Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ο εγκεφαλικός πόλεμος για την αλήθεια

Το Perception είναι μια παραδοσιακή αστυνομική σειρά διαλεύκανσης εγκλημάτων. Πρωταγωνιστής είναι ο Dr. Daniel Pierce (Eric McCormack), ένας νευροεπιστήμονας και καθηγητής με πολύ ιδιαίτερα οπτική των πραγμάτων, […]

Στο τέταρτο επεισόδιο (Toxic) της δεύτερης σεζόν ο Dr. Pierce εξηγεί στους φοιτητές του τον πόλεμο μεταξύ του προσαγώγιου και του προμετωπιαίου φλοιού που διεξάγεται μέσα στον εγκέφαλό μας σχετικά με την αποκάλυψη της αλήθειας:

Ποιο είναι το πιο βαθύ και σκοτεινό σας μυστικό; Αυτό που δεν έχετε πει σε κανέναν. […] Αυτή τη στιγμή, διεξάγεται ένας πόλεμος μέσα στον εγκέφαλό σας. Η καλύτερη υπόθεση είναι ότι ο προσαγώγιος φλοιός… θέλει απεγνωσμένα να πείτε την αλήθεια. Αλλά ο προμετωπιαίος φλοιός σας… «ζωντανεύει» στις σκέψεις σας όσα κακά μπορεί να συμβούν, αν πείτε την αλήθεια. Αν κερδίσει ο προμετωπιαίος, ανεβαίνουν τα επίπεδα των ορμονών του στρες… ενώ αν κερδίσει ο προσαγώγιος φλοιός, τα επίπεδα αυτά κατεβαίνουν.
Λοιπόν, αν είναι βιολογικά πιο υγιές… να εξομολογούμαστε τα μυστικά τι είναι αυτό… στην ανθρώπινη φύση που μας κάνει να προσπαθούμε τόσο να τα κρύψουμε;

Ο Φρόιντ κάποτε είπε: «Κανείς θνητός δεν μπορεί να κρατήσει μυστικό». «Αν τα χείλη του είναι βουβά, μιλάει με τα ακροδάκτυλά του». Η προδοσία ξεχειλίζει μέσα από κάθε πόρο του». Κάτι ήθελε να πει ο παλιός–καλός Σίγκμουντ. Αν και θέλουμε απεγνωσμένα να κρατήσουμε τα μυστικά μας… όσο πιο πολύ τα θάβουμε, τόσο πιο πολύ βγαίνουν στην επιφάνεια.

Η νευρολογία μας, μας εξωθεί… να τα αποκαλύψουμε. Κι αυτό είναι καλό. Γιατί η αποκάλυψη είναι καλή για το σώμα. Είναι καλή για τον εγκέφαλο. Ίσως και για την ψυχή… αν πιστεύεις σε τέτοια.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Η εμπειρία ποτέ δεν μπορεί να μοιραστεί

Το να χρησιμοποιείς τις ίδιες λέξεις δεν είναι αρκετή
εγγύηση ότι θα γίνεις αντιληπτός· χρειάζεται
να χρησιμοποιείς τις ίδιες λέξεις του ίδιου είδους
της προηγούμενης εμπειρίας, και τέλος χρειάζεται
να έχεις κοινές εμπειρίες με κάποιον.

Φ. Νίτσε

Στο μυθιστόρημα αγάπη με α μικρό1 δινόταν το ακόλουθο παράδειγμα για το γιατί δεν μπορεί ποτέ να μοιραστεί στ’ αλήθεια μια εμπειρία:

«Φαντάσου ότι πρόκειται να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι, από το οποίο δεν ξέρω πότε θα γυρίσω κι εσύ έρχεσαι στο σταθμό του τρένου να αποχαιρετιστούμε. Αν αργότερα επικοινωνήσουμε δια αλληλογραφίας ή από τηλεφώνου και θυμηθούμε τον αποχαιρετισμό αυτό… δε θα μιλάμε για το ίδιο, ακόμα κι αν τρέφουμε την αυταπάτη ότι έτσι είναι. Η δική σου και η δική μου θα είναι διαφορετικές αναμνήσεις, αν όχι εκ διαμέτρου αντίθετες. Εσύ θυμάσαι έναν άνδρα που απομακρύνεται μέσα σε ένα τρένο και χαιρετά με το χέρι από το παράθυρο. Εγώ, αντίθετα, θυμάμαι έναν άνδρα που ήταν ακίνητος στην αποβάθρα και μίκραινε. 

Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να μοιραστούμε: η αίσθηση ότι ο άλλος μικραίνει. Είναι κάτι που έχει τον απόηχό του στα συναισθήματά μας. Όταν παίρνεις φυσική απόσταση από κάποιον, η παρουσία του στο ασυνείδητό σου μειώνεται σταδιακά. Ίσως, υπ’ αυτή την έννοια, αυτό που συμβαίνει στο οπτικό επίπεδο να είναι καθαρή προετοιμασία για εκείνο που θα συμβεί μέσα στο μυαλό. Όμως, ας γυρίσουμε στην αρχή: Η εμπειρία ποτέ δεν μπορεί να μοιραστεί, σερβίρεται σε ατομικές συσκευασίες».


(Εκδόσεις Πατάκη, 2009, σ. 113-114)


1 amor en Minúscula, του Καταλανού συγγραφέα Francesc Miralles.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Το Κοσμολογικό Επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού

[…] το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου, γνωστό και ως Κοσμολογικό Επιχείρημα, βασίζεται μόνο στο εμπειρικό γεγονός ότι το σύμπαν υπάρχει, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του συγκεκριμένα δεδομένα για τη μορφή του.

Το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου δηλώνει ότι τα πάντα έχουν προκληθεί από κάτι άλλο που προηγήθηκε. Δεν υπάρχει τίποτα αυθύπαρκτο, τίποτα που να δημιουργήθηκε χωρίς κάποιο αίτιο. Επειδή γνωρίζουμε ότι το σύμπαν υπάρχει, μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι η παρούσα μορφή του αποτελεί την κατάληξη μιας ολόκληρης σειράς αιτίων και αποτελεσμάτων. Αν ακολουθήσουμε αυτή τη σειρά προς τα πίσω, θα φτάσουμε στο πρωτογενές αίτιο, στο ποιητικό αίτιο. Το ποιητικό αίτιο, όπως υποστηρίζει το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου, είναι ο Θεός. Εντούτοις, όπως και το Τελεολογικό Επιχείρημα, αυτό το επιχείρημα έχει δεχτεί πολλές επικρίσεις.

Κριτική του Επιχειρήματος του Αρχικού Αιτίου

Αντιφατικό

Το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου ξεκινά με την υπόθεση ότι το κάθε πράγμα έχει προκληθεί από κάτι άλλο, στη συνέχεια όμως αντιφάσκει λέγοντας ότι ο Θεός ήταν το ποιητικό αίτιο. Υποστηρίζει τόσο ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναίτιο αίτιο, όσο και ότι υπάρχει ένα αναίτιο αίτιο: ο Θεός. Προκαλεί από μόνο του την ερώτηση: «Και ποιο είναι το αίτιο του Θεού;». Κάποιος που έχει πειστεί από το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου μπορεί να αντιπαρατάξει ότι δεν εννοούσε ότι τα πάντα έχουν αίτιο, αλλά ότι τα πάντα εκτός από το Θεό έχουν αίτιο. Ούτε κι αυτό όμως λέει τίποτα. Αν η σειρά των αιτίων και των αιτιατών πρόκειται να σταματήσει σε κάποιο σημείο, γιατί πρέπει να σταματήσει στο Θεό; Γιατί να μη σταματήσει νωρίτερα, στην εμφάνιση του ίδιου του σύμπαντος, ας πούμε;

Δεν αποτελεί απόδειξη

Το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου θεωρεί ότι αίτια και αιτιατά δεν θα μπορούσαν να ακολουθούν μια άπειρη σειρά αιτιών σε μια ατέρμονη συλλογιστική ακολουθία. Μια πορεία, δηλαδή, στο παρελθόν που δεν έχει τέλος. Θεωρεί ότι υπήρχε ένα ποιητικό αίτιο που προκάλεσε τη δημιουργία όλων των άλλων πραγμάτων. Είναι όμως απαραίτητο να έγινε πράγματι έτσι; Αν χρησιμοποιούσαμε ένα παρόμοιο επιχείρημα για το μέλλον, τότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιο τελικό αποτέλεσμα που δεν αποτελεί αίτιο για τίποτα περαιτέρω. Παρ' όλο όμως που είναι πράγματι δύσκολο να φανταστούμε μια ακολουθία αιτίων και αιτιατών που κινούνται σε μια μελλοντική πορεία ως την αιωνιότητα, η σκέψη φαίνεται εύλογη, ακριβώς όπως δεν υπάρχει ο μέγιστος αριθμός, αφού πάντοτε μπορούμε να προσθέτουμε τη μονάδα σε οποιονδήποτε αριθμό και να τον
κάνουμε μεγαλύτερο. Αν είναι δυνατόν να υπάρχει ατέρμονη ακολουθία, γιατί να μην μπορούν αίτια και αιτιατά να εκτείνονται και στο παρελθόν επ' άπειρον;

Συμπέρασμα και περιορισμοί

Ακόμα κι αν αντικρούσει κανείς αυτά τα δύο αντεπιχειρήματα, δεν αποδεικνύεται ότι το ποιητικό αίτιο είναι ο Θεός που περιγράφουν οι Θεϊστές. Όπως συμβαίνει και με το Τελολογικό Επιχείρημα, το Επιχείρημα του Αρχικού Αιτίου παρουσιάζει σοβαρούς περιορισμούς.

Πρώτον, το αρχικό αίτιο θα πρέπει να ήταν μάλλον εξαιρετικά ισχυρό για να μπορέσει να δημιουργήσει και να θέσει σε κίνηση τη σειρά των αιτίων και των αποτελεσμάτων που ως κατάληξη είχαν την ύπαρξη ολόκληρου του σύμπαντος στη σημερινή του μορφή.

Μπορεί λοιπόν κανείς να ισχυριστεί μάλλον δικαιολογημένα ότι το επιχείρημα φανερώνει την ύπαρξη ενός ιδιαίτερα ισχυρού, αν όχι παντοδύναμου, Θεού.

Το επιχείρημα όμως αυτό δεν παρέχει κανένα στοιχείο ούτε ότι ο Θεός είναι παντογνώστης ούτε ότι είναι πανάγαθος. Καμιά απ' αυτές τις ιδιότητες δεν είναι απαραίτητες για το αρχικό αίτιο. Και όπως συνέβη με το Τελολογικό Επιχείρημα, ούτε ο υποστηρικτής του Επιχειρήματος του Αρχικού Αιτίου θα μπορούσε να ξεπεράσει το πρόβλημα ότι ένας παντοδύναμος, παντογνώστης και πανάγαθος Θεός είναι δυνατόν να ανέχεται τόσο κακό πάνω στη γη.


(Εκδόσεις Περίπλους, 1999, σελ. 33-36)





Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Επίκουρος: Το τετραπλό κριτήριο της αλήθειας

Σύμφωνα με τον Επίκουρο, […] τα φαινόμενα αποτελούν προέκταση της ύπαρξης, μια άμεση υλική απορροή της υποκείμενης πραγματικότητας του κόσμου. Αυτό δεν σημαίνει πως όλη η πραγματικότητα, όλη η ύπαρξη, είτε φαίνεται άμεσα είτε όχι, είναι δυνάμει αποκαλύψιμη με την κατάλληλη χρήση των αισθήσεων αφ’ ενός και του νου αφετέρου. Αισθήσεις και νους συνεργάζονται για να επιτύχουν μια θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου: οι αισθήσεις δέχονται τα μηνύματα του κόσμου των φαινομένων, ενώ ο νους συλλαμβάνει τα μηνύματα αυτά και τους δίνει μορφή και νόημα. […]
Το συμπέρασμα, λοιπόν, για τον Επίκουρο, είναι ότι η κρίση στην οποία προβαίνει ο κοινός νους περί των φυσικών φαινομένων, όπως αυτά εμφανίζονται στο αισθανόμενο/συναισθανόμενο/σκεπτόμενο υποκείμενο, πρέπει να επαρκεί, αν όχι για την πραγματική ανακάλυψη της αλήθειας, τουλάχιστον για μια προσέγγιση της φύσης, της δομής και της λειτουργίας της πραγματικότητας∙ υπό τον όρο, βέβαια, ότι η μαρτυρία των αισθήσεων, αν δεν επιβεβαιώνει την άποψη που έχουμε περί του κόσμου, με κανένα τρόπο να μην αντιφάσκει προς αυτήν.
Η κρίση στην οποία προβαίνει ο κοινός νους για τον κόσμο των φαινομένων σκιαγραφείται με κάποιες λεπτομέρειες στον Κανόνα, που εμπεριέχει τα τέσσερα κριτήρια της αλήθειας: «Στον κανόνα, λοιπόν, ο Επίκουρος βεβαιώνει ότι οι αισθήσεις, οι προλήψεις, και τα συναισθήματα/συγκινήσεις μας (πάθη) είναι τα κριτήρια της αλήθειας∙ οι Επικούρειοι δέχονται επίσης ως κριτήριο της αλήθειας και την προσήλωση του νου σε παραστάσεις (φανταστικαί επιβολαί της διανοίας)». […]
Η τετραπλή συνταγή ή τετραπλό κριτήριο της αλήθειας αποτελείται, λοιπόν, από τις αισθήσεις, τα πάθη (συναισθήματα, συγκινήσεις), τις προλήψεις (έννοιες των πραγμάτων ήδη αποθηκευμένες στο νου) και τις διορατικές συλλήψεις του νου (φανταστικαί επιβολαί της διανοίας). […]
Η αίσθησις
Η αίσθησις αναφέρεται στην άμεση αισθητηριακή αντίληψη, σε ένα είδος φυσικής συμφωνίας ανάμεσα στα όργανα των αισθήσεων και στο αντικείμενο ή σώμα και τις ιδιότητές του (οι οποίες ονομάζονται συμπτώματα και συμβεβηκότα). […] Ο όρος αίσθησις, ωστόσο, αναφέρεται και στην εντύπωση, στο προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου της αισθητηριακής σύλληψης. […]
Κάθε αίσθησις στερείται λόγου και δεν είναι επιδεκτική μνήμης∙ δεν ενεργοποιείται από μόνη της, αλλά και όταν ενεργοποιείται από κάτι άλλο δεν μπορεί να του προσθέσει ή να του αφαιρέσει κάτι. Κι ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις: […] Ούτε το λογικό μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις, αφού το λογικό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις αισθήσεις. Ούτε, πάλι, μπορεί μια αίσθησις να ελέγξει μιαν άλλη, εφ’ όσον σε όλες δίνουμε την ίδια προσοχή. […] Το γεγονός ότι βλέπουμε και ακούμε είναι εξίσου πραγματικό με το ότι νιώθουμε πόνο. Ως εκ τούτου, πρέπει με βάση τα φανερά να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα για τα μη φανερά. Διότι όλες οι ιδέες μας προέρχονται από τις αισθήσεις – ποτέ μέσω σύμπτωσης, ποτέ κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων, όπου κατά τι συμβάλλει και το λογικό. Όσο για τα οράματα των τρελών και τα όνειρα που βλέπουμε, έχουν αληθινή υπόσταση, δεδομένου ότι προκαλούν κίνηση [στο νου]∙ και κάτι που δεν υπάρχει δεν προκαλεί τίποτα. (Διογένης Λαέρτιος, 10.31-32)
Πάθη
Τα πάθη ή συναισθήματα ή συγκινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, το δεύτερο σημαντικό κριτήριο αλήθειας ή γνωσιολογικό κριτήριο. Τόσο οι αισθήσεις όσο και τα πάθη ανήκουν στην ίδια τάξη του πραγματικού. Επιπλέον, και τα δύο μας παρέχουν μια εξίσου κρίσιμη μαρτυρία της ομοιογενούς υλικής δομής του φυσικού κόσμου που περιβάλλει τον άνθρωπο (και από μια γενική έννοια, το σύνολο του έμψυχου κόσμου) και περικλείει τις δραστηριότητες του. […] Τα δύο αυτά κριτήρια αλήθειας συνιστούν από κοινού ότι μπορεί να θεωρηθεί ως η υποδομή της γνωσιολογίας του Επίκουρου.
Αισθήσεις και πάθη είναι εξίσου πραγματικά και εξίσου έντονα. Ό,τι ισχύει για την αντιληπτικότητα στην περίπτωση των αισθήσεων, το ίδιο ισχύει για την σωματική –ακόμη και ψυχολογική- εμπειρία του πόνου και της ηδονής στην περίπτωση των παθών. Επιπλέον, αισθήσεις και πάθη παρέχουν μια μη αναγώγιμη μαρτυρία της πραγματικότητας του κόσμου των φαινομένων, αλλά και εγγυώνται την ικανότητα του ανθρώπου να τα γνωρίζει. Η ύπαρξη, ως φαινόμενη πραγματικότητα, και η άμεση αδιαμεσολάβητη εμπειρία αυτής της πραγματικότητας μέσω της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης και του συναισθήματος – το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «εσωτερικής αίσθησης»- συμπίπτουν.
[Οι Επικούρειοι] λένε ότι δύο πάθη υπάρχουν, η ηδονή και ο πόνος (αλγηδών), που προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον∙ ότι το ένα είναι οικείον (συγγενικό προς την φύση του) ενώ το άλλο αλλότριον (ξένο/εχθρικό)∙ και ότι με βάση αυτά αποφασίζουμε τι θα επιλέξουμε και τι θα αποφύγουμε.
Όσο για τις έρευνες, υπάρχουν δύο λογιών, η έρευνα που αφορά στα πράγματα, και η έρευνα που ασχολείται με σκέτα λόγια. (Διογ. Λαέρτ., 10.30)
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα δύο είδη παθών –ηδονή και πόνος- «προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον» και συνοδεύουν κάθε έκφανση της ζωής στον κόσμο. Τα πάθη, με άλλα λόγια, όπως και οι αισθήσεις, αποτελούν θεμελιώδη φυσιο/ψυχο/λογικά δεδομένα, που πιστοποιούν και εγγυώνται την ύπαρξη και δομή του υλικού κόσμου όπως αυτός εμφανίζεται στον άνθρωπο και όπως ο άνθρωπος τον βιώνει. Και επιπλέον, ορίζουν τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Αισθήσεις και πάθη μαζί μας παρέχουν μια θεμελιώδη και μη διαψεύσιμη μαρτυρία περί της πραγματικότητας. […]
Οι αισθήσεις και τα πάθη ή, ακριβέστερα, η ολοφάνερη μαρτυρία που μας παρέχουν η αισθητηριακή αντίληψη, η εντύπωση και η συγκίνηση, είναι η μοναδική πηγή βεβαιότητας (Διογ. Λαέρτ., 10.63).
Πρόληψις
Η πρόληψις, ένας όρος ασυνήθιστος και προβληματικός –που συχνότατα αποδίδεται ως «έννοια», «γενική έννοια», «έννοια που παράγεται από την αισθητηριακή αντίληψη», […], προφανώς αναφέρεται στη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, μια διαδικασία η οποία εντείνεται από την ακόμη πιο δύσκολη και δυσνόητη λειτουργία που αποκαλείται φανταστικαί επιβολαί της διανοίας (=«διορατική σύλληψη του νου»). Ατυχώς, στα σωζόμενα κείμενα του ιδίου του Επίκουρου, πολύ λίγα υπάρχουν που θα μας επέτρεπαν να συλλάβουμε με βεβαιότητα το ακριβές νόημα της προλήψεως. […] Η αναφορά του Διογένη Λαέρτιου σχετικά με το νόημα της προλήψεως έχει ως εξής:
Με την πρόληψιν εννοούν [οι Επικούρειοι] κάτι σαν νοητική σύλληψη κάποιου πράγματος ως υπαρκτού, ή ορθή γνώμη, ή έννοια ή γενική ιδέα επαναποθηκευμένη στο νου∙ δηλαδή την μνήμη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα. Τέτοιας λογής είναι π.χ. ο άνθρωπος: μόλις ειπωθεί η λέξη «άνθρωπος», αμέσως, σύμφωνα με την πρόληψιν που έχουμε του ανθρώπου, παρουσιάζεται στη νόηση η μορφή του, σύμφωνη με τα προηγούμενα δεδομένα των αισθήσεων. Έτσι, το αντικείμενο που αρχικά έχει δηλωθεί με μια λέξη, είναι ξεκάθαρο (εναργές). […] Οι προλήψεις, επομένως, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. […]
Για την γνώμη χρησιμοποιούν τη λέξη υπόληψις που, όπως ισχυρίζονται, είτε είναι αληθής είτε ψευδής: Αν πιστοποιείται από τις αυταπόδεικτες μαρτυρίες ή δεν αναιρείται, τότε αληθεύει. Ενώ αν δεν πιστοποιείται ή αν υπάρχει αρνητική μαρτυρία, τότε είναι ψευδής. Γι’ αυτό και εισήγαγαν την έκφραση «το προσμένον» [=αυτό που προσμένει επαλήθευση]∙ όπως, λόγου χάρη περιμένει κανείς να πλησιάσει πρώτα κοντά σ’ ένα πύργο και να εξακριβώσει πως φαίνεται εκ τους σύνεγγυς. (10. 33-34)
  1. Το πρώτο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της προλήψεως, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, είναι η σχέση της με την μνήμη. […] Μέσω των προλήψεων, λοιπόν, το υποκείμενο της αντίληψης και του συναισθήματος εισέρχεται στη σφαίρα της συνέχειας, του δομημένου χρόνου∙ ικανό να ανακαλεί τη μνήμη, να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί, αρχίζει να συγκροτεί, ή μάλλον να ανακαλύπτει ένα δομημένο, διαρκή και ανθεκτικό κόσμο αισθήσεων και παθών.
Μέσω της προλήψεως, ο αντιληπτός κόσμος γίνεται, σε βάθος χρόνου, συνεχής και αναγνωρίσιμος. Εικόνες δημιουργούνται, εναποθηκεύνται και απομνημονεύονται για περαιτέρω χρήση. […]
  1. Επιπλέον, οι προλήψεις είναι εναργείς: έχουν την ίδια άμεση, αδιαμφισβήτητη, ξεκάθαρη προφάνεια που χαρακτηρίζει τις αισθήσεις και τα πάθη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα και, συνεπώς, η αλήθεια αυτών των σταθερών συνεκτικών εικόνων διαθέτει την ίδια άμεση και αδιαμφισβήτητη φυσικότητα και εγκυρότητα που έχουν οι αρχικές αισθητηριακές εμπειρίες και τα συναισθήματα που παρήγαγαν τις εικόνες αυτές. Έτσι, η νέα τυπολογία που επιτυγχάνεται μέσω των προλήψεων μπορεί να υποκαταστήσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και των συναισθημάτων με την ίδια αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα και σαφήνεια. […]
Μαθαίνουμε να συνδέουμε λέξεις με πράγματα που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας∙ κι έτσι, όταν προφέρεται η λέξη, έχουμε μια «πρόληψη» αυτού στο οποίο η λέξη αναφέρεται. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος να λησμονήσουμε ότι αυτή είναι η χρήση των λέξεων και να επιχειρήσουμε να τους δώσουμε μια ανεξάρτητη ζωή. Έτσι, ο Επίκουρος τονίζει ότι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας τα πράγματα τα οποία έχουμε εκχωρήσει στις λέξεις μας ώστε να αποφεύγουμε τη χρήση κενών λέξεων. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις λέξει με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προλήψεις μας, διότι αν αφήσουμε τις λέξεις αδέσποτες θα γίνουν άστοχες και ανεξέλεγκτες. (Furkey, Greek Atomists, σ. 205)
  1. Τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό της προλήψεως –και ίσως το πιο σημαντικό από όλα- είναι ότι οι προλήψεις αποκτώνται μέσα από μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο των φαινομένων και με τις αισθητηριακές εντυπώσεις και τα συναισθήματα που αυτός προκαλεί στο αντιλαμβανόμενο/αισθανόμενο υποκείμενο. […] Με άλλα λόγια, η διαδικασία σχηματισμού της προλήψεως αρχίζει να μοιάζει με τη διαδικασία της «εικασίας και ανασκευής», που ανοίγει το δρόμο στην αφαίρεση και τη θεωρία. […]
Φανταστικαί επιβολαί της διανοίας
Σύμφωνα με την αναφορά του Διογένη Λαέρτιου, οι Επικούρειοι –αλλά όχι ο ίδιος ο Επίκουρος- πρόσθεσαν ένα τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο, την φανταστικήν επιβολήν της διανοίας. Ο δύσκολος αυτός όρος απαντά σε κάποια από τα σωζόμενα συγγράμματα (Κύρια Δόξα 24) του Επίκουρου, αν και παραλλαγμένος. Εν τούτοις, πουθενά δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νόημά του, […]
  1. Η έκφραση αποτελείται από τρεις όρους: φανταστική (από το φαντασία/φάντασμα = εικόνα, είδωλο, παράσταση, εντύπωση), επιβολή (προσήλωση, ρίψη) και διάνοια. Αναφέρεται επομένως στις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που συλλαμβάνονται από το νου, ανεξάρτητα, εκ πρώτης όψεως, από οποιαδήποτε ορατά πράγματα. Υπό αυτή την έννοια, είναι παρόμοιες με τις ήδη συγκροτημένες προλήψεις. Θεωρούμενες ως «διορατικές συλλήψεις του νου», οι παραστάσεις αυτές που άμεσα συνέλαβε ο νους μέσω της διόρασης, εμφανίζονται να έχουν αποδεικτική αξία ισοδύναμη με των αισθήσεων. […]
  2. Αυτές οι διορατικές συλλήψεις του νου μοιάζουν και, με μια έννοια, αντιστοιχούν στις πραγματικές, υπαρκτές –διότι ενεργούν ως αίτια, και προκαλούν κίνηση- παραστάσεις που παράγονται στο νου κάποιου που ονειρεύεται ή κάποιου διανοητικά διαταραγμένου – παραστάσεις εξίσου αληθείς με τις άλλες συνηθισμένες μαρτυρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Ο Επίκουρος είναι σαφής επ’ αυτού: «Ακόμη και των τρελών οι παραστάσεις, όπως αυτές που βλέπουμε στον ύπνο μας είναι αληθείς, διότι προκαλούν κίνηση –δηλαδή κίνηση στο νου- ενώ το μη ον δεν προκαλεί τίποτα. (Διογ. Λαέρτ., 10.32) […] Φαίνεται ωστόσο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις προλήψεις (τις σταθερές έννοιες) και στις φανταστικές επιβολές της διανοίας, έγκειται στο γεγονός ότι οι τελευταίες μπορούν να σπάσουν τα δεσμά και να αποκτήσουν μια δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, χωρίς αναφορά στις αισθήσεις, τα πάθη ή τις προλήψεις που μπορεί να έχουν προκαλέσει το σχηματισμό τους. […]
  3. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι φανταστικαί επιβολαί της διανοίας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, προϊόντα της διανοίας. Ανήκουν σ’ ένα είδος της ανεξάρτητης δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από δικό της τρόπο λειτουργίας. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αμφίβολος και παραγνωρίζεται μια σειρά γνωσιολογικών προβλημάτων. […]
Για να συνοψίσουμε, λοιπόν: ο τετραπλός τύπος ή τα κριτήρια της αληθείας –οι αισθήσεις, τα πάθη, οι προλήψεις και οι φανταστικαί επιβολαί της διανοίας- ορίζουν το κατάλληλο γνωσιοθεωρητικό πεδίο για το επικούρειο οντολογικό όραμα. Αυτά τα κριτήρια είναι τόσο αξεδιάλυτα δεμένα με την επικούρεια άποψη περί της πραγματικότητας ως φαινομένου, ώστε συχνά είναι αδύνατο να πούμε που τελειώνει η υλιστική/ατομική θεωρία της φύσης και που αρχίζει η θετικιστική θεωρία της γνώσης. […]
Με έναν ιδιόμορφο και λιτό τρόπο ο Επίκουρος επιστρέφει στους Προσωκρατικούς, και πιστός στο πνεύμα τους επανερμηνεύει το δυαδισμό ύλης-πνεύματος. Αποδίδει υλικές ποιότητες στο νου, αν όχι πνευματικές ποιότητες στην ύλη – αφού αυτή η διχοτόμηση έχει ήδη αποκλειστεί από την υλιστική οντολογία. Και μάλιστα τολμά να προτείνει αυτή την ανορθόδοξη, έως και εικονακλαστική –αν όχι τελείως αιρετική- επιστροφή στην αδιαφανή πραγματικότητα της φύσεως των Προσωκρατικών μέσα από μια συνειδητή, καθ’ όλα συνειδητή θα λέγαμε, αναδιατύπωση της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου. […]
Ο κεντρικό πυρήνας, το κύριο μέλημα του Επίκουρου είναι, όπως έχει ειπωθεί, το άτομο στην ιστορικότητα του: το φυσικό ανθρώπινο άτομο στο φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς το πρωταρχικό μέλημα του φιλοσόφου είναι βαθιά σωκρατικό. Ο λόγος του, ωστόσο, ο τρόπος σκέψης του, το ίδιο του το όραμα του φυσικού κόσμου, μας επαναφέρουν σε έναν προσωκρατικό κόσμο. Η συνένωση, η συγχώνευση αυτών των δύο όψεων, ή μάλλον κοσμοαντιλήψεων, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο πρωτότυπη συμβολή του Επίκουρου στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας.
Α. Coen, Η φιλοσοφία του Επίκουρου
(ΘΥΡΑΘΕΝ, 2005, σ. 45- 72)




Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο λόγος και τα παιχνίδια στρατηγικής

[…] Είναι τα παιχνίδια και όχι οι εξαιρετικά βαρύνουσες καταστάσεις, που φανερώνουν πιο ξεκάθαρα τις διεργασίες του λόγου. Κατανοεί κανείς γιατί: η πολιτική δράση αποκαλύπτει συμφέροντα, πυροδοτεί πάθη, διαταράσσει τους υπολογισμούς. Τα παιχνίδια, αντιθέτως, όταν δεν υποκινούν υπερβολικά έντονη πάθη, αλλοτριώνουν λιγότερο την ικανότητα του κρίνειν και του αποφασίζειν. Επιπροσθέτως, ενώ στην πραγματική ζωή τα δρώντα υποκείμενα δεν ελέγχουν πλήρως τις καταστάσεις, στα παιχνίδια προσδιορίζουμε διαμέσου συμβάσεων τις καταστάσεις και τους κανόνες. Είναι, επομένως ευκολότερο να παρατηρηθεί η εργασία του πνεύματος σε αυτά παρά στην πραγματικότητα. Έπεται ότι υφίσταται δύο πεδία παρατήρησης της δράσης, σχεδόν αντιτιθέμενα: τα παιχνίδια, από τη μία πλευρά, η ιστορία από την άλλη. Τα πρώτα επιτρέπουν την επεξήγηση των αξιωμάτων της δράσης η δεύτερη, χρησιμεύει στην ανάδειξη των διακυβευμάτων, των παθών, των διακινδυνεύσεων. Το ιδανικό θα ήταν οι δύο προσεγγίσεις να συναρμοστούν, υποβάλλοντας το λόγο σε διπλή διήθηση: μέσα από τα παιχνίδια και, παράλληλα, μέσα από την πολιτική.

[…] Πως, ωστόσο, να αναγάγουμε στα μαθηματικά τον πολιτικό υπολογισμό: Στις αρχές του 18ου αιώνα, ένας μαθηματικός, ο Ρεμόν ντε Μοντμόρτ, αμφιβάλλει ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν: «Αυτά τα ζητήματα είναι υπερβολικά απλά, αλλά θεωρώ ότι δεν επιδέχονται λύσεως. Αν αυτό αληθεύει, είναι κρίμα διότι η εν λόγω δυσκολία απαντάται σε πολλά πράγματα της κοινωνικής ζωής: στην περίπτωση δύο ατόμων, για παράδειγμα που, πραγματοποιώντας μια εμπορική συναλλαγή, επιθυμούν να προσδιορίσουν τη συμπεριφορά του άλλου. Μου φαίνεται ότι είναι αδύνατο να θεωρηθεί οτιδήποτε εξασφαλισμένο εκ των προτέρων» (Γράμμα του Μοντμόρτ στον Νικολά Μπερνούλι, 15 Νοεμβρίου 1713 …) Η διαπίστωση της συγκεκριμένης αδυναμίας οδήγησε σε μια άλλη οδό, όπου το λεπταίσθητο της ψυχολογίας βρίσκει έρεισμα στα μαθηματικά

Αυτός ο τρόπος δράσης δεν φέρει αποτελέσματα παρά μονάχα αν γνωρίζει κανείς πώς να ανακατασκευάσει μεθοδικά – εκκινώντας από απλές θεωρητικές καταστάσεις, πραγματικές, πολύπλοκες καταστάσεις καθήκον που αναλαμβάνει η θεωρία των παιγνίων: όταν το 1944, δημοσιεύτηκε το Theory of Games and economic Behavior, οι Τζων φον Νόιμαν και Όσκαρ Μόργκενστερν, πίστεψαν ότι βρήκαν τη λογική μετάβαση ανάμεσα στις πιο απλές καταστάσεις (όταν κάποιος πράκτορας αποφασίζει κατ’ ιδίαν, όπως ο Ροβινσόνας στο νησί του) και στις πιο περίπλοκες, όπου πολλαπλοί πράκτορες διαμορφώνουν συμμαχίες και, κατόπιν τις καταλύουν, συγκρούονται ή συνεργάζονται. Πράγματι, δεν διαθέτουμε ακόμη κάποια σφαιρική θεωρία για την αλληλεπίδραση (και ίσως να μη βρούμε ποτέ). Ωστόσο η Θεωρία Παιγνίων αποκάλυψε το εξής, εξαιρετικά σημαντικό γεγονός: είναι δυνατόν ο ψυχολογικός υπολογισμός να υποκατασταθεί από τον μαθηματικό υπολογισμό.

Το παλαιότερο γνωστό παράδειγμα μαθηματικής πραγμάτευσης του προβλήματος της αλληλεπίδρασης δύο ευφυών πρακτόρων ανάγεται στην αρχή του 18ου αιώνα. Πρόκειται για μια διαπραγμάτευση μεταξύ πατέρα και γιου, σχετικά με το φιλοδώρημα που δικαιούται ο τελευταίος. Η ιστορία έχει ως εξής:

Ένας πατέρας θέλει να δώσει χαρτζιλίκι στον γιό του και του λέει: «Θα βάζω στο χέρι σου έναν αριθμό κερμάτων, μονό η ζυγό. 1) Εάν πεις «ζυγά» και είναι όντως ζυγός ο αριθμός των κερμάτων στο χέρι μου, θα σου δώσω τρία τάληρα. 2) ) Εάν πεις «μονά» και είναι ζυγός, θα σου δώσω πέντε τάληρα. 3) Εάν πεις «μονά» και είναι μονός, θα πάρεις τέσσερα τάληρα. 4) Εάν πεις «ζυγά» και είναι μονός, θα έχεις 6 τάληρα.
Ερωτώ λοιπόν: 1) Ποιον κανόνα πρέπει να προτείνουμε στον πατέρα για να κάνει οικονομία στα χρήματά του. 2) Ποιον κανόνα πρέπει να προτείνουμε στον γιό για να επωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. 3) Να προσδιοριστεί τι πλεονέκτημα προσφέρει ο πατέρας στον γιο και κατά πόσο μπορούμε να εκτιμήσουμε το φιλοδώρημα του, θεωρώντας ότι καθένας από τους δύο θα υιοθετήσει την πιο συμφέρουσα συμπεριφορά για τον ίδιο.»
Υποθέτουμε ότι τα συμφέροντα είναι αυστηρώς αντιτιθέμενα (το ονομάζουμε αυτό μονομαχία). […] το συγκεκριμένο κείμενο εκθέτει μια κατάσταση όπου η πιο συνετή απόφαση δεν είναι να υιοθετηθεί κάποια εξαρχής προσδιορισμένη τακτική, αλλά η στρατηγική δράσης να εκλεχθεί έτσι ώστε οι προθέσεις του υποκειμένου να είναι αδιαφανείς για τον αντίπαλο. […] Καθένας από τους δύο πρωταγωνιστές καταλαβαίνει ότι είναι μάταιο να προσπαθήσει να φέρει στην επιφάνεια τα σχέδια του άλλου. Η διαπίστωση της αποτυχίας τους οδηγεί να μεταμορφώσουν το αρχικό ερώτημα σε ένα άλλο πρόβλημα, το οποίο δεν επιδέχεται λύσης. Περνούν από τον ψυχολογικό υπολογισμό στον μαθηματικό υπολογισμό. Ωστόσο, η μετατροπή διαφυλάσσει τη δομή και τη σημασία της απόφασης; Εδώ έγκειται η δυσκολία.

Στην εν λόγω δυσκολία είχε αναφερθεί ο Πασκάλ […] Το πρώτο καθήκον που πρέπει να επιτελεστεί, κατά τον Πασκάλ, είναι να τιθασευτεί ο παράγοντας του τυχαίου: πως μπορεί να αποφασίσει κανείς ερχόμενος αντιμέτωπος με την αβεβαιότητα; Υφίσταται ακόμη κι εκεί αξιώματα δράσης; Το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν σχετίζεται μονάχα με τα τυχερά παιχνίδια: αφορά επίσης, το εμπόριο, τις ασφάλειες, τον πόλεμο. Στα 1654, ο Πασκάλ θεωρεί ότι υπάρχει λύση: […] Σε ένα γράμμα στον Φερμά, στις 29 Ιουλίου 1654, αναφέρει πως οι μαθηματικοί μπορούν να συνεισφέρουν στη διαδικασία «λήψης απόφασης». […]

Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, οι στατιστικές για τη δημογραφία, την υγεία και την οικονομία, επενδύουν με απτό περιεχόμενο έννοιες όπως αναλογική σειρά δεδομένων, λογική των δεδομένων κ.λπ. Από τον 19ο αιώνα κι έπειτα, η μαζική παραγωγή, η τυποποίηση των διαδικασιών και των προϊόντων, η διεθνοποίηση του εμπορίου και άλλων παραγόντων, επεκτείνουν τη χρήση του μέτρου: εξ ου και καταλήγει να θεωρείται ότι σε μια αναλογική σειρά δεδομένων, μικρές μεμονωμένες διαφοροποιήσεις παρατηρούνται σε υπολογίσιμο ποσοστό των περιπτώσεων […] Φαίνεται ότι, όσο αυστηρά κωδικοποιημένη κι αν είναι κάποια δράση, δεν είναι δυνάμει αναπαραγώγιμη στο ακέραιο, όπως αποδεικνύεται ήδη στη ρίψη ενός κέρματος ή ενός ζαριού στα τυχερά παιχνίδια· και ότι, επιπροσθέτως, όσο μεγάλη κι αν είναι η φροντίδα με την οποία απομονώνουμε μια διεργασία από τον υπόλοιπο κόσμο, μπορεί να σημειωθεί κάποια απρόοπτη «συνάντηση» στην εκτύλιξη της διεργασίας και σε κάποιο τυχαίο εξωτερικό παράγοντα.

Βλέπουμε επίσης ότι, στη δράση, υπάρχουν βαθμίδες καταστάσεων ιδίου τύπου (γενικές), των οποίων τα βασικά χαρακτηριστικά προσπαθούμε να εκφράσουμε με τη βοήθεια μοντέλων. Κατά τέτοιον τρόπο, φανταζόμαστε ότι η ανταλλαγή αγαθών λαμβάνει χώρα σε έναν τέλειο κόσμο. Επιπροσθέτως, εξάγουμε από τη μαθηματική θεωρία της ψήφου του Άροου (1951) το «θεώρημα της ιεραρχίας των απολυταρχικών ηγετών». Σύμφωνα με το τελευταίο, σε μια κοινωνία όπου κάποια μειονότητα συμπεριφέρεται με απολυταρχικό τρόπο, διενεργείται –στο εσωτερικό της μειονοτικής ομάδας– μια διαδικασία εξάλειψης των δευτερευόντων ηγετικών μορφών ενώ, ταυτόχρονα, αναδύεται ένας και μοναδικός δικτάτορας (όπως επί Στάλιν). Γενικότερα, η θεωρία των παιγνίων φέρει στο προσκήνιο τη λανθάνουσα λογική απλών καταστάσεων, των οποίων η δομή μας διαφεύγει, παρόλο που μας βαρύνουν οι επενέργειες τους.

Διαισθητικά, καταλαβαίνουμε ότι η συνεργασία είναι αποτελεσματικότερη από τη δυσπιστία. Ωστόσο, ο κοινωνικός βίος παρουσιάζει πλήθος περιπτώσεων όπου η συμφωνία μεταξύ των δρώντων υποκειμένων είναι φυσιολογικά αδύνατη ή λογικά απίθανη. Το 1950 δύο ερευνητές του οργανισμού RAND Corporation (αμερικανικού ινστιτούτου στρατηγικών ερευνών που ιδρύθηκε το 1948), οι Μέριλ Φλοντ και Μέλβιν Ντρέσερ, μοντελοποίησαν τέτοιες καταστάσεις στις οποίες ένας μαθηματικός, ο Άλμπερτ Τάκερ, έδωσε τη γενική ονομασία «Δίλημμα του Φυλακισμένου». Το αρχικό παράδειγμα τροποποιήθηκε και, πλέον, διατυπώνεται ως εξής: δύο άνδρες που έχουν διαπράξει από κοινού κάποιο αδίκημα, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται σε χωριστά κελιά, ούτως ώστε να μην μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Εάν κανείς από τους δύο δεν ομολογήσει, η αστυνομία διαθέτει αρκετά πειστήρια εναντίον τους για να διακινδυνεύσουν ετήσια κάθειρξη. Ωστόσο, τα πειστήρια δεν επαρκούν για να τους επιβληθεί βαρύτερη ποινή. Οι αρχές προτείνουν, λοιπόν, στον κάθε δράστη ξεχωριστά, τον εξής διακανονισμό: «Εάν καταδώσετε τον συνεργό σας, θα γλυτώσετε τη φυλάκιση και εκείνος θα καταδικαστεί σε τριετή φυλάκιση. Εάν ομολογήσετε και οι δύο, θα έχετε δύο χρόνια φυλάκισης». Το διαβόητο αυτό πρόβλημα, που έχει εμπνεύσει χιλιάδες σχόλια, δείχνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι, σε ορισμένες καταστάσεις όπου το άτομο αποφασίζει μόνο και χωρίς να επικοινωνεί, το αποτέλεσμα της απόφασης περικλείεται δυνάμει στο αποτέλεσμα που θα προέκυπτε σε ενδεχόμενο συνεργασίας.

Εξάλλου, η θεωρία των παιγνίων δεν μοιάζει με τις φυσικές θεωρίες: πράγματι, μακράν του να παρουσιάζει τη δράση υπό το πρίσμα της μιας και μοναδικής αναγκαιότητας, στοχεύει να διευρύνει το χώρο των επιλογών των υποκειμένων. Περιλαμβάνει, δομικά, μια δυαδικότητα: συναρμόζει ορθολογικά τα μέσα, με ένα πνεύμα ντεντερμινιστικό ή στατιστικό· και συλλαμβάνει εννοιολογικά τους στόχους, μέσα σε ένα πνεύμα ελευθερίας και καινοτομίας. Διαρθρώνει τον εργαλειακό λόγο (που αφορά τα μέσα) με τον αξιολογικό λόγο (που αφορά τις αξίες και της τελικούς σκοπούς).

Η θεωρία των παιγνίων διαμορφώνει, διαμέσου της ατελούς της έκφρασης, ένα πραγματικά διευρυμένο πεδίο για την κατασκευή μοντέλων δράσης. Έτσι στη σφαίρα των οικονομικών αποφάσεων, το κράτος μπορεί να δρα με τη διαμεσολάβηση ενός οργάνου κεντρικού σχεδιασμού ή, αντίθετα, να προτιμήσει κάποιο σύστημα όπου διαντιδρούν πολλαπλοί μεμονωμένοι παράγοντες, ισότιμοι και συχνά το ίδιο ισχυροί. Αντιστρόφως, από τη στιγμή που οι θεμελιώδεις επιλογές έχουν πραγματοποιηθεί και έχουν επιλεχθεί οι κανόνες του παιχνιδιού, μια άκαμπτη και συχνά μη αντιληπτή λογική βαρύνει τα υποκείμενα που αποφασίζουν. Φαίνεται σαν να προκύπτει μια ατέρμονη σειρά επιπτώσεων, όταν η φύση του παιχνιδιού και οι κανόνες του παγιωθούν.

Οι εστίες της οικονομικής ισχύος διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο ένα ενιαίο δίκτυο όπου οι επιρροές διαχέονται διαμέσου της τεχνολογίας και των νομισματικών ροών. Η θεωρία των παιγνίων, δίχως να κατορθώνει, προς το παρόν, να κατασκευάζει κάποιο σφαιρικό μοντέλο της εν λόγω κατάστασης πραγμάτων, βοηθά να καταλάβουμε το νόημά της, όπως και να διασαφηνίσουμε τους κανόνες δράσης της κυβερνοσφαίρας που συνιστά, πλέον, η Γη.

Bertrand SaintSernin, Ο λόγος

(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2007, σελ. 62-71)



Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Η φαγούρα στη μύτη

Στη τηλεοπτική σειρά Lie to me ο χαρισματικός Dr. Lightman (Tim Roth) -που οι συνθήκες της ζωής του τον οδήγησαν να ασχοληθεί με τη φυσιογνωμική, τη γλώσσα του σώματος και τις μικροεκφράσεις του προσώπου-, λειτουργεί ως ένας ανθρώπινος ανιχνευτής ψεύδους.

Σε μία σκηνή από το πρώτο επεισόδιο της σειράς ο Dr. Lightman μας πληροφορεί ότι οι άνδρες όταν κρύβουν κάτι έχουν φαγούρα στη μύτη:

Dr. Lightman: Όχι. Όχι, βγάλε το χέρι από τη μύτη σου. Οι άνδρες έχουν στυτικό ιστό εκεί. Σε τρώει όταν κρύβεις κάτι.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Αγάπη, ηδονή και γυναίκα στον χριστιανισμό

Το όνομα του ρόδου: μεταφορά στη μεγάλη οθόνη, από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν-Ζακ Ανό, του ομώνυμου μυθιστορήματος που εξέδωσε ο Ουμπέρτο Έκο, το 1980.
Ένας διανοούμενος και αντικομφορμιστής μοναχός (Σων Κόνερυ) συνοδευόμενος από τον νεαρό μαθητή του (Christian Slater), ερευνά μια σειρά φόνων σε ένα απομονωμένο μοναστήρι Βενεδικτίνων.
Μέσα από ένα διάλογο μεταξύ δασκάλου και μαθητή μας παρουσιάζεται μια σύνοψη των θέσεων της χριστιανικής εκκλησίας για την αγάπη, την σεξουαλική ηδονή και τον κίνδυνο που αποτελεί η γυναίκα για τον άνδρα:
Μαθητής: Δάσκαλε… Έχετε ποτέ ερωτευτεί;
Δάσκαλος: […] Πολλές φορές […] Με τον Αριστοτέλη, τον Οβίδιο, το Βιργίλιο…
Μαθητής: Όχι… Εννοώ με…
Δάσκαλος: Μήπως μπερδεύεις τον έρωτα με την ηδονή; […] Ωχ, Χριστέ μου […] Εσύ είσαι πράγματι ερωτευμένος.
Μαθητής: […] Ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης όμως δεν επαινεί την αγάπη πάνω από όλες τις αρετές;
Δάσκαλος: Ναι, την αγάπη για το Θεό. Την αγάπη για το Θεό!
Μαθητής: Και την αγάπη για τη… γυναίκα;
Δάσκαλος: Από γυναίκες, ο Θωμάς Ακινάτης ήξερε ελάχιστα πράγματα. Οι Γραφές είναι ξεκάθαρες. Γνωμικά μας προειδοποιούν. Η γυναίκα κάνει κτήμα της την πολύτιμη ψυχή του άνδρα. Ο Εκκλησιαστής (7, 26) μας λέει: «Πιο πικρή κι από το θάνατο είναι η γυναίκα».
Μαθητής: Ναι αλλά εσείς τι πιστεύετε, δάσκαλε;
Δάσκαλος: […] το βρίσκω δύσκολο να πειστώ… πως ο Θεός έβαλε ένα τέτοιο πλάσμα μέσα στη δημιουργία Του… χωρίς να του χαρίσει κάποιες αρετές. Πόσο γαλήνια θα ήταν η ζωή χωρίς την αγάπη. Πόσο ασφαλής… πόσο ήρεμη… και πόσο βαρετή.



Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Βυζαντινό νόμισμα: το «δολάριο του μεσαίωνα»

Helene Ahrweiler

Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας – Paris I

[…] ο χρυσός δέθηκε με τον Απόλλωνα (ενώ το αργυρό μένει χαρακτηριστικό της Αφροδίτης) και γρήγορα θεωρήθηκε προνομιακό δείγμα βασιλέων και ιερέων, σημάδι δηλαδή της ανδρικής αρχής και δύναμης. Το Βυζάντιο δεν έμεινε έξω από την ψυχαναλυτική αυτή ματιά. Κράτος και εκκλησία, οι στυλοβάτες της βυζαντινής πραγματικότητας, έντυσαν την ανώτατη εξουσία, τον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη κι αυτούς βέβαια που τους αντιπροσωπεύουν, με χρυσοποίκιλτα εξαρτήματα.

Η θέα τους είναι για τον καθένα μάθημα του μεγαλείου, της λάμψης, του δυναμικού σφρίγους της ανατολικής χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου, που στάθηκε η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη στην πρώτη μετά Χριστόν χιλιετηρίδα.

Το κωνσταντινάτο

Είναι λογικό το επίσημο νόμισμα μιας τέτοιας δύναμης να είναι αντάξια εικόνα της μεγαλοπρέπειας της· δεν μπορούσε παρά να είναι χρυσό ατόφιο, αναλλοίωτο όπως η αρχή του Βυζαντινού κράτους και χαραγμένο με τη φροντίδα και με τις παραστάσεις που ταιριάζουν στον πιο εύγλωττο εξηγητή και φορέα της θεοστήρικτης εξουσίας των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ίσως αυτές να ήταν οι σκέψεις του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, όταν, στα πρώτα χρόνια του 4ου αιώνα, χτύπησε τον “aureum solidum”, τον «στερεό χρυσό», τον «σόλιδο» πραγματοποιώντας έτσι την πρώτη επαναστατική νομισματική μεταρρύθμιση. Να θυμίσουμε ότι, σύμφωνα με τον ορισμό του Ισίδωρου της Σεβίλλης, ονομάζουμε νόμισμα το κέρμα από το οποίο δεν λείπει τίποτα από τα τρία βασικά χαρακτηριστικά, που είναι δηλαδή «solidum, integrum et totum» κατά τον τίτλο, κατά το βάρος και κατά την χαραγή […] Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά παρουσιάζει ο βυζαντινός σόλιδος, το χρυσό κέρμα, που ο λαός ονομάζει ακόμη και σήμερα Κωνσταντινάτο, που το επίσημο ελληνικό του όνομα είναι «Το Νόμισμα», όπως το άλλο δημιούργημα του Κωνσταντίνου, η Κωνσταντινούπολις, είναι η καθαυτή Πόλη. Ας σημειώσουμε ότι ζυγίζει γύρω στα 450 γραμμάρια, δηλαδή 24 κεράτια.

Η λέξη δηλώνει το κουκούτσι του ξυλοκέρατου, του χαρουπιού, την ceratonia siliqua (σίλικα = κεράτιο) στο επιστημονικό του όνομα. Το κεράτιο έγινε girat στα αραμαϊκά και kharubah στα Αραβικά. Φαίνεται τώρα από πού κρατά τη ρίζα του στο σημερινό χαρούπι και το «καράτι», η ξενοντυμένη ελληνική αυτή λέξη, που ως τα τώρα μετρά, στον κόσμο όλο, τον ατόφιο χρυσό και τα διαμάντια. Σήμερα το κεράτι-καράτι ζυγίζει 0,20 γραμ. με απόφαση διεθνούς επιτροπής που συγκλήθηκε το 1887. […]

Η αξία του νομίσματος

Ας γυρίσουμε όμως στα χαρακτηριστικά του βυζαντινού νομίσματος, για να σημειώσουμε ότι 72 νομίσματα ισοδυναμούν με μια λίτρα χρυσού, ότι ένα νόμισμα αντιστοιχεί με 12 αργυρά κέρματα, τα γνωστά με το όνομα «μιλλιαρίσια» (θυμίζει η λέξη ότι η αργυρή μονάδα ισοδυναμεί με 1000 περίπου νουμιά, και ίσως γι’ αυτό σήμερα η καθαρότητα του ασημιού μετριέται με κλίμακα χιλίων βαθμών. […]

Ο Ηράκλειος, στις αρχές του 7ου αιώνα, έκοψε το αργυρό «εξάγραμμο». Το όνομά του μας μαθαίνει το βάρος του κομματιού «έξι γράμματα», ακόμη μια μετρική ορολογία που σώζεται σε σημερινό μετρικό σύστημα στο γραμμάριο. […]

Υποτίμηση και νοθεία

Ωστόσο η πιο συνηθισμένη επίσημη νομισματική νοθεία γίνεται με την ελάττωση του τίτλου, με την ελάττωση δηλαδή της καθαρότητας του πολύτιμου μετάλλου. Η νοθεία αυτή – τα κείμενα θα μιλήσουν για «χάραγμα κίβδηλον» - αρρώστια του βυζαντινού νομίσματος στο τέλος του 11ου αιώνα, θα μετατραπεί σε σύστημα τολμηρού οικονομικού χειρισμού, στα χρόνια του Αλεξίου Κομνηνού, για να λυθούν τα προβλήματα που η συρρίκνωση του βυζαντινού χώρου δημιούργησε για την άμυνα της αυτοκρατορίας που απειλούν ταυτόχρονα εχθροί από τη Δύση (Νορμανδοί και Σταυροφόροι) από τον Βορρά (Πετσινέγκοι και Κουμάνοι) και από την Ανατολή (Σελτζούκοι Τούρκοι). Είναι η εποχή που οι εχθροί της αυτοκρατορίας θα απαιτήσουν την πληρωμή της ειρήνευσης σε καλό παλιό νόμισμα, όπως τα Μιχαηλάτα (από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα), […] Είναι ο καιρός που οι βυζαντινοί αποταμιεύουν και αποθησαυρίζουν, καθένας με τη δύναμη του, τα Ρωμανάτα (από τον Ρωμανό) τα Βοτανάτα (από τον Βοτανειάτη) και κάθε νόμισμα παλιάς χαραγής, δηλαδή καθαρού τίτλου, ατόφιου χρυσού ή όπως τα λένε τα κείμενα της εποχής «υπέρπυρο», περασμένο δηλαδή από το καθαρτήριο της φωτιάς. […]

Ένας συγγραφέας των αρχών του 14oυ αιώνα, ο Παχυμέρης, θα μας πληροφορήσει με θαυμαστή ακρίβεια για τους σταθμούς αλλοίωσης του τίτλου του νομίσματος μετά το 1204: «ως τα χρόνια του Ιωάννη Δούκα (του Βατάτζη που βασιλεύει στα 1230) τα 2/3 του βάρους του νομίσματος (= 16 κεράτια) ήταν καθαρός χρυσός. Ύστερα, επί Μιχαήλ (Παλαιολόγου), εξ αιτίας των δόσεων προς τους Ιταλούς έχασε ο χρυσός ακόμη ένα κεράτιο και τώρα το νόμισμα έχει το μισό του βάρος καθαρό χρυσό». Να πως τα 24 καράτια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γίναν, μετά βέβαια από δέκα αιώνες, μονάχα 12Δύο αριθμοί που δείχνουν αμείλικτα και στεγνά την πτώση μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Είναι η στιγμή που οι πολίτες στις συναλλαγές τους χάνονται στον λαβύρινθο της ονομαστικής και της πραγματικής αξίας του κάθε νομίσματος που κυκλοφορεί στην αγορά. Έχομε νομίσματα που έχουν καλή πέραση, που είναι δηλαδή «πολιτευόμενα» ή «πραττόμενα» ή «προτιμώμενα», έχομε νομίσματα «παλαιά» και νομίσματα «καινούργια».

Ένα κείμενο της Παλαιολόγειας εποχής μιλά μάλιστα για αναλογία τριών παλαιών νομισμάτων με τέσσερα καινούργια. Τι πιο εύγλωττη μαρτυρία για την κατάρρευση του βυζαντινού νομίσματος μέσα σε βραχύχρονα, κάθε φορά, διαστήματα. Που είναι, αλήθεια, η εποχή που τα έθνη μετρούσαν την οικονομική τους ικμάδα με κεντηνάρια βυζαντινών «σολίδων», που οι ξένοι βασιλείς προσπαθούσαν να μιμηθούν την κοπή και τη χαραγή του βυζαντινού νομίσματος (τα παραδείγματα που έχουμε φθάνουν ως την Γαλλία, την Αγγλία και τα σκανδιναβικά κράτη). Που πήγαν τα χρόνια που έκαναν τη λέξη bezanti να δηλώνει το οποιοδήποτε χρυσό νόμισμα που κυκλοφορούσε στις διεθνείς αγορές, […] Το χρυσό βυζαντινό τρυπημένο μοιάζει να παίρνει με τον καιρό δύναμη σχεδόν μαγική, κρεμασμένο στο λαιμό ανθρώπων που είναι ξένοι από τη γλώσσα […]

Βυζαντινό νόμισμα, το «δολάριο του μεσαίωνα» 

Από το 312, που πρωτοεμφανίζεται, ως τα μέσα του 11ου αιώνα, το βυζαντινό νόμισμα θα μείνει σταθερό και καθαρό. Ίσως δεν είναι ανάγκη ν’ αναζητήσουμε άλλη εξήγηση για τον πρωταρχικό πόλο που έπαιξε στη μυθική ιστορία του βυζαντίου, αλλά και στο μαζικό υποσυνείδητο των λαών του μεσαίωνα.

Σόλιδος του Κωνσταντίνου Β΄
Ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης (χρωστά το όνομά του στον περίπλου του Ινδικού Ωκεανού που πραγματοποίησε στα χρόνια του Ιουστινιανού), θα στηρίξει τη θεωρία του για την αιωνιότητα της βυζαντινής αυτοκρατορίας («αήττητης μέχρι της συντέλειας») στο ότι «Το των Ρωμαίων (Βυζαντινών) βασίλειον πρώτο εστί και πρώτον πιστεύσαν εις τον Χριστόν» αλλά και στο ότι «εν τω νομίσματι αυτών» (= Βυζαντινών) εμπορεύονται πάντα τα έθνη και εν παντί τόπω απ’ άκρον γης έως άκρον γης δεκτόν εστίν, θαυμαζόμενον παρά παντός ανθρώπου και πάσης βασιλείας, όπερ (εν) ετέρα βασιλεία ουχ υπάρχει το τοιούτο».

Ας ομολογήσουμε ότι καμιά άλλη εικόνα δεν μπορούσε να μας πληροφορήσει καλύτερα για τη μαγική δύναμη που το χρυσό κέρμα εξάσκησε στη λαική φαντασία, σ’ αυτόν που τράφηκε με τις προφητείες που ταυτίζουν τον ιστορικό κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητας με τη ζωή του Βυζαντίου, σ’ αυτήν που έθρεψε το μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά και που ζει ακόμα παράλογα με το όνειρο της μεγάλης ιδέας. […] Χλαμυδοφόρος αυτοκράτορας, κρατώντας στο χέρι σφαίρα σταυροφορούσα και σκήπτρο, στεμμένος από τον Άγγελο Κυρίου ή από τον ίδιο το Χριστό, με χαραγμένα τα ηχηρά ονόματα της εξουσίας του (Imperator, Αύγουστος, Βασιλέυς, Δεσπότης και άλλα). Κυκλοφορούσε χάρη στο νόμισμα από τη μια γωνιά της αυτοκρατορίας στην άλλη, περνούσε στα χέρια ανθρώπων κάθε τόπου, διαλαλώντας τη στρατιωτική ισχύ της αυτοκρατορίας (σύμβολό της η χλαμύδα), το θεοστήρικτο της αυτοκρατορικής αρχής (ο θεόσεπτος βασιλεύς είναι τοποτηρητής του Χριστού στη γη), το παγκόσμιο και οικουμενικό της θεοπρόβλητης εξουσίας (σημάδια τους το σκήπτρο και η σφαίρα) και τέλος τα βυζαντινά αναφαίρετα δικαιώματα στη ρωμαϊκή κληρονομία, στην αρχή που διέπει ο Βασιλεύς-Αυτοκράτωρ-Imperator, εγγυητής της ρωμαϊκής ειρήνης, που ταυτίζεται βέβαια με την αυτοκρατορική παγκόσμια τάξη.

Να ποιος ήταν ο ιδεολογικός ρόλος που διαδραμάτιζε, σιωπηλά και σίγουρα το βυζαντινό νόμισμα στα πέρατα της γης, βγαλμένο μετά από τη δοκιμασία της φωτιάς (χρυσό «ολοκότινο») από τα νομισματοκοπεία της Κωνσταντινούπολις, της Θεσσαλονίκης και στα πιο παλιά και καλύτερα χρόνια, από τα κρατικά εργαστήρια της Σικελίας, της Καρχηδόνας, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας. Εγγυημένο από τη μεγαλύτερη κρατική δύναμη της εποχής, το βυζαντινό νόμισμα, με την εικονογράφησή του, με την ποιότητα της χαραγής, με τη σταθερότητα του βάρους και του τίτλου του, μένει στην ιστορία σαν μάρτυρας μοναδικός του μεγαλόπρεπου, του αΐδιου και του αναλλοίωτου της πρώτης παγκόσμιας χριστιανικής αυτοκρατορίας. […]

Το χρυσό νόμισμα με την παγκόσμια κυκλοφορία του, το νόμισμα στολίδι και εμπόρευμα, το νόμισμα σύμβολο και θησαύρισμα, το «δολάριο του μεσαίωνα» όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Lopez, στάθηκε σίγουρα ο πιο αποτελεσματικός και ο πιο εύγλωττος φορέας της βυζαντινής μεγαλοσύνης. […]

Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

(Τεύχος 1, Νοέμβριος 1981)


Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Τι είναι πολιτική ιδεολογία;

Η ιδεολογία είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες έννοιες που απαντούν στην πολιτική ανάλυση. Αν και ο όρος τείνει πλέον να χρησιμοποιείται με ουδέτερο τρόπο, σημαίνοντας μια ολοκληρωμένη κοινωνική φιλοσοφία ή κοσμοθεωρία, κατά το παρελθόν προσέλαβε ιδιαίτερα αρνητικές ή μειωτικές συνδηλώσεις. Στην περιπετειώδη της ιστορία, η έννοια της ιδεολογίας χρησιμοποιήθηκε κατά κανόνα σαν πολιτικό όπλο για την καταδίκη ή την κριτική αντίπαλων πεποιθήσεων ή θεωριών.

Ο όρος “ιδεολογία” επινοήθηκε το 1796 από τον Γάλλο φιλόσοφο Destutt de Tracy (1754-1836), ο οποίος τον χρησιμοποίησε για να ορίσει μια νέα “επιστήμη των ιδεών” (κυριολεκτικά, μια “ιδεο-λογία”) που θα είχε ως στόχο την ανακάλυψη της καταγωγής της συνειδητής σκέψης και των ιδεών. Ο De Tracy ήλπιζε ότι με τον καιρό η ιδεολογία θα έφτανε στο ίδιο επίπεδο με καταξιωμένες επιστήμες, όπως η ζωολογία και η βιολογία. Κατά τον 19ο αιώνα, ωστόσο, αποδόθηκε στον όρο ένα νόημα που έμελλε ν' αποδειχτεί ανθεκτικότερο στο χρόνο χάρη στον Karl Marx. Για τον Marx, ο όρος “ιδεολογία” ισοδυναμούσε με τις ιδέες της “κυρίαρχης τάξης”, ιδέες οι οποίες συντηρούν, επομένως, το ταξικό σύστημα και διαιωνίζουν την εκμετάλλευση. Στο πρώιμο έργο τους Η γερμανική ιδεολογία, οι Marx και Engels έγραψαν: 

Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες, δηλαδή η τάξη που συνιστά την κυρίαρχη υλική δύναμη στην κοινωνία είναι ταυτόχρονα και η κυρίαρχη πνευματική δύναμη. Η τάξη που κατέχει τα μέσα πνευματικής παραγωγής έχει συγχρόνως τον έλεγχο των μέσων αυτών (Marx και Engels [1846] 170:64).

Το κύριο χαρακτηριστικό της ιδεολογίας με τη μαρξιστική έννοια είναι το ψεύδος της. Μαγεύει και παραπλανεί τις υποτελείς τάξεις αποκρύπτοντας τους τις αντιφάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνονται όλες οι ταξικές κοινωνίες. Σε ό,τι αφορά τον καπιταλισμό, η ιδεολογία της ιδιοκτήτριας αστικής τάξης (η αστική ιδεολογία) καλλιεργεί τις αυταπάτες ή την «ψευδή συνείδηση» στους κόλπους του προλεταριάτου, το οποίο υφίσταται την εκμετάλλευση, εμποδίζοντας το να αναγνωρίσει το γεγονός της ίδιας του της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, ο Marx δεν πίστευε ότι όλες οι πολιτικές απόψεις έχουν ιδεολογικό χαρακτήρα. Ισχυριζόταν ότι το δικό του έργο, το οποίο αναλάμβανε να αποκαλύψει τη διαδικασία της ταξικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ήταν επιστημονικό. Κατά την άποψή του, μπορούσε να χαραχθεί σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας, αλήθειας και ψεύδους. Αυτή η διαχωριστική γραμμή όμως άρχισε να συσκοτίζεται στα γραπτά μεταγενέστερων μαρξιστών, όπως ο Λένιν και ο Gramci. Αυτοί έκαναν λόγο όχι μόνο για «αστική ιδεολογία» αλλά και για «σοσιαλιστική ιδεολογία» ή «ιδεολογία του προλεταριάτου», όρους τους οποίους ο Marx θα θεωρούσε ανυπόστατους.

Εναλλακτικές χρήσεις του όρου όμως αναπτύχθηκαν από φιλελεύθερους και συντηρητικούς. Η εμφάνιση ολοκληρωτικών δικτατοριών την περίοδο του μεσοπολέμου ώθησε συγγραφείς όπως ο Karl Popper (1902-94), ο J. L. Talman και η Hannah Arendt να θεωρήσουν την ιδεολογία όργανο κοινωνικού ελέγχου για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης και της υποταγής. Εμπνεόμενη σε μεγάλο βαθμό από τα παραδείγματα του φασισμού και του κομμουνισμού, αυτή η ψυχροπολεμική φιλελεύθερη χρήση του όρου αντιμετώπιζε την ιδεολογία σαν «κλειστό» σύστημα σκέψης το οποίο, αξιοποιώντας το μονοπώλιο της αλήθειας, αρνείται ν’ ανεχθεί αντίθετες ιδέες και αντίπαλες πεποιθήσεις. Σε αντιδιαστολή, ο φιλελευθερισμός, καθώς βασίζεται σε μια θεμελιώδη προσήλωση στην ατομική ελευθερία, και δόγματα όπως ο συντηρητισμός και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός που αποδέχεται γενικά τις φιλελεύθερες αρχές, προφανώς δεν είναι ιδεολογίες. Αυτά τα δόγματα είναι ανοιχτά, υπό την έννοια ότι επιτρέπουν ή ακόμα και προωθούν τον ελεύθερο διάλογο, την αντιπαράθεση και την κριτική.  


Μια χαρακτηριστικά συντηρητική χρήση του όρου «ιδεολογία» αναπτύχθηκε από στοχαστές όπως ο Michael Oakeshott. Αυτή η άποψη αντανακλά έναν ιδιαίτερο συντηρητικό σκεπτικισμό σχετικά με την αξία του ορθολογισμού, ο οποίος έλκει την καταγωγή από την πεποίθηση ότι ο κόσμος δεν μπορεί να συλληφθεί από το ανθρώπινο πνεύμα. Όπως το έθεσε ο Oakeshott, στην πολιτική δραστηριότητα «οι άνθρωποι ταξιδεύουν σε μια απέραντη και αβυσσώδη θάλασσα». Από αυτή τη σκοπιά, οι ιδεολογίες θεωρούνται αφηρημένα «συστήματα σκέψεις», δηλαδή συστήματα ιδεών που διαστρέφουν την πολιτική πραγματικότητα επειδή αξιώνουν να εξηγήσουν κάτι που είναι στην πραγματικότητα ακατανόητο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι συντηρητικοί παραδοσιακά αρνούνται ότι ταυτίζονται με κάποια ιδεολογία, προτιμώντας, αντίθετα, να περιγράψουν τον συντηρητισμό ως τάση ή «πνευματική στάση» κι εναποθέτοντας την πίστη τους στον πραγματισμό, την παράδοση και την ιστορία.


Το μειονέκτημα, ωστόσο, όλων αυτών των προσεγγίσεων είναι ότι, καθώς αντιλαμβάνονται τον όρο αρνητικά και μειωτικά περιορίζουν την εφαρμογή του. Με άλλα λόγια, συγκεκριμένα πολιτικά δόγματα εξαρτώνται από την κατηγορία των «ιδεολογιών». Ο Marx για παράδειγμα, επέμενε ότι οι ιδέες του ήταν επιστημονικές και όχι ιδεολογικές, οι φιλελεύθεροι δεν δέχονταν ότι ο φιλελευθερισμός αποτελεί ιδεολογία και οι συντηρητικοί παραδοσιακά ισχυρίζονται ότι προσεγγίζουν την πολιτική με τρόπο περισσότερο πραγματιστικό παρά ιδεολογικό. Επιπλέον, καθένας απ’ αυτούς τους ορισμούς είναι φορτισμένος με τις αξίες και τις κατευθύνσεις του συγκεκριμένου πολιτικού δόγματος. Γι’ αυτό ένας περιεκτικός ορισμός της «ιδεολογίας» (ικανός να εφαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές παραδόσεις) πρέπει να είναι ουδέτερος: πρέπει να απορρίπτει την ιδέα ότι οι ιδεολογίες είναι «καλές» ή «κακές», αληθείς ή ψευδείς, απελευθερωτικές ή καταπιεστικές. Αυτό είναι το πλεονέκτημα της σύγχρονης, κοινωνικοεπιστημονικής σημασίας του όρου, που αντιμετωπίζει την ιδεολογία ως σύστημα πεποιθήσεων με πρακτικό προσανατολισμό, ένα σύνολο αλληλένδετων ιδεών που καθοδηγεί ή εμπνέει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την πολιτική πρακτική.

Ιδεολογία: Από κοινωνικοεπιστημονική άποψη, ιδεολογία είναι ένα λίγο πολύ συνεκτικό σύνολο ιδεών που παρέχει μια βάση για οργανωμένη πολιτική δράση, ανεξαρτήτως αν αυτή η δράση αποσκοπεί στη διατήρηση, μεταβολή ή ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος σχέσεων εξουσίας. Όλες οι ιδεολογίες επομένως:

α) δίνουν μια συνολική περιγραφή της υπάρχουσας τάξης, συνήθως με τη μορφή μιας «κοσμοθεωρίας»,
β) παρέχουν ένα μοντέλο του επιθυμητού μέλλοντος, ένα όραμα της αγαθής κοινωνίας, και
γ) υποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί και πρέπει να επέλθει πολιτική αλλαγή.

Ωστόσο, οι ιδεολογίες δεν είναι ερμητικά κλειστά συστήματα σκέψης: είναι μάλλον ρευστά σύνολα ιδεών που αλληλεπικαλύπτονται σε πολλά σημεία. Σε επίπεδο «δομής», οι ιδεολογίες μοιάζουν με τις φιλοσοφίες· σε επίπεδο «λειτουργίας» παίρνουν τη μορφή ευρύτερη πολιτικών κινημάτων (Steiger, 1976).



(Εκδόσεις Πόλις, 2006, σελ. 72-73)