Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Ο αρχαίος ελληνικός σκεπτικισμός

Η αμφισβήτηση ανέκαθεν υπήρξε φίλη της φιλοσοφίας. Οι πρώτοι μεγάλοι Δυτικοί σκεπτικιστές είναι θρυλικές φυσιογνωμίες, παρ’ ότι οι ίδιοι επιτέθηκαν στους θρύλους. Είχαν επιτεθεί και στην ίδια τη γνώση, ακόμα και στην πιθανότητα κατάκτησής της. Ο σκεπτικισμός έχει πεθάνει πολλές φορές, αλλά όσες ξαναγεννήθηκε, αναζωπύρωσε το πνεύμα της φιλοσοφίας.

Ξενοφάνης

Ο Ξενοφάνης ήταν ποιητής-φιλόσοφος και έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Πίστευε στον Θεό, όπως φαίνεται στο περίφημο ρητό του «εις θεός εν τε θεοίσιν και ανθρώποισι μέγιστος» (Ένας θεός μέγιστος μεταξύ των θεών και των ανθρώπων), ουδέποτε όμως ισχυρίστηκε πως ήταν βέβαιος γι’ αυτόΓια όλα τα πράγματα υπάρχουν μόνο γνώμες»). Ήταν επιφυλακτικός απέναντι στις ιστορίες που αφηγούνταν διαπρεπείς ποιητές όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, όταν αναπαριστούσαν τους θεούς με ανθρώπινες αδυναμίες (ζήλια, οργή, σεξουαλικές απρέπειες). Χλεύαζε την ευπιστία.

«Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννιούνται όπως οι ίδιοι, ότι ντύνονται με τα ρούχα των ανθρώπων και ότι έχουν ανθρώπινη φωνή και ανθρώπινο σώμα. Ωστόσο, αν οι αγελάδες και τα λιοντάρια είχαν χέρια που θα τους επέτρεπαν να ζωγραφίζουν… και να παράγουν έργα όπως οι άνθρωποι, θα έπλαθαν τους θεούς τους και θα τους φαντάζονταν με σώματα σαν τα δικά τους – τα άλογα θα έπλαθαν τους θεούς με αλογίσιο σώμα, οι αγελάδες με αγελαδινό».

Πύρρων ο Ηλείος

Ο Πύρρων θεωρείται ο εισηγητής του ακραίου ελληνικού σκεπτικισμού (360-217 π.Χ.). Λέγεται ότι ο επιστημολογικός μηδενισμός που ανέπτυξε ήταν συνέπεια της συνάντησής του με έναν Ινδό ασκητή, που ήταν ένας από τους «γυμνοσοφιστές», τους γιόγκι που συνόδευαν τον Μέγα Αλέξανδρο κατά τη στρατιωτική του αποχώρηση από την Ινδία. Ήταν παρόν όταν ο Κάλανος, Ινδός ασκητής που είχε αρρωστήσει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και ήταν ετοιμοθάνατος, ζήτησε να τον κάψουν ζωντανό, πράγμα που εντυπωσίασε βαθύτατα τον Πύρρωνα. Τελικά, ο Πύρρων θεώρησε ότι αυτή η νηφαλιότητα και ο αυτοέλεγχος θα πρέπει να χαρακτηρίζει ολοένα και περισσότερο τον ιδανικό φιλόσοφο, που πρέπει να είναι απρόσβλητος από πόνο, να έχει απόλυτη αυτοκυριαρχία και να μην πιστεύει σε κανένα δόγμα. Επηρεασμένος από αυτή την επίδειξη αταραξίας, ο Πύρρων διαμόρφωσε την ακραία φιλοσοφία του, που συνάγεται σε τρία σημεία:
  1. Δεν υπάρχει τίποτα.
  2. Εάν υπήρχε κάτι, δεν θα ήμαστε σε θέση να το γνωρίσουμε.
  3. Εάν το γνωρίζαμε, δεν θα ήμαστε σε θέση να το εκφράσουμε.  
Το ίδιο το κριτήριο της αλήθειας, ο παράγοντας που μας δίνει τη δυνατότητα να διαχωρίσουμε το αληθές από το ψευδές, πρέπει να υποβληθεί σε δοκιμασία. Διότι εάν περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία, είναι ψευδές κριτήριο. Εάν όμως την περάσει σύμφωνα με τη λογική, το επιχείρημα μας επαναφέρει από εκεί που αρχίσαμε: το κριτήριο είναι αληθές επειδή είναι αληθές. Συνεπώς κανένα κριτήριο αληθείας δεν μπορεί να αποδειχθεί αληθές.


(ΒΙΒΛΙΑ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ, 2009, σελ. 22)



Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Πηγή της κρίσης η αποστελέχωση

Γράφει ο Γ.-Σ. Πρεβελάκης

Η αύξηση της ισχύος των ευρωπαϊκών κρατών τον 19ο αιώνα και το άνοιγμα των γεωγραφικών οριζόντων έθεσαν ένα ερώτημα στο οποίο προσπάθησε να απαντή­σει ή γεωγραφική επιστήμη; σε τί οφείλεται η επιτυχία ορισμένων κοινωνιών;

Σε πρώτη φάση, απαντήσεις αναζητήθηκαν στα υλικά χαρακτηριστικά κάθε κράτους. Οι φυσικοί πόροι, η γεωγρα­φική μορφή και θέση και το κεφάλαιο θεωρήθηκαν απαραί­τητες προϋποθέσεις. Ο εδαφικός επεκτατισμός, ο ζωτικός χώρος, κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή πολιτική. Ή εμπειρία, όμως, απέδειξε το αβαθές της θεώρησης αυτής. Η Ελβε­τία, μικρή και χωρίς φυσικούς πόρους, ανεδείχθη σε πρω­τοποριακή κοινωνία. Η Ρωσία, αχανής και υπερ-προικισμέ­νη από την φύση, δεν μπόρεσε να προσφέρει αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο ατούς κατοίκους της.

Η Γεωγραφία αναθεώρησε τις απόψεις της. Από τούς μεγαλύτερους ειδικούς της νοτιο-ανατολικής Ασίας, ο Pierre Gourou, έδωσε έμφαση στην «στελέχωση» της κά­θε κοινωνίας (techniques dencadrement). Πρόκειται για μια ευρύτατη έννοια ή όποια περιλαμβάνει την οικογένεια, την θρησκεία, τις κοινωνικές δομές, το κράτος. Κατά τον Gourou, η επιτυχία μιας κοινωνίας εξαρτάται από την ποι­ότητα των στελεχών της τα όποια συγκροτούν σε συνε­κτικό δίκτυο οι θεσμοί.

Πλείστα όσα ερωτήματα τα όποια μάς απασχολούν ως Έλληνες φωτίζονται από την θεώρηση αυτή. Ή ενδεής σε φυσικούς πόρους Ελλάδα είχε κατορθώσει να αναδειχθεί σε πρωτοπόρο στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο, χάρη στην υψηλού επιπέδου στελέχωση της κοινωνίας της. Οι παραδοσιακοί εκκλησιαστικοί θεσμοί, εμπλουτισμένοι με τούς εισαχθέντες θεσμούς του σύγχρονου δυτικού κρά­τους, της επέτρεψαν να ξεπεράσει σοβαρούς κινδύνους και να αναδειχθεί, στο τέλος τού εικοστού αιώνα, στο κράτος με την μεγαλύτερη επιρροή στην περιοχή του.

Όμως, κατά την τελευταία τριακονταετία, κυριάρχησαν στην Ελλάδα αντιλήψεις εμπνευσμένες από τα κατάλοιπα τού γεωγραφικού ντετερμινισμού. Ακόμη και σήμερα, θεω­ρείται ευρέως ότι ενδεχόμενοι θαλάσσιοι ενεργειακοί πόροι θα λύσουν τα προβλήματα της χώρας μας. Η αναχρονιστική αυτή αντίληψη έχει παραγκωνίσει την στελέχωση της ελλη­νικής κοινωνίας. Πολλά ικανά στελέχη απομακρύνθηκαν, ακουσίως ή εκουσίως, καθώς επεκράτησαν κριτήρια ευκαι­ριακά ή πελατειακά. Οι θεσμοί έχουν υπομονευθεί. Η ευθύνη και ή αξιοπρέπεια των ηγεσιών έχει αμφισβητηθεί. Οι ιεραρ­χίες έχουν διαλυθεί. Οι οικονομικές δυσκολίες επισπεύδουν την απονομιμοποίηση των ελίτ.

Από το 2009, η ελληνική κρίση αποκαλύπτει συνεχώς νέες κρυμμένες πτυχές. Αρχικά διαπιστώθηκε η οικονομική ασθένεια. Στην συνέχεια ο κρατικός μηχανισμός απεδείχθη διαβρωμένος και ανίκανος να επέμβει μεταρρυθμιστικά. Η δικαιοσύνη θα όφειλε να παρέμβει εξυγιαντικά, αλλά αδυ­νατεί να δράσει. Ο Τύπος και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρω­σης, αντί να ωθούν προς την διαφάνεια, υπηρετούν συνδι­καλιστικά και ιδιωτικά συμφέροντα. Ως που φθάνει ή σήψη; Υπάρχει, άραγε, κάπου ένας υγιής πυρήνας; Από που πρέ­πει να ξεκινήσει ή μεταρρυθμιστική προσπάθεια, ώστε να μη διαλύεται εν τη γενέσει σε σαθρό έδαφος;

Η αιτιοκρατία της στελέχωσης δείχνει ότι πρέπει να αναστραφεί η ισχύουσα φθοροποιός τακτική, να αναβαθμισθεί ή στελέχωση, να επανα-νομιμοποιηθούν τα στελέχη. Οι προϊστάμενοι σε κάθε οργανική κρατική και δημόσια οντότητα χρειάζονται κύρος, ευθύνη και ευχέρεια κινήσε­ων. Οι ιεραρχίες πρέπει να ανασυγκροτηθούν.

Δεν αρκούν οι νομοθετικές ρυθμίσεις ή τα οικονομικά κί­νητρα. Το πνευματικό έλλειμμα δεν πληρώνεται με ύλη. Η ενισχυμένη εξουσία των στελεχών πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένη αίσθηση αποστολής και ευθύνης. Ο έλεγχος ασκείται πρώτα από την ατομική συνείδηση και, κατόπιν, από το κύρος και την αποδοχή από το κοινωνικό σύνολο. Προ­ϋπόθεση και των δύο αποτελεί το ιδανικό της προσφοράς σε ένα αισθητό, άρα οροθετημένο, κοινωνικό πλαίσιο: το χωριό, η περιφέρεια το έθνος-κράτος. Χρειάζεται, δηλαδή, ο λοιδορούμενος ως τώρα πατριωτισμός. Η κοινωνική αναγνώρι­ση πρέπει να ανακαταλάβει την περίοπτη θέση την οποία της έχει αποσπάσει ο επιδεικτικός πλουτισμός, ως κίνητρο της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Χρειάζεται, επομένως, ένα ανανεωμένο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στην ελίτ και την κοινωνία. Η πολιτι­κή ηγεσία έχει την δυνατότητα να συμβάλει με τον ουσια­στικό και συμβολικό χαρακτήρα των επιλογών της ως προς τα στελέχη τού κράτους. Πρόκειται, ίσως για τον πιο κρίσιμο τομέα στην εκτυλισσόμενη σύγκρουση ανάμεσα στό παλαιό και το νέο.

Δημοσιεύτηκε στην ΕΣΤΙΑ (06.08.13)


Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Η επέλαση των ηλιθίων

Η υπόθεση της ταινίας Idiocracy (Ηλιθιοκρατία ή Βλακοκρατία), εκτυλίσσεται κάπου στο 2500,  όταν στον κόσμο βασιλεύει η θεσμοποιημένη ηλιθιότητα. Το IQ, ο δείκτης ευφυΐας όλων των κατοίκων βρίσκεται στο πιο χαμηλό σημείο. Η εξελικτική διαδικασία σύμφωνα με την οποία τα έμβια όντα κατάγονται από προϋπάρχοντες πιο πρωτόγονους οργανισμούς, που με την πάροδο των ετών μεταβλήθηκαν σε πιο σύνθετους (εξελιξικρατία), έχει ανατραπεί. Ο homo sapiens δεν είναι πια sapiens (έμφρων ή σοφός) αλλά είναι ο homo cretinus. Ο ίδιος ο Δαρβίνος είχε εκφράσει περίπου τις ίδιες απαισιόδοξες απόψεις λίγο πριν πεθάνει.

Στην αρχή της ταινίας περιγράφεται αυτή η διαδικασία η οποία, στηρίζεται στο γεγονός ότι οι έξυπνοι άνθρωποι είναι πολυάσχολοι και αφήνουν πολύ λίγους απογόνους, σε αντίθεση με τους πιο χαζούς, που σπέρνουν παιδιά σαν τα κουνέλια:

Καθώς ο 21ος αιώνας άρχισε η ανθρώπινη εξέλιξη ήταν σε κρίσιμο σημείο, η φυσική επιλογή, η διαδικασία με την οποία ο δυνατότερος, ο πιο έξυπνος, ο γρηγορότερος που θα παραχθεί σε μεγαλύτερους αριθμούς από τους υπόλοιπους … μια διαδικασία που κάποτε βοήθησε τα πιο ευγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου τώρα άρχισε να βοηθάει διαφορετικά χαρακτηριστικά […]

Η επιστημονική φαντασία της εποχής προέβλεπε ένα μέλλον πιο πολιτισμένο … και πιο ευφυή. Μα καθώς ο χρόνος περνούσε, τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν στην αντίθετη περίπτωση. Μια ανατροπή. Πως συνέβη αυτό; Η εξέλιξη δεν επιβραβεύει αναγκαστικά την ευφυΐα. Χωρίς φυσικούς εχθρούς να αραιώσουν το κοπάδι … άρχισε να επιβραβεύει αυτούς που αναπαράγονται περισσότερο … και άφησε την ευφυΐα να γίνει χαρακτηριστικό προς εξαφάνιση. […]


Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Ανθρώπινα όντα σε άλλους πλανήτες;

Ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που μπορούν να τεθούν στο θέμα της εξέλιξης, συνδέοντάς τη με την επιστήμη και τη φιλοσο­φία, είναι το ακόλουθο: υπάρχουν άλλα ανθρώπινα όντα ή άλλα όντα σκεπτόμενα και ευφυή στο σύμπαν; Και τελικά, εάν παραδε­χτούμε, σύμφωνα με την επιστήμη, ότι η βιολογική εξέλιξη είναι διαδικασία αποκλειστικά υλική, δεν υπάρχει κανένας λόγος να έχει πραγματοποιηθεί μόνο στον πλανήτη Γη, αφού υπάρχουν πι­θανόν εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια πλανητικά συστήματα σε όλο το σύμπαν. Εφόσον η ζωή είναι μια φυσικοχημική διαδικα­σία συνδεδεμένη με τη χημεία του άνθρακα, θα μπορούσε να εκδη­λωθεί σε πολλούς πλανήτες.

Εάν παραδεχτούμε τη νεοδαρβινική θεωρία, κάθε εμφάνιση είδους οφείλεται στην τύχη. Εάν προσθέσουμε τα τυχαία γεγονότα που μπορούν να κά­νουν να εξαφανίζονται απότομα, χωρίς λόγο, ολόκληρες σειρές, προσφέροντας ταυτόχρονα απρόβλεπτες δυνατότητες εξάπλωσης άλλων σειρών, γίνεται πολύ απίθανο ότι η βιολογική εξέλιξη μπορεί να συμβαίνει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο σε πολλούς πλανή­τες στο σύμπαν, όπου θα μπορούσε να λάβει χώρα. Κατά συνέπεια, είναι πολύ απίθανο ότι ανθρώπινα όντα που μας μοιάζουν κατοικούν σε κάποιον από τους μυριάδες γαλαξίες του κόσμου.

Αλλά η εξέλιξη μπόρεσε εκεί να οδηγήσει σε σκεπτόμενα και ευ­φυή όντα που δεν θα είχαν την όψη μας; Ναι, προφανώς, εάν θεω­ρούμε ότι η σκέψη, η ευφυΐα και η συνείδηση είναι υλικές διαδικα­σίες που ξεκινούν από το νευρικό σύστημα. Όμως, τι πρέπει να απαιτούμε από το νευρικό σύστημα εξωγήινων όντων που δεν μας μοιάζουν; Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε: συστήματα που με­ταφέρουν την πληροφορία, δηλαδή είδη υπολογιστών. Αλλά αυτά είναι βασικά «μηχανές για επίλυση προβλημάτων», πράγμα που δεν είναι εν μέρει η ανθρώπινη ευφυΐα. Είναι πολύ περισσότερο, όπως είδαμε, αυτή η «υπεροχή των ικανοτήτων σε σχέση με τις ανάγκες» που εξηγεί ότι «ο άνθρωπος είναι αυτό το δημιούργημα που βρίσκεται συνεχώς σε αναζήτηση του εαυτού του και ο οποίος κάθε στιγμή πρέπει να εξετάζει λεπτομερώς τις συνθήκες της ύ­παρξής του», όπως είπε ο φιλόσοφος Ernst Cassirer.

Επομένως, είναι ίσως πιθανόν να ζουν σε άλλους πλανήτες στο σύμπαν ζωντανά όντα προικισμένα με «υπερεγκεφάλους-μηχανές για επίλυση προβλημάτων», είδη «βιολογικά υπερ-ρομπότ», δη­λαδή ζωντανά όντα «ευφυή», αλλά χωρίς τη δική μας μορφή ευ­φυΐας. Θα μπορούσε αυτή η μορφή να είναι τόσο ιδιαίτερη, προερ­χόμενη από εξελικτικές διαδικασίες τόσο περιορισμένες, που δεν θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί άλλη φορά σε όλο το σύμπαν. Με την ανθρώπινη έννοια, μπορεί να είμαστε, λοιπόν, πραγματικά μόνοι, ακόμη κι αν υπάρχουν αλλού εξωγήινοι προικισμένοι με άλλης μορφής ευφυΐα.

Ένα άλλο ερώτημα που συχνά τίθεται από το πλατύ κοινό είναι το ακόλουθο: η εξέλιξη τελείωσε με τον άνθρωπο; Επιστήμονες, όπως ο  Jacques Ryffie για παράδειγμα, απαντούν ναι, γιατί στον άνθρωπο η κοινωνικοπνευματική εξέλιξη ήρθε πιο αργά από τη βιολογική εξέλιξη. Μου φαίνεται ωστόσο ότι οι καινούργιες α­πόψεις που αναπτύχθηκαν σε αυτό το βιβλίο σχετικά με την ειδογένεση και την εξέλιξη επιτρέπουν να κάνουμε μια άλλη υπόθεση: το σύγχρονο ανθρώπινο είδος θα μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη επί μακρόν με τη μορφή που γνωρίζουμε, πραγματοποιώντας μια εξελικτική στάση κατά την οποία δεν θα εμφανίζονταν παρά ελά­χιστες διακυμάνσεις (ελάττωση του αριθμού των δοντιών, ελαφρά αύξηση του μέσου αναστήματος κ.ά.). Αλλά θα μπορούσε επίσης να δημιουργηθεί ένα καινούργιο είδος του γένους Homo, εάν συνέβαινε μια οικολογική ή πυρηνική καταστροφή κατά την οποία δεν θα απέμενε παρά μικρός ιδρυτικός πληθυσμός σε κάποιο σημείο του πλανήτη. Θα μπορούσε έτσι να συμβεί εκ νέου ειδογένεση στα ρυθμιστικά γονίδια της ανάπτυξης, ώστε το καινούργιο είδος που θα προέρχεται από τον Homo sapiens να έχει ακόμη πιο τονισμένα χαρακτηριστικά νεότητας. Οι επόμενοι άνθρωποι θα παρουσία­ζαν έτσι (κατά την ενηλικίωση) μορφολογία ανάλογη των σύγχρονων βρεφών (πολύ μεγάλο κεφάλι, μεγάλα μάτια κ.λπ.). Αλλά, παρά την αυξημένη εγκεφαλική τους ικανότητα, δεν θα ήταν απα­ραίτητα πιο ευφυείς από εμάς, […].


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΧΥ, 1995, σελ. 241-243)


Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Εισαγωγή στον Πλάτωνα

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.): Αθηναίος, μαθητής του Σωκράτη, σύμβου­λος ηγεμόνων (Διονυσίου I και II των Συρακουσών), ιδρυτής της Ακαδημίας. Ο Πλάτωνας είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος, σταθερό σημείο αναφοράς. Ο πλούτος του, που επίπονα απο­κτάται, είναι ανεξάντλητος.

1.    Το δίδαγμα του Σωκράτη

Είναι δύσκολο να δια­κρίνουμε τον ιστορικό Σωκράτη (469-399), που δεν άφησε κανένα γραπτό, από τον Σωκράτη για τον οποίο μιλάει ο Πλάτωνας. Ωστόσο, συνάγεται ένα συμπέρασμα.

Ο Σωκράτης παρουσιάζεται σαν αυτός που δεν γνω­ρίζει τίποτα αλλά που γνωρίζει πως δεν γνωρίζει τίποτα πράγμα που σημαίνει ότι γνωρίζει πάντα περισσότερο από αυτούς που αγνοούν την αγνοία τους. Ο Σωκράτης δεν είναι ούτε καθηγητής ούτε δάσκαλος, είναι απλώς ένα κίνητρο, ένας πρωτοπόρος, ένας καθρέφτης, ένας ενδιά­μεσος του «δαίμονος» (όρος που παραπέμπει στη «μοίρα της ζωής», στην κλίση, στην έμπνευση, στο διαμεσολαβητή μεταξύ θεού και ανθρώπου). Στείρος ο ίδιος από αλήθειες ωραίες και καλές, ο Σωκράτης θέλει να είναι αποκλειστικά και μόνο ένας εκμαιευτής ψυχών που αναζητούν την αιώνια αλήθεια που έχουν ξεχάσει. Η ασχήμια του, η πλακουτσωτή μύτη του, το πρόσωπό του που θυμίζει εκείνο του Σειλινού, τον κάνουν στην κυριολεξία αποκρουστικό. Δεν δίνει μια έτοιμη γνώση σ’ έναν άδειο μαθητή (λες και μπορεί να δώσει κανείς το φως σε τυφλά μάτια! θα πει Πλάτωνας). Με την ειρωνεία, που αντιπαραβάλλει, επαναφέρει τη διαφορά, οδηγεί το μαθητή στην αυτογνωσία (γνώθει σεαυτόν) για να απελευθερώσει την ψυχή του και να την επαναφέρει στο καλό.

Όταν βεβαιώνει ότι «κανένας δεν είναι κακός με τη θέλησή του», δεν κηρύσσει την οικουμενική καλοσύνη των καλοπροαίρετων αδαών. Θέλει να δείξει ότι αυτός που κάνει το κακό θέλησε αυτό που θεωρούσε καλό. Ο ενάρετος άνθρωπος, θα είναι λοιπόν εκείνος που έφτασε στην τελειότητα, θέλοντας αυτό που ξέρει ότι είναι το αληθινό καλό.

Όμως ο Σωκράτης είναι πολύ περισσότερο από σοφός: είναι ο μάρτυρας ενός λόγου. Πιστός στην ουσία του και στην άποψή του για την αλήθεια, ο λόγος είναι αντίθετος στη βία. Άπιστος στον εαυτό του υποβαθμίζεται σε μια τυπική τέχνη (ρητορική), ή διαστρεβλώνεται σε μια τεχνική της πειθούς, που αποτελεί ένα όπλο σε σχέσεις ισχύος (σοφιστική). Η απόδειξη: ο συκοφαντικός λό­γος μπορεί να πείσει τους δικαστές, να καταδικάσει τον αθώο και να σκοτώσει. Κατηγορούμενος για ασέβεια και παιδαγωγική διαφθορά, ο Σωκράτης δέχεται την αδικία δείχνοντας έτσι ότι σέβεται τους νόμους της Πολιτείας τους οποίους ουδείς έχει δικαίωμα να παρακάμψει. Περιφρονώντας τις λύσεις διαφυγής της τελευταίας στιγμής, πίνει το κώνειο σαν ήρωας και μάρτυρας του λόγου, με τίμημα τη ζωή του.

Αναστατωμένος από αυτό το δράμα που έγινε ένα είδος θεμελιώδους μύθου της φιλοσοφίας, ο Πλάτωνας προσπάθησε να αποκαταστήσει το λόγο που βρισκόταν σε κρίση, να ξαναβρεί το μέτρο του ωραίου, του καλού και του αληθινού, που είχε καταστραφεί από θέσεις και αφορισμούς κάθε είδους (η ρευστότητα του Ηράκλειτου, η παγκόσμια σχετικότητα, ο μεταφυσικός μηδενισμός). Αν αληθεύει πως ο φιλόσοφος και ο σοφιστής μοιάζουν όπως ο σκύλος μοιάζει με το λύκο, επειδή χειρίζονται την ίδια γλώσσα, τότε πρέπει να καθορίσουμε και να απο­σαφηνίσουμε τη διαφορά, αρχίζοντας με τον παραμερι­σμό των φαινομένων.

2.    Η φιλοσοφία ως πορεία μύησης

Στην περίφημη αλληγορία της σπηλιάς (Πολιτεία,VII), οι μη μυημένοι περιγράφονται σαν φυλακισμένοι βυθισμένοι στο σκο­τάδι, αλυσοδεμένοι πάντα στη θέση τους, που εκλαμβά­νουν για πραγματικότητες τις σκιές των αντικειμένων που κάποιοι χειρίζονται επιδέξια πίσω από την πλάτη τους, στο φως μιας μεγάλης φωτιάς. Δεν υποφέρουν από την έλλειψη γιατί την αγνοούν, αλλά από την υπερπληθώρα άμεσων εντυπώσεων στις οποίες προσχωρούν φα­νατικά.

Ο φυλακισμένος, βυθισμένος στη νύχτα της μεταφυ­σικής άγνοιας δεν μπορεί να απελευθερωθεί. Δεν έχει άλ­λωστε ούτε την επιθυμία να το κάνει, ούτε και ξέρει ότι δεν είναι ελεύθερος. Ακόμη κι αν δραπέτευε δεν θα ελευ­θερωνόταν. Πρέπει κάποιος άλλος ήδη μυημένος, ήδη φι­λόσοφος να σκύψει επάνω του, να τον απελευθερώσει από τα δεσμά του, να τον υποχρεώσει ακόμη και να ση­κωθεί και να γυρίσει έπειτα το κεφάλι. Με άλλα λόγια, χρειάζεται ένας μεσολαβητής. Χωρίς αυτόν είναι αδύ­νατον να ελευθερωθεί κανείς, να υποχωρήσει όσο είναι απαραίτητο για να αντιληφθεί τη διαφορά.

Αυτή η πρώτη φάση, αρνητική, καθιστά δυνατή μια θετική μύηση. Απαιτείται όμως προσοχή: καθώς έχει προ­σηλυτιστεί πολύ απότομα στην πραγματικότητα, ο φυ­λακισμένος που μόλις λυτρώθηκε από τα δεσμά του μπο­ρεί να θαμπωθεί, να τυφλωθεί, να βυθιστεί σε μια καινούρια νύχτα, που να μην οφείλεται πια στην έλλειψη φωτός μα στην υπερβολή του. Γι’ αυτό το λόγο, θα πρέ­πει κανείς να προχωράει σταδιακά, δείχνοντας του αστέ­ρια όλο και πιο λαμπρά, έπειτα τη σελήνη και, τέλος, τον ήλιο, τερματικό σταθμό της διαδρομής. Θα περάσει έτσι από το πιο φωτεινό γύρω του και το πιο σκοτεινό μέσα του, στο πιο φωτεινό μέσα του και πιο σκοτεινό γύρω του, και τελικά στο πιο φωτεινό γύρω του και μέσα του. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει κανείς πρώτα να περάσει από τις προπαιδευτικές γνώσεις (όπως η αριθμητική, η γεωμετρία, ή η αρμονία), για να γίνει ικανός να προσεγγίσει τη διαλεκτική. (Πολιτεία536d)

Ο πλατωνικός ορισμός της φιλοσοφίας είναι λοιπόν πολύ απλός: είναι μια πορεία προς το αληθινό, ακολου­θώντας πάντα μια διαδρομή που οδηγεί στη μύηση, από ένα σημείο εκκίνησης, που δεν είναι ένα, γιατί στην πραγ­ματικότητα είναι και σημείο άφιξης. Ο φυλακισμένος πράγματι δεν είναι κάποιος άγριος ή κάποιος εκ γενετής τυφλός, αλλά ένα ον υπόδουλο. Άλλως, πως ο μικρός σκλάβος του Μέμνωνα, καθοδηγούμενος από τον Σω­κράτη, θα ανακάλυπτε πώς διπλασιάζεται η επιφάνεια ενός τετράγωνου; Ανακαλύπτει τη σωστή μέθοδο ακριβώς γιατί ξεχνά τις προκαταλήψεις του σε σχέση με τη γεωμετρία. Κάθε γνώση είναι στην πραγματικότητα αναγνώριση. Η ψυχή ξαναθυμάται την αλήθεια (είναι η πε­ρίφημη ανάμνηση) γιατί η αλήθεια δεν υπόκειται στο χρόνο, είναι πάντα εκεί και δεν έχει αρχή. Η άγνοια είναι λοιπόν λήθη: αυτό ακριβώς εκφράζει ο μύθος της βύθισης της ψυχής στη Λήθη, τον ποταμό της λησμονιάς, σύμβολο της εισόδου της σ’ ένα σώμα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η φιλοσοφική μέθοδος είναι αναπόσπαστη από το περιεχόμενο της: τη θεωρία της αι­ώνιας ύπαρξης της αλήθειας στην ψυχή. Η μέθοδος δεν μπορεί να αρκεστεί σε μηχανικούς κανόνες που ο οποι­οσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιήσει για οτιδήποτε. Υπάρχει παιδαγωγική της επιστήμης, όχι όμως και επι­στήμη της παιδαγωγικής.

3.    Αναζητώντας το πραγματικά πραγματικό

Κα­θώς η αληθινή πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαί­νεται, αλλά αυτό που κάνει το πράγμα να είναι αυτό που είναι, έτσι όπως γίνεται κατανοητό από το πνεύμα και υποδηλώνεται από τη γλώσσα. Ο Πλάτωνας την ονομάζει Ιδέα, έργο που παραπέμπει στη μορφή (κυρίαρχη) ορατή (από το πνεύμα). Η ομορφιά δεν είναι λοιπόν το ωραίο πράγμα- χύτρα, γυναίκα ή άλογο, όπως πιστεύει ο απλοϊκός Ιππίας- αλλά αυτό που κάνει ωραίο το πράγμα. Ομοίως, δεν υπάρχουν πανόμοια πράγματα ούτε και ίσα: το μόνο πραγματικά ίσο είναι αυτό που ισούται με τον εαυτό του, το μόνο πραγματικά ακριβές είναι αυτό που είναι ακριβές με τον εαυτό του. Οι Ιδέες είναι λοιπόν το κλειδί της πραγματικότητας και της γνώσης. Χωρίς αυτές, η γλώσσα θα σχημάτιζε έναν κόσμο κλειστό που θα παρέπεμπε μόνο στον εαυτό του.

Χάρη στην Ιδέα, υψωνόμαστε στο ένα, εγκαταλείποντας την πολλαπλότητα των όψεων. Με αυτή την έννοια, η Ιδέα είναι ασφαλώς η ενότητα των πολλών, αλλά επ’ ουδενί κάτι το αφηρημένο. Μάλλον τα πράγματα που υποπίπτουν στις αισθήσεις μας είναι «αφηρημένα» βγαλμένα από την Ιδέα.

Η διαδικασία της ανύψωσης προς την ιδέα είναι η διαλεκτική που ο Πλάτωνας καθορίζει ως «τέχνη του να ζητάς και να δίνεις λόγο» (Πολιτεία, 533c). Αντί να αρ­κεστεί στη δημιουργία καθαρών σχέσεων, όπως στα μα­θηματικά, η διαλεκτική μας βοηθά να ανακαλύψουμε το μέτρο κάθε μέτρου, την ανυποθετική αρχή κάθε υπόθε­σης. Όταν φθάσει στο τέλος της διαλεκτικής ανόδου, το πνεύμα κινείται από Ιδέα σε Ιδέα, αναπτύσσει δηλαδή με ορθολογιστικό τρόπο τις απαραίτητες σχέσεις και συ­νάγει αυστηρά ελεγμένα συμπεράσματα.

Ο διάλογος αντιστοιχεί σε αυτή τη διαδικασία ανα­ζήτησης. Όμως η εξωτερική μορφή του δεν θα πρέπει να μας ξεγελά: αν η παρουσία ενός συγκαταβατικού και πειθήνιου συνομιλητή διευκολύνει τις διαδικασίες (Σο­φιστής, 217c-d), ο πραγματικός διάλογος είναι προπά­ντων ο διάλογος της ψυχής με τον εαυτό της, αυτό που ονομάζεται σκέψη (Θεαίτητος, 189e).

4.    Οι δυσκολίες του λόγου

O Πλάτωνας δεν αγνοεί τις δυσκολίες αυτής της θεωρίας. Πώς οι Ιδέες μπορεί να έχουν σχέση με τα πράγματα που δεν είναι, αλλά που δεν είναι χωρίς αυτές; Πώς η μοναδική Ιδέα μπορεί να αποδώσει την πολλαπλότητα των πραγμάτων χωρίς να διαιρεθεί; Παρόλο που το φως μας προσφέρει ένα πα­ράδειγμα συμμετοχής (φωτίζει άπειρα πράγματα χωρίς να διαιρείται ή να χάνεται), διατρέχουμε τον κίνδυνο να κάνουμε τα πάντα Ιδέα, και να συγκροτήσουμε ένα νοητό σύμπαν, εντελώς αποκομμένο από το σύμπαν που αποτελούν τα πράγματα, διπλασιάζοντας το πρώτο χωρίς λόγο. Σε τελική ανάλυση, εξηγεί ο Πλάτωνας, ο σκλάβος δεν είναι σκλάβος σε μιαν Ιδέα του κυρίου αλλά σ’ έναν κύριο με σάρκα και οστά. Προπάντων, πώς να διαρθρώ­σουμε μεταξύ τους τα στοιχεία του λόγου χωρίς να εδραιώσουμε σχέσεις ανάμεσα στις Ιδέες; Και αν ο λόγος στοχεύει στην Ιδέα, πώς θα μπορούσε να υπάρχει ψευδής λόγος;

Ο Πλάτωνας είναι λοιπόν αναγκασμένος να υπερασπιστεί αυτή την παράδοξη θέση: θα πρέπει να αποδείξει τη δυνατότητα και την πραγματικότητα ενός ψευδούς λόγου, ειδάλλως δεν θα υπήρχε καμία διαφορά ανάμεσα στο αληθινό και το ψευδές και ο λόγος θα κατέληγε να εκμηδενιστεί. Προς τούτο, όμως, θα πρέπει να δείξει ότι ο ψευδής λόγος δεν λέει το τίποτα - γιατί το να λέει κα­νείς το τίποτα είναι σαν να μη λέει τίποτα, και ό,τι πει έτσι θα είναι αυτόματα αληθινό, συμπεριλαμβανομένου του ψεύδους.

Πρέπει να συμβιβαστεί με την ιδέα της «πατροκτονίας» ενάντια στον Παρμενίδη που είχε δηλώσει ότι το μηδέν δεν υπήρχε. Όταν μιλάμε για το ψευδές δεν μιλάμε για το τίποτα, μιλάμε για κάτι που είναι άλλο από το αληθές. Ανάμεσα στο ον που υπάρχει και το ανύπαρκτο μηδέν παίρνει θέση ένα τρίτο είδος: το άλλο. Κάνει έτσι την είσοδό του στον κόσμο του κατανοητού. Πράγμα που επιτρέπει να εντάξουμε τις ιδέες σ’ ένα ζωντανό παιχνίδι σχέσεων, μέσα στο «παντελώς ον» (Σοφιστής, 249a), αντί να τις κάνουμε άκαμπτα και απομονωμένα είδωλα.

O χωρισμός των κόσμων παραμένει παρόλα αυτά. Το όμοιο δεν μπορεί να πάει παρά μόνο στο όμοιο του. Η κοσμολογία το επιβεβαιώνει: ο κόσμος δεν γεννήθηκε από το τίποτα από ένα παντοδύναμο Θεό, φτιάχτηκε από ένα Δημιουργό, με τη βοήθεια προϋπαρχόντων υλικών (το Ίδιο, το Άλλο, το Μείγμα). O κόσμος μας λοιπόν εδώ κάτω φέρει το ελάττωμα της οντολογικής ανεπάρκειας της ύλης του. Με αυτό το μεταφυσικό δυϊσμό ο Πλάτωνας εξηγεί το κακό - αποκλείοντας ταυτόχρονα και την υπόθεση μιας αρχής του Κακού ίσου με το Θεό (πράγμα που θα γίνει το κυρίαρχο στοιχείο του μανιχαϊσμού).

Καταλαβαίνουμε το λογοπαίγνιο το σχετικό με το σώμα που θεωρείται τάφος (σήμα) της ψυχής. Είναι αλή­θεια βέβαια ότι η ψυχή, στενά συνδεδεμένη με τις ιδέες, κρύβει μέσα της τις συνθήκες της πτώσης της. (Στο Φαί­δρο τη συγκρίνει με υποζύγιο αποτελούμενο από ένα κα­λό και ένα κακό άλογο, το οποίο οδηγεί ένας αμαξάς που δυσκολεύεται να ακολουθήσει την ουράνια πομπή). Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η ενσάρκωση δεν είναι μια εξευ­τελιστική εξορία. Γι’ αυτό και οι πλατωνικές «αποδεί­ξεις» της αθανασίας της ψυχής είναι τελικά η επιβεβαί­ωση του αιώνιου χαρακτήρα της, που είναι από τη φύση του αδιάφορος απέναντι στον κύκλο της ζωής και του θανάτου (Φαίδων).

Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα μπορούσε η βεβαρη­μένη από εικόνες και παραστάσεις γλώσσα μας, να μας δώσει το απόλυτο; (Επιστολή, VII). Οι ιδέες είναι οι φω­τεινές ουσίες των πραγμάτων, δεν είναι το φως που τις φωτίζει και τις κάνει κατανοητές. Όπως ο ήλιος είναι πέ­ρα από το φως που φωτίζει τα αισθητά αντικείμενα, έτσι και η προϋπόθεση του πραγματικού και της γνώσης του βρίσκεται πέρα από το πραγματικό και το κατανοητό: αυτή η προϋπόθεση είναι το Καλό, που δεν είναι το Ον, που ξεπερνάει κάθε κατανοητή ουσία, και που δεν μπο­ρεί λοιπόν να είναι αντικείμενο του λόγου. Με άλλα λό­για, η φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι απόλυτη γνώση του απόλυτου. Είναι καταδικασμένη να παραμείνει μια αγά­πη για τη γνώση την οποία ποτέ δεν θα φθάσει. Ο ορθός λόγος θα πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του σε κάτι πέρα από το λόγο: στο στοχασμό.

5.  Η ανθρώπινη ύπαρξη

Ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει από τις επακόλουθες μικροσυγκρούσεις. Γνωρίζουμε ότι ο μυημένος που επανέρχεται στη Σπηλιά, οπλισμένος με το όραμα της αλήθειας και της επιθυμίας να αντιγράψει την ιδανική αρμονία σε τούτο τον κόσμο, δεν γίνεται απο­δεκτός, καθώς τον θεωρούν τρελό ή ενοχλητικό, ή μπορεί ακόμη και να τον σκοτώσουν.

Μια δίκαιη Πολιτεία -που διέπεται από την αρμο­νία- θα ήταν λοιπόν κάτι το ανέφικτο; Ένα πολιτικό σχέ­διο που να ταυτίζεται με την πραγματοποίηση του Καλού και να τοποθετείται εκτός της  πραγματικής ιστορίας, είναι με τη στενή έννοια, μια ουτοπία. Γι’ αυτό και η Πο­λιτεία δεν μας παρέχει κάποιο εφαρμόσιμο υπόδειγμα. Ακόμη κι αν οι βασιλείς ήταν φιλόσοφοι και οι φιλόσοφοι βασιλείς, οι συνθήκες του κόσμου θα καταδίκαζαν κάθε απόπειρα σε αποτυχία. Το αριστοκρατικό καθεστώς μοι­ραία θα εκφυλιζόταν κάτω από την πίεση του γίγνεσθαι σε καθεστώς βασισμένο στο θάρρος (τιμοκρατία), στον πλούτο (ολιγαρχία), στην ελευθεριάζουσα ισότητα (δη­μοκρατία), για να καταλήξει σε τυραννία, όπου θα θριάμ­βευαν οι πιο χυδαίες τάσεις.

Η αληθινή έννοια της Πολιτείας είναι λοιπόν ηθική. Υπάρχει μια σαφής αναλογία ανάμεσα στο μακρόκοσμο που είναι η Πολιτεία και στο μικρόκοσμο που είναι η αν­θρώπινη ψυχή (όπου βρίσκονται αντιμέτωπα λόγος, «καρδιά» και τάσεις). Η δίκαιη Πολιτεία λοιπόν είναι το πρότυπο της δίκαιης ψυχής την οποία θα πρέπει ο άν­θρωπος να δημιουργήσει μέσα του.

Πώς όμως μια ψυχή στριμωγμένη μέσα σε ένα σώμα μπορεί να φτάσει στην αληθινή ζωή; Εδώ παρεμβαίνει το ερωτικό στοιχείο. Πράγματι, το Ωραίο έχει ένα εξαι­ρετικό προνόμιο: από όλες τις πραγματικότητες τις απο­κομμένες από τον κόσμο μας, μόνον αυτό μπορεί να τέρ­πει, να γίνεται αισθητό (Φαίδρος, 250b). Η αναζήτηση του Ωραίου υποκινείται από τον Έρωτα, γιο της Ένδειας, που είναι ο μεσάζων ανάμεσα στον άνθρωπο και το θεό. Ο Έρωτας ενώνει ό,τι έχει διαιρεθεί, σε όλα τα επίπεδα (από την αναπαραγωγή των ζώων μέχρι τη γνώση). Αυ­τός μας έλκει προς το απόλυτο, αποκόβοντάς μας στα­διακά από ένα ωραίο σώμα για να μας κάνει να αγαπή­σουμε όλα τα ωραία σώματα, έπειτα τις ωραίες ψυχές, τις ωραίες συμπεριφορές, μέχρι το άλμα προς το Ωραίο καθαυτό (Συμπόσιο, 204-211). Όλη η Δύση θα σημαδευ­τεί από αυτή την αντίληψη για τον Έρωτα στην οποία θα αντιπαραθέσει την αγάπη-χάρισμα που κήρυξε ο χριστιανισμός. Στον Πλάτωνα, ο έρωτας αποκλείει το ένα και μοναδικό πρόσωπο με σάρκα και οστά, εφόσον πρέπει πάντα να το υπερβαίνουμε. Αγαπάμε το Ωραίο κα­θαυτό, ποτέ κάτι το συγκεκριμένο.

Το ερωτικό στοιχείο στη γνώση είναι χαρακτηριστικό της πλατωνικής φιλοσοφίας: θεωρία και τρόπος σωτη­ρίας, και όχι απλά θεωρητική γνώση. Αν ο φιλόσοφος οφείλει, σε τούτο τον κόσμο, να αρκείται σε μια μεικτή ζωή της οποίας το πολυτιμότερο κόσμημα είναι το μέτρο (Φίληβος) θα πρέπει επίσης να ελπίζει στην ταύτιση με το θεό απελευθερώνοντας τον εαυτό του από κατώτερα στοιχεία που βαραίνουν και εμποδίζουν την ανύψωση της ψυχής (Θεαίτητος, 176b). Βλέπουμε εδώ ότι η ένταση δεν μεταβάλλεται σε λύση. Αν εννοήσουμε το λόγο του Σω­κράτη στον Φαίδωνα ο θάνατος - αυτός ο «υπέροχος κίν­δυνος που διατρέχουμε» - είναι το όριο που δεν μπορεί να ξεπεράσει ο ανθρώπινος λόγος μας.

(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 6-15)

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Η πίστη στα υπερβατικά φαινόμενα

Το Before Sunset είναι η δεύτερη ταινία της τριλογίας που ξεκίνησε με το Before Sunrise και έκλεισε με το Before Midnight. Οι ήρωες Τζέσι (Ίθαν Χοκ) και Σελίν (Ζιλί Ντελπί) έχουν μεγαλώσει κατά εννιά χρόνια, όπως και οι ηθοποιοί που τους υποδύονται. Έχουν ωριμάσει, και μαζί μ’ αυτούς ωρίμασε αυτή η ιδιαίτερη ιστορία αγάπης. Στην πρώτη ταινία είχαμε δυο πανευτυχείς νεαρούς, […] Εδώ οι χαρακτήρες μας είναι, και πάλι, πολύ ευτυχισμένοι που συναντιούνται, […] Είναι μεγαλύτεροι, πιο έμπειροι, και ταυτόχρονα πιο φοβισμένοι και διστακτικοί. […] Οι συζητήσεις τους είναι πιο σοβαρές. […] Είναι πιο κυνικοί και πιο ειλικρινείς μεταξύ τους. 

Στο απόσπασμα που ακολουθεί η Σελίν και Τζέσι συζητούν για την πίστη στα υπερβατικά φαινόμενα:

Τζέσι: Πιστεύεις σε πνεύματα ή φαντάσματα;

Σελίν: Όχι.

Τζέσι: Όχι; Στην μετενσάρκωση;

Σελίν: Καθόλου.

Τζέσι: Στο Θεό;

Σελίν: Όχι. Ακούγεται φρικτό ε; Δεν θέλω όμως να’ μια σαν αυτές που απορρίπτουν κάθε μυστήριο. […] Είναι μια φράση του Αϊνστάιν που μ’ αρέσει πολύ. Είπε ότι αν δεν πιστεύεις στο μαγικό ή το μυστηριώδες … τότε είναι σαν να έχεις πεθάνει από καιρό.


Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Μπορούμε από μόνοι μας

Του Στέφανου Κασιμάτη

Μεταξύ σοβαρού και αστείου, βεβαίως, ο Aγγελος Στάγκος έγραψε στο χθεσινό άρθρο του ότι υπάρχουν φορές που αναρωτιέται μήπως εν τέλει έχουν δίκιο όσοι γραφικοί υποστηρίζουν ότι μας «ψεκάζουν». Συμμερίζομαι απολύτως την απελπισία του, όπως και το χιούμορ με το οποίο προσπαθεί να την ξεπεράσει. Το παράλογο είναι, πράγματι, «μια κάποια λύση», όταν είναι αδύνατο να εξηγήσεις με τους όρους της λογικής τα όσα παλαβά συμβαίνουν στο «απέραντο φρενοκομείο» του δημόσιου βίου.

Σκοπός του σημερινού σημειώματός μου είναι να εισφέρω ταπεινά στον προβληματισμό του αρθρογράφου, με ένα στοιχείο από τα καλοκαιρινά μου αναγνώσματα. Αφορά μια απόπειρα εξέγερσης των Μανιατών στην τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο του 1570 και το βρήκα στο βιβλίο του Βρετανού δημοσιογράφου και ιστορικού Ντέιβιντ Μπρούερ «Greece, The Hidden Centuries» (Ι.Β.Τauris, 2012), το οποίο πραγματεύεται την Ιστορία των Ελλήνων στους αιώνες από την πτώση της Κωνσταντινούπολης μέχρι τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Νομίζω ότι τα ιστορικά γεγονότα που θα σας αφηγηθώ παρακάτω φωτίζουν ει μη τι άλλο τον διαχρονικό χαρακτήρα του μυστηρίου που ονομάζουμε «ελληνική πραγματικότητα».

Το καλοκαίρι του 1570, λοιπόν, ο στόλος των Ενετών κατέλαβε ένα τουρκικό φρούριο στη Μάνη, στο Πόρτο Κάγιο λίγο νοτιότερα από το ακρωτήριο Ταίναρο. Η κατάκτηση ήταν πρόσκαιρη, διότι οι Ενετοί σύντομα αποχώρησαν, κρίνοντας ενδεχομένως ότι οι συνθήκες δεν ευνοούσαν την συνέχιση της επιχείρησης. Οι Έλληνες της περιοχής όμως είχαν αντίθετη άποψη. Θεώρησαν ότι η Γαληνοτάτη απεμπόλησε μια σπουδαία ευκαιρία για την απελευθέρωση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και έστειλαν εκπροσώπους τους για να τους καλέσουν πίσω. Τους παρουσίασαν μια εικόνα της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή ελαφρώς ρόδινη για την πλευρά των Ελλήνων: είπαν ότι είχαν δώσει νικηφόρες μάχες κατά των Τούρκων, ότι πραγματοποιούσαν συστηματικές επιθέσεις εναντίον τουρκικών χωριών και τα λεηλατούσαν και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Οι Ενετοί ψήθηκαν, κατά το λεγόμενο, και έστειλαν εκπρόσωπό τους στη Μάνη για να διαπραγματευθεί επιτόπου τους όρους της εξέγερσης. Οι Έλληνες θα μετείχαν με μόνον 400 πολεμιστές, αλλά ζητούσαν από τους Ενετούς να μετάσχουν εκείνοι με 2.000. Ζητούσαν, επίσης, οι Ενετοί να παράσχουν τον οπλισμό, δηλαδή 1.300 δόρατα, 300 μουσκέτα και 300 θώρακες, καθώς και να στείλουν χρήματα. Αν τελικά η Πελοπόννησος απελευθερωνόταν από τους Τούρκους, οι κάτοικοι της Μάνης θα εξαιρούνταν από τη φορολόγηση και στους προεστούς τους θα παραχωρούνταν εκτάσεις με δικαίωμα κληρονομικής μεταβίβασης. Αν η επιχείρηση αποτύγχανε, οι Μανιάτες απαιτούσαν από τους Ενετούς να διαθέσουν τον στόλο τους ώστε να εκκενωθεί ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Μάνης (χωρίς να διευκρινίζεται πού ακριβώς θα πήγαινε) για να αποφύγει τα τουρκικά αντίποινα. Με απλά λόγια: τα δικά μου δικά μου· και τα δικά σου δικά μου. Κάπως έτσι συμπυκνώνεται η πρόταση των Μανιατών προς τους Ενετούς και, φυσικά οι τελευταίοι έκαναν πίσω. Πολλά θα μπορούσε να τους καταλογίσει κάποιος, πάντως όχι ότι υπήρξαν κοροΐδα...

Το πιθανότερο είναι ότι τότε οι ψεκασμοί δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει, διότι τον 16ο αιώνα το αεροπλάνο δεν είχε ακόμη εφευρεθεί - ούτε καν το αερόστατο. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι υπήρχαν από τότε, παρά την απόσταση του χρόνου που μας χωρίζει από την εποχή, ορισμένα χαρακτηριστικά της φυλής από εκείνα τα οποία, υπό το κράτος της απελπισίας συνήθως, ερμηνεύουμε ως συνέπειες του χημικού πολέμου, που διεξάγουν οι σκοτεινές δυνάμεις κατά του Ελληνισμού, διά του συστηματικού «ψεκασμού» του με απροσδιόριστες ουσίες. Βλέπουμε την ίδια απουσία ρεαλισμού, όπως και σήμερα στα μεγαλεπήβολα σχέδια εκείνων που εμπορεύονται το παραμύθι τής δήθεν ανέξοδης διεξόδου από τις υποχρεώσεις του Μνημονίου και της μαγικής επιστροφής στην ωραία ζωή όπως την ξέραμε κάποτε. Διακρίνουμε, ακόμη, τον ίδιο ευγενή ιδεαλισμό, που κάνει τον Έλληνα να τείνει προς το άπιαστο, την αναζήτηση δηλαδή του κοροΐδου που θα κάνει τη δουλειά, ώστε ο ίδιος να απολαύσει τους καρπούς της.

Δεν είναι ότι μας «ψεκάζουν», επομένως. Γιατί να μπουν στα έξοδα οι σκοτεινές δυνάμεις; Αφού εμείς δεν το έχουμε ανάγκη. Μπορούμε κι από μόνοι μας να ξεφύγουμε από τη λογική και την πραγματικότητα. Το έχουμε μέσα μας...


Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ο Νίτσε ενάντια στο κράτος: Πλάτων

«Υπάρχουν ακόμα λαοί και αγέλες, αλλά δεν υπάρχουν σε μας, αδελφοί μου: σε μας υπάρχουν κράτη… Κράτος; Τι είναι αυτό! Εμπρός! Ανοίξτε τα αυτιά σας, θα σας μιλήσω για τον θάνατο των λαών. Το κράτος είναι το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα: ψεύδεται ψυχρά και ιδού το ψέμα που σέρνεται στο στόμα του: ¨Εγώ το Κράτος, είμαι ο Λαός¨. Πρόκειται για ψέμα! […] Παντού όπου υπάρχει ακόμα λαός καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν το κακό μάτι και σαν μια παραβίαση των εθίμων και των νόμων». (Φ. Νίτσε, Τάδε έφη Ζαρατούστρας)

Έτσι για τον Νίτσε, αυτός που εμφανίζεται ως φύλακας των λαών, που αξιώνει να εξασφαλίσει, κάτω από την κηδεμονία του και χάρη στο θώρακα των νόμων, τη συγχώνευση όλων στους κόλπους του έθνους, είναι στην πραγματικότητα ο Λεβιάθαν. Αλλά τούτος εδώ είναι ένα τέρας, όχι ένας θεός, και ένα τέρας ψευδολόγο και αρπακτικό. […] Σημασία έχει να βγάλουμε στο φως τη διαδικασία με την οποία ένα τέτοιο σκάνδαλο επιβλήθηκε μέχρι του σημείου να φαίνεται φυσιολογικό τόσο σε εκείνους που ωφελούνται απ’ αυτό, όσο και σ’ εκείνους που από αυτό υποφέρουν και πεθαίνουν.

Ο Νίτσε συγκεντρώνει έτσι το ενδιαφέρον του πριν απ’ όλα σε μια «γενεαλογία» που είναι κάτι σαν η αντίθεση προς το τις φιλοσοφίες της ιστορίας – και προς την πιο πετυχημένη απ’ αυτές: τη φιλοσοφία του Χέγκελ – και αποκαλύπτει τις «φάσεις», τα ζευγαρώματα που επέτρεψαν σ’ αυτές τις δυνάμεις να συγκροτηθούν και να υπερισχύσουν πάνω στη δύναμη της ζωής και της δημιουργικότητας. […]

Το πρώτο στοιχείο που τονίζει ιδιαίτερα ο συγγραφέας του Λυκόφωτος του Ειδώλου είναι εκείνο τη σωκρατικής πονηριάς, που ανατρέπει το νόημα του ελληνισμού. Ο ελληνισμός, στην περίοδο που λέγεται αρχαϊκή, μάχεται θαρραλέα, εμπνευσμένος από τις βαθιές κραυγές του Διονύσου και από το απολλώνιο φως. Ο Σωκράτης, γεννημένος από τη «λαϊκουριά», θα καταγγείλει ως απατηλό και επικίνδυνο αυτόν τον λαό των θεών και των ηρώων. Αλλά, δεν αναγνωρίζει ούτε το νέο δημοκρατικό πολιτισμό που παίζει με τις λέξεις και παίρνει για κριτήριο το βάρος της πλειοψηφίας. […]  Η ειρωνεία που ασκεί οδηγεί έτσι κατευθείαν στην υποτίμηση της ζωής σ’ όλες τις μορφές: αυτή είναι κατά το έργο Η Χαρούμενη Γνώση, έννοια της τελευταίας φράσης του Σωκράτη: «Ω Κρίτων οφείλω έναν κόκορα στον Ασκληπειό».

«Αυτός ο γελοίος και τρομερός λόγος ¨ύστατος λόγος¨ σημαίνει, για όποιον ξέρει να ακούει, ω Κρίτων, η ζωή είναι μια αρρώστια! Είναι αυτό δυνατό; Ένας άνθρωπος όπως εκείνος … ήταν ένας πεσιμιστής».

Σ’ αυτό το είδος πεσιμισμού, ο Πλάτων θα αναδειχτεί μαέστρος. Ακριβέστερα, τον μεταχειρίζεται όχι βέβαια για να οικοδομήσει μια καινούρια χαρά, δηλαδή για να τον ξεπεράσει πραγματικά, αλλά για να συγκροτήσει την πληκτική φιλοσοφική γαλήνη, βάθρο αυτού που θα ονομαστεί από τότε Ειδέναι και Λόγος. Τους ανατρεπτικούς διαλόγους τους αντικαθιστά με τον διδακτικό διάλογο, την ειρωνεία με την απόδειξη, την αμφισβήτηση με τη διδαχή. Αλλά, αυτή η αλλαγή τόνου, ύφους συνεπάγεται βαριές συνέπειες.

Σ’ αυτά που ο Σωκράτης διαπίστωνε – αντιφάσεις, κενά, αναποτελεσματικότητα της κοινής γνώμης -, ο Πλάτων αναζητεί τους λόγους και τις αιτίες. Και κατ’ συνέπεια, εκείνο που διδάσκει είναι, πρώτα απ’ όλα πως ο αισθητός κόσμος, από την ίδια την ασυνάρτητη και χασματική φύση του, από το ίδιο το γεγονός ότι παρασύρεται από το αδιάκοπο ρεύμα των γίγνεσθαι, δεν μπορεί με κάποιον τρόπο να είναι το αντικείμενο μιας οποιαδήποτε γνώσης, παρά μόνο κατά προσέγγιση και πάντα προσωρινά· είναι, ταυτόχρονα, πως η αντίληψη, χάρη στην οποία αισθανόμαστε αυτόν τον κόσμο και τον χαιρόμαστε, είναι απατηλή· κυρίως διότι προκαλεί πάθη, πολλαπλασιάζει τις ανάγκες και υπερδιεγείρει τις «κακές» ορμές. Κοντολογίς, καθετί που υπάγεται στο σώμα, χαρές και επιθυμίες, καταδικάζεται σαν φθοροποιό, σαν αιτία των παραστρατημάτων της ατομικής συμπεριφοράς, των αταξιών της πολιτικής· και κοντολογίς: της ανηθικότητας και της δυστυχίας.

Σε όλα αυτά οδηγείται ο άνθρωπος όταν δεν αποδέχεται μια υπόθεση που, μόνη αυτή, μπορεί να του εξασφαλίσει την προσωπική «σωτηρία» και την ικανοποίηση, την οποία είναι δυνατό να βρει σε τούτο τον κόσμο. Αυτή η υπόθεση παρουσιάζεται […] ως αναγκαία· αιτιολογείται με όλα τα μέσα, από τη θεωρητική ανάλυση μέχρι τον μύθο περνώντας από την αλληγορία· και συνίσταται απλώς στο εξής: αυτός «ο κάτω» κόσμος δεν είναι ο αληθινός κόσμος, δεν είναι παρά ένα αδέξιο έκτυπο, που φθείρεται ασταμάτητα. Ο αληθινός κόσμος δεν μπορεί να είναι παρά η ίδια η Αλήθεια (που είναι συνάμα το Αληθινό, το Ωραίο, το Καλό και το Ένα), αμετάβλητη, διάφανη, αποτελούμενη από ιδέες διαρθρωμένες συστηματικά, προσιτή μόνο σ’ εκείνους που, με σκληρές υλικές και πνευματικές δοκιμασίες, θα είχαν νικήσει το σώμα τους και τις επιθυμίες του.

Αν περιγράψαμε εδώ σχηματικά τούτο τον πυρήνα της πλατωνικής θεωρίας, δεν το κάναμε μόνο για να αναλύσουμε τις άμεσες πολιτικές της συνέπειες· αλλά και γιατί ο πυρήνας αυτός συνιστά το βάθος μιας αντίληψης, τη σειρά των αρχών που από τότε θα διέπει τη λειτουργία της δυτικής ορθολογικότητας μέχρι τον Νίτσε, μέχρι ακόμα το δικό μας παρόν. Πολυάριθμες άλλες θεωρίες τον αντικρούουν, τον πολεμούν, αλλά τελικά τοποθετούνται τις πιο πολλές φορές στο έδαφός της. Αυτή η αντίληψη της Αλήθειας θα μείνει, στις περισσότερες περιπτώσεις κυρίαρχη, ακόμη και αν έχει υποστεί ορισμένους μετριασμούς· και όταν απορρίπτεται, παραμένει μια σταθερή αναφορά (ακόμη και στην πειραματικές επιστήμες και στις θεωρίες που λέγονται υλιστικές, εμπειρικές ή θετικιστικές). Στην πραγματικότητα, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, όπως ο Σπινόζα, οι αποφασιστικές ρήξεις δεν επέρχονται παρά μόνο με τον Μαρξ (αν και σ’ αυτόν δεν είναι πλήρης) και με τον Νίτσε, ακριβώς.

Οπωσδήποτε, αυτή η φιλοσοφική διδασκαλία που καταλήγει στο ότι υπάρχουν αιώνιες Ουσίες, θεωρητικό αντίστοιχο της απάρνησης του σώματος και των υλικών αξιών κατέχει μια παραδειγματική πολιτική συνέχεια. Ο Πλάτων απορρίπτει όλα τα καθεστώτα της εποχής του· η αιτία της ανηθικότητας τους, της κακοήθειας τους είναι ότι οι κυβερνήτες του είναι, σαν να λέμε, διαβρωμένοι από «σωματικότητα» και τα λόγια και τα έργα τους έχουν κατά συνέπεια καταντήσει άτονα. Για να εξασφαλιστεί επομένως η ανεξαρτησία και η επιβίωση της Πολιτείας, η αυτάρκεια της, πρέπει να απελευθερωθεί η ψυχή των αρχόντων από το βάρος της υλικότητας, να απαλλαγούν από κάθε πάθος, ώστε να μπορέσουν να δουν την ιδέα της δίκαιης Πολιτείας, να αποφασίζουν σωστές πράξεις, να διοικούν μυαλωμένα τους πολεμιστές και να απαιτούν από εκείνους, στους οποίους έχει ανατεθεί το καθήκον να τρέφουν τα σώματα, την πιο αυστηρή υπακοή. Αυτό που έχει σημασία είναι ο «φιλόσοφος να είναι βασιλιάς ή ο βασιλιάς να είναι φιλόσοφος».

Εγκαθιδρύεται έτσι, τόσο ενάντια στην παράδοση του αριστοκράτη πολεμιστή, απόγονου των ηρώων, όσο και ενάντια στην παιδεία του δημοκράτη ρήτορα, γιού του λόγου, μια καινούρια τάξη πραγμάτων θεμελιωμένη σε μια αυστηρή διχοτόμηση: τους κυβερνώντες, επιλεγμένους σε συνάρτηση με τις γνώσεις τους, που κρατούν όλες τις εξουσίες, και στους άλλους τους κυβερνωμένους, που μοναδικός τους ρόλος είναι να παραμένουν στη θέση που τους έχει οριστεί και να υπακούουν. Και οι μεν και οι δε είναι αφοσιωμένοι στην Πολιτεία που είναι «εδώ κάτω» ο προστάτης τους και που τους υπαγορεύει τον τρόπο συμπεριφοράς, υποσχόμενη μια καλύτερη μοίρα στον «άλλο κόσμο». Κι έτσι εμφανίζεται, για πρώτη φορά στην παιδεία μας, το κράτος, «το πιο ψυχρό από τα ψυχρά τέρατα». Όπως κατέδειξε ο Χέγκελ, η πλατωνική Καλλίπολις είναι η Αλήθεια της ελληνικής Πόλης· αλλά, βαθύτερα, αυτή διαγράφει - στην εποχή της – τη δομή της τεχνο-γραφειοκρατικής εξουσίας που είναι η Αλήθεια του τεχνο-γραφειοκρατικού κράτους στη λειτουργία του.

Ο Νίτσε – στο Ανθρώπινο υπερβολικά ανθρώπινο (1876-1879), στο Πέρα από το καλό και το κακό (1885-1886), στο Η γενεαλογία της ηθικής (1887) – αναλύει τις δυνάμεις που συγκροτούν και διατηρούν το κράτος. Μια και, σε τούτον τον κόσμο, δεν είναι δυνατό να εξαλειφθούν συστηματικά τα ζωντανά σώματα των ανθρώπων με τις υλικές χαρές τους και τους υλικούς πόνους τους, πηγές «αταξιών» κατά την άποψη του Λόγου, πρέπει να αντικατασταθούν με το Κράτος. Αυτή είναι η λειτουργία του Λεβιάθαν: να τοποθετεί τις σωματικές ατομικότητες στη θέση που τους έχει καθοριστεί ιεραρχικά, έτσι που αυτές, ως εκφράσεις της αναταραχής που ενυπάρχει στη ζωή, να γίνονται ανενεργές (υπακούω δεν σημαίνει δρω, αλλά μόνο εκτελώ σύμφωνα με τον κανόνα): διατάζουν εκείνοι που δεν είναι πια παρά ψυχές, εκτελούν εκείνοι στους οποίους έχει εκμηδενιστεί κάθε δημιουργική δύναμη.

Ποιος είναι τελικά ο σκοπός παρόμοιων μέτρων; Να περιορίσουν τη ζωή στην ελάχιστη βιολογική της άσκηση· να καταστρέψουν τις έντονες χαρές και λύπες προς όφελός της ασφάλειας και την μέσης ευημερίας· να ενθαρρύνουν προνομιακά τη μυθολογία του Λόγου – στο όνομα της σύνεσης – σε βάρος της δύναμης που δίνει το πάθος· να διαπλάσουν τους μυς, ώστε να μάθουν να αυτοκυριαρχούνται ή να μην εκτελούν παρά μόνο προκαθορισμένες κινήσεις… Και ποιο είναι το κρυφό πάθος που εμπνέει τον πλατωνισμό; Ο φόβος, ο φόβος της ζωής, που είναι πληθωρική (Χαρούμενη γνώση, § 372).

Μ’ αυτό τον τρόπο, προτείνει ο Πλάτων να αντικατασταθεί η ζωντάνια των ατομικών σωμάτων με το μηχανικό σώμα του «ψυχρού τέρατος». Η τάξη της Αλήθειας, αυτής της αλήθειας αρχίζει … και καταλήγει στο σύγχρονο κράτος.

Φρανσουά Σατελέ, Εβελίν Πιγιέ –Κουσνέρ: Οι πολιτικές αντιλήψεις του 20ου αιώνα


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΠΑ, 1998, σελ. 22-26)

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Ο Καραμανλής για τον Καραμανλή

[…] εκείνο που χαρακτηρίζει την προσωπικότητά μου δεν είναι η μεγαλοφυΐα ούτε η σοφία, αλλά το αυστηρόν ήθος.

6.6.64, Επιστολή στον συνεργάτη του, Διονύσιο Βέρρο

v     

Το ήθος και την αξιοπρέπεια, μολονότι τα είχα έμφυτα, τα ανέπτυξα μέχρι υπερβολής για να εξουδετερώσω την έλλειψη περγαμηνών και να πραγματοποιήσω την αποστολήν μου.

Οκτώβριος 1996, Επιστολή προς Κ. Τσάτσο

v     

Είχε παραδεχθεί μετά την αναχώρησή του για το Παρίσι:
Το λειτούργημα της Αντιπολιτεύσεως δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα μου και διότι είμαι άνθρωπος της δράσεως, αλλά και διότι η άσκηση της Αντιπολιτεύσεως δεν μπορεί να γίνει χωρίς καμιά δόση δημαγωγίας. […]

Κρις Γουντχάουζ: «Καραμανλής, ο ανορθωτής της Ελληνικής Δημοκρατίας»

v     

[…] Απέφυγα πάντοτε να προσβάλλω τους αντιπάλους μου. Γιατί, εάν τους είχα προσβάλλει, θα ήταν ντροπή δική μου να τους δεχθώ ως συνεργάτες. Ενώ τώρα, που δέχομαι αυτούς που με προσέβαλαν, αντί ντροπή αισθάνομαι υπερηφάνεια.

Κων/νος Τσάτσος: «Ο άγνωστος Καραμανλής»

v     

Είπε σε κάποια κυρία που του έκανε φιλοφρονήσεις:
Το να λες σ’ έναν πρωθυπουργό ότι είναι κομψός και ωραίος είναι σα να λες σε μια όμορφη γυναίκα ότι τη θαυμάζεις για τη σοφία της.

Κων/νος Τσάτσος: «Ο άγνωστος Καραμανλής»

v     

[…] Ανήκω […] στη Σχολή εκείνων, οι οποίοι πιστεύουν ότι η πολιτική γίνεται περισσότερο με πράξεις και λιγότερο με λόγους. Γι’ αυτό και ακολουθώ τη συμβουλή του Πυθαγόρα, που έλεγε: «Είναι προτιμότερο, να σιωπά κανείς, όταν δεν έχει να πει κάτι καλύτερο της σιωπής».

20.5.77, Βουλή

v     

Όταν ένας πολιτικός […] γνωρίζει αυτό το οποίο πρέπει να γίνει εις την χώρα του και δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει, διότι του αρνούνται τις αναγκαίες προϋποθέσεις, οφείλει να αποσύρεται αντί να κάνει συμβιβασμούς με την συνείδησή του […]

Έγραψε στις 9.12.63 στους βουλευτές της ΕΡΕ, πριν από την αναχώρησή του για το παρίσι.

v     

ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι σχεδιάζετε να κάνατε όταν αποσυρθείτε από την ενεργό πολιτική; Θα γράψετε μήπως τα απομνημονεύματά σας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Θα επιθυμούσα πολύ να γίνω Κιγκινάτος. Δεν διαθέτω όμως αγρόκτημα. Όσον αφορά τα απομνημονεύματά μου είμαι διστακτικός. Κάποιος πολιτικός που τον ρώτησαν αν θα γράψει απομνημονεύματα, απάντησε: «Όχι. Γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω». Εννοούσε μ’ αυτό ότι συνήθως οι άνθρωποι γράφουν τα απομνημονεύματά τους για να εξωραΐσουν την ιστορία τους.

27.5.78, Συνέντευξη στη «New York Times»

Ο Πολιτικός Λόγος του Κωνσταντίνου Καραμανλή

(ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, 2004, σελ. 215 - 228)


Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Η ηθική του Αριστοτέλη

Για τον Αριστοτέλη, η ηθική είναι μια επιστήμη στην οποία οφείλουμε να εντρυφήσουμε όχι για να αποκτήσουμε γνώση προς χάρη της γνώσης, αλλά για να αποκτήσουμε γνώση που θα καθοδηγεί τις πράξεις μας. Με κάθε πράξη και έρευνα, αποσκοπούμε σε κάτι καλό. Μερικά πράγματα τα επιθυμούμε προκειμένου να αποκτήσουμε κάτι άλλο (όπως τα χρήματα ή η τροφή). Άλλα πράγματα τα επιθυμούμε επειδή είναι αυτά που είναι (όπως η τέρψη, η υγεία και η ευτυχία). Παρ’ ότι επιθυμούμε την τέρψη και την υγεία προς χάρη της τέρψης και της υγείας, η τέρψη και η υγεία δεν επαρκούν, αφού τα αποζητάμε για να είμαστε ευτυχισμένοι. Ωστόσο η ευτυχία επαρκεί. Ότι κάνουμε ή επιθυμούμε, είναι επειδή αποζητάμε την ευτυχία, όμως αποζητάμε την ευτυχία ως αυτοσκοπό.

Συνεπώς, η ηθική του Αριστοτέλη είναι τελεολογική, αφού αποσκοπεί στην πραγματοποίηση της επιδίωξης που είναι ενύπαρκτη σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής. Και το τέλος είναι η ευδαιμονία.

Πως πρέπει να ζούμε

Το ερώτημα της ορθότερης συμπεριφοράς έγκειται στον προσδιορισμό των πράξεων που προάγουν την αληθινή ευτυχία του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για να είμαστε ευτυχισμένοι οφείλουμε να ζούμε ενάρετα. Η ενάρετη ζωή δεν αποτελεί μέσο για την πραγμάτωση μιας επιδίωξης, αλλά την πραγμάτωση αυτής της επιδίωξης. Η ευδαιμονία προϋποθέτει αρίστευση, τη μεγαλύτερη δυνατή πραγμάτωση των ανθρώπινων δυνατοτήτων (όπως η φιλία, η φρόνηση, η κοινωνική ζωή και η γνώση). Η ευτυχία για τον άνθρωπο έχει μια κοινωνική διάσταση. Οι πολιτικές και κοινωνικές αρετές αναπτύσσονται μόνο όταν συναναστρεφόμαστε τους άλλους μέσα σε μια τοπική κοινωνία (πόλη), μέσω της εκπαίδευσης.

Η αρετή ως συνήθεια

Για τον Αριστοτέλη, ευτυχία είναι η δραστηριότητα της ψυχής που είναι σύμφωνη με την αρετή, είναι ο ενάρετος βίος. Τι είναι όμως η αρετή; Είναι γνώση, συναίσθημα, επιλογή ή συνήθεια; Για τον Αριστοτέλη, η αρετή είναι βαθιά ριζωμένη συνήθεια, γνώρισμα του χαρακτήρα, προδιάθεση της ψυχής. Οι ηθικές αξίες αποτελούν γνωρίσματα ενός καλού χαρακτήρα. Ο παράγοντας επιλογή εμπλέκεται στις ηθικές αξίες. Μολαταύτα ο Αριστοτέλης δεν προσφέρει μια μέθοδο που θα μας επιτρέπει να επιλέγουμε πάντα ορθά. Οι ηθικές αξίες συνδέονται και με τα συναισθήματα μας, αφού οι πράξεις μας συχνά απορρέουν από τις επιθυμίες και τα πάθη μας. Ουσιαστικά, οι αρετές είναι προδιαθέσεις οι οποίες μας ωθούν να αισθανόμαστε και να ενεργούμε κατά ορισμένο τρόπο.

Η αρετή δεν είναι προνόμιο των τυχερών. Κατακτάται από τις προσωπικές μας προσπάθειες. Οι ατυχίες μπορούν να καταπνίξουν την αρετή, αλλά δεν γεννιόμαστε ενάρετοι. Μάλιστα, οφείλουμε να καλλιεργήσουμε την αρετή μέσω της εξάσκησης και της ανατροφής. Η εκπαίδευση είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Ιδιαίτερα ευεργετικό είναι να περιτριγυριζόμαστε από ενάρετους ανθρώπους τους οποίους θεωρούμε πρότυπο μίμησης. Η αρετή είναι συνήθεια, αλλά είναι προϊόν καλλιέργειας και προβλέπει σωστά συναισθήματα και εμπειρία στη διαδικασία επιλογής. Ο καλός χαρακτήρας δεν δημιουργείται από μια καλή πράξη, αλλά από την αδιάκοπη σμίλευση του χαρακτήρα.

Πίνακας Αριστοτέλειων Αρετών

Κάθε γραμμή περιλαμβάνει ένα υποβόσκον πάθος (σε παρένθεση), καθώς και δύο ελαττώματα –ένα οφειλόμενο σε ανεπάρκεια και ένα σε υπερβολή. Η αρετή αναπαριστά τον κατάλληλο ή λειτουργικό βαθμό πάθους που οδηγεί στην ορθή δράση.




ΕΛΑΤΤΩΜΑ
ΑΠΟ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ
ΑΡΕΤΗ
(υποβόσκον πάθος)
ΕΛΑΤΤΩΜΑ
ΑΠΟ ΥΠΕΡΒΟΛΗ

Δειλία
Θάρρος
(αυτοεκτίμηση)
Απερισκεψία (ύβρις)



Ασυγκινησία
Αυτοσυγκράτηση
(επιθυμία για σωματικές ηδονές)
Κατάχρηση



Λιποψυχία
Μεγαλοψυχία
(επιθυμία για τέρψη)
Ματαιοδοξία



Ατολμία
Μετριοφροσύνη
(αίσθημα ντροπής)
Αδιαντροπιά



Αυτοϋποτίμηση
Πραγματική εικόνα του εαυτού μας
(έλεγχος της εντύπωσης που δίνουμε στους άλλους)
Καυχησιολογία



Σκαιότητα
Φιλικότητα
(επιθυμία να ευχαριστήσουμε τους άλλους)
Δουλοπρέπεια



Απρέπεια
Χιούμορ
(επιθυμία να διασκεδάσουμε τους άλλους)
Γελοιότητα



Χαιρεκακία
Ιερή αγανάκτηση
(συμμερισμός στα δεινά των άλλων)
Ζηλοφθονία


(ΒΙΒΛΙΑ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ, 2009, σελ. 58-59)