Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Σημάδια ερωτικής έλξης

Η Αγγλία και ειδικά το BBC φημίζεται για τις πολύ ποιοτικές σειρές που δημιουργεί, όπως και για το ότι προτιμάει λίγα σε αριθμό επεισόδια μεν, μεγάλα σε διάρκεια δε για την κάθε σειρά. Όλα αυτά χάριν της ποιότητας. Η τηλεοπτική σειρά Sherlock είναι μια μοντέρνα μεταφορά του κλασσικού λαγωνικού του Sir Arthur Conan Doyle, Sherlock Holmes και του φίλου του και βοηθού του γιατρού Dr. John Watson στο σημερινό Λονδίνο.

Τον ρόλο του Sherlock Holmes ενσαρκώνει με εξαιρετική πειστικότητα ο Benedict Cumberbatch και τον Dr. Watson o Martin Freeman που είναι απολαυστικός στον ρόλο του. 

Στο πρώτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν (A Scandal in Belgravia) ο Sherlock παίζει ένα παιχνίδι ισχύος με την γοητευτική Irene την οποία κατηγορεί, ότι, στην προσπάθειά της να τον σαγηνεύσει, ενέδωσε στα συναισθήματα. Μετά την άρνησή της να το παραδεχτεί, της αποκαλύπτει τα σημάδια ερωτικής έλξης που παρουσίασε:

Sherlock: Το να απολαμβάνεις την ένταση της καταδίωξης είναι εντάξει. Το να αποζητάς να ξεχαστείς από το παιχνίδι το καταλαβαίνω τελείως, αλλά συναίσθημα; Το συναίσθημα είναι χημικό ελάττωμα που βρίσκεται συνήθως στη μεριά του ηττημένου.
Irene: Συναίσθημα; Για τι πράγμα μιλάς;
Sherlock: Εσένα.
Irene: Ω θεέ μου. Κοίτα τον κακομοίρη… Δεν πιστεύεις στα αλήθεια πως ενδιαφερόμουν για σένα… Γιατί; Επειδή είσαι ο ξακουστός Σερλοκ Χολμς, ο έξυπνος ντετέκτιβ με το αστείο καπέλο;
Sherlock: Όχι. Γιατί πήρα τον σφυγμό σου. Γρηγορότερος. Οι κόρες σου διεσταλμένες. Φαντάζομαι πως ο Τζων Γουάτσον πιστεύει πως η αγάπη αποτελεί μυστήριο για μένα, αλλά η χημεία είναι εξαιρετικά απλή και καταστροφική.
video

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

«Βουλεύου μεν βραδέως, επιτέλει δε ταχέως…»

Του Παντελή Μπουκάλα

Για την ετυμολογία της λέξης παροιμία, η οποία πρωτοαπαντά στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, δεν πρόκειται να υπάρξει γλωσσολογική συμφωνία. Άλλοι θα επιμένουν πως η λέξη παράγεται από το παρά + οίμος, όπου οίμος η οδός, και άλλοι θα υποστηρίζουν ότι το δεύτερο συνθετικό είναι η οίμη, η ωδή. Το νόημα της λέξης πάντως έμεινε ίδιο, πράγμα που δυστυχώς δεν συνέβη με όλες τις άλλες ούτε και με τα δομικά γνωρίσματα της γλώσσας. […]

Εν πάση περιπτώσει, όπως το κωδικοποίησε ο λεξικογράφος Ησύχιος τον 5ο αιώνα μ.Χ., οι παροιμίες είναι «παραινέσεις, παραμυθίαι, νουθεσίαι ηθών, έχουσαι και παθών επανόρθωσιν»· συνοπτικότερα, παροιμία είναι ο «βιωφελής λόγος». Παροιμίες δημιουργούν όλοι οι λαοί, οι οποίες δεν συμφωνούν πάντοτε, αφού κάθε κουλτούρα έχει τη σφραγίδα της. Ανακεφαλαιώνουν με λίγες λέξεις τις συλλογικές τους εμπειρίες, σύμφωνα πάντοτε με την αρχή ότι τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα, και, συχνά με λόγο φιλοπαίγμονα, μεταδίδουν τη σοφία τους, τη βιοθεωρία τους. Καμιά φορά οι παροιμίες αντιφάσκουν, τουλάχιστον στην πρώτη ανάγνωση. Συνηθισμένο είναι ν’ ακούμε τους αυτοθαυμαζόμενους για τον αριστοκρατικό τους στοχασμό να μέμφονται ή να λοιδορούν τον λαό που και «όποιος βιάζεται σκοντάφτει» λέει αφοριστικά αλλά και «το γοργόν και χάριν έχει» διαπιστώνει. «Κοινοτάτη», γράφει στις «Παροιμίες» ο Νικόλαος Πολίτης για την παροιμία «το γοργόν και χάριν έχει», παραθέτει δε και μία συναφή εκ Κρήτης: «Όποιος γοργοφάει και γοργοπαντρευτεί, δεν το μεταγνώθει». Όσο για τη βία/βιάση/βιασύνη, δεκάδες οι παροιμίες, με κάθε τόπο να προσφέρει τη δική του παραλλαγή, έμμετρη ή πεζολογική. «Η σκύλα από τη βια της γεννάει τυφλά τα παιδιά της», λ.χ.· «όποιος βιάζεται, γεράζει γρήγορα»· «όποιος βιάζεται, γνώση χρειάζεται»· «όποιος βιάζεται, ξωμένει» (κι αυτή κρητική, με την εξής ερμηνεία: «Ο επισπεύδων τον δρόμον ίνα εγκαίρως φθάση εις το νυκτερινόν κατάλυμα, διανυκτερεύει εν υπαίθρω· η πολλή σπουδή επιβραδύνει μάλλον την συντέλεσιν του έργου»· «όσου βιάζιτι η γριά, τόσου κόβιτ’ η κλουστή» (όχι, ας μη βιαστούν οι Ρουμελιώτες να πουν, λόγω κωφώσεως γραμματικώς εννοουμένης, πως είναι δική τους· από τη Λέσβο είναι). Τέλος, μία με καταγωγή από τη Σίφνο, την Κρήτη και την Κάρπαθο: «Σαν έρθ’ η νύφη στο χωριό, μη βιαστείς να την εδείς». «Γνώμη ακραιφνώς ελληνική», λέει ο Πολίτης, «διότι είναι απαύγασμα παρατηρήσεως ελληνικών εθίμων. Η γαμήλιος πομπή θεωρείται εκ των μάλιστα περιέργων θεαμάτων, και διά τούτο πάντες σπεύδουσι να ίδωσιν αυτήν. Διδάσκει δ’ η παροιμία ότι ουδεμία χρεία να σπεύδωμεν όπως ίδωμεν κατά την πρώτην εμφάνισιν αυτών πράγματα, τα οποία δυνάμεθα και ύστερον εν ανέσει να εξετάσωμεν».

Κι αν δεν πρέπει να βιαζόμαστε να δούμε κάτι καινούργιο, πόσα χαλινάρια πρέπει να βάλουμε στον εαυτό μας ώστε να μην αγοράζουμε πριν εξετάσουμε (αλλά πώς θα πρόκοβε η μόδα)· να μην πιστεύουμε πριν ψηλαφήσουμε (αλλά τότε τι θα απογίνονταν τα διακινούμενα σενάρια επιτυχίας και ευτυχίας που εμπαίζουν τα ίδια μας τα βιώματα)· να μην παθιαζόμαστε πριν μετρήσουμε και ξαναμετρήσουμε (αλλά τότε πού θα κατέληγαν όσα κόμματα έχουν μάθει να δουλεύουν με φανατισμένους που τους αποζημιώνουν όταν έρχονται στην εξουσία)· να μην ταυτιζόμαστε πριν ελέγξουμε (αλλά τότε πόσο θα φύραιναν οι θρησκείες, οι αθλητικές ομάδες, οι σέχτες ή οι αγέλες χρυσαυγίτικου τύπου).

Οπότε; Οπότε μπορεί να έχει τη χάρη του το γοργό αλλά όχι παντού και όχι πάντοτε. Και, έστω από αντίδραση στην αγχωτική εποχή της υπερταχύτητας που ζούμε, του φαστ-φαστ-φαστ, ας ξανασκεφτούμε τον πολιτισμό της βραδύτητας, της δεύτερης ανάγνωσης, της δεύτερης σκέψης· ας συμμεριστούμε το αρχαίο γνωμικό «σπεύδε βραδέως», που μοιάζει να συναιρεί λογοπαικτικά τις «αντιφάσκουσες» νεοελληνικές παροιμίες. Κι ας μην ξέρουμε ποιος το είπε, μια και ούτε ο Διογένης Λαέρτιος στους Βίους των φιλοσόφων ούτε ο Ιωάννης Στοβαίος στο «Ανθολόγιον» πιστοποιούν την πατρότητά του. Μάλιστα ο Διογένης μάς προειδοποιεί πως υπάρχουν διαφωνίες για το ποιος είπε τι, και κάθε γνωμικό αποδίδεται πότε στον έναν και πότε στον άλλον («διαφωνούνται δε και αι αποφάσεις αυτών και άλλου άλλο φασίν είναι»). Και για μεν τον πατέρα του ορφανού γνωμικού δεν είμαστε σίγουροι (έχω δει να αποδίδεται στον Χ(ε)ίλωνα τον Λακεδαιμόνιο αλλά και στον Πυθαγόρα), γνωρίζουμε όμως δύο στενούς πνευματικούς συγγενείς του. Τον Ισοκράτη, ο οποίος στον «Προς Δημόνικον» λόγο ενθέτει την προτροπή «βουλεύου μεν βραδέως, επιτέλει δε ταχέως τα δόξαντα», και τον Αριστοτέλη, που λέει τα ίδια στα «Ηθικά Νικομάχεια», να σκέφτεσαι δηλαδή αργά, πολύ, εις βάθος, αλλά να κάνεις ταχύτατα πράξη όσα σκέφτηκες: «Φασίν πράττειν μεν δειν ταχύ τα βουλευθέντα, βουλεύεσθαι δε βραδέως». Οπότε ουδεμία αντίφαση ανάμεσα στο ταχύ και το βραδύ. Το καθένα στον καιρό του και για την αποστολή με την οποία συναρτάται.

Αλλά, για ν’ αλλάξουμε χρονικό και εθνικό πεδίο, στη δεύτερη ανάγνωση καμία αντίφαση δεν χαρακτηρίζει δύο εβραϊκές παροιμίες που τις βρήκα σε βιβλίο του Γεωργίου Κ. Ζωγραφάκη (ας είναι καλά τα παλαιοβιβλιοπωλεία). Τα στοιχεία του: «Παροιμίες των Εβραίων Σεφαραδί της Ελλάδος: Δοκίμιο συμβολής στη μελέτη της Λαδίνο (ισπανοεβραϊκής διαλέκτου των Εβραίων της Ελλάδος)», Θεσσαλονίκη, 1984. Η πρώτη παροιμία: «Αν μου αφαιρέσεις την ελπίδα, μου αφαιρείς τη ζωή». Και η δεύτερη: «Όποιος ζει μ’ ελπίδες, πεθαίνει στο τέλος απελπισμένος». Δηλαδή; Να ελπίζουμε ή να μην ελπίζουμε; Ισχύει ή όχι η μονολεκτική απάντηση, «ελπίς», που έδωσε ο Βίας ο Πριηνεύς όταν τον ρώτησαν «τι γλυκύ ανθρώποις»; Να ελπίζουμε βέβαια, πώς αλλιώς. Αλλά αν πορευόμαστε μόνο με ελπίδες, περιμένοντας να πέσει μάννα εξ ουρανού, δίχως όραμα, σχέδιο, σκοπό, αγώνα και άξιους συνοδοιπόρους, είναι σαν να βαδίζουμε στα σκοτεινά. Σε τούνελ. Στο γνωστό μας τούνελ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (19 Ιανουαρίου 2014)

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Κωνσταντίνος Καραμανλής: μια «δομική ανωμαλία» στην ελληνική πολιτική σκηνή

Η ευρύτατα διαδεδομένη άποψη –προβεβλημένη από τους βιογράφους του- ότι επρόκειτο για ένα «μοναχικό λύκο» ή ένα «αγρίμι»[1] αφορά μεν την προσωπική του πορεία (και ιδίως τα χρόνια της νεότητάς του) αλλά δεν θα πρέπει να συσκοτίσει το γεγονός ότι ο Καραμανλής βασίζεται μονίμως στη συλλογικότητα της λειτουργίας της κυβέρνησής του, με τον ίδιο βέβαια σε ένα ρόλο αποφασιστικό. Πράγματι η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει μια εκπληκτικά έμφαση του Καραμανλή στη συλλογική λειτουργία του επιτελείου του: δεν αποφάσιζε μόνος του, αλλά μόνον μετά από μια προσεκτικά δομημένη (και ποτέ βιαστική) σειρά συσκέψεων με συνεργάτες του. Μετά τη λήψη της απόφασης ήταν που επιδείκνυε την αποφασιστικότητα και το πείσμα της εφαρμογής για τα οποία έμεινε ευρύτερα γνωστός. Και γι’ αυτό, η ουσιαστική αποτίμηση του πολιτικού Καραμανλή δεν μπορεί να εντάσσεται απλώς στο δικό του πρόσωπο, αλλά πρέπει απαραίτητα να περιλάβει και τους βασικούς του συνεργάτες.  

Πράγματι, ο Καραμανλής δεν ήταν ο «υπεράνθρωπος» ή ο «υπερηγέτης»: κάτι τέτοιο θα το θεωρούσε ο ίδιος μειωτικό, αφού αφίστατο από την λειτουργία ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, το οποίο εξ ορισμού βασίζεται στις διαδικασίες. Ήταν ο ηγέτης ενός επιτελείου, στο οποίο μετείχαν πολλοί ικανοί άνθρωποι. Το επιτελείο αυτό περιλάμβανε πολιτικούς όπως οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γιώργος Ράλλης, Ευάγγελος Αβέρωφ, Παναγής Παπαληγούρας, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Ξενοφών Ζολώτας, Ιωάννης Πεσματζόγλου, αλλά και πολλούς άλλους. Ηγετικές μορφές οι ίδιοι: τρεις έγιναν πρωθυπουργοί (τέσσερις, αν συνυπολογιστεί ο Κ. Μητσοτάκης που μετείχε στις κυβερνήσεις του 1978-1980), δύο πρόεδροι της Δημοκρατίας. Όπως τόνιζε η αμερικανική πρεσβεία το 1962, «Nineteen Greeks will have differences whether they are cabinet Ministers or Girl Scouts»[2]- και αναφερόταν στο πιο συμπαγές επιτελείο της εποχής εκείνης. Η ικανότητα επιλογής συνεργατών τόσο υψηλής ποιότητας, αλλά και η ικανότητα να διατηρεί τη νομιμοφροσύνη και τα σεβασμό τους αποτελούν δομικά στοιχεία της ηγετικής λειτουργίας του Καραμανλή. Το επιχείρημα δεν αναιρείται από τη βραχυπρόθεσμη αποστασιοποίηση ορισμένων, π.χ. το 1958 των Κανελλόπουλου, Παπαληγούρα και Ράλλη.

Στο ίδιο πλαίσιο, η επισήμανση που συχνά γίνεται ότι ο Καραμανλής συνεργαζόταν και με πολιτικούς άλλων χώρων, πρέπει να νοηθεί με μια επιπρόσθετη διευκρίνιση. Ο Καραμανλής επέλεγε να συνεργαστεί με τέτοια πρόσωπα, υπό δύο προϋποθέσεις· πρώτον ότι επρόκειτο για ανθρώπους μεγάλων ικανοτήτων· και δεύτερον ότι επρόκειτο για πρόσωπα που, έστω και αν είχαν διαφορετική κομματική ένταξη, συμμερίζονταν τη βασική στοχοθεσία της φιλελεύθερης ριζοσπαστικής ατζέντας. Δεν ήταν, δηλαδή υποστηρικτές διαφορετικής στρατηγικής από αυτήν που προωθούσε ο ίδιος. Η κοινότητα των στοχεύσεων αποτελούσε τη βάση της συνεργασίας τους.

Η ώρα του Καραμανλή ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Μέχρι τότε, όλοι οι άλλοι είχαν δοκιμάσει και είχαν αποτύχει. Οι παλαιές πολιτικές δυνάμεις δεν είχαν διαχειριστεί αποτελεσματικά το αίτημα της ανάπτυξης και της ασφάλειας και είχαν για τούτο απαξιωθεί. Ορισμένοι αναμφίβολα σημαντικοί ηγέτες (όπως ο Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος) είχαν συνθλιβεί από άνισες αντίξοες δυνάμεις στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου· άλλοι, όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, χάθηκαν μέσα στους λαβύρινθους του δικού τους υπερευφυούς μακιαβελισμού. Και έτσι, το 1955 ο Καραμανλής εκπροσωπώντας πλέον την τελευταία ελπίδα για ανανέωση, δημιουργία, αποτέλεσμα. Οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις δεν είχαν, στην πράξη, άλλη επιλογή από το να τον στηρίξουν. […] 

Αλλά όχι μόνον. Θα ήταν εξωφρενική υπερβολή να αποδώσει κανείς την επιτυχία του Καραμανλή απλώς στην τύχη. Σε μεγάλο βαθμό –σε τεράστιο βαθμό- την τύχη τη δημιουργούσε ο ίδιος, βασισμένος σε ένα συνδυασμό στοιχείων κατά βάση απλών, αλλά δυσεύρετων μέσα στο, εν πολλοίς αγκυλωμένο, ελληνικό πολιτικό σύστημα. Το βιβλίο αυτό θεωρεί τον Καραμανλή έναν «ανατροπέα» του «παλαιού» ελληνικού σκηνικού, και συμμερίζεται την άποψη ότι εκπροσωπούσε πράγματι, στο επίπεδο της πράξης, μια ιδιαιτερότητα στο πολιτικό σύστημα –βλ. και την άποψη της βρετανικής πρεσβείας Αθηνών, το 1978, ότι ακριβώς για τους λόγους αυτούς, ο Καραμανλής αποτελούσε μια «δομική ανωμαλία»a structural anomaly») στην ελληνική πολιτική σκηνή[3], υπό την έννοια ότι ενεργούσε διαρκώς εκτός των συνήθων της όρων. Η ορμή του συνδυαζόταν με την ικανότητα για πολιτική πράξη συστηματική, στοιχείο που τον διέκρινε από τους σύγχρονούς του –π.χ. από την γοητευτική αλλά πολιτικά επώδυνη, ακαταστασία που χαρακτήριζε τον Γ. Παπανδρέου. Ήξερε να επιλέγει συνεργάτες και να βασίζεται στο επιτελείο του, δηλαδή να κινητοποιεί δυνάμεις. Είχε την ικανότητα της έμπνευσης και της επαφής με τον μέσο άνθρωπο. Ως διοικητής, ο Καραμανλής πάντοτε δούλευε το σύστημα στα όριά του. Αυτό για δύο λόγους: πρώτον επειδή ο ίδιος δεν ήξερε άλλο τρόπο για να δουλεύει· δεύτερον, επειδή ήξερε ότι το ίδιο το σύστημα, όσο και αν το αναμόρφωνε, υπέφερε από ενδημικές αδυναμίες και έπρεπε να κινηθεί με αυτούς τους ρυθμούς εάν επρόκειτο να παραχθεί έργο.  

Παρά τη συχνά διατυπωμένη άποψη σχετικά με το εκρηκτικό του χαρακτήρα του, επρόκειτο για έναν άνθρωπο που είχε συνειδητά καλλιεργήσει σε υπέρτατο βαθμό την αρετή της αυτοσυγκράτησης: οι (δημόσιες) σιωπές του Καραμανλή ήταν, έως το τέλος, ένα ιδιαίτερα ασυνήθιστο –πραγματικά εξωτικό για Έλληνα πολιτικό ηγέτη- χαρακτηριστικό· ένα (ας επιτραπεί η έκφραση) «υπερόπλο» το οποίο τον βοηθούσε να διατηρεί ανοιχτές τις επιλογές του, να αποφεύγει την άσκοπη φθορά και να έχει τη μέγιστη αποτελεσματικότητα όταν αποφάσιζε να δράσει. Ήξερε –ή τέλος πάντων, έμαθε- να κρατά τη σφαίρα στο πιστόλι του και να ρίχνει την κατάλληλη στιγμή. Και ήξερε, όπως είπε ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν έπρεπε να τιμωρεί[4]. Και έτσι μπορούσε να εμπνεύσει το αναγκαίο μείγμα φόβου και αγάπης, σε εχθρούς και φίλους (το σχήμα μπορεί να λειτουργήσει και χιαστεί), το οποίο είναι αναγκαίο για την άσκηση της πολιτικής ηγεσίας

Βασισμένος σε τούτα λειτούργησε ως ηγετικός μαγνήτης για τον απλό άνθρωπο αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ελίτ: είναι πραγματικά ενδιαφέρον να διακριβώνει κανείς το μέγεθος της γοητείας που ασκούσε, και εξακολουθεί να ασκεί, ο Καραμανλής ακόμη και σε ανθρώπους που σπεύδουν να τον απορρίψουν, πολλές φορές με ένα μένος που δύσκολα κρύβει το δέος τους απέναντί τους. Η εικόνα, εξάλλου, του «απρόσιτου» ηγέτη τον βοηθούσε να διατηρεί υψηλό το κύρος του και να προκαλεί τον σεβασμό των αντιπάλων του. Ο μύθος του Καραμανλή είναι τόσο ανθεκτικός επειδή τράφηκε -και τρέφεται ακόμη- όχι απλώς από την αγάπη των φίλων του, αλλά και από την αποδοχή του από τους εχθρούς του: «It is easier to be terrified by an enemy you admire» (Herbert, Dune, σ. 386).

[…] Και από λάθη; Δεν έκανε λάθη ο Καραμανλής; Η απάντηση είναι απλή: όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη· […]: σε τελική ανάλυση, εάν δικαιώθηκε σε βασικούς άξονες της δράσης του (ανάπτυξη, δημοκρατία, Ευρώπη), της υπαρξιακής υφής για το μέλλον του έθνους, ήταν άραγε τόσο σημαντικό να διατυπωθεί κριτική για μια επιμέρους απόφασή του; […]

Ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ στο μυθοποιημένο μεγαλείο του: ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλες ανασφάλειες μέχρι το τέλος, και (ίσως ακριβώς γι’ αυτό) είχε τη διαύγεια να μπορεί να αμφισβητήσει τον ίδιο του το μύθο. Αυτό φαίνεται στην πρωτοβουλία του να προσφέρει το προσωπικό του αρχείο στην ιστορική έρευνα, ανταλλάσοντας έτσι τη μυθοποίηση με την κριτική έρευνα, η οποία προσφέρει λιγότερο ηρωοποιημένες αλλά περισσότερο ασφαλείς, νηφάλιες και μακροπρόθεσμα σταθερές αποτιμήσεις, τις οποίες πάντοτε προτιμούσε […] είχε βέβαια την τύχη, η ανάδειξη των επιλογών του να γίνει στο επιστημονικό πεδίο από πνευματικούς ανθρώπους της εμβέλειας του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του  Κωνσταντίνου Σβολόπουλου […]

Ευάνθης Χατζηβασιλειου, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2010, σελ. 561-564)





[1] Γουντχάουζ Κ. Μ., Καραμανλής, ο ανορθωτής της ελληνικής δημοκρατίας (Αθήνα, 1982), σσ. 21 και 29.
[2] Brewster προς State Department, 17 Ιανουαρίου 1962, 781.00/1 – 1762.
[3] Richards προς Owen, 11 Ιανουαρίου 1978, Greece annual review for 1977, FCO 9/2735/2.
[4] «Ο Καραμανλής ξέρει τιμωρεί». Ρήση του Α. Παπανδρέου προς τον Ν. Σκουλά, σε συζήτηση κατά της διάρκειας της δικτατορίας. Αναφέρεται στο Νίκος Παπανδρέου, Ανδρέας Παπανδρέου: η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης (Αθήνα, 2003), σ. 83.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ως εργάτης του λόγου

Ο Λεονάρντο είχε κάτι το δαιμονικό στο πνεύμα του. Ήθελε να μπει – ήταν λίγο ή πολύ «φαουστικός» τύπος - σ’ όλα τα μυστήρια του κόσμου, αλλά (στο σημείο τούτο ξεχωρίζει από τον Φάουστ) χωρίς μαγικά μέσα. Ήταν ερευνητής. Σ’ ορισμένες στιγμές του μέγας. Με την ερευνητική μανία του έφθασε σε αξιόλογες επιστημονικές συλλήψεις, ανέβασε το πείραμα (πρώτος αυτός) σε κύριο μέσο για την επαλήθευση των θετικών γνώσεων, προχώρησε όμως και σε φοβερούς φιλοσοφικούς οραματισμούς, καθώς και σε κάποιες από τις πιο γνήσιες φιλοσοφικές σκέψεις που μας χάρισε η Ιταλική Αναγέννηση. Μ’ ορισμένα κομμάτια του πεζού λόγου του, έφθασε και στη μεγάλη ποίηση […]

Το συγγραφικό υλικό που άφησε πίσω του ο Λεονάρντο είναι τεράστιο […] Πριν το 1880, ελάχιστα κείμενα του μεγάλου αυτού πνεύματος είχαν τυπωθεί. Το πιο γνωστό του κείμενο, έως τότε, ήταν η «Πραγματεία περί ζωγραφικής». […]

Ο σκοπός του Λεονάρντο, όταν έγραφε την «Πραγματεία περί ζωγραφικής» ήταν σε μεγάλο βαθμό διδακτικός. Ήθελε να βοηθήσει τους νέους που επιθυμούσαν να γίνουν ζωγράφοι. Ήθελε να τους πει και όσα ήσαν γνωστά, αλλά προπάντων όσα ως τότε δεν τα τάξερε παρά μόνο αυτός. […]

Υπάρχουν διατυπώσεις του που είναι από τα ωραιότερα δείγματα επιγραμματικής τέχνης. «Η σκιά είναι το φράγμα του φωτός», μας λέει ο Λεονάρντο. «Η σκιά μετέχει στη φύση της παγκόσμιας ύλης». «Σκότος είναι ο ισχυρότερος βαθμός της σκιάς και φως ο ασθενέστερος». «Μια σκιά μπορεί να είναι άπειρα σκοτεινή», «και μπορεί επομένως νάχει και άπειρους βαθμούς απουσίας του σκότους».

Ας προσθέσουμε και μερικές φράσεις του Λεονάρντο που περιέχουν μια λεπτότατη παρατήρηση: «Πολύ μεγάλη γοητεία παρουσιάζουν η σκιά και το φως στα πρόσωπα ανθρώπων που κάθονται ανάμεσα στις πόρτες των σπιτιών. Το τμήμα εκείνο του προσώπου, που είναι στη σκιά, το βλέπει το μάτι του θεατή να χάνεται μεσ’ στο σκοτάδι του σπιτιού, ενώ το τμήμα του προσώπου, που φωτίζεται, παίρνει τη λάμψη του από τη λαμπρότητα του ουρανού. Με την αντίθεση αυτή φωτός και σκιάς, το πρόσωπο κερδίζει πολύ σε ανάγλυφη προβολή και σε ομορφιά, δείχνοντας μας τις πιο λεπτές σκιές στο φωτισμένο τμήμα του και το πιο λεπτό φως στο σκοτεινό του τμήμα».

Σ’ ένα σημείο του «Codex Trivulti» […] διαβάζουμε τις καταπληκτικές λέξεις: «Το σώμα μας υπόκειται στον ουρανό, και ο ουρανός υπόκειται στο πνεύμα». […]

Στον «Codex Atlanticus» […], βρίσκουμε σκέψεις του Λεονάρντο που συναντώνται με ρήσεις των Προσωκρατικών. «Το καθετί προέρχεται από το καθετί, και το καθετί είναι φτιαγμένο από το καθετί, και το καθετί μπορεί να μετατρέπει σε οτιδήποτε άλλο», λέει ο Λεονάρντο. Επάνω στη ρήση του αυτή – μια ρήση που μοιάζει να ταυτίζεται με τη μισή «αλήθεια» του Αναξαγόρα («ν παντ παντς μορα νεστι πλν νο») – θεμελιώνεται ολόκληρη η θεωρία του Λεονάρντο για τη Φύση, για το Σύμπαν, για την αναλογία (ή και ταυτότητα) μεταξύ του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου (του σύμπαντος και του ανθρώπου), για το Πνεύμα και την Ύλη.

Ένα από τα πιο έντονα βιώματα του Λεονάρντο ήταν το «Μηδέν»il nulla»). Πολλές σκέψεις του γύρω από το «Μηδέν» υπάρχουν στον «Codex Atlanticus». Αλλά η πιο χαρακτηριστική βρίσκεται αλλού. Στα χειρόγραφα («Codex Arundal») του Βρετανικού Μουσείου […] διαβάζουμε τη φράση «Μεταξύ των μεγάλων πραγμάτων που είναι ανάμεσά μας, το Είναι του Μηδενός κατέχει τα πρωτεία».

Ας παραθέσουμε μια φράση ακόμα του Λεονάρντο που είναι από τους ωραιότερες στην παγκόσμια λογοτεχνία. Στο χειρόγραφο του που έχει αντικείμενο την πτήση των πουλιών και που αποτελεί τον μικρό Κώδικα της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του Τουρίνου, διαβάζουμε: «Το ψέμα είναι τόσο κακό που, κι’ αν μιλάει καλά για θεία πράγματα, αφαιρεί κάτι από τη χάρη του Θεού και η αλήθεια τόσο ωραία που, κι’ όταν εγκωμιάζει τα μικρά πράγματα, τα εξευγενίζει».

Και τώρα θα πάμε σ’ έναν άλλο χώρο, όπου κινήθηκε το πνεύμα του Λεονάρντο. Θα πάμε στο χώρο των οραματισμών του. […]

Στο Μιλάνο, φεύγοντας πρώτη φορά από τη Φλωρεντία, πήγε ο Λεονάρντο σε ηλικία τριάντα ετών. Εκεί, «όπου έφθασε ήδη ως σημαντικός καλλιτέχνης», έγινε – λέει ο Γιόζεφ Γκάντνερ «Τα οράματα του Λεονάρντο για τον Κατακλυσμό και για τη Συντέλεια του Κόσμου (Ιστορία μιας καλλιτεχνικής Ιδέας)» - «όχι μόνο μέγας λόγιος αλλά και μέγας ποιητής». […] Η ποιητική, ειδικότερα, διάθεση του Λεονάρντο βρήκε τη διέξοδό της και σε μικρούς (διδακτικούς) μύθους που έγραψε, καθώς και σε προφητικές φαντασίες. Αλλά τη μεγάλη ποίησή του τη βρίσκουμε συνυφασμένη με τη διαμομή του (την πρώτη και τη δεύτερη) στο Μιλάνο και, ειδικότερα, με την έμπνευσή που γέννησε μέσα του το πρόβλημα και το όραμα του ύδατος. […] 

Τα οράματα του Λεονάρντο για τη συντέλεια του κόσμου […] συνδέονται προπάντων με τη φοβερή δύναμη του ύδατος, όχι όμως και αποκλειστικά μ’ αυτήν. Σ’ ορισμένα του χειρόγραφα παραχωρεί και στο «πυρ» το δικαίωμα να καταστρέψει τη Γη. Υπάρχουν δύο συλλήψεις της φοβερής αυτής προφητείας. Η μία βρίσκεται στον «Condex Arundel» και ανάγεται στην περίοδο της πρώτης διαμονής του στο Μιλάνο. Όταν το «στοιχείο του ύδατος» βυθιστεί πολύ ανάμεσα στις όχθες των ποταμών και ανάμεσα στις ακτές των θαλασσών – έτσι που η γη (το στερεό έδαφος) θάχει υψωθεί όλο και περισσότερο –, η πυκνότητα του αέρα, που περιβάλλει τη Γη και παρεμβάλλεται ανάμεσα στο ύδωρ και στο «στοιχείο του πυρός», θα μειωθεί. Και θα ξεριζωθεί λίγο – λίγο η Γη. Θα φθάσει η στιγμή που ο αέρας θα λείψει πέρα για πέρα και η Γη θα παραδοθεί στο στοιχείο του πυρός. Τότε, η επιφάνειά της θα γίνει στάχτη, «κι’ αυτό θάναι το τέλος της γήινης φύσης». Στον «Codex Atlanticus» βρίσκουμε άλλες προφητείες που μιλούν ειδικότερα για την αυτοκαταστροφή του ανθρώπινου γένους, χωρίς να φταίει το πυρ ή το ύδωρ και χωρίς να καταστραφεί η ίδια η Γη. Σε μιαν από τις προφητείες αυτές, λέει ότι θα δούμε «animali» επάνω στη Γη (πρόκειται για ανθρώπινα όντα) που η κακία τους δε θάχει όρια. Θα σκοτώνονται μεταξύ τους, αλλά και θα ξεριζώνουν με τα ισχυρά τους χέρια τα δάση. Ο θάνατος, ο πόνος, ο τρόμος, η φυγή θάναι η μοίρα όλων εκείνων των πλασμάτων που θα βρίσκονται μπροστά τους. Θα φθάσουν μάλιστα οι ισχυροί και κακοί αυτοί άνθρωποι, από «άμετρη υπεροψία» στο σημείο ν’ αποφασίσουν ν’ ανυψωθούν ως τον ουρανό, «αλλά το μεγάλο βάρος των μελών τους θα τους κρατήσει χαμηλά». Και τελειώνει το κομμάτι αυτό της προφητείας του - που είναι μια συγκλονιστική προειδοποίηση για όσα πάει ο άνθρωπος να κάμει στον δικό μας αιώνα – με μιαν έκκληση: «Ω Γη, γιατί δεν ανοίγεις στα δύο τον εαυτό στο; Γιατί δεν τους γκρεμίζεις μέσ’ στις υψηλές ρωγμές των μεγάλων βαράθρων και σπηλαίων σου, για να μη δείχνεις πια στον ουρανό ένα τόσο άσπλαχνο και αποτρόπαιο τέρας»;

Το πυρ ως αιτία της καταστροφής της Γης το είδε ο Λεονάρντο μόνο σ’ ελάχιστες στιγμές των οραματισμών του. Το «ύδωρ» ήταν γι’ αυτόν, το ισχυρότερο στοιχείο της καταστροφής. Ο άνθρωπος που – γύρω στο 1500 – αμφισβήτησε όσα διδάσκει η «Γένεσις», […] οραματίσθηκε τον «Κατακλυσμό» που θα σημειωθεί στο μέλλον. Έτσι, το Μύθο τον έκαμε Προφητεία, το βαθύ παρελθόν της ανθρωπότητας τόκαμε βαρύ μέλλον, το μέγα δίδαγμα της Παλαιάς Διαθήκης φοβερό προμήνυμα, τον Κατακλυσμού με τη σωτήρια Κιβωτό έναν τελεσίδικο Κατακλυσμό δίχως Κιβωτό και χωρίς τον Νώε.

Τα χειρόγραφα του Λεονάρντο που πραγματεύονται τη συντέλεια του ανθρώπινου γένους (ή και της ίδιας της Γης) με τον Κατακλυσμό, είναι πολλά. Αλλά είναι προηγούμενα από την περιγραφή της τοπικής θεομηνίας που σημειώθηκε στην Αρμενία, και άλλα είναι μεταγενέστερα. […]

Την τοπικά περιορισμένη καταστροφή της Αρμενίας με ποια μάτια του την είδε ο Λεονάρντο; Την είδε, τάχα, στ’ όνειρό του ή με τα μάτια της φαντασίας; Μήπως την είδε, μάλιστα με τα φυσικά του μάτια ως πραγματικός «αυτόπτης μάρτυρας»; […] Είτε είδε με τα ίδια τα μάτια του την οροσειρά του Ταύρου, είτε όχι, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι μας χάρισε, με τις σελίδες για την καταστροφή στην Αρμενία έξοχα περιγραφικά αποσπάσματα για το όρος του Ταύρου και, γενικότερα, για την περιοχή εκείνη της Μικράς Ασίας (είχε σχεδιάσει κ’ ένα χάρτη της περιοχής), καθώς και τη δραματικώτατη αφήγηση της θεομηνίας. Ο Λεονάρντο είχε σκοπό να εκταθεί συστηματικά στο θέμα τούτο, να γράψει ολόκληρο βιβλίο. […]

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Δ. ΓΙΑΛΛΕΛΗΣ, 1998, τόμος II, σελ. 421-427)


Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Η χρυσή αναλογία

Η κινηματογραφική ταινία "Pi", ή "π", αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον Darren Aronofsky.

Ο Μαξ Κοέν (Sean Gullette), μια μαθηματική ιδιοφυία, πιστεύει πως τα πάντα στην ζωή μπορούν να εξηγηθούν μέσω μαθηματικών μοντέλων και αριθμών. Προσπαθεί να βρει το μοντέλο που διέπει την χρηματιστηριακή αγορά, όταν στο δρόμο μου εμφανίζονται μια εταιρεία, που θέλει αυτό το μοντέλο πρόβλεψης των μετοχών, και μια φανατική οργάνωση Εβραίων, που ασχολείται με την αριθμολογία και πιστεύει ότι το μυστικό του Θεού βρίσκεται σε μία λέξη. Ο Μαξ βυθίζεται όλο και βαθύτερα στην εμμονή του να εξηγήσει το π και ο μόνος άνθρωπος που τον κρατά σε επαφή με την πραγματικότητα είναι ο πρώην καθηγητής του (Mark Margolis). 

Στο απόσπασμα που ακολουθεί παρακολουθούμε τις αναφορές του Μαξ, στον Πυθαγόρα και στον Λεονάρντο Ντα Βίντσι και στη χρυσή αναλογία:

Θυμάσαι τον Πυθαγόρα; Μαθηματικός, θρησκευτικός αρχηγός. 500 π.Χ. Βασική θεωρία: το σύμπαν αποτελείται από αριθμούς. Μεγαλύτερο επίτευγμα: η χρυσή αναλογία. Εκφράστηκε γεωμετρικά με το χρυσό ορθογώνιο (στους υπότιτλους αναφέρεται τρίγωνο). Υπάρχει μια αρμονική, οπτικά, σχέση μεταξύ μήκους και πλάτους. Όταν τετραγωνιστεί, μένει ένα μικρό ορθογώνιο με την ίδια μοναδική αναλογία. Ο τετραγωνισμός συνεχίζεται … μέχρι το άπειρο.

Θυμήσου τον Ντα Βίντσι. Ζωγράφος, εφευρέτης, γλύπτης. Ιταλία, 15ος αιώνας. Ανακάλυψε ξανά το χρυσό ορθογώνιο και σχεδίασε αριστουργήματα. Συνέδεσε με μια καμπύλη αυτά τα ομόκεντρα ορθογώνια και δημιούργησε τη μυθική χρυσή σπείρα. Ο Πυθαγόρας λάτρευε αυτό το σχήμα, υπήρχε παντού. Στο κοχύλι, στα κέρατα του κριαριού, στη δίνη, στον ανεμοστρόβιλο, στο DNA, στα αποτυπώματα. Ακόμα και στο γαλαξία μας.

video

















Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Καρλ Μαρξ: Η ευεργετική επιρροή των εγκληματιών στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων!

Το κείμενο αυτό του Καρλ Μαρξ με τον τίτλο «Σημείωμα πάνω στην παραγωγική εργασία» είναι παρμένο από τις «Θεωρίες για την υπεραξία», που - ως γνωστό – προορίζονταν να αποτελέσουν το τέταρτο βιβλίο του «Κεφαλαίου». Αναλύοντας με σοβαροφάνεια την παραγωγική εργασία του εγκλήματος, το κείμενο αυτό καταρχήν παρουσιάζεται σαν άκρως ειρωνικό για τους οικονομολόγους, που ο Μαρξ κατέτασσε στη «χυδαία αστική πολιτική οικονομία». Οι τελευταίο είχαν αντιδράσει στις θεωρίες του Άνταμ Σμιθ για την παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία υποστηρίζονταςσε γενικές γραμμέςότι κάθε δραστηριότητα που είναι «χρήσιμη» μπορεί να χαρακτηριστεί και «παραγωγική».

Με αυτόν τον τρόπο είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες του Άγγλου θεμελιωτή της πολιτικής οικονομίαςαλλά και του Μαρξ αργότερανα εντοπίσει το δυναμισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, για χάρη μιας απλής απολογίας αυτής της κοινωνίας.

Ένας φιλόσοφος παράγει ιδέες, ένας ποιητής στίχους, ένας καθηγητής εγχειρίδια, κτλ. Ένας εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν κοιτάξουμε από κάπως πιο κοντά τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε αυτόν τον παραγωγικό κλάδο και στο σύνολο της κοινωνίας, θα αποβάλλουμε αρκετές προλήψεις. Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το ποινικό δίκαιο και – κατά συνέπεια – και τον καθηγητή που διδάσκει το ποινικό δίκαιο και ακόμα μέχρι και το απαραίτητο εγχειρίδιο με το οποίο ο καθηγητής αυτός πλασάρει στη γενική αγορά τις διαλέξεις του σαν «εμπόρευμα». Υπάρχει λοιπόν αύξηση του εθνικού πλούτου. Χωρίς να λογαριάσουμε και την ιδιωτική απόλαυση, που το γράψιμο του εγχειριδίου προσφέρει στο συγγραφέα του, […]

Ο εγκληματίας παράγει επιπλέον ολόκληρη την αστυνομία και ολόκληρη την ποινική δικαιοσύνη, τους μπράβους, τους δικαστές, τους δήμιους, τους ενόρκους, κτλ. Και ο καθένας από τους διάφορους αυτούς επαγγελματικούς κλάδους – οι οποίοι αποτελούν αντίστοιχες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας – αναπτύσσει και διαφορετικές ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος δημιουργώντας νέες ανάγκες και νέους τρόπους για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες. […]

Ο εγκληματίας παράγει μια αίσθηση, εν μέρει ηθική εν μέρει τραγική – ανάλογα – και προσφέρει έτσι μια «υπηρεσία» στα αισθητικά και ηθικά συναισθήματα του κοινού που συγκινεί. Δεν αρκείται στο να παράγει εγχειρίδια για το ποινικό δίκαιο, ποινικούς κώδικες και – επομένως – και συγγραφείς για αυτούς τους κώδικες. Παράγει επίσης και τέχνη, λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμα και τραγωδίες, […] Ο εγκληματίας σταματάει την καθημερινή μονοτονία και ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προφυλάσσει από τη στασιμότητα και προκαλεί αυτή την ένταση και αυτή την ανήσυχη διέγερση χωρίς τις οποίες θα εξασθένιζαν τα ίδια τα ερεθίσματα για ανταγωνισμό. Προσφέρει έτσι ένα ερέθισμα για τις παραγωγικές δυνάμεις. Το έγκλημα εξαλείφει από την αγορά εργασίας ένα μέρος του πλεονάζοντος πληθυσμού και, με αυτόν τον τρόπο, μειώνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους εργαζομένους και εμποδίζει, ως ένα σημείο, το μισθό της εργασίας να πέσει κάτω από ένα μίνιμουμ, ενώ την ίδια στιγμή η πάλη κατά του εγκλήματος απορροφάει ένα άλλο μέρος του ίδιου αυτού πληθυσμού. Έτσι ο εγκληματίας παρεμβαίνει σαν ένα από εκείνα τα φυσικά «αντισταθμίσματα» που διαμορφώνουν ένα σωστό επίπεδο και που ανοίγουν μια ολόκληρη γκάμα από «χρήσιμους» επαγγελματικούς κλάδους. […] Το έγκλημα, με τα όλο και νέα μέσα στην επίθεση του ενάντια στην ιδιοκτησία, οδηγεί στη γέννηση όλο και νέων μέσων για την υπεράσπιση της και, με τον τρόπο αυτό, η επίδραση που έχει στην εφεύρεση μηχανών είναι εξίσου παραγωγική με τις απεργίες. Και αν εγκαταλείψουμε τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: Χωρίς εθνικά εγκλήματα, μήπως θα είχε ποτέ γεννηθεί η παγκόσμια αγορά; Ή και τα ίδια τα έθνη; Και, από την εποχή του Αδάμ, το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι συγχρόνως το δέντρο της γνώσης; Στο Fabie of the Bees (Μύθος των μελισσών, 1705), ο Mandeville είχε ήδη αποδείξει την παραγωγικότητα όλων των δυνατών επαγγελμάτων, κτλ., και είχε χαράξει γενικά την πορεία όλης αυτής της επιχειρηματολογίας:

«Ότι ονομάζουμε, στον κόσμο αυτό, Κακό, τόσο ηθικά όσο και φυσικά, αυτό αποτελεί τη μεγάλη αρχή που μας κάνει κοινωνικά πλάσματα, αυτό αποτελεί τη γερή βάση, τη ζωή και το στήριγμα όλων των επαγγελμάτων και όλων των ασχολιών, χωρίς εξαίρεση. Εκεί πρέπει να βρούμε την πραγματική πηγή όλων των τεχνών και όλων των επιστημών. Και από τη στιγμή που θα έπαυε να υπάρχει το Κακό, η κοινωνία αναγκαστικά θα υποβιβαζόταν αν δεν διαλύονταν τελείως».

Μόνο που ο Mandeville είχε ασφαλώς πολύ περισσότερη τόλμη και εντιμότητα από τους φιλισταίους απολογητές της αστικής κοινωνίας.

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

Δημοσιεύτηκε στον ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ (4 Απριλίου 1985)

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Το Κράτος Δικαίου όρος για την ανάπτυξη

Του Κώστα Χριστίδη

Στο αξεπέραστο έργο του «Ο πλούτος των Εθνών» ο Adam Smith, το έτος 1776, περιέγραψε αυτό που αποκαλούσε «στάσιμο κράτος»: την κατάσταση μιας άλλοτε πλούσιας χώρας που έχει παύσει να αναπτύσσεται. Χαρακτηριστικά μιας τέτοιας χώρας, τόνιζε ο Smith, είναι ότι τα ημερομίσθια της πλειονότητας του πληθυσμού διαμορφώνονταν σε αξιοθρήνητα χαμηλά επίπεδα και ότι μια διεφθαρμένη και μονοπωλιακή ελίτ είχε την ικανότητα να εκμεταλλεύεται το σύστημα δικαίου και διοίκησης προς ίδιον όφελος. […] Στο ίδιο έργο του έγραφε ότι «το προοδεύον κράτος είναι ευχάριστο και φιλικό για όλες τις διαφορετικές τάξεις της κοινωνίας, το στάσιμο είναι πληκτικό, το δε παρακμάζον, μελαγχολικό». Τον καιρό του Smith ήταν η Κίνα που είχε παραμείνει επί μακρόν στάσιμη και ο ίδιος έριχνε το φταίξιμο στους ελαττωματικούς νόμους και θεσμούς της χώρας αυτής, συμπεριλαμβανομένης της γραφειοκρατίας της. Σήμερα, αντιθέτως, αν ο Smith μπορούσε να επισκεφθεί τον κόσμο, θα έβλεπε μιαν αντιστροφή της κατάστασης: πολλές χώρες της Δύσης είναι στάσιμες ενώ η Κίνα αναπτύσσεται ταχύτατα. Που οφείλονται οι εξελίξεις αυτές;

Ο βαθυστόχαστος ιστορικός και ανατόμος των σύγχρονων κοινωνιών Niall Ferguson στο τελευταίο βιβλίο του «Ο Μεγάλος Εκφυλισμός»: Πως παρακμάζουν οι Θεσμοί και πεθαίνουν οι Οικονομίες» εντοπίζει το πρόβλημα στους νόμους και τους θεσμούς κάθε χώρας. Η Μεγάλη Ύφεση, λέγει, είναι απλώς σύμπτωμα ενός βαθύτερου Μεγάλου Εκφυλισμού θεσμικής φύσεως. Οι θεσμοί δεν είναι τίποτε άλλο από κανόνες και δομές, εντός των οποίων οι άνθρωποι οργανώνονται και δραστηριοποιούνται ομαδικά και ατομικά. 

Ένα ζωτικής σημασίας θεσμικό αντίβαρο στις πράξεις των πολιτών και οικονομικών παραγόντων είναι το Κράτος Δικαίου. Η δημοκρατία και η οικονομία δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς ένα αποτελεσματικό σύστημα διοίκησης, στο πλαίσιο του οποίου υλοποιείται η επιβολή των κανόνων που θεσπίζει η νομοθετική εξουσία, είναι δυνατή η προστασία των δικαιωμάτων του κάθε πολίτη και οι διαφορές μεταξύ των πολιτών και συλλογικών οντοτήτων μπορούν να επιλύονται με ειρηνικό και ορθολογικό τρόπο.

Τι συνιστά, όμως, ένα αποτελεσματικό σύστημα δικαιοσύνης, ένα λειτουργικό κράτος δικαίου; Στο βιβλίο του The Rule of Law ο Βρετανός ανώτατος δικαστικός λόρδος Tom Bingham, μεταξύ άλλων κριτηρίων αξιολόγησης ενός νομικού συστήματος, παραθέτει και τα εξής:  

v     Ο νόμος πρέπει να είναι προσιτός και όσο το δυνατόν κατανοητός, σαφής και προβλέψιμος.
v     Ζητήματα νόμιμων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θα πρέπει να επιλύονται με εφαρμογή του νόμου και όχι με άσκηση διακριτικής ευχέρειας.
v     Οι νόμοι της επικράτειας θα πρέπει να ισχύουν εξ ίσου για όλους.
v     Οι υπουργοί και οι δημόσιοι αξιωματούχοι κάθε επιπέδου πρέπει να ασκούν τις εξουσίες που τους έχουν παραχωρηθεί με καλή πίστη, δίκαια και χωρίς υπέρβαση των ορίων της.
v     Ο νόμος πρέπει να παρέχει επαρκή προστασία των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων.
v     Πρέπει να παρέχονται τα μέσα για την επίλυση των διαφορών χωρίς υπερβολικές δαπάνες ή υπερβολικές καθυστερήσεις.
v     Οι διαδικασίες έκδοσης δικαστικών αποφάσεων θα πρέπει να είναι δίκαιες.

Μια από τις αλήθειες που είναι σήμερα ευρύτατα αποδεκτές είναι ότι το κράτος δικαίου –ιδίως στο μέτρο που θέτει περιορισμούς στην απληστία ενός ληστρικού κράτους- συντελεί καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τον νομπελίστα οικονομολόγο Douglas North, «η ανικανότητα των κοινωνιών να αναπτύξουν αποτελεσματικά και φτηνά μέσα επιβολής των συμβάσεων αποτελεί την πιο σημαντική πηγή τόσο της ιστορικής στασιμότητας όσο και της σύγχρονης υπανάπτυξης». Η επιβολή της ισχύος των συμβάσεων από ένα τρίτο μέρος είναι απαραίτητη προκειμένου να ξεπεραστεί η επιφυλακτικότητα όσων επιδίδονται σε οικονομικές συναλλαγές, ιδίως όταν μεσολαβούν σε αυτές μεγάλη χρονική και τοπική απόσταση. Η επιβολή αυτή σημαίνει, κατά βάση, την εξέλιξη του κράτους σε δύναμη εξαναγκασμού, ικανή να καθορίζει δικαιώματα ιδιοκτησίας και να επιβάλλει αποτελεσματικά την ισχύ των συμβάσεων, ταυτόχρονα, όμως, να περιορίζεται από την τάση κατάχρησης της εξουσίας του, ώστε να μην οικειοποιείται μέρος ή και το σύνολο του ιδιωτικού πλούτου (φυσικών ή νομικών προσώπων). Στην οικονομική σφαίρα, αυτή είναι η ουσιώδης λειτουργία του κράτους δικαίου.

Στην εποχή μας, οι χώρες που παρουσιάζουν μεγαλύτερη και διαρκέστερη ανάπτυξη είναι αυτές που διευκολύνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων στην αγορά με (με λίγες και σύντομες διαδικασίες), προστατεύουν καλύτερα τους επενδυτές με την υποχρέωση παροχής ευρείας πληροφόρησης, τακτικής λογοδοσίας και λειτουργίας σε συνθήκες διαφάνειας, καθιερώνουν σχετικά περιορισμένες αλλά αποτελεσματικές ρυθμίσεις, διατηρούν ένα όσο το δυνατόν σταθερότερο νομοθετικό πλαίσιο και –το κυριότερο- τα δικαστήριά τους λειτουργούν με μεγαλύτερη (λόγω πιο περιορισμένης τυπολατρίας) αποδοτικότητα, όπως αυτή μπορεί να μετρηθεί συγκριτικά από το χρόνο έκδοσης διάφορων κατηγοριών (π.χ. εξώσεων, είσπραξης απαιτήσεων, κ.λπ.).

Η αναβάθμιση του κράτους δικαίου στην χώρα μας, με την βελτίωση της ποιότητας των θεσπιζόμενων νόμων, την απαρέγκλιτη εφαρμογή τους έναντι όλων και την αποδοτικότερη λειτουργία των δικαστηρίων, αποτελεί την βασικότερη προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης.  

Δημοσιεύτηκε στην ΕΣΤΙΑ (17 Ιανουαρίου 2014)

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Πλάτων: H σημασία της ηθικής διαπαιδαγώγησης των νέων

Σκοπός της εκπαίδευσης, κατά τον Πλάτωνα, δεν είναι η γνώση. Τα παιδιά δοκιμάζονται ως προς τη δύναμη του χαρακτήρα τους και η εκπαίδευση δεν είναι διαδικασία αφομοίωσης πληροφοριών ή απόκτησης δεξιοτήτων, οι οποίες ελέγχονται ανά τακτά διαστήματα, αλλά η καλλιέργεια της ψυχής. […] Σήμερα, αυτό αποκαλείται συνήθως «ηθική διαπαιδαγώγηση» και επικρατεί ολοένα και περισσότερο η άποψη ότι τα σχολεία, και όχι οι γονείς, είναι που πρέπει να την παρέχουν. Σπανίως όμως κυριαρχεί στο συνολικό σχολικό πρόγραμμα, αντίθετα απ’ ότι συμβαίνει στον Πλάτωνα (Βλ. Julia Annas, Εισαγωγή στον Πλάτωνα, εκδ. Καλέντης, Αθήνα 2006, σελ. 107-109).

Οι ποιητές έχουν θεϊκό χάρισμα, όχι όμως γνώση

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι ποιητές δημιουργούν τα έργα τους ευρισκόμενοι σε κατάσταση «ενθουσιασμού», δηλαδή σε μια κατάσταση όπου η λογική τους έχει εγκαταλείψει: 

Σωκράτης (απευθυνόμενος στον ποιητή Ίωνα): Αυτό που σε κάνει να λες ωραία πράγματα για τον Όμηρο δεν είναι κάποια ειδική τεχνική γνώση αλλά θεϊκή δύναμη που σε δονεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με την πέτρα που ο Ευριπίδης την ονόμασε «μαγνήτη» και ο πολύς κόσμος τη λέει «πέτρα του Ηρακλή». […] Έτσι λοιπόν και η Μούσα χαρίζει σε ορισμένους δύναμη θεϊκή· και από αυτούς τους ένθεους ανθρώπους κρέμεται έπειτα μια αρμαθιά από άλλους, που διατελούν σε κατάσταση ενθουσιασμού […] γιατί ο ποιητής είναι κάτι πολύ ανάλαφρο, που πετάει κάτι ιερό, και δεν μπορεί να δημιουργήσει προτού να τον κυριεύσει ο ενθουσιασμός και πέσει σε έκσταση και πάψει πια να έχει μέσα του το λογικό· απεναντίας, κάθε άνθρωπος, όσο έχει μέσα του τούτο το πράγμα, το λογικό, αδυνατεί να γράψει ποιήματα ή να δίνει χρησμούς. 
(Πλάτων, Ίων, 533c - 534c)

Ο έλεγχος της ποίησης

Ο Πλάτων πιστεύει ότι χρειάζεται ένα είδος λογοκρισίας στους μύθους, ιδιαίτερα σε αυτούς με τους οποίους διαπαιδαγωγούνται τα παιδιά. 

Σωκράτης: Πρώτη μας δουλειά, λοιπόν, καθώς φαίνεται, θα είναι να επιβλέπουμε εκείνους που φτιάχνουν τους μύθους, και ότι καλό φτιάξουν, να το εγκρίνουμε, ενώ τα άλλα να τα πετάμε. Κι ότι θα εγκρίνουμε, να πείθουμε τις παραμάνες και τις μανάδες να το λένε στα παιδιά και να τους πλάθουν τις ψυχές με αυτούς τους μύθους πολύ περισσότερο απ’ ότι τους πλάθουν τα σώματα με τα χέρια τους·  κι όσο γι’ αυτά που λένε τώρα στα παιδιά, είναι τα πιο πολλά για πέταμα […] Αυτούς [τους μύθους], είπα, που μας έλεγαν ο Ησίοδος και ο Όμηρος, και οι άλλοι οι ποιητές. Αυτοί έπλεκαν μυθικές διηγήσεις ψεύτικες και τις έλεγαν στους ανθρώπους και τις λένε και τώρα.

Αδείμαντος: Ποιους μύθους εννοείς, είπε, και τι κακό βρίσκεις σ’ αυτούς;

Σωκράτης: Αυτό που πρωτίστως και κυρίως πρέπει να κατακρίνει κανείς, ιδίως όταν το ψέμα είναι και κακοφτιαγμένο.

Αδείμαντος: Έχεις ένα παράδειγμα;

Σωκράτης: Όταν λόγου χάριν κάποιος, με όσα λέει, παρουσιάζει άσχημα ότι σχετίζεται με τους θεούς και τους ήρωες, δηλαδή ποιας λογής είναι αυτοί, σαν το ζωγράφο που όσα ζωγραφίζει δεν έχουν καμιά ομοιότητα με αυτά που θέλει να ζωγραφίσει.
(Πλάτων, Πολιτεία, Β, 377c-e)

Καλή και κακή τέχνη

Ο Πλάτων διαχωρίζει τη μουσική (πνευματική καλλιέργεια) όχι ως προς την ευχαρίστηση ή την αηδία που αυτή προκαλεί, αλλά σε αυτή που κάνει τους ανθρώπους καλύτερους και σ’ αυτή που τους κάνει χειρότερους: 

Αθηναίος: Ας πάρουμε κάποιον που έχει συνηθίσει σε σοβαρή και προσεγμένη μουσική από την παιδική του ηλικία μέχρι την ωριμότητα του. Αν ακούσει κάτι αντίθετο, θα το θεωρήσει απαίσιο και θα το μισήσει. Αν όμως έχει μάθει να απολαμβάνει την κοινή μουσική, δεν θα του αρέσει το σωστό και καλλιεργημένο είδος της. Όπως είπα, λοιπόν καμιά μουσική δεν είναι καλύτερη ή χειρότερη από την άλλη στο θέμα της ευχαρίστησης ή της αηδίας. Η διαφορά είναι μόνο ότι η μία κάνει καλύτερους τους ανθρώπους που έχουν ανατραφεί μ’ αυτήν, ενώ ή άλλη χειρότερους.
      (Πλάτων, Νόμοι, Ζ 802 c-d)

Παιδεία και παράδοση

Ο Πλάτων είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός στις πάσης φύσεως αλλαγές και ουσιαστικά απορρίπτει κάθε νεωτερισμό:

Αθηναίος: Επομένως, η θέση μας είναι να κάνουμε ότι μπορούμε, για να εμποδίσουμε τα παιδιά μας να δοκιμάσουν νέα πράγματα τόσο στο χορό όσο και στο τραγούδι, αλλά και να σταματήσουμε κάθε προσπάθεια εκείνων που επιχειρούν να τα δελεάσουν σε νεωτερισμούς.
(Πλάτων, Νόμοι, Ζ 798 e)

Τα αποσπάσματα των πλατωνικών διαλόγων προέρχονται από το Ανθολόγιο των Φιλοσοφικών Κειμένων της Γ΄ Γυμνασίου.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Εξυπνάδα, πληροφόρηση και στρατηγική

Στην ταινία The Princess Bride (Τρελές Ιστορίες Έρωτα και Φαντασίας) ένας παππούς διαβάζει στον άρρωστο εγγονό του το παραμύθι που και ο δικός του πατέρας του διάβαζε όταν ήταν άρρωστος. Στην αρχή ο εγγονός φαίνεται να δυσανασχετεί αλλά τελικά μαγεύεται από την αφήγηση.

Σε μια φάση της ιστορίας, η όμορφη Buttercup απαγάγετε από μια συμμορία που αποτελείται από έναν δεξιοτέχνη Ισπανό ξιφομάχο, από έναν χαζούλη κι άκακο γίγαντα κι από τον εγκέφαλο της σπείρας. Ο αγαπημένος της, ο Westley, μεταμφιεσμένος σε πειρατή θα τους ακολουθήσει για να την ελευθερώσει. Αφού νικήσει τον ξιφομάχο και τον γίγαντα, θα συναντήσει τον αρχηγό της σπείρας, τον Vizzini, ο οποίος απειλεί να σκοτώσει την αγαπημένη του.

Η αρχική διαπραγμάτευση καταλήγει σε αδιέξοδο, αφού όπως ισχυρίζεται ο Vizzini ο ίδιος είναι έξυπνος (ισχυρίζεται μάλιστα ότι μπροστά του ο Πλάτων, ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης μοιάζουν καθυστερημένοι) ενώ ο Westley δυνατός. Για ξεφύγουν από το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί, ο Westley προτείνει να λύσουν τις διαφορές τους με μια πνευματική μάχη μέχρι θανάτου, πρόκληση που ο Vizzini αποδέχεται αμέσως: Δύο ποτήρια με κρασί τοποθετούνται πάνω στο τραπέζι εκ των οποίων το ένα περιέχει δηλητήριο (Ιοκαίνη). Η πρόκληση για τον Vizzini είναι να διαλέξει το ποτήρι που κατά τη γνώμη του δεν έχει το δηλητήριο και έτσι να κερδίσει:

Westley: Εντάξει που είναι το δηλητήριο; Η πνευματική μάχη έχει αρχίσει. Τελειώνει όταν αποφασίσεις και πιούμε και οι δύο … και ανακαλύψουμε ποιος έχει δίκιο … και ποιος είναι νεκρός.

Vizzini: Μα είναι τόσο απλό. Το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να μαντέψω απ’ όσα ξέρω για σένα… είσαι το είδος του ανθρώπου… που θα έβαζε το δηλητήριο στο δικό του ποτήρι ή στου εχθρού του; Ένας έξυπνος θα έβαζε το δηλητήριο… στο δικό του ποτήρι… γιατί θα ήξερε ότι μόνο ένας μεγάλος ανόητος… θα έπαιρνε αυτό που του δώσανε. Δεν είμαι μεγάλος ανόητος… έτσι σαφώς δεν μπορώ να επιλέξω το κρασί που είναι μπροστά σου. Αλλά πρέπει να ήξερες ότι δεν είμαι μεγάλος ηλίθιος. Θα είχες βασιστεί σ’ αυτό… έτσι σαφώς δεν μπορώ να επιλέξω το κρασί που είναι μπροστά μου.

Westley: Πήρες την απόφασή σου τότε;

Vizzini: Ούτε ελάχιστα… επειδή η Ιοκαίνη προέρχεται από την Αυστραλία, όπως ξέρει ο καθένας… και η Αυστραλία είναι γεμάτη με εγκληματίες… και οι εγκληματίες είναι συνηθισμένοι να μην τους εμπιστεύονται οι άνθρωποι… όπως δεν εμπιστεύομαι εγώ εσένα… έτσι σαφώς δεν μπορώ να επιλέξω το κρασί που είναι μπροστά σου.

Westley: Πραγματικά, έχεις έναν ζαλιστικό λόγο.

Vizzini: Και που είσαι ακόμα! Που ήμουν;

Westley: Στην Αυστραλία.

Vizzini: Ναι στην Αυστραλία. Πρέπει να είχες υποψιαστεί… ότι θα ήξερα τη προέλευση της σκόνης… έτσι σαφώς δεν μπορώ να επιλέξω το κρασί που είναι μπροστά μου.

Westley: Τώρα χρονοτριβείς.

Vizzini: Θα το ’θελες, έτσι δεν είναι; Νίκησες το γίγαντά μου… που σημαίνει ότι είσαι εξαιρετικά δυνατός… έτσι θα μπορούσες να βάλεις το δηλητήριο στο ποτήρι σου… βασιζόμενος στη δύναμή σου για να σε σώσει… έτσι σαφώς δεν μπορώ να επιλέξω το κρασί που είναι μπροστά σου. Αλλά έχεις επίσης νικήσει τον Ισπανό μου… που σημαίνει ότι έχεις μελετήσει… και στη μελέτη, πρέπει να έχεις μάθει ότι ο άνθρωπος είναι θνητός… έτσι θα είχες βάλει το δηλητήριο… όσο το δυνατόν πιο μακριά… έτσι σαφώς δεν μπορώ να επιλέξω το κρασί που είναι μπροστά μου.

Westley: Προσπαθείς να με εξαπατήσεις για να σου πω κάτι. δεν θα πιάσει.

Vizzini: Έπιασε. Τα έχεις πει όλα. Ξέρω που είναι το δηλητήριο.

Westley: Τότε κάνε την επιλογή σου.

Vizzini: Θα την κάνω, και διαλέγω… Τι στο καλό είναι αυτό;

Westley: Τι που; (ενώ γυρίζει να δει, ο Vizzini αλλάζει τη θέση των ποτηριών) Δεν βλέπω τίποτα.

Vizzini: Θα ορκιζόμουν ότι είδα κάτι. Τέλος πάντων (γελάει).

Westley: Τι είναι τόσο αστείο;

Vizzini: Θα σου πω σε λίγο. Πρώτα ας πιούμε εγώ απ’ το ποτήρι μου κι εσύ απ’ το δικό σου.

video

Η σκηνή αυτή εκτός από τη χιουμοριστική διάσταση που δίνει σε αυτό που στη Θεωρία Παιγνίων καλείται κοινή γνώση (common knowledge), περιέχει επίσης και ένα σημαντικό μάθημα στρατηγικής: εάν οι κανόνες του παιχνιδιού μεταβληθούν, τότε το παίγνιο μπορεί να στηθεί υπέρ του ενός παίκτη; Την απάντηση τη βρίσκουμε στο τέλος της σκηνής:

Westley: (Αφού πιουν και οι δύο) Μάντεψες λάθος.

Vizzini: Νομίζεις ότι μάντεψα λάθος. Αυτό είναι τόσο αστείο! Άλλαξα τα ποτήρια όταν η πλάτη σου ήταν γυρισμένη! Ανόητε! Έπεσες θύμα της πιο κλασικής γκάφας. Το γνωστό είναι «Μην πλέκεις σε πόλεμο εδάφους στην Κίνα». Αλλά λιγότερο γνωστό είναι το… «Ποτέ μην πας ενάντια σ’ έναν Σικελό όταν πρόκειται για θάνατο!»

(Ενώ ο Vizzini γελάει, πέφτει νεκρός. Ο Westley ελευθερώνει την Buttercup)

Buttercup: Νόμιζα, όλη την ώρα… ότι το ποτήρι σου ήταν δηλητηριασμένο.

Westley: Και τα δύο ήταν δηλητηριασμένα. Πέρασα τα τελευταία μου χρόνια… στη δημιουργία ανοσίας στη σκόνη Ιοκαίνη.

video