράφορα συναισθήματα, τα οποία η λογική ούτε τα αναγνωρίζει ούτε ευθύνεται γι’ αυτά.

Η συγκεκριμένη εξήγηση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την άποψη του Σενέκα για το μυαλό, σύμφωνα με την οποία η οργή δεν προέρχεται από μια ανεξέλεγκτη έκρηξη των παθών, αλλά από ένα βασικό (και διορθώσιμο) λάθος της λογικής. Παραδέχτηκε ότι η λογική δεν ελέγχει πάντοτε τις πράξεις μας: αν μας πιτσιλίσουν με παγωμένο νερό, ή μόνη επιλογή που μας δίνει το σώμα μας είναι να ριγήσουμε· αν κάποιος πλησιάζει τα δάκτυλά του στα μάτια μας, αναγκαστικά θα τα ανοιγοκλείσουμε. Όμως η οργή δεν ανήκει στην κατηγορία των ακούσιων σωματικών αντιδράσεων, αλλά ξεσπάει βασιζόμενη σε συγκεκριμένες λογικές ιδέες· αν μπορέσουμε να αλλάξουμε τις ιδέες, θα αλλάξουμε και την τάση μας να οργιζόμαστε.

Και σύμφωνα με την άποψη του Σενέκα εκείνο που μας εξοργίζει είναι οι επικίνδυνα αισιόδοξες αντιλήψεις για το πώς είναι ο κόσμος και οι άλλοι άνθρωποι γύρω μας.

Ο βαθμός της αρνητικής μας αντίδρασης στην απογοήτευση καθορίζεται αποφασιστικά από το τι θεωρούμε φυσιολογικό. Μπορεί να απογοητευτούμε επειδή βρέχει, αλλά η εξοικείωση μας με τις βροχές σημαίνει ότι είναι μάλλον απίθανο να αντιδράσουμε οργισμένα σε μια τέτοια περίπτωση. Οι απογοητεύσεις μας αμβλύνονται εξαιτίας όσων θεωρούμε φυσιολογικά να συμβούν με βάση την εμπειρία μας. Δεν μας κυριεύει η οργή κάθε φορά που μας στερούν ένα αντικείμενο το οποίο ποθούμε, παρά μόνο όταν πιστεύουμε ότι το δικαιούμαστε. Η εντονότερη οργή μας πηγάζει από γεγονότα που παραβιάζουν την προσωπική μας αντίληψη για τους θεμελιώδεις κανόνες της ύπαρξης.

Αν κάποιος διέθετε χρήματα στην Αρχαία Ρώμη, ήταν αναμενόμενο να διάγει έναν πολύ άνετο βίο. […] Ωστόσο, στις τάξεις των προνομιούχων έμοιαζε να υπάρχει οργή σε ασυνήθιστα υψηλό βαθμό. «Η ευημερία ενισχύει την κακή διάθεση» έγραψε ο Σενέκας, παρατηρώντας τους εύπορους φίλους γύρω του να μιλάνε οργισμένα […]  Ο Σενέκας ήξερε ένα εύπορο άντρα, τον Βήδιο Πολλίωνα, φίλο του αυτοκράτορα Αυγούστου, ο σκλάβος του οποίου μια φορά έριξε έναν δίσκο με κρυστάλλινα ποτήρια σε κάποιο συμπόσιο. Ο Βήδιος […] θύμωσε τόσο ώστε διέταξε να πετάξουν τον σκλάβο σε μια λίμνη με λάμπραινες.

Τέτοιες οργισμένες αντιδράσεις έχουν πάντοτε μια εξήγηση. Η αιτία της οργής του Βήδιου Πολλίωνα ήταν προσδιορίσιμη: πίστευε σε ένα κόσμο όπου στα συμπόσια τα ποτήρια δεν σπάνε. Φωνάζουμε όταν δεν βρίσκουμε το τηλεχειριστήριο εξαιτίας της τυφλής πίστης μας σε έναν κόσμο όπου τα τηλεχειριστήρια είναι πάντοτε στη θέση τους. Η οργή προκαλείται από την πεποίθηση, κωμική σχεδόν ως προς την αισιόδοξη προέλευση της (αν και τραγική ως προς το αποτέλεσμα), ότι μια συγκεκριμένη απογοήτευση δεν είναι καταγεγραμμένη στο συμβόλαιο της ζωής. […]

Οφείλουμε να συμφιλιωθούμε με την αναγκαία ατέλεια της ύπαρξης:

Είναι αναπάντεχο που οι κακόβουλοι κάνουν κακόβουλες πράξεις ή μήπως ανήκουστο που ο εχθρός σου θέλει να σε βλάψει ή που ο φίλος σε ενοχλεί, που ο γιος σου θα ενεργήσει εσφαλμένα […];
(Περί οργής, ΙΙΙ, 35.2)

Θα πάψουμε να είμαστε τόσο οργισμένοι όταν πάψουμε να είμαστε αισιόδοξοι.

Αλαίν ντε ΜποττόνΗ παρηγορία της φιλοσοφίας

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2010, σελ. 36-40)

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Η πολιτική στον μεσαίωνα

Η Ευρώπη που γνωρίζουμε είναι το αποτέλεσμα διαδοχικών κυμάτων μετανάστευσης βαρβαρικών φύλων που κατευθύνονταν δυτικά από την πίεση άλλων που έπονταν. Αυτά τα φύλα προσελκύονταν από την προφανή ευημερία και τον πολιτισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ταξιδεύοντας σε μεγάλες ορδές, οι περιπλανώμενοι λαοί τους οποίους γνωρίζουμε με τα ονόματα που τους έδωσαν οι Ρωμαίοι –Ούννοι, Γότθοι, Βησιγότθοι, Άγγλοι, Φράνκοι, και λοιπά- εισχώρησαν στην αυτοκρατορία για ένα διάστημα πολλών αιώνων, κι ενώ αρχικά απορροφήθηκαν από τη ρωμαϊκή δομή, στη συνέχεια τη διέσπασαν και την κατέστρεψαν. Οι βάρβαροι αυτοί ίδρυσαν τα δικά τους βασίλεια στην ύπαιθρο και, με τον καιρό, προσηλυτίστηκαν στον Χριστιανισμό. Κάθε βασίλειο είχε ένα βασιλιά και κάποια αριστοκρατία στην οποία παραχωρείτο γη σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης της στο βασιλέα. Η προσωρινή παραχώρηση γης σύντομα έγινε κληρονομική, χρειάστηκαν όμως αιώνες για να ξαναγυρίσει η κοινωνική σταθερότητα της παλαιάς ρωμαϊκής εποχής […] Σε κείνους τους ταραγμένους καιρούς η μόνη προστασία προερχόταν από μια τάξη επαγγελματιών και η προστασία είχε το τίμημά της.

Έτσι η πολιτική ευταξία έπρεπε να αναδημιουργηθεί· εδώ θα εξετάσουμε τρία συστατικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού στον όψιμο Μεσαίωνα. Το πρώτο είναι η αγάπη της ελευθερίας που είχε κληρονομηθεί από τους ίδιους τους βαρβάρους. Παρά την ωμή βία εκείνων των χρόνων, οι βαρβαρικές φυλές είχαν μια ισχυρή ηθική και νομική αυτοσυνείδηση […] Αποτελούσαν λαούς των οποίων η υπερηφάνεια συνίστατο στο σεβασμό εκείνων με τους οποίους συνδέονταν με όρκο. Οι βασιλείς ήταν οι φρουροί του νόμου. Η βία και η αναταραχή ήταν αποτέλεσμα του ότι μια ισχυρή ηθική και νομική αίσθηση των κανόνων συμπεριφοράς προς την κοινότητα δεν συμπληρώνονταν, σε καμία περίπτωση, από την αίσθηση της σημαντικότητας των άλλων ανθρώπων εκτός κοινότητας. Χρειάστηκε η θρησκεία του Χριστιανισμού και η ηθική του μεσαιωνικού κώδικα αγάπης για να αρχίσει η διάδοση αυτής της ιδέας.  

Οι Ευρωπαίοι θεμελίωσαν το αίσθημα της ταυτότητας τους στο σεβασμό του νόμου, το οποίο πίστευαν ότι είχαν κληρονομήσει από τους προγόνους τους. Ο νόμος, πιστευόταν, ήταν ανέγγιχτος από την ανθρώπινη βούληση και χρειάστηκαν μερικοί αιώνες για να κυριαρχήσει η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να νομοθετήσει. Αυτή ήταν μια ιδέα που ήρθε σταδιακά μέσα από μια ανανεωμένη επαφή με το Ρωμαϊκό Δίκαιο. 

Έτσι η πολιτική σε εκείνους τους παλαιούς χρόνους περιοριζόταν στις σχέσεις μεταξύ ενός βασιλιά και σημαντικότερων από τους υπηκόους του, έχοντας ως επίκεντρο μικρές, πρωτόγονες και μετακινούμενες Αυλές. Όμως αυτοί οι βασιλείς από αρχηγοί φύλων μετεξελίχθηκαν σταδιακά σε κυρίαρχους βασιλείων και ο νόμος τον οποίο περιφρουρούσαν κατέστη νόμος όχι πλέον της φυλής αλλά της χώρας. […] Σε όλες αυτές τις τοπικές διαδικασίες […] ένα γεγονός ξεχώριζε: το καθεστώς της πολιτικής ευταξίας διαμορφώνονταν με τη συναίνεση μιας ομάδας πλουσίων αρχόντων των οποίων ο έλεγχος επί των κολίγων τους προσέδιδε μια ανεξάρτητη θέση. Αυτό είναι το δεύτερο κρίσιμο συστατικό στοιχείο για την επανεμφάνιση της πολιτικής. Έχει εύλογα υποστηριχθεί ότι η μοναδικότητα του Ευρωπαϊκού φεουδαρχισμού ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η Ευρώπη είναι μια καλή υδρευόμενη ήπειρος και ότι η γεωργία της, σε αντίθεση με αυτή της Κίνας, της Ινδίας και της Μέσης Ανατολής, δεν εξαρτάται από την κατασκευή μεγάλων φραγμάτων, αρδευτικών καναλιών και αντιπλημμυρικών έργων. Τέτοια έργα απαιτούν ισχυρή κεντρική εξουσία για την κινητοποίηση του εργατικού δυναμικού, εξουσία η οποία έχει δεσποτικά χαρακτηριστικά. Όπου το κλίμα κατανέμει καλύτερα αυτά που απαιτεί η γεωργία, η τοπική ζωή είναι σχετικά ανεξάρτητη από την κεντρική εξουσία και η εξουσία θα πρέπει να διαβουλεύεται με τους υπηκόους της […] 

Η εθνική τάξη των Ευρωπαϊκών κρατών κρυσταλλώθηκε βαθμιαία από αλληλουχίες μη προβλέψιμων γεγονότων. Η συνθήκη του Βερντέν το 843, η οποία διαίρεσε το βασίλειο του Καρλομάγνου σε τρία μέρη, συχνά θεωρείται ότι έδωσε τη Γαλλία, τη Γερμανία και ένα τρίτο βασίλειο, το οποίο δεν ενοποιήθηκε πλήρως ποτέ, που εκτείνεται από την Ολλανδία στα βόρεια έως τη Σαβοΐα και τη Λομβαρδία στα νότια […] Οι βασιλείς συνωμοτούσαν, οι ευγενείς πολεμούσαν και τελικά η μείξη πολιτικού και απρόοπτου ήταν ο παράγοντας που καθόρισε ποιες γλώσσες και κουλτούρες έγιναν εθνικές μέσα από μια μεγάλη γλωσσική και πολιτισμική ποικιλομορφία. […]

Παντού συναντάμε βασιλείς που επιδιώκουν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους τόσο στο εξωτερικό, σε γειτονικές περιοχές, όσο και στο εσωτερικό, πάνω στους υπηκόους τους. Υπό αυτό το πρίσμα, η πορεία του αιτήματος της ελευθερίας είναι η πορεία των θεσμών και των νόμων που εξισορροπούσαν τις απαιτήσεις των κυρίαρχων δυνάμεων σε αυτές τις μικρές κοινωνίες. Ο βασιλιάς της Αγγλίας, ως κορωνίδα της δικαιοσύνης, είχε έναν αξιωματούχο σε κάθε κομητεία που ονομάζονταν σερίφης και οι δικαστές του ταξίδευαν στη χώρα απονέμοντας δικαιοσύνη, ανταποκρινόμενοι σε ένα σύνολο απαιτήσεων και παρακλήσεων που ονομάζονταν εντάλματα (wrists) […] Οι ευγενείς, από την άλλη πλευρά, είχαν το δικαίωμα να αναγκάσουν το βασιλιά να αναγνωρίσει τα σφάλματά του και να τον εξαναγκάσουν να επανορθώσει. Η πιο φημισμένη περίπτωση αυτού του είδους ήταν ο βασιλιάς Ιωάννης ο «Ακτήμονας», ο οποίος εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη Μάγκνα Κάρτα […] το 1215 […] (που) καταγράφηκε στην Αγγλική μυθολογία ως η πηγή των αγγλικών ελευθεριών. […] Οι σημερινοί ψηφοφόροι με άλλα λόγια, έχουν κληρονομήσει τα δικαιώματα που απολάμβαναν μόνο οι βαρόνοι του παρελθόντος […] έτσι η δημοκρατία αναδύθηκε στα ευρωπαϊκά κράτη μέσα από μια οργανική ανάπτυξη η οποία και τη διατηρεί βαθιά εδραιωμένη.

Κέντρο της μεσαιωνικής πολιτικής εμπειρίας ήταν η αδυναμία του βασιλέα να κυβερνήσει χωρίς τη συνεργασία κάποιων εταίρων –ακόμα και στο βαθμό που ήταν υπεύθυνος για τις πολύ περιορισμένες λειτουργίες της διακυβέρνησης όπως αυτή εννοείτο τον καιρό εκείνο. Έπρεπε να συμβουλεύεται τους ευγενείς, τους υψηλά ιστάμενους στην ιεραρχία της Εκκλησίας και, εν καιρώ, τους αντιπροσώπους των πόλεων που ήταν ισχυροί οικονομικά. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε ένα νέο θεσμό, τα κοινοβούλια. Τα κοινοβούλια έχουν μια σύνθετη ιστορία, πολύ διαφορετική σε καθένα από τα Ευρωπαϊκά Βασίλεια. Η Γαλλία, για παράδειγμα, είχε μια τόσο parlements που ουσιαστικά ήταν νομικοί θεσμοί, όσο και Γενικές Συνελεύσεις (états généraux) που ήταν συμβουλευτικές. […] Η ιστορία του αγγλικού κοινοβουλίου είναι ίσως η πιο σύνθετη όλων. Είναι ίσως και η πιο σημαντική στο βαθμό που οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, στους πρώιμους νεότερους χρόνους περιέπεσαν σε αχρηστία σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη και αναβίωσαν μόνο ως δομές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το 19ο αιώνα σύμφωνα με το θεσμικό πρότυπο που είχε επιβιώσει στην Αγγλία αρκετά επιτυχημένα. […]

Το τρίτο συστατικό στοιχείο της πολιτικής εμπειρίας στον Μεσαίωνα είναι και το πιο σημαντικό απ’ όλα. Αφορά τη θρησκεία η οποία, γενικά συγκεφαλαιώνει τις πίστεις και τα συναισθήματα που έχει ένας πολιτισμός σχετικά με τον ανθρώπινο βίο. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είχαν μια πολιτική θρησκεία στην οποία δεν γινόταν διάκριση μεταξύ του μέλους της Εκκλησίας και του μέλους του κράτους: το ίδιο σύνολο θεσμών κάλυπτε και τις δύο λειτουργίες που εμείς στη Δύση διακρίνουμε με τόση σαφήνεια. Κατά την κλασική περίοδο η υψηλή σημασία του ανθρώπινου βίου συνίστατο στη χρήση της ατομικής λογικής ικανότητας και στην υπηρέτηση της δημοκρατίας. Με την άνοδο του Χριστιανισμού σε κυρίαρχη θέση στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κατά τον 4ο αιώνα, έχουμε μια εντελώς νέα κατάσταση. Παλιότερα κάποιος γεννιόταν Αθηναίος ή Ρωμαίος.  Η θρησκεία περιλαμβάνονταν στο συλλογικό αυτόν προσδιορισμό. Τώρα όμως κάποιος γινόταν χριστιανός μόνο με την εκ μέρους του υιοθεσία ενός συνόλου πίστεων. Επιπρόσθετα, ο Χριστιανισμός ήταν μια θρησκεία των Γραφών, κάτι που ευνοούσε την εκπαίδευση και τη διάδοση της ανάγνωσης και γραφής. Εξαιτίας, εν μέρει αυτού του γεγονότος, ο Χριστιανισμός έγινε σύντομα μια τόσο σύνθετη δομή πίστεων, συναισθημάτων, εντολών και ιεροτελεστιών, που απαιτούσε αρκετό θεωρητικό στοχασμό, συμπεριλαμβανομένου του φιλοσοφείν, προκειμένου να καταστεί ένα ξεκάθαρο και συνεκτικό όλον. […]

Ο  Χριστιανισμός, […] ήταν μια θρησκεία ηθικής πρόκλησης. Τα ανθρώπινα όντα ήταν έργα του Δημιουργού του σύμπαντος. Είχαν προδώσει την εμπιστοσύνη Του πέφτοντας στην αμαρτία, είχαν όμως λυτρωθεί με τη θεϊκή αποστολή του Ιησού. Η ανθρώπινη ζωή ήταν μια περίοδος βασάνων και δοκιμασίας μετά την οποία κάποιοι άνθρωποι θα είχαν αθάνατη ζωή. Άλλους, ίσως τους περισσότερους, τους περίμενε μια διαφορετική μοίρα […] αυτό που εννοούσε η συγκεκριμένη θρησκεία ήταν ότι κάθε άτομο ήταν υπεύθυνο για την ψυχή του και υπόλογο γι’ αυτήν στο Θεό. Ο θάνατος δεν αποτελούσε διέξοδο από αυτή την τρομερή ευθύνη επειδή η κρίση ήταν και μεταθανάτια. Επηρέαζε το ίδιο τους μεγάλους και τους ταπεινούς. Η αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία και φιλοσοφία ήταν ιδιαίτερα ελιτίστικες. Η επίτευξη του ανθρώπινου ιδεώδους ήταν αποκλειστικά υπόθεση του ήρωα και του φιλοσόφου, ενώ οι δούλοι, και σε έναν βαθμό οι γυναίκες, ενσάρκωναν κατώτερους τύπους ανθρώπων. Ο Χριστιανισμός αντέστρεψε αυτή την άποψη: ήταν οι ταπεινοί άνθρωποι εκείνοι που ήταν εγγύτερα στο πνεύμα της αγάπης που απαιτούσε ο Θεός. Αυτό συμπεριλάμβανε ιδιαίτερα τις γυναίκες οι οποίες γρήγορα έγιναν ενθουσιώδεις οπαδοί μιας πίστης που κήρυττε την ειρήνη και την αγάπη.

Ορισμένοι φανατικοί θαυμαστές των αρχαίων δημοκρατιών –ο Μακιαβέλι και ο Νίτσε αποτελούν καλό παράδειγμα σε αυτή την κατεύθυνση- θεωρούσαν αυτή την πλευρά της χριστιανικής πίστης ως σκέτη θρησκοληψία που απομυζεί τη ζωντάνια και εξασθενεί το αίσθημα τιμής που χαρακτηρίζει τον άνδρα-πολεμιστή. Όποια άποψη και αν έχουμε περί αυτού, θα ήταν ιστορικά ανακριβές εάν συμπεραίνουμε ότι η respuplica Christiana του Μεσαίωνα ήταν ένα πολιτικό μόρφωμα πειθήνιο ή ειρηνικό. Η Εκκλησία επιδίωξε πράγματι να ενθαρρύνει την ειρήνη και την ταπεινότητα ανάμεσα στους ευερέθιστους και φιλόνικους βασιλείς και αριστοκράτες, όπως επίσης κήρυττε υπέρ των σταυροφοριών, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν σαν επιδίωξη τη βίαιη ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ από το Ισλάμ. Εντούτοις, όσο και αν αντηχούσε ο άμβωνας τη 13η προς Ρωμαίους Επιστολή, στην οποία ο Παύλος παροτρύνει τους χριστιανούς να υπακούουν τους έχοντες εξουσία, η ζωή στην Ευρώπη της εποχής ήταν ιδιαιτέρως ταραχώδης. Η ουσιαστική συνεισφορά του Χριστιανισμού στην πολιτική ζωή ήταν ο μετασχηματισμός των ανθρώπινων αξιών.

 Ο Χριστιανισμός διαβεβαίωνε τους πιστούς ότι κάθε ανθρώπινη ψυχή είναι ίση μπροστά στα μάτια του Θεού. Και, επιπλέον, ότι η αξία του ατόμου έγκειται όχι στον ορθό λόγο αλλά στον αγώνα ενάντια στην αμαρτία και τα πάθη. Οι φιλόσοφοι δυσκολεύονταν να περιγράψουν αυτή την καινούρια έννοια της προσωπικότητας και επέστρεφαν στην περιγραφή της ηθικής ζωής των κλασικών χρόνων ως αγώνα μεταξύ της ανθρώπινης λογικής και των παθών. Όμως με την ανάδυση του Προτεσταντισμού και της Μεταρρύθμισης, το 16ο αιώνα, έγινε απ’ όλους αντιληπτό, Καθολικούς και Προτεστάντες, ότι τα ανθρώπινα όντα οφείλουν να συλλαμβάνονται στη νεότερη εποχή με όρους βούλησης. Ο Χριστιανισμός έστεψε την προσοχή μακριά από τα πολιτικά επιτεύγματα και τα υλικά ζητούμενα του κόσμου τούτου προς τον εσώτερο βίο. Έτσι, η ανάδυση του νεωτερικού κόσμου αποτελεί την αργή διαδικασία δόμησης μιας κοινωνίας στην οποία το ενδιαφέρον για την εσωτερική ζωή ήταν παράλληλο με τη συμμετοχή στα εγκόσμια.

Η διαδικασία δόμησης της νεωτερικής κοινωνικής πραγματικότητας είναι μια διαδικασία δυναμική και η αξία που δίνουν οι άνθρωποι στον εσώτερο βίο έχει μειωθεί με τον καιρό, όμως επιζεί ακόμα ανάμεσα μας μέσω γνωστών βιβλίων γύρω από τους τρόπους επίτευξης της ευτυχίας δια της ατομικής εσωτερικής πλήρωσης, αλλά και μέσω της ιδέας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ιδέα η οποία θα ήταν ασύλληπτη αν δεν ήταν το αποτέλεσμα της επίπονης διαδρομής της χριστιανικής θεολογίας.

Η χριστιανική θρησκεία μετασχημάτισε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και επέτρεψε να βλαστήσουν νέοι πνευματικοί βλαστοί εν μέσω της αποσύνθεσης της πολιτικής ισχύος της. Η επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση έγινε επικράτεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, οι ρωμαϊκές επαρχίες έγιναν επισκοπές, ο Πάπας αύξανε την ισχύ του καθώς η ισχύς του Αυτοκράτορα μειωνόταν, ο ρωμαϊκός ιδρυτικός μύθος του Ρωμύλου επικεντρωνόταν στον Ιησού ως ιδρυτή της Πόλης του Θεού και οι διακρίσεις των ρωμαϊκών νόμων εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται στη θεωρητική επεξεργασία των σχέσεων της αποκάλυψης του Ιησού και της Παλαιάς Διαθήκης. Οι γραφές καθοδηγούσαν τώρα τη ζωή […] Τον 11 αιώνα ο Πάπας αντιμετώπιζε τον πιο ισχυρό κοσμικό ηγεμόνα με ίσους όρους και μπορούσε να διευθετεί κάθε κρατικό ζήτημα. Η διακυβέρνηση της Ευρώπης ήταν στα χέρια ενός απόλυτου μονάρχη του οποίου οι αντιπρόσωποι είχαν την εξουσία να ρυθμίζουν πολλές πλευρές της καθημερινής ζωής […] Με τον καιρό η παπική εξουσία υπερέβη τον εαυτό της, οι κοσμικοί ηγεμόνες επανέκτησαν την εξουσία τους, και μετά το 1309, ο παπισμός πέρασε πολλά χρόνια στην Αβινιόν υπό την προστασία του βασιλιά της Γαλλίας, πριν καταφέρει να επιστρέψει και πάλι στη Ρώμη τον επόμενο αιώνα. Ο παπισμός όμως είχε ήδη σημαδέψει βαθιά τη δομή της ευρωπαϊκής πολιτικής και είχε γίνει, μαζί με την αριστοκρατία, άλλη μια εξουσία, την οποία οι βασιλείς έπρεπε να εξισορροπήσουν καθώς δημιουργούσαν τα κράτη τους.

KENNETH MINOGUE, ΠΟΛΙΤΙΚΗ

(ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2006, σελ. 31-41)