Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Σωκράτης

Ο Σωκράτης (περ. 470-399 π. Χ.) συμφωνούσε με τους σοφιστές ως προς το ότι η ατομική εμπειρία είναι σημαντική. Θεωρούσε ότι η εντολή «Γνώθι σαυτόν», που ήταν αναγεγραμμένη στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, δήλωνε τη σημασία του να γνωρίσει κανείς το περιεχόμενο του νου ή της ψυχής του. Κατέληξε μάλιστα στο σημείο να τονίσει: «Η ζωή χωρίς να εξετάζει κανείς αυτά είναι μια ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος»[1]. Απεναντίας, όμως, διαφωνούσε με τον ισχυρισμό των σοφιστών ότι δεν υπάρχει αλήθεια πέρα από τη προσωπική γνώμη.

Στην αναζήτηση του για την αλήθεια, ο Σωκράτης χρησιμοποιούσε μερικές φορές τη μέθοδο που ονομαζόταν επαγωγικός ορισμός[2], η οποία άρχιζε με την εξέταση παραδειγμάτων εννοιών, όπως κάλλος, αγάπη, δικαιοσύνη ή αλήθεια, και μετά προχωρούσε σε ερωτήματα, όπως τι κοινό έχουν όλα τα παραδείγματα κάλλους. Με άλλα λόγια, ο Σωκράτης ρωτούσε τι είναι αυτό που κάνει ωραίο, δίκαιο ή αληθινό. Με αυτόν τον τρόπο, επεδίωκε να ανακαλύψει γενικές έννοιες εξετάζοντας μεμονωμένα παραδείγματα. Θεωρείτο ότι αυτές οι έννοιες υπερβαίνουν τις ατομικές τους εκδηλώσεις και, συνεπώς, είναι εδραιωμένες και κατανοήσιμες. Αυτό που αναζητούσε ο Σωκράτης ήταν η ουσία πραγμάτων όπως το κάλος, η δικαιοσύνη και η αλήθεια. Η ουσία ενός πράγματος είναι η βασική του φύση, τα διαρκή χαρακτηριστικά του που του προσδίδουν την ταυτότητα του. Η ουσιαστική γνώση κάποιου όντος, σύμφωνα με τον Σωκράτη, σημαίνει κατανόηση της ουσίας του. Δεν αρκεί να αναγνωρίσει κανείς κάτι ως ωραίο· πρέπει να γνωρίζει γιατί είναι ωραίο. Πρέπει να γνωρίζουμε τι κοινό έχουν όλες οι εκφάνσεις του κάλλους. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως, αν και ο Σωκράτης, αναζητούσε την ουσία διάφορων εννοιών, δεν πίστευε ότι οι ουσίες είχαν αφηρημένη ύπαρξη. Γι’ αυτόν, η ουσία ήταν ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός μιας έννοιας – ένας ορισμός που ήταν τόσο ακριβής όσο και αποδεκτός από όλους τους ενδιαφερόμενους. Από τη στιγμή που θα διατυπωνόταν αυτού του είδους οι ορισμοί, ήταν δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων ατόμων. Αντίθετα με τους σοφιστές, που πίστευαν ότι η αλήθεια είναι υποκειμενική και μη μεταδόσιμη ο Σωκράτης πρέσβευε ότι η αλήθεια μπορούσε να είναι γενική και κοινή μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο, οι ουσίες που αναζητούσε ο Σωκράτης ήταν λεκτικοί ορισμοί, τίποτε περισσότερο.

Για τον Σωκράτη, η κατανόηση των ουσιών συνιστούσε γνώση και σκοπός της ζωής ήταν η απόκτηση γνώσης. Όταν η συμπεριφορά κάποιου καθοδηγείται από γνώση, είναι αναγκαστικά ηθική. Για παράδειγμα αν γνωρίζει κάποιος τι είναι δικαιοσύνη, δρα δίκαια. Για τον ίδιο η γνώση και η ηθική συνάπτονται αδιάρρηκτα· η γνώση είναι αρετή και η άτοπη συμπεριφορά προκύπτει από άγνοια. Αντίθετα προς τους περισσότερους από τους παλαιότερους φιλοσόφους ο Σωκράτης ενδιαφερόταν κυρίως για το τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος και για τα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης[3]. Λόγω αυτών των μελημάτων του, αναφέρεται μερικές φορές ως ο πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος. 

Το 399 π.Χ., όταν ο Σωκράτης ήταν 70 ετών, κατηγορήθηκε για ασέβεια προς τους θεούς της πόλης και για διαφθορά των νέων της Αθήνας. Του καταμαρτυρούσαν ότι διέφθειρε τους νέους επειδή τους έκανε να θέτουν τα πάντα υπό αμφισβήτηση, συμπεριλαμβανομένων πολλών παραδοσιακών  πεποιθήσεων. Ίσως ήταν ένοχος αυτής της τελευταίας κατηγορίας. Εν πάση περιπτώσει, ο Σωκράτης κηρύχθηκε ένοχος και των δύο κατηγοριών και καταδικάστηκε σε θάνατο. Όμως το τέλος της δίκης του συνέπεσε με ένα θρησκευτικό εορτασμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι εκτελέσεις ήταν παράνομες. Κατά την καθυστέρηση αυτή, που διήρκεσε ένα μήνα, ο Σωκράτης ήταν φυλακισμένος, αλλά συναντιόταν τακτικά με τους φίλους του. Προφανώς θα του ήταν εύκολο να δραπετεύσει από την Αθήνα […] και οι φίλοι του τον προέτρεπαν να το κάνει. […] Ο Σωκράτης προτίμησε το θάνατο από την εξορία από την αγαπημένη του Αθήνα και τελικά ήπιε το κώνειο εκτελώντας τη διαταγή του δικαστηρίου. […]


(Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 49-50)






[1] «Ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπου», Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 38a.
[2] Επακτικοί λόγοι και ορίζεσθαι καθόλου.
[3] Ο Σωκρατικός διάλογος και η ψυχοθεραπευτική λειτουργία της εκφόρτισης δια του λόγου αποτελούν κοινή μεθοδολογία στη ραγδαία αναπτυσσόμενη σύγχρονη φιλοσοφική συμβουλευτική […]

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Ο σωστός χυμός

Ο Σπάικ Τζόουνς («Adaptation», «Where the Wild Things Are») υπογράφει όχι μόνο τη σκηνοθεσία αλλά και το σενάριο του «Her». Αδιαμφισβήτητα, είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους και οραματιστές σκηνοθέτες που δουλεύουν στις μέρες μας.

Στο «Her», ο Θίοντορ (Χοακίν Φίνιξ) είναι ένας μοναχικός συγγραφέας που ζει στο Λος Άντζελες, στο… όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Βασανισμένος μετά το χωρισμό του βρίσκει ενδιαφέρον σε ένα νέο λειτουργικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Οι κατασκευαστές του υπόσχονται άλλωστε πως αυτό το νέο προϊόν θα ξετυλίγει μια εντελώς διαφορετική προσωπικότητα ανάλογα με τον εκάστοτε αγοραστή. Κάπως έτσι ο Θίοντορ «συναντά» τη Σαμάνθα (-δυστυχώς μόνο- με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον), μια ψηφιακή προσωπικότητα με ευαισθησία και χιούμορ. Η σχέση τους θα γίνει ολοένα και πιο στενή δημιουργώντας απρόβλεπτες καταστάσεις.

Στη σκηνή που ακολουθεί ένας φίλος του Θίοντορ, βλέποντας τον να πίνει χυμό φρούτων, του εξηγεί το λάθος του:

«… πρέπει να τρως τα φρούτα και να κάνεις χυμό τα λαχανικά… Κάνοντας χυμό τα φρούτα χάνεις όλες τις ίνες. Ακριβώς αυτό που θέλει το σώμα μας, είναι πολύ σημαντικές αλλιώς είναι μόνο καθαρή ζάχαρη…»

video

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ανθρώπινη φύση και αυστηρότητα των νόμων

«Ο Θουκυδίδης βλέπει στην ανθρώπινη φύση κάποιες ανθρωπολογικές σταθερές», παρατηρεί ο κ. Σκουτερόπουλος, […] «Ο Θουκυδίδης πιστεύει ότι υπάρχουν ενδιάθετες τάσεις του ανθρώπου που δημιουργούν ένα υπόστρωμα πάνω στο οποίο ξετυλίγεται η όποια δραστηριότητά του. Η ιδέα αυτή εκφράστηκε με μεγάλη σαφήνεια σε μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα δημηγορία που υπάρχει στον Θουκυδίδη, ενός κάποιου Διοδότου. Εκεί, συμπυκνώνει όλα όσα θέλει να πει για την ανθρώπινη φύση». 

Θουκυδίδη Ιστορία: Απόσπασμα από τη δημηγορία του Διοδότου (Βιβλίο Γ 45, 1-6)

«Στις διάφορες πόλεις έχει καθιερωθεί η θανατική ποινή για πολλά εγκλήματα και μάλιστα όχι τόσο σοβαρά […] Ωστόσο οι άνθρωποι ρίχνονται στον κίνδυνο ελπίζοντας ότι θα τον αποφύγουν, και κανένας τους ποτέ δεν εκτέθηκε σε κίνδυνο ενώ πίστευε ότι δεν θα τα κατάφερνε σε ότι επίβουλο είχε σχεδιάσει. Το ίδιο και οι πόλεις. Ποια πόλη αποστάτησε ποτέ ενώ πίστευε ότι τα μέσα που διέθετε, τα δικά της ή των συμμάχων της δεν αρκούσαν για ένα τέτοιο εγχείρημα;

Είναι στη φύση όλων, των ατόμων όσο και των πόλεων, να λαθεύουν στους υπολογισμούς τους, και δεν υπάρχει νόμος ικανός να τους εμποδίσει, αφού οι άνθρωποι έχουν δοκιμάσει όλες τις ποινές, κάνοντας τες διαρκώς αυστηρότερες, μήπως και προστατευτούν καλύτερα από τα αδικήματα των κακοποιών. Και είναι πιθανό ότι παλιότερα οι ποινές για τα βαρύτερα αδικήματα ήταν ελαφρότερες, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, έφτασε με τον καιρό να είναι οι περισσότερες θανατικές. Παρ’ όλα αυτά, τα ανομήματα εξακολουθούν.

Ή λοιπόν πρέπει να βρεθεί κάτι που να προκαλεί μεγαλύτερο φόβο από τη θανατική ποινή ή να παραδεχτούμε ότι αυτή διόλου δεν αναχαιτίζει το κακό, αλλά ότι αφ’ ενός η φτώχεια με την τόλμη που γεννούν οι ανάγκες, αφ’ ετέρου ο πλούτος με την πλεονεξία που γεννάει η αλαζονεία και η έπαρση, έπειτα οι άλλες περιστάσεις της ζωής, ανάλογα με το ισχυρότερο ακόρεστο πάθος που κυριαρχεί σε καθεμία, εξωθούν τους ανθρώπους, στον κίνδυνο. Και σε κάθε περίπτωση η ελπίδα και ο πόθος, τούτος πηγαίνοντας μπροστά κι εκείνη ακολουθώντας, τούτος σχεδιάζοντας την επιβουλή κι εκείνη υποβάλλοντας την ιδέα πως θα βοηθήσει η τύχη, προξενούν μεγάλες συμφορές και, μολονότι αόρατα τα δύο αυτά, έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα ορατά δεινά. Και πραγματικά, η τύχη δεν έχει μικρότερο μερίδιο στα παραστρατήματα των ανθρώπων. Διότι καμιά φορά παρουσιάζεται ανέλπιστα και παρασύρει κάποιους στην ανάληψη κινδύνων, ενώ γνωρίζουν ότι τα μέσα που διαθέτουν είναι ανεπαρκή, κι αυτό ισχύει περισσότερο για τις πόλεις, στο βαθμό που ο αγώνας είναι για τα πιο μεγάλα, την ελευθερία ή την εξουσία πάνω σε άλλους, και όπου ο καθένας, έχοντας μαζί του όλους τους συμπολίτες του, υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του.

Με λίγα λόγια, είναι αδύνατον και αποτελεί μεγάλη αφέλεια να πιστεύει κανείς πως, όταν η ανθρώπινη φύση ξεκινάει για κάτι που το θέλει ολόψυχα, μπορεί κάπως να συγκρατηθεί με την αυστηρότητα των νόμων ή με κάποιο άλλο φόβητρο».

Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος.

Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Μακιαβέλλι: η αλεπού και το λιοντάρι

Φανταστείτε πως είστε ένας ηγεμόνας […] Πως πρέπει να συμπεριφέρεστε; Πρέπει άραγε να είστε έντιμος, να κρατάτε τις υποσχέσεις σας, να φέρεστε πάντα με καλοσύνη, να έχετε την καλύτερη άποψη για τους ανθρώπους;
Ο Νικολό Μακιαβέλλι (1469-1527) θεωρούσε πως αυτό θα ήταν μια μάλλον κακή ιδέα, αν και ίσως θα θέλατε να φαίνεστε έντιμος και να φαίνεστε καλός. Κατά τη γνώμη του, κάποιες φορές είναι καλύτερα να λέμε ψέματα, να αθετούμε τις υποσχέσεις μας ακόμα και να δολοφονούμε τους εχθρούς μας. Ένας ηγεμόνας δεν πρέπει να νοιάζεται για την τήρηση του λόγου του. Όπως το έθεσε ο Μακιαβέλλι, «ένας αποτελεσματικός ηγεμόνας πρέπει να μάθει πώς να μην είναι καλός». Το σημαντικότερο είναι να παραμείνει στην εξουσία, και κάθε τρόπος επίτευξης είναι αποδεκτός. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το βιβλίο στο οποίο ο Μακιαβέλλι εκφράζει αυτές τις απόψεις, Ο Ηγεμόνας, είναι διαβόητο από τότε που εκδόθηκε το 1532 […]
Ο Ηγεμόνας δεν στόχευε στο να αποτελέσει ένα εγχειρίδιο για τον καθένα, αλλά μόνο για όσους είχαν εξουσία […] Όταν ήταν νεαρός είχε διοριστεί διπλωμάτης, […] είχε συναντήσει πολλούς βασιλιάδες, έναν αυτοκράτορα και τον πάπα. Δεν τους είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ο μόνος ηγέτης που πραγματικά τον εντυπωσίασε ήταν ο Καίσαρας Βοργίας, ένας αδίστακτος άνδρας νόθο τέκνο του πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄, που δεν είχε κανένα ενδοιασμό να εξαπατά τους εχθρούς του και να τους δολοφονεί καθώς κέρδιζε την εξουσία σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας. Κατά τον Μακιαβέλλι, ότι έκανε ο Βοργίας ήταν σωστό, αλλά τον νίκησε η ατυχία. Αρρώστησε τη στιγμή που του επιτίθονταν. Η ατυχία έπαιξε σημαντικό πόλο και στη ζωή του  Μακιαβέλλι (φυλακίστηκε, βασανίστηκε και εξορίστηκε), γι’ αυτό και στοχάστηκε σε βάθος αυτό το θέμα.
Τι ακριβώς συμβούλευε λοιπόν ο Μακιαβέλλι και γιατί σοκάρει τόσο πολύ τους περισσότερους αναγνώστες του; Η βασική του ιδέα ήταν ότι ο ηγεμόνας πρέπει να έχει αυτό που ο Μακιαβέλλι αποκαλούσε virtù. Αυτή είναι η ιταλική λέξη για την «ανδροπρέπεια» ή την ανδρεία. Τι σημαίνει; Ο Μακιαβέλλι πίστευε πως η επιτυχία βασίζεται αρκετά στην τύχη. Κατά την γνώμη του, τα μισά όσων μας συμβαίνουν οφείλονται στην τύχη και τα άλλα μισά είναι αποτέλεσμα των επιλογών μας. Πίστευε όμως ότι μπορούμε να βελτιώσουμε τις πιθανότητες επιτυχίας πράττοντας με γενναιότητα και ταχύτητα […]

Ο Μακιαβέλλι ήταν αποφασισμένος να εδραιώσει τη φιλοσοφία του σε όσα πραγματικά συμβαίνουν. Έδειξε στους αναγνώστες του τι εννοούσε με μια σειρά από παραδείγματα της πρόσφατης ιστορίας, εκ των οποίων τα περισσότερα αφορούσαν ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Όταν, για παράδειγμα, ο Καίσαρας Βοργίας ανακάλυψε ότι η οικογένεια των Ορσίνι σχεδίαζε να τον ανατρέψει, έκανε πως δε γνώριζε τίποτα. Ξεγέλασε τους ηγέτες τους με το να τους καλέσει για συνομιλίες μαζί του σε ένα μέρος ονόματι Σενιγκάλια. Όταν εκείνοι έφτασαν, τους δολοφόνησε όλους. Ο Μακιαβέλλι επιδοκίμασε αυτή εξαπάτηση. Τη θεωρούσε ένα καλό παράδειγμα της virtù. Όταν και πάλι ο Βοργίας απέκτησε τον έλεγχο της περιοχής Ρομάνια, έθεσε επικεφαλής έναν ιδιαζόντως αμείλικτο άνδρα, τον Ρεμίρο ντε Όρκο. Ο Ντε Όρκο τρομοκρατούσε τον λαό της Ρομάνια ώστε να τον υπακούν. Όταν τα πράγματα στη Ρομάνια ηρέμησαν, ο Βοργίας ήθελε να πάρει αποστάσεις από τη σκληρότητα του Ντε Όρκο. Έτσι, έβαλε κάποιους να τον δολοφονήσουν και άφησε το κορμί του κομμένο στα δύο στην κεντρική πλατεία της πόλης σε κοινή θέα. Ο Μακιαβέλλι επιδοκίμασε αυτή τη στυγερή πράξη, καθώς ο Βοργίας πέτυχε αυτό που ήθελε, δηλαδή να κρατήσει με το μέρος του τους ανθρώπους της Ρομάνια. Αυτοί χαίρονταν που ο Ντε Όρκο ήταν νεκρός, αλλά συγχρόνως συνειδητοποίησαν πως μάλλον ο Βοργίας είχε διατάξει τη δολοφονία και αυτό τους τρόμαζε. Αν ο Βοργίας είχε ασκήσει τόση βία στον διοικητή που ο ίδιος είχε διορίσει, κανείς τους δεν ήταν ασφαλής. Η πράξη του Βοργία ήταν αντρίκια στα μάτια του Μακιαβέλλι: επιδείκνυε virtù και ήταν αυτό που ένας λογικός ηγεμόνας όφειλε να κάνει.

Αυτό ακούγεται ωσάν ο Μακιαβέλλι να επιδοκίμαζε τη δολοφονία. Προφανώς την επιδοκίμαζε σε κάποιες περιστάσεις αν τα αποτελέσματα τη δικαιολογούσαν. Αλλά τα παραδείγματα δε στόχευαν στο να δείξουν αυτό. Ο Μακιαβέλλι προσπαθούσε να δείξει ότι η ενέργεια του Βοργία […] είχε αποτέλεσμα […] Για τον Μακιαβέλλι, αυτό το τελικό αποτέλεσμα είχε μεγαλύτερη σημασία από το πώς επετεύχθη […] Ο Μακιαβέλλι δεν θα επιδοκίμαζε τη δολοφονία δίχως νόημα, τον καθαυτό φόνο […] Η συμπόνια σε τούτες τις περιστάσεις, πίστευε ο Μακιαβέλλι, θα ήταν καταστροφική τόσο για τον Βοργία όσο και για το κράτος.

Ο Μακιαβέλλι τονίζει πως είναι καλύτερο για έναν ηγέτη να τον φοβούνται παρά να τον αγαπούν. Η ιδανική περίπτωση είναι ο συνδυασμός αγάπης και φόβου, αλλά αυτό δύσκολα επιτυγχάνεται. Αν βασίζεστε στην αγάπη των ανθρώπων, τότε διακινδυνεύετε να σας εγκαταλείψουν όταν έρθουν δύσκολοι καιροί. Αν σας φοβούνται, θα είναι υπερβολικά τρομοκρατημένοι για να σας προδώσουν. Αυτός είναι ο κυνισμός του Μακιαβέλλι. Δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στην ανθρώπινη φύση. Πίστευε πως οι άνθρωποι είναι αναξιόπιστοι, άπληστοι και ανέντιμοι. Αν θέλει κανείς να γίνει ένας επιτυχημένος ηγέτης, αυτό πρέπει να το γνωρίζει. Είναι επικίνδυνο να πιστεύει κανείς ότι οι άνθρωποι θα τηρούν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν τρέμουν τις συνέπειες από το να τις αθετήσουν.

Αν μπορείτε να πετύχετε αυτό που επιδιώκετε δείχνοντας καλοσύνη τηρώντας τις υποσχέσεις σας και αγαπώντας, τότε οφείλετε να το κάνετε (ή τουλάχιστον να φαίνεται ότι το κάνετε). Αλλά αν δεν μπορείτε, τότε πρέπει να συνδυάζετε αυτές τις ανθρώπινες ιδιότητες με κάποιες ζωώδεις […] Τα ζώα που μπορούν να μας διδάξουν είναι η αλεπού και το λιοντάρι. Η αλεπού είναι πανούργα και αντιλαμβάνεται τις παγίδες, αλλά το λιοντάρι είναι πάρα πολύ ισχυρό και προκαλεί τρόμο. Δεν είναι καλό να είστε συνέχεια λιοντάρι, δηλαδή να δράτε με θηριώδη ισχύ, αφού αυτό μπορεί να σας ρίξει σε κάποια παγίδα. Ούτε μπορείτε να είστε απλώς μια πονηρή αλεπού, μερικές φορές χρειάζεστε τη δύναμη του λιονταριού για να μείνετε ασφαλείς. Αν όμως βασίζεστε στην καλοσύνη και στο αίσθημα δικαίου, δεν θα αντέξετε για πολύ. Ευτυχώς, οι άνθρωποι είναι εύπιστοι. Παρασύρονται από τα φαινόμενα. Έτσι, ως ηγέτης, ίσως μπορέσετε να τα βγάλετε πέρα δείχνοντας πως είστε έντιμοι και καλοί, ενόσω αθετείτε τις υποσχέσεις και δράτε με σκληρότητα. […]


(Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σ. 69-74)


Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Ο Κλοπιμαίος Θεός

Στην ταινία του Ρίντλει Σκοτ Ο Συνήγορος (The Counselor), πρωταγωνιστεί ο Μάικλ Φασμπέντερ στο ρόλο ενός δικηγόρου που τα βρίσκει δύσκολα όταν ανακατεύεται με τον κόσμο της διακίνησης ναρκωτικών. Συμμετέχουν επίσης οι Πενέλοπε Κρουζ, Κάμερον Ντίαζ, Χαβιέρ Μπαρδέμ και Μπραντ Πιτ.

Η ταινία, εκτός από σκηνές sex και βίας, μας χαρίζει και μερικούς ενδιαφέροντες διαλόγους. Σε έναν απ’ αυτούς, ο συνήγορος, που θέλει να αγοράσει ένα διαμάντι για την αγαπημένη του, ακούει τον Εβραίο ειδικό να του αναπτύσσει τις απόψεις του για τον κλεμμένο από τους δυτικούς Θεό των Ιουδαίων και τη φύση του Ήρωα στον αρχαίους πολιτισμούς των Ελλήνων και των Εβραίων:

Λοιπόν πώς να στο πω. Δεν υπάρχει πολιτισμός, όπως ο Σημιτικός, τότε. Και πριν από αυτό ήταν ο ελληνικός Πολιτισμός, και δεν θα υπάρξει άλλος ύστερα.
- Τολμηρή αξίωση αυτή.
Η καρδιά ενός πολιτισμού είναι να βρεθεί στη φύση του Ήρωα. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Ποιος είναι αυτός ο σεβαστός; Στον κόσμο είναι ο πολεμιστής, αλλά στον Δυτικό κόσμο είναι ο άνθρωπος του Θεού. Από τον Μωυσή στον Χριστό. Ο Προφήτης, ο Μετανοών. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ανήκουστος στους Έλληνες, αδιανόητος. Γιατί υπάρχει άνθρωπος του Θεού αλλά όχι άνθρωπος των θεών. Και αυτός ο Θεός είναι ο Θεός των Ιουδαίων, δεν υπάρχει άλλος Θεός. Το βλέπουμε και ως, πως το λένε… Κλοπιμαίος. Κλοπιμαίος στη Δύση. Πως κλέβεις έναν Θεό; Ο Εβραίος βλέπει τον βασανιστή του ντυμένο στα άμφια από τον δικό του αρχαίο πολιτισμό. Όλα έχουν μια περίεργη ομοιότητα. […] 
video

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Η φιλοσοφία σαν τέχνη ζωής: ο στωικισμός

Μπορεί άραγε ο άνθρωπος να ζήσει ανθρώπινα, να ζήσει ευτυχισμένος αν παραιτηθεί και από τις προσπάθειες των με­γάλων θεωρητικών φιλοσοφιών και από τις υποσχέσεις και επιταγές των θρησκειών, χωρίς να ενδώσει στις ευκολίες του σκεπτικισμού, του κυνισμού, ή στην τραχύτητα μιας ζωώδους ύπαρξης; Και βέβαια μπορεί, αν αποδειχτεί ότι τα πράγματα είναι ως έχουν, όπως φαίνονται, και πως είναι εντούτοις εύ­κολο να δημιουργήσει βάσει αυτών μια σοφία που να τον κά­νει ευτυχισμένο. Ο καθένας με τον τρόπο του, ο επικουρισμός και ο στωικισμός μας προτείνουν το απαραίτητο και το επαρ­κές. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι αυτές οι σοφίες ήταν «κόρες της απελπισίας», για να υπογραμμίσουν ότι δεν αναζητούσαν ούτε γνώση ούτε σωτηρία - καθώς τα είχαν αρνηθεί μαζί με όλες τις αυταπάτες της επιθυμίας. Δεν θέλουν ωστόσο να ξε­ριζώσουν το πολύμορφο κακό: ασχολούνται μόνο με τα αποτελέσματά του. Η στάση μας είναι αυτό που αλλάζουν, όχι η τάξη και ο ρους του κόσμου. Ο επικουρισμός και ο στωικισμός γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που ξεπέρασε την Αρχαιότητα. Αν παρά τις αντιθέσεις τους, τους συνδέουμε, είναι γιατί αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα, παραδέχονται το ίδιο είδος απόλυτου, απρόσωπου και ενυπάρχοντος. Πρεσβεύουν ότι η φιλοσοφία δεν είναι παρά ένας τρόπος ζωής, ευτυχισμένης ζω­ής. Το θεωρητικό κομμάτι δεν είναι παρά ένα μέσον. «Η φιλο­σοφία διδάσκει πώς να πράττει κανείς, όχι πως να μιλάει», λέει ο Σενέκας. «Μάταιος ο λόγος του φιλοσόφου, αν δεν καταφέρει να θεραπεύσει τον πόνο της ψυχής», υποστηρίζει ένα επικού­ρειο απόφθεγμα.

Ο στωικισμός.- Καλύπτοντας έξι αιώνες περίπου από τον Ζήνωνα τον Κιτιέα (332-262 π.Χ.) μέχρι τον Μάρκο Αυρήλιο (121-180 μ.Χ.), μέσω του Κλεάνθη, του Σενέκα και του Επίκτητου, ο στωικισμός παρουσιάζει, υπό την ίδια ονομασία (στοά από τη στοά των Αθηνών), τη θεμελιώδη ενότητα μιας τυπικής στάσης. Το να είναι κανείς φιλόσοφος σημαίνει ότι έκανε αρχικά μια αποφασιστική επιλογή, που αφορά το είδος του ανθρώπου που θέλει να είναι. Από κει κι έπειτα, όλα συνδέονται: η φιλοσοφία συγκρίνεται μ’ ένα αβγό του οποίου το κέλυφος είναι η λογική, το ασπράδι η ηθική, ο κρόκος η φυσική.

Η βασική ιδέα του στωικισμού είναι ότι η Φύση είναι όλη η πραγματικότητα, στην οποία τα πάντα επανέρχονται αενάως στο Ίδιο. Αυτό ακριβώς το Ίδιο είναι η Ζωή του κόσμου με την οποία συνδέονται όλα τα στοιχεία. Καθώς οι αιτίες και τα αποτελέσματα συνδέονται αδιάρρηκτα, νόμος του κόσμου είναι το Πεπρωμένο.

Αυτή η φυσική είναι και θεολογία, γιατί αν όλα είναι το σε Ίδιο, ο περί των θεών λόγος είναι ταυτόσημος με τον λόγο περί φύσεως. Δεν πρέπει λοιπόν να παρεξηγούμε τις υπέροχες επικλήσεις ενός Κλεάνθη προς τον Δία, στο πρόσωπο του οποίου θα μπαίναμε στον πειρασμό να αναγνωρίσουμε τον Θεό του ιουδαιο-χριστιανικού μονοθεϊσμού. «Ο Θεός» είναι το σύνολο του θεϊκού που είναι παρόν μέσα στον κόσμο, και όχι συγκεκριμένα κάποιος. Είτε τον ονομάζουμε Αναγκαιότητα, Λόγο (αρχή του νοητού) είτε Πνεύμα (που δίνει ζωή), τα πάντα συμβαίνουν σύμφωνα με τους παγκόσμιους νόμους της φύσης, που είναι το Πεπρωμένο και η Πρόνοια.

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα φυσικό ον ανάμεσα σε άλλα, διαφέρει απλά γιατί είναι το μόνο θνητό ον που διαθέτει λογική, γιατί η ψυχή του είναι ένα μικρό μέρος του παγκό­σμιου Λόγου. Αυτός ο χαρακτήρας προέτρεψε τους στωικούς να αναπτύξουν μια λογική της σχέσης που πολλοί σύγχρονοι θα ανακαλύψουν με μεγάλο ενδιαφέρον.

Αυτή η θέση του ανθρώπου στο Ενιαίον Όλον του υπαγορεύει τον κανόνα συμπεριφοράς του: να ζει σύμφωνα με τη Φύση, σε πλήρη αρμονία μαζί της. Μέρος του κόσμου, ο άνθρωπος που διέπεται από το Λόγο, θα πρέπει να πράττει, μέσα σε ένα κόσμο που διέπεται από το Πεπρωμένο, έτσι ώστε να δημιουργεί μια συμφωνία. Γιατί να θέλει κανείς τον κόσμο ως έχει αντί να τον αλλάξει; Γιατί είναι θείος. Όπως ο Θεός χαρακτηρίζεται από την αταραξία του, ο σοφός πρέπει να τη δημιουργήσει μέσα του: είναι η απάθεια. Η συμφωνία με τη Φύση προκαλεί την ευτυχία γιατί πραγματώνει την ενότητα της ζωής και του ατόμου κάτω από τον κανόνα της λογικής, ο οποίος συμφωνεί με τη Φύση. Τπ’ αυτή την έννοια ο άνθρωπος ολοκληρώνει τη Φύση.

Αλλά ο στωικισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί μοιρολα­τρία. Μπορεί το πεπρωμένο να μην εξαρτάται από μας, όμως εμείς δεχόμαστε η απορρίπτουμε. Δεν εξαρτάται από μας να γεννηθούμε από τη Φύση και να επιστρέφουμε σε αυτήν- πράγμα που ονομάζεται «πεθαίνω». Δεν εξαρτάται από μας αν θα είμαστε σκλάβοι, όπως ο Επίκτητος, ή αυτοκράτορες, όπως ο Μάρκος Αυρήλιος. Αυτό όμως που εξαρτάται από μας είναι τι κάνουμε με ό,τι δεν εξαρτάται από μας. Ο στωικισμός πρεσβεύει εδώ μια απόλυτη, άνευ όρων ελευθερία. Όπως ακριβώς δεν μπορούμε να κάνουμε τον αέρα να φυσά, αλλά να τον χρησιμοποιήσουμε στα πανιά μας, έτσι μπορούμε να μην ανησυχούμε για το θάνατο μας, ή να αγνοούμε ό,τι ταλαιπωρεί το σώμα μας. Ο σοφός μπορεί να επιλέξει να πεθάνει αδιαμαρτύρητα να τείνει το κεφάλι όταν ο Νέρωνας τον καταδικάζει σε αποκεφαλισμό, να το τείνει ακόμα μια φορά όταν ο δήμιος αποτυγχάνει με την πρώτη. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να τον υποχρεώσει να αποδεχτεί μια εσφαλμένη πρόταση, αν δεν το θέλει.

Ο στωικισμός είναι όντως ένας αθλητισμός της αρετής. Η αρετή είναι το Καλό γιατί είναι δύναμη. Γι’ αυτό όλες οι αρετές δεν είναι παρά μία: το να είσαι καλός, φιλαλήθης, ωραίος, ελεύθερος, αξιαγάπητος, σοφός, ιερέας, προφήτης, θεϊκός, όλα είναι ένα. Συσχετικά, καθώς το ελάττωμα είναι αδυναμία, δεν υπάρχουν βαθμίδες στα λάθη: πνίγεται κανείς το ίδιο καλά σε μισό μέτρο νερό όσο και σε μια άβυσσο. Κάθε παράπτωμα της θέλησης είναι ένα κακό.

Ποια άλλη ανταμοιβή από την αρετή μπορεί να περιμένει ο σοφός; Καμία. Δεν υπάρχει ούτε Πολιτεία εκεί ψηλά, ούτε προσωπική επιβίωση μετά το θάνατο. Ο σο­φός είναι επαρκής. Έχοντας επιτύχει την πλήρη συμφωνία με τον εαυτό του, είναι ευτυχισμένος. Το εγχείρημα μπορεί να φαίνεται πολύ δύσκολο, όμως μπορούμε να κάνουμε τον σοφό πρότυπο και την ενάρετη πράξη καθήκον, και να δώσουμε έτσι στον εαυτό μας τα μέσα να μιμηθεί τη σοφία.

Dominique Folscheid, Οι μεγάλες φιλοσοφίες

(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 26-28)

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Φιλία, δίκαιο και πολιτική στον Αριστοτέλη

Κατά τον Αριστοτέλη, υπάρχουν τρία είδη φιλίας: η φιλία από αρετή, η φιλία από συμφέρον και η φιλία από ηδονή (Ηθ. Ευδ. Η10. 1242b 2-3). Η φιλία που στηρίζεται στο συμφέρον και στην ηδονή είναι φιλία κατά σύμπτωση (Ηθ. Νικ. Θ3. 1156a 16-17). Ενώ η φιλία που βασίζεται στην αρετή είναι η τέλεια φιλία που συνάπτεται μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι είναι αγαθοί και όμοιοι κατά την αρετή. Η φιλία αυτής της τελευταίας μορφής είναι σταθερή (Ηθ. Νικ. Θ4. 1156b 17-18), και ως η κατεξοχήν μορφή φιλίας, το πρότυπο της φιλίας θα μπορούσαμε να πούμε, θεωρείται εκείνη η φιλία που συνάπτεται μεταξύ αγαθών ανθρώπων (Ηθ. Νικ. Θ7. 1157b 25 κ.ε.), οι οποίοι αλληλοεκτιμώνται ως προσωπικότητες για την αρετή τους. Αυτοί οι φίλοι δεν αδικούν ο ένας τον άλλο κι έτσι η φιλία τους διαρκεί και δεν φθείρεται κι ούτε σαπίζει από το σαράκι της αδικίας που κάνει τον ένα άνθρωπο να στρέφεται εναντίον του άλλου. Αντίθετα, “αδικούν οι φίλοι αλλήλους, κάθε φορά που περισσότερο αγαπούν τα πράγματα  παρά εκείνον που τα έχει” (Ηθ. Ευδ. Η11. 1244a 31-32).

Η φιλία είναι η συνεκτική δύναμη των κοινωνικών συστημάτων, μικρών ή μεγάλων, αφού “η οικία [η οικογένεια] είναι είδος φιλίας” (Ηθ. Ευδ. Η10. 1242a 27-28), αλλά “φαίνεται επίσης ότι η φιλία συγκρατεί και τις πόλεις, και οι νομοθέτες φροντίζουν περισσότερο γι’ αυτή παρά για τη δικαιοσύνη∙ διότι η ομόνοια, η οποία υπάρχει μεταξύ των πολιτών, φαίνεται ότι είναι κάτι παρόμοιο προς φιλία, κι αυτή προπάντων επιδιώκουν οι νομοθέτες” (Ηθ. Νικ. Θ1. 1155a 22-25). Επομένως “και της πολιτικής φαίνεται έργο να είναι να δημιουργήσει στον ύψιστο βαθμό φιλία και στοργή μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Και ακριβώς για το λόγο αυτό λένε ότι είναι χρήσιμη η αρετή∙ διότι δεν είναι δυνατό να είναι πολύ καιρό φίλοι αναμεταξύ τους εκείνοι που αδικούν ο ένας τον άλλο. […] Και εάν θέλει κάποιος να συντελέσει στο να μην αδικούν οι άνθρωποι ο ένας τον άλλο, δεν έχει παρά να τους κάνει φίλους αναμεταξύ τους, διότι οι αληθινοί φίλοι δεν αδικούν. […]  Το ίδιο ή κάτι συγγενικό είναι η δικαιοσύνη και η φιλία” (Ηθ. Ευδ. Η1. 1234b22-31). Στην πραγματικότητα, “το να αναζητούμε πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε με ένα φίλο ισοδυναμεί στην ουσία με το αναζητούμε τι είναι το δίκαιο. […] Το δίκαιο αναφέρεται σε ορισμένα πρόσωπα που συνδέονται με κάποια ιδιότητα, κι ο φίλος είναι συνδεδεμένος πρώτα μέσω της φυλήςς και του είδους, και κατόπιν με την κοινοβίωση. […] Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος με σύνδεσμο προς εκείνους με τους οποίους εκ φύσεως έχει συγγένεια. Επομένως και σύνδεσμος θα υπήρχε γι’ αυτόν, και κάποια δικαιοσύνη, και εάν ακόμη δεν υπήρχε πόλη-κράτος” (Ηθ. Ευδ. Η10. 1242a 19-27).  

Όσον αφορά ειδικότερα την πολιτική φιλία, αυτή κατά τον Αριστοτέλη στηρίζεται στο συμφέρον, ενόψει του οποίου κυρίως συστήθηκε. “Οι άνθρωποι συνενώθηκαν, διότι δεν μπορούσαν να είναι αυτάρκεις παραμένοντες απομονωμένοι, μολονότι η ηδονή του συζήν, αυτή και μόνη, είναι ικανή να παρωθήσει σε ίδρυση κοινωνίας. […] Το δίκαιο πρέπει κυρίως να στεριώνεται επάνω στη φιλία των ανθρώπων που συνενώνονται από συμφέρον, κι αυτό δημιουργεί το δίκαιο ως προς τα δικαιώματα του πολίτη και του ατόμου”  (Ηθ. Ευδ. Η10. 1242a 7-13). Κι ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι στα δημοκρατικά πολιτεύματα η φιλία εδράζεται εκτός από το συμφέρον και πάνω στην ελευθερία καθώς και στην ισότητα  (Ηθ. Ευδ. Η10. 1242b 30-34) δεδομένου ότι “το πολιτικό […] δίκαιο έχει σχέση με τους ανθρώπους, οι οποίοι μετέχουν στην κοινή πολιτική ζωή προς εξασφάλιση της αυτάρκειας και είναι ελεύθεροι πολίτες και ίσοι ή κατά την αναλογία ή κατά τον αριθμό” (Ηθ. Νικ. E10. 1134a 26-28).     

Φιλία, ισότητα, δίκαιο, ελευθερία και εναλλαγή στην εξουσία, καθώς και συμφέρον, ανάγκη και δικαιώματα συμπλέκονται σε μια ενότητα και συγκροτούν το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του κατά την αριστοτελική πολιτική ανάλυση, η οποία διακρίνεται για τον κοινωνιολογικό ρεαλισμό της: “Η πάνω στην ισότητα εδραζόμενη φιλία είναι ακριβώς η πολιτική. Η πολιτική φιλία πάλι στηρίζεται βέβαια στο συμφέρον∙ και όπως τα κράτη δεν είναι φιλικά μεταξύ τους παρά μόνο μ’ αυτή την προϋπόθεση, το ίδιο και οι πολίτες. […] Η συμφεροντολογική αυτή φιλία δεν βαστάει σχεδόν παρά όσο καιρό έχουν συναλλαγές χέρι με χέρι. Τούτο συμβαίνει διότι στον εν λόγω πολιτικό σύνδεσμο το άρχον και το αρχόμενο δεν έρχεται από τη φύση, ούτε κι έχει τίποτα το βασιλικό, αλλά είναι εναλλακτικά. Κι ούτε αποβλέπουν να κάνουν καλό, όπως ο θεός, όταν άρχουν, αλλά για να υπάρχει ισότητα πλεονεκτημάτων και εξυπηρετήσεων”  (Ηθ. Ευδ. Η10. 1242b 21-30).

Μ’ άλλα λόγια, η πολιτική ζωή οργανώνεται πάνω σε μια συμφεροντολογική βάση και λειτουργία με κίνητρο το ατομικό συμφέρον και την ισόρροπη και ισομερή (κατ’ αναλογία ή κατ’ αριθμό) ικανοποίηση των ατομικών συμφερόντων τόσο στις οικονομικές συναλλαγές όσο και στη συμμετοχή στο δημόσιο βίο, όπου υπάρχει εναλλαγή στην άσκηση της εξουσίας. Επομένως η ανισότητα και η ασυμμετρία στην ικανοποίηση των συμφερόντων υποσκάπτει τα θεμέλια της πολιτικής οργάνωσης (και της πολιτειακής οργάνωσης γενικά) και οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της, αφού γεννά ένα αίσθημα αδικίας που στρέφει τον ένα πολίτη (τον αδικούμενο) ενάντια στον άλλο (εκείνου που επωφελείται από την αδικία).

Έτσι η αρχή της συμμετρίας προκύπτει ως ιδιαίτερη έκφανση της γενικής αρχής της μεσότητας που πρέπει να διέπει τα πολιτεύματα, αν επιδιώκεται η σταθεροποίησή τους και η ειρηνική ζωή των κοινωνιών μέσα σ’ αυτά. Πράγματι, “ως κοινό μέτρο [προς διάσωση των ισχυόντων πολιτευμάτων] και στα δημοκρατικά πολιτεύματα και στα ολιγαρχικά και στις μοναρχίες και σε κάθε είδους πολίτευμα, θα πρέπει να περιλαμβάνεται και τούτο: Να μη παρέχουν, δηλαδή, σε κανένα τη δυνατότητα να αποκτήσει πάρα πολύ μεγάλη δύναμη αντίθετα προς τη συμμετρία [η οποία πρέπει να διέπει τα πολιτικά πράγματα], αλλά μάλλον να επιδιώκουν [οι υπεύθυνοι για τη διατήρηση του πολιτεύματος] να δίνουν μικρά και μακροχρόνια αξιώματα ή αντίθετα μεγάλα αξιώματα μικρής όμως διάρκειας” (Πολιτ. Ε8. 1308b 10-14).

Η ρεαλιστική σκέψη του Αριστοτέλη τον οδηγεί και στον ακριβή προσδιορισμό της κοινωνικής της κοινωνικής ευταξίας, η οποία είναι φορέας σταθερότητας στα πολιτικο-κοινωνικά συστήματα, αφού τόσο η αρχή της μεσότητας και η εξειδίκευση της στην αρχή της πολιτικής ισορροπίας, όσο και η εμπειρική γνώση της πολιτικής ζωής, επιβάλλουν στους πολιτικούς που επιθυμούν την ενίσχυση της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος “να επιδιώκουν την αύξηση της μεσαίας τάξης των πολιτών∙ διότι η τάξη αυτή συντελεί στην κατάπαυση των επαναστάσεων, οι οποίες προέρχονται από την ανισότητα που επικρατεί μεταξύ των πολιτών” (Πολιτ. Ε8. 1308b 30-31). Και γενικότερα, “όταν σε μια πόλη υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα και είναι και φτωχοί, η πόλη αυτή κατ’ ανάγκη είναι γεμάτοι εχθρούς” (Πολιτ. Γ11. 1281b 29-30).

Η ίδια ρεαλιστική σκέψη οδηγεί τον Αριστοτέλη και τον κοινωνιοψυχολογικής φύσης επισήμανση ότι αποσταθεροποιητικά για τα πολιτεύματα είναι και η φαυλότητα των πολιτικών και οι εκ μέρους τους καταχρήσεις του δημοσίου χρήματος∙ διότι “εάν όμως οι πολλοί [το μεγάλο πλήθος των πολιτών] σχηματίσουν τη γνώμη ότι οι άρχοντες κλέπτουν τα δημόσια χρήματα, τότε προξενούν σ’ αυτούς [δηλαδή στους πολίτες] λύπη και τα δύο, δηλαδή και το ότι δεν συμμετέχουν στα πολιτικά αξιώματα και το ότι οι άρχοντες έχουν κέρδη από τα δημόσια αξιώματα” (Πολιτ. Ε8. 1308b 36-38). 
  
Απόσπασμα από την εισήγηση του Ν. ΙντζεσίλογλουΗ αριστοτελική σκέψη και τα ανοιχτά συστήματα: Εφαρμογές στην κοινωνική οργάνωση στο δίκαιο, στην οικονομία και στην πολιτική του 21ου αιώνα.

Από τα πρακτικά του έκτου Πανελλήνιου συνεδρίου: Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη εποχή (Ιερισσός, 19-21 Οκτωβρίου 2001).


Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη

Ο Δάντης κρατώντας ένα αντίτυπο της Θείας Κωμωδίας. 
Διακρίνεται το βουνό του Καθαρτηρίου και η είσοδος 
στον Παράδεισο. Πίνακας του Ντομένικο ντι Μικελίνο.
Πριν μιλήσουμε για τη «Θεία Κωμωδία», ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά δημιουργήματα των αιώνων, θα πούμε μερικά λόγια για το πρώτο εκείνο έργο του Δάντη που πρέπει να θεωρηθεί ήδη κι’ αυτό, αν και έργο νεανικό, σημαντικό λογοτεχνικό βήμα, και κάτι πολύ περισσότερο. Στο έργο τούτο, ένα ποιητικό και ηθικό προανάκρουσμα της «Θείας Κωμωδίας», βρίσκεται ήδη ολόκληρος ο άνθρωπος Δάντης. Ο τίτλος του έργου είναι «Νέα Ζωή» («Vita Nuova»). Λατινικά, «Vita Nova» σημαίνει νεαρή ηλικία. Αλλά στα ιταλικά, «Vita Nuova» σημαίνει τη ζωή που είναι ένα νέο ξεκίνημα, δηλαδή τη ζωή που ανανεώθηκε ύστερα από κάποιο αποφασιστικό γεγονός. Χωρίς άλλο, ο Δάντης θέλησε να πάρουμε τον τίτλο του έργου και στις δύο σημασίες. Η πρώτη του φράση λέει: «Στο μέρος εκείνο του βιβλίου της μνήμης μου, που πριν απ’ αυτό λίγα πράγματα μπορούν να διαβαστούν, υπάρχει μια επιγραφή που λέει: «Incipit vita nova». Την επιγραφή όπως βλέπουμε, την αναφέρει με τις λατινικές λέξεις […]  έχουν το διπλό νόημα που είπαμε.

Το έργο […], είναι γραμμένο σε πεζό λόγο και σε στίχους. […] Με τον πεζό του λόγο επεξηγεί ο ποιητής τους στίχους του, […] Τι μας εξομολογείται, τι μας διηγείται και τι μας υποβάλλει με τους έξοχους στίχους του ο Δάντης; Ως πραγματικά – εξωτερικά και αντικειμενικά περιστατικά, όσα μας λέει ο Δάντης είν’ ελάχιστα. Ο ποιητής είχε τη μεγάλη ευτυχία ν’ αντικρύσει τη Βεατρίκη. Να την αντικρύσει και να δεχθεί από μακριά – αυτό ήταν όλο – το χαιρετισμό της που σε λίγο μάλιστα αρνήθηκε να τον επαναλάβει εκείνη. Είχε την ευτυχία να πονέσει, χωρίς να το μάθει η Βεατρίκη. Είχε την ευτυχία, αφού πέθανε η αγαπημένη του (και πέθανε νέα), να μην τη ξεχάσει πια ποτέ του. Αυτά τα λιτά γεγονότα, συνδυασμένα και με ορισμένα οράματα […], μας περιγράφει, ο Δάντης στη «Νέα Ζωή». […]

Δεν είχε συμπληρώσει τα εννιά του χρόνια ο Δάντης, όπως μας λέει ο ίδιος, πρόβαλε για πρώτη φορά στα μάτια του, εκείνη που «από πολλούς, που δεν ήξεραν πώς να την ονομάσουν, ονομαζόταν Βεατρίκη». Δεν ήταν, λοιπόν, «Beatrice» το πραγματικό όνομα της κόρης που, όταν την πρωτοείδε ο Δάντης, είχε μόλις συμπληρώσει τα οχτώ της χρονάκια. […] Λένε ότι η Βεατρίκη (όνομα που προέρχεται από τη λέξη «Beata», η «Μακάρια») ήταν η Βίκη Πορτινάρι και ότι, αφού παντρεύτηκε τον Σιμόνε ντε Μπάρντι), έφυγε από τον κόσμο τον Ιούνιο του 1290, σε ηλικία εικοσιτεσσάρων ετών.

Στη «Νέα Ζωή» εκφράζεται ήδη – όσο απλό και απαλό και αν είναι το θέμα – η βαθύτατη σοβαρότητα του ανθρώπου που τόλμησε να διαβεί ζωντανός το κατώφλι του θανάτου και να εισδύσει στην Κόλαση, στο Καθαρτήριο και στον Ουρανό. Η τολμηρή τούτη επίσκεψη είναι το θέμα του μεγάλου σε έκταση και εξόχου σε συνθετική δύναμη και φαντασία ποιητικού έργου που ο ίδιος ο Δάντης το ονόμασε μόνο «La Commedia» και που αργότερα ο Βοκκάκιος και άλλοι τ’ ονόμασαν «Θεία (Divina) Κωμωδία». Για οδηγό του στο επικίνδυνο και τρομερό ταξίδι διάλεξε ο Δάντης τον Βεργίλιο. Αλλά τον Βεργίλιο του τον έστειλε η Βεατρίκη για οδηγό. Ο Δάντης, σαν είχε φθάσει στα μισά του επίγειου δρόμου του, περιπλανήθηκε, βρέθηκε ανάμεσα σε δέντρα σκοτεινά και δεν μπορούσε να ξαναβρεί την έξοδο. Ο δρόμος ο σωστός είχε χαθεί από μπρος του. Άγρυπνη, ωστόσο ήταν στον ουρανό εκείνη, που για χάρη της τόσες φορές είχε κι ο Δάντης ξαγρυπνήσει. Αγρυπνούσε όμως, τάχα, η Βεατρίκη – για να παρακολουθεί από τα ύψη τ’ ουρανού τα επίγεια βήματα του εραστή της; Όπως και στον κόσμο, έτσι και στον ουρανό δεν μπορούσε ο Δάντης να φανταστεί τη Βεατρίκη απασχολημένη με τον έρωτά του. Χωρίς τη παρέμβαση της Αγίας Λουκίας, που είναι ταγμένη να σκορπάει στον κόσμο τη θεία χάρη, ο νους της  Βεατρίκης δεν θα πήγαινε στα εγκόσμια (αφού και όταν ζούσε ακόμα στον κόσμο ήταν επάνω από τα εγκόσμια), και δεν θα αποφάσιζε η ίδια να πάει να βρει τον Βεργίλιο και να τον στείλει στον Δάντη για οδηγό. 

Διάγραμμα της Κόλασης, έργο του Μποτιτσέλι (1480-1490)
Κρατημένος από το γερό χέρι του Λατίνου ποιητή, μπαίνει ο Δάντης στην Κόλαση, που η επιγραφή της πύλης της αναγγέλλει τον «αιώνιο πόνο». Ανάλογα με τ’ αμαρτήματα τους βρίσκονται οι αιώνια καταδικασμένοι σε διαφορετικούς κύκλους που, πέφτοντας όλο και πιο βαθιά, έχουν για κέντρο τους – σα νάναι χωμένοι μεσ’ στη γη – τον Εωσφόρο. Αλλού είναι οι φλόγες που τρώνε τις σάρκες των αμαρτωλών, αλλού είναι φίδια, αλλού είναι πάγοι που κρατάνε σφηνωμένα μέσα τους σα σαρίδια τα σώματα των καταδικασμένων. Όσοι πρόδωσαν αγαπημένα τους πρόσωπα – πλάι στον Ιούδα προβάλλει κι’ αυτός ο Βρούτος – είναι παραδομένοι στην πιο φρικτή αιωνιότητα, στον αιώνιο πάγο. Ο Δάντης, οδηγημένος από τον Βεργίλιο, αντικρίζει τ’ αποτρόπαια θεάματα, ακούει τους λόγους που είχαν επιβάλλει την καταδίκη των αμαρτωλών, τρέμει από φρίκη (καμιά φορά όμως κι’ από συμπόνια), πολλές φορές δεν αντέχει στο θέαμα – πως ν’ ανθέξει μπροστά στους αυτόχειρες που δεν του απέμεινε άλλο τίποτε από φωνή και αίμα; -, ξαφνιάζεται αντικρίζοντας στην Κόλαση πρόσωπα γνωστά που εξακολουθεί να τ’ αγαπάει και να τα σέβεται […] ακούει τον Οδυσσέα να του διηγείται το τελευταίο του ταξίδι, ακούει πολλά […] ακούγονται σα μουσική. Κ’ η μουσική, όσο προχωρούν τα βήματα του Δάντη, γίνεται πιο συναρπαστική και πιο λυτρωτική. Το μεγάλο κι’ αποκαλυπτικό ταξίδι του – ένα ταξίδι που, με συμβολικούς χώρους τους μεταθανάτιους τόπους διαμονής των θνητών, γίνεται στην ίδια την απέραντη και πιο πολύμορφη ανθρωπότητα - δεν έχει για τέρμα την Κόλαση.

Στο δεύτερο μέρος της «Θείας Κωμωδίας» βγαίνει ο Δάντης από την Κόλαση και από το Καθαρτήριο που είναι ένας χώρος γήινος, και που, έχοντας στην κορυφή του τον επίγειο παράδεισο, είναι ο τόπος των νεκρών εκείνων, που έχουν ανάγκη από κάθαρση, γιατί αν και πέθαναν άξιοι και με στραμμένη την ψυχή τους στον Θεό, έχουν να εκτίσουν ποινές για επίγεια σφάλματα. […] Εδώ στο Καθαρτήριο, οι ψυχές όχι μόνον ομολογούν τα λάθη τους αλλά ξέρουν και να τα υπερβάλλουν, θεωρώντας τον εαυτό τους ανάξιο για την επιείκεια που τους δείχνει ο Θεός […] Ολόκληρο το δεύτερο μέρος της «Θείας Κωμωδίας» είναι γεμάτο από τα λεπτότερα κ’ ευγενέστερα αισθήματα, αισθήματα ανθρώπινα, και όχι όπως στον Παράδεισο θεία, αισθήματα ωστόσο λυτρωμένα ήδη από τα δεσμά του επίγειου κορμιού. Στην Κόλαση, τα δεσμά αυτά δεν λείπουν, κ’ έτσι επιμένουν όλοι στο επίγειο δίκιο τους […] Κ’ ενώ προχωρεί ο Δάντης στο Καθαρτήριο κι’ αγγίζει την κορυφή του, έρχεται η ώρα που ο οδηγός του Βεργίλιος, μη έχοντας δικαίωμα να πλησιάσει το χώρο τ’ ουρανού, είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει τον προστατευόμενό του. Η εντολή που έδωσε στον Βεργίλιο η Βεατρίκη έχει εκπληρωθεί. Στο τριακοστό Άσμα του «Καθαρτήριου» προβάλλει πια – μέσα λουλούδια που πέφτουν από χέρια αγγέλων – ή ίδια η Βεατρίκη.

Με οδηγό τη Βεατρίκη μπαίνει ο Δάντης κι’ ανεβαίνει στο χώρο τ’ ουρανού, στο χώρο που, καμωμένος από εννέα κύκλους, κορυφώνεται στο θρόνο του Θεού […] Η Βεατρίκη φέρνει τον Δάντη μπροστά στη Θεοτόκο. Να το - του λέει η Βεατρίκη – το Ρόδο που έδωσε σάρκα στον αιώνιο Λόγο! Ο λυρισμός του Δάντη φθάνει τ’ ανώτατα ύψη στο τριακοστό τρίτο Άσμα, όπου ο Άγιος Βερνάρδος [γίνεται ο τελευταίος οδηγός του Δάντη για να τον πάει ως το Θεό], αρχίζει τη προσευχή του προς την Παναγία με το στίχο: «Παρθένα, Μάνα: Κόρη Εσύ του γιού Σου!»

[…] Παρατηρεί ο Έλιοτ ότι «δεν μπορείς να την παραβάλλεις («Θεία Κωμωδία») με τίποτα άλλο παρά μόνο με ολόκληρο το δραματικό έργο του Σαίξπηρ. Ο Δάντης και ο Σαίξπηρ μοιράζονται τον νεότερο κόσμο μεταξύ τους· δεν υπάρχει τρίτος. Ο Σαίξπηρ δίνει την πιο μεγάλη έκταση (width) του ανθρώπινου πάθους. Ο Δάντης το πιο μεγάλο ύψος και το πιο μεγάλο βάθος».

[…] Με τη «Θεία Κωμωδία» εγκαινιάζονται στην ιστορία της ευρωπαϊκής ποιητικής δημιουργίας τα μεγάλα εκείνα έργα που δεν ανήκουν ειδικά και αποκλειστικά σε κανένα είδος. […] η ουσία της «Θείας Κωμωδίας» δεν είναι μονάχα ο λαμπρότερος απολογισμός του Μεσαίωνα, αλλά και η λαμπρότερη απαρχή της νέας ζωής. Ο Δάντης σφραγίζει τις πύλες του Μεσαίωνα κ’ εγκαινιάζει την Αναγέννηση.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Δ. ΓΙΑΛΛΕΛΗΣ, 1998, τόμος I, σελ. 221-229)


Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Η γονιδιακή μας "σιγουριά"

Ο ντεντέκτιβ Ραστ Κολ αναπτύσσει μια ακόμη πλευρά της πεσιμιστικής φιλοσοφίας του. Από το τρίτο επεισόδιο (The Locked Room) της πρώτης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς True Detective:

Είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι στην "παγίδα της ζωής", στη γονιδιακή μας σιγουριά ότι τα πράγματα θ’ αλλάξουν, ότι θα ζήσουμε σε άλλη πόλη, ότι θα συναντήσουμε ανθρώπους που θα παραμείνουν φίλοι μας εφ’ όρου ζωής, ότι θα ερωτευθούμε και θα νιώσουμε ικανοποίηση.
Γαμώ την ικανοποίησή μου, και ολοκλήρωση, λες κι αυτά τα δύο… μπορούν να σε γλυτώσουν απ’ τα σκατά της ζωής, ικανοποιημένος όμως τελικά δε νιώθεις, μέχρι το τέλος, και όσο για την ολοκλήρωση…
Όχι.
Τίποτα δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
video

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Πρώιμη ελληνική θρησκεία

Τον 5ο και 6ο αιώνα π. Χ. οι εξηγήσεις των Ελλήνων για τα πράγματα ήταν κυρίως θρησκευτικής φύσεως. Υπήρχαν δύο μεγάλες θεολογίες για να επιλέξουν: αυτή των ολυμπίων θεών και η διονυσιακή-ορφική.

Η θρησκεία των ολυμπίων θεών συνίστατο στην πίστη στους ολυμπίους θεούς όπως περιγράφονται στην ομηρική ποίηση. Οι απεικονιζόμενοι θεοί συνήθως δεν έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για τις αγωνίες των καθημερινών ανθρώπων. Αντίθετα, είχαν την τάση να είναι οξύθυμοι, αμοραλιστές και δεν τους απασχολούσε ιδιαίτερα η αθανασία των ανθρώπων. Εντός της θρησκείας των ολυμπίων θεών, υπήρχε η πεποίθηση ότι η «πνοή-ψυχή» επιβίωνε του θανάτου, αλλά χωρίς καμιά από τις αναμνήσεις ή τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ανθρώπου του οποίου τα σώμα ενοικούσε. Μια τέτοια πεποίθηση σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή ενθάρρυνε τους ανθρώπους να διάγουν το βίο τους με τον πληρέστερο, τον πιο απολαυστικό τρόπο. Συνήθως η ιδανική ζωή θεωρούνταν ότι περιλάμβανε την επιδίωξη της δόξας μέσω της τέλεσης ευγενών έργων: «Στη σκέψη της δόξας, οι περισσότεροι Έλληνες αντλούσαν παρηγοριά για τη μυστηριώδη καταδίκη που τους περίμενε στον τάφο» (Bowra, 1957, σ. 51). Οι ολύμπιοι θεοί προσωποποιούσαν επίσης την τάξη και τον ορθολογισμό και εκτιμούσαν την ευφυΐα. Εν ολίγοις, οι ολύμπιοι θεοί είχαν συνήθως τα ίδια χαρακτηριστικά και πεποιθήσεις με τα μέλη της ελληνικής ανώτερης τάξης∙ δεν μας εκπλήσσει, καθόλου το γεγονός ότι οι Έλληνες ευγενείς προτιμούσαν τη θρησκεία των ολυμπίων θεών.

Η σημαντικότερη εναλλακτική θρησκεία έναντι εκείνης των ολυμπίων θεών ήταν η διονυσιακή-ορφική θρησκεία. Η ύπαρξη της ελληνικής εύπορης ανώτερης τάξης καθίστατο δυνατή σε μεγάλο βαθμό από μια μεγάλη τάξη χωρικών, εργατών και δούλων, των οποίων η ζωή χαρακτηριζόταν από οικονομική και πολιτική αβεβαιότητα. Σ’ αυτά τα σχετικά ενδεή, απαίδευτα άτομα η διονυσιακή ορφική θρησκεία ήταν εξαιρετικά ελκυστική. Η θρησκεία αυτή ήταν βασισμένη στο θρύλο του Διονύσου, του θεού του οίνου και της φρενίτιδας και του μαθητή του Ορφέα. Κεντρική πεποίθηση της διονυσιακής-ορφικής θρησκείας ήταν η μετεμψύχωση. Μια εκδοχή αυτής της πεποίθησης ήταν ότι η ψυχή, κατά τη διάρκεια της θεϊκής της ύπαρξης, περίοδο κατά την οποία κατοικούσε μεταξύ των θεών, είχε διαπράξει ένα αμάρτημα∙ ως τιμωρία, η ψυχή εγκλείστηκε μέσα σε υλικό σώμα, που λειτουργούσε σαν φυλακή της. Μέχρι να εξιλεωθεί η ψυχή, συνέχιζε ένα «κύκλο γεννήσεων», κι έτσι μπορούσε να ευρεθεί να κατοικεί αρχικά σε ένα φυτό, στη συνέχεια σ’ ένα ζώο, έπειτα σ’ ένα άνθρωπο, μετά πάλι σ’ ένα φυτό και ούτω καθεξής. Αυτό που ποθούσε η ψυχή ήταν η απελευθέρωση της από τη μετεμψύχωσή και η επιστροφή της στη θεική καθαρή-υπερβατική ζωή, ανάμεσα στους θεούς. Οι τελετουργίες που τελούνταν με την ελπίδα της απελευθέρωσης της ψυχής από τη φυλακή της (το σώμα) περιλάμβαναν νηστεία, ειδική διατροφή, δραματουργικά δρώμενα και διάφορα ταμπού.

Αργότερα στην ιστορία, η ορφική ιδέα ότι η ψυχή επιδιώκει να αποδράσει από τη μιαρή, γήινη ύπαρξή της και να εισέλθει σε μια πιο ουράνια κατάσταση μετά το θάνατο απέκτησε τεράστια δημοτικότητα και μάλιστα έγινε αναπόσπαστο μέρος της ιουδαϊκής-χριστιανικής κληρονομιάς. 

Στην προσπάθεια τους να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο τους, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν να επιλέξουν από τη θρησκεία των ολυμπίων θεών και από τη διονυσιακή-ορφική θρησκεία. Τότε όπως και τώρα, το ποιο τύπο εξηγήσεων θα εύρισκαν τα άτομα πιο αρμόζοντα ήταν τόσο θέμα ιδιοσυγκρασίας και περιστάσεων όσο και λογικής εξέτασης.

[…] Πολλοί από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους έτειναν προς τη σχετικά ορθολογικότητα της θρησκείας των ολύμπιων θεών. Ολιγάριθμοι εξαιρετικά σημαντικοί φιλόσοφοι, όμως ασπάζονταν το μυστικισμό της διονυσιακής-ορφικής θρησκείας∙ ο Πυθαγόρας και ο Πλάτων είναι δύο εξέχοντα παραδείγματα.


(Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 33-34)

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Ρομαντισμός και εθνικισμός

[…] ο εθνικισμός ήταν, εν μέρει, παιδί της Γαλλικής Επανάστασης. Συνδεόταν στενά επίσης με το πνευματικό κίνημα που αποκλήθηκε «ρομαντισμός». Ο ρομαντισμός ήταν τόσο ευρύς και ποικίλος ώστε αποκλείει τον ορισμό του, ίσως και την ανάλυσή του. Εκείνο ίσως που μπορούμε να πούμε είναι ότι υπήρξε αντίδραση εναντίον του ρασιοναλισμού, του διαφωτισμού του 18ου αιώνα: στη λογική του 18ου αιώνα οι ρομαντικοί αντιπαρέθεσαν την πίστη τους στο συναίσθημα. Οι διαφωτιστές του 18ου αιώνα θεωρούσαν το νου ως «άσπρο χαρτί», που αποκτούσε τη γνώση από εντυπώσεις που αποτύπωνε σ’ αυτό μέσω των αισθήσεων ο εξωτερικός κόσμος. Παρ’ όλο που και οι ρομαντικοί πίστευαν στη σημασία της, υποστήριζαν ότι η έμφυτη ευαισθησία –που συνιστούσε την ιδιαίτερη προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου- ήταν κληρονομική και, κατά συνέπεια παρούσα στο νου από τη γέννησή του. Η γνώση, συνεπώς, για τους ρομαντικούς ήταν προϊόν τόσο έμφυτων αισθημάτων, όσο και εξωτερικών αντιλήψεων. Ο ρομαντισμός έτσι έδινε έμφαση στον ατομικισμό και την ατομική δημιουργικότητα που προερχόταν από την αλληλεπίδραση της μοναδικής προσωπικότητας με την εξωτερική εμπειρία. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας την κληρονομικότητα στις νοοτροπίες, απέτιε φόρο τιμής στο παρελθόν. Αυτός ακριβώς ο φόρος τιμής ήταν ο συνδετικός κρίκος με τον εθνικισμό.

Ο ρομαντισμός και ο εθνικισμός συνδεόταν μεταξύ τους με την κοινή πεποίθηση ότι το παρελθόν θα έπρεπε να λειτουργεί ως μέσο κατανόησης του παρόντος και σχεδιασμού του μέλλοντος. Η αντίληψη αυτή βρήκε στη Γερμανία την πληρέστερη ανάπτυξή της και την πιο ενθουσιώδη υποδοχή. Ένας από τους πρώτους Γερμανούς ρομαντικούς με μεγάλη επιρροή ήταν ο Χέρντερ (Johann von Herder, 1744-1803), προτεστάντης πάστορας και θεολόγος. Το ενδιαφέρον του για τους παλιούς πολιτισμούς τον οδήγησε, να εκθέσει τις απόψεις του […] σε μια εμπεριστατωμένη πραγματεία με τίτλο Ιδέες για μια φιλοσοφία της ανθρώπινης ιστορίας. Ο Χέρντερ παρακολούθησε την εξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας μέχρι την εποχή της Αναγέννησης. Πίστευε ότι ο πολιτισμός δεν ήταν προϊόν μιας τεχνητής διεθνούς ελίτ –κριτική εναντίον της σκέψης του Διαφωτισμού- αλλά των κοινών ανθρώπων του λαού. […] Απέρριψε ολοκληρωτικά την αρχή του διαφωτισμού, κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι αντιδρούν στις ίδιες συνθήκες κατά τον ίδιο τρόπο περίπου∙ όπως απέρριψε και την υπόθεση ότι η αξία της ιστορίας βρίσκεται απλώς στη διδασκαλία μέσω του παραδείγματος […]

Ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής και φιλόσοφος Κόλεριτζ (Samuel Taylor Coleridge, 1772-1834) επιχειρηματολόγησε εναντίον του ωφελιμιστικού κράτους και υπέρ της απόδοσης […] στην εθνική εκκλησία, μεγαλύτερου ρόλου στη διαμόρφωση της κοινωνίας.

Ο Γάλλος συντηρητικός Σατωβριάνδος (1768-1848) ανέπτυξε την ίδια επιχειρηματολογία στην πραγματεία του Η ιδιοφυία του Χριστιανισμού, που δημοσιεύτηκε το 1802. Το παρελθόν είναι συνυφασμένο στο παρόν δεν μπορεί να ξηλωθεί απ’ αυτό χωρίς να καταστρέψει την υφή της κοινωνίας του έθνους. Η θρησκεία, τόσο ως ατομική εμπειρία, όσο και ως έκφραση εθνικής κληρονομιάς, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ρομαντική σκέψη.

Η θεωρία της οργανικής εξέλιξης της κοινωνίας και του κράτους, βρήκε την πληρέστερη ανάπτυξή της στα γραπτά του Γερμανού μεταφυσικού Έγελου (Georg Wilhelm Hegel, 1770-1831), καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, που προσέλκυσε πολλούς οπαδούς. Ο Έγελος έβλεπε την ιστορία ως εξέλιξη. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί ωριμάζαν, εκπλήρωναν τους σκοπούς τους και παραχωρούσαν τη θέση τους σε άλλους. Ωστόσο, το νέο ποτέ δεν αντικαθιστούσε τελείως το παλιό, επειδή η αλλαγή γινόταν με βάση ένα «διαλεκτικό» σχήμα. Όταν νέοι θεσμοί αμφισβητούσαν τους παλιούς, εκδηλωνόταν σύγκρουση «θέσης» και «αντίθεσης» που παρήγαγε μια «σύνθεση», μια αναδιοργάνωση δηλαδή της κοινωνίας, που διατηρούσε στοιχεία από το παρελθόν, ενώ παράλληλα προσαρμοζόταν στο παρόν. […]  

Οι θεωρίες αυτές της ιστορίας και της ιστορικής εξέλιξης που είχαν διαμορφώσει οι ρομαντικοί, είχαν άμεση σχέση με την ιδέα του εθνικισμού που είχε διαμορφωθεί την ίδια περίοδο. Η Γαλλική Επανάσταση είχε παράσχει ένα παράδειγμα για το τι μπορούσε να επιτύχει ένα έθνος […] οι Γερμανοί ιδιαίτερα είχαν αφυπνιστεί σε βαθμό να κατανοήσουν το δικό τους ιστορικό πεπρωμένο. Τα έργα του φιλοσόφου Φίχτε (J.G. Fichte, 1762-1814) είναι παράδειγμα αυτής της αφύπνισης. […] Το 1808 ο Φίχτε συνέταξε μια σειρά Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, όπου διακήρυσσε την ύπαρξη ενός γερμανικού πνεύματος, όχι απλώς ίσου ανάμεσα σε άλλα εθνικά πνεύματα, αλλά ανώτερου από εκείνα. […]

Οι αδελφοί Γκριμ (Grimm), εκδότες των ομώνυμων παραμυθιών (1812), ταξίδεψαν σε όλη τη Γερμανία για να μελετήσουν τις τοπικές διαλέκτους και για να συγκεντρώσουν παραμύθια, που εξέδωσαν ως τμήμα της εθνικής κληρονομιάς. Ο ποιητής Σίλερ (Johann Schiller, 1759-1805) έγραψε το δράμα Ουλιέλμος Τέλος (1804), με βάση το θρύλο του Ελβετού ήρωα, που έγινε πολεμική κραυγή της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Στη Βρετανία, ο σερ Ουόλτερ Σκωτ (Wulter Scott, 1771-1832) επανέλαβε σε πολλά μυθιστορήματα του τη λαϊκή ιστορία της Σκωτίας, ενώ ο ποιητής Ουόρντσγουορθ (William Wurdworth, 1770-1850), συνειδητά προσπάθησε να εκφράσει την απλότητα και την αρετή του αγγλικού λαού, σε συλλογές όπως οι Λυρικές μπαλάντες (1798). Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, όλες οι χώρες συγκέντρωναν και ταξινομούσαν με επιμέλεια τα ενθύμια του ιστορικού παρελθόντος τους, μέσω θεσμών όπως η επιθεώρηση Monumento Germaniae Historiae, που ιδρύθηκε το 1826, η γαλλική Ecole des Chartes (1821) και το αγγλικό Public Record Office (1838). Στη Γαλλία, η νεοκλασική τεχνοτροπία, που είχε τυποποιηθεί με τους πίνακες του Δαβίδ και χρησιμοποιήθηκε από τον Ναπολέοντα για να εξάρει την προσωπικότητα του, παραχώρησε τη θέση της στον ταραχώδη ρομαντισμό του Ντελακρουά (Delecroix), του οποίου ο πίνακας Η ελευθερία οδηγώντας το λαό στα οδοφράγματα (1830) ήταν μια διακήρυξη, όχι μόνο υπέρ της ελευθερίας αλλά και του θάρρους του γαλλικού λαού.

Η μουσική επίσης εξέφραζε εθνικούς πόθους αν και όχι πριν περάσει μια γενιά από το 1815. Πολλές από τις τις όπερες του Βέρντι (Giuseppe Verdi, 1813-1901), για παράδειγμα ο Τροβαδούρος (Trovatore), περιείχαν μουσικές διακηρύξεις πίστης στην πιθανότητα μιας ιταλικής παλιγγενεσίας, μιας ανάστασης του ιταλικού πνεύματος. Οι όπερες του Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813-1883) –εκείνες ιδιαίτερα που βασίζονται στο γερμανικό έπος Τραγούδι του Νιμπερλούγκεν- κατάφεραν να ανυψώσουν το σεβασμό για τους μύθους των βόρειων θεών σε επίπεδο έκστασης […] Όλη αυτή η δημιουργική δραστηριότητα ήταν αποτέλεσμα της αυθόρμητης και ενθουσιώδους ανταπόκρισης καλλιτεχνών και συγγραφέων στο ρομαντικό κίνημα. Σύντομα όμως οι πολιτικοί αντιλήφθησαν πως ο ιστορικός ρομαντισμός θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους εθνικιστικούς τους στόχους. Κατάλαβαν πως ένα συγκεκριμένο έργο τέχνης, ανεξάρτητα από το αν ήταν πίνακας, τραγούδι, θεατρικό έργο ή κτήριο, μπορούσε να μετατραπεί σε εθνικό σύμβολο∙ και δεν δίστασαν να συντελέσουν σε τέτοιες μετατροπές όποτε το έκριναν σκόπιμο.  

Όσο και αν ο ρομαντισμός συνέβαλε, από κοινού με τον εθνικισμό, στην καλλιέργεια της αφοσίωσης στο παρελθόν, οι ρομαντικοί δεν ήταν αναγκαστικά εθνικιστές. Αντίθετα, ο ρομαντισμός ήταν σαφώς διεθνιστικός όσον αφορά τον εκθειασμό της φύσης και, πάνω απ’ όλα, της ατομικής δημιουργικότητας. Οι ρομαντικοί διακήρυσσαν ότι η φύση γινόταν καλύτερα αντιληπτή από τις αισθήσεις, παρά από τη λογική […] Οι άνθρωποι είχαν ανακηρυχθεί ελεύθεροι να ερμηνεύσουν τη φύση –καθώς και τη ζωή- σύμφωνα με τις ατομικές τους αντιδράσεις προς αυτήν και όχι με βάση ένα σύστημα γενικών λογικών κανόνων. […] Η ανθρώπινη εμπειρία, πίστευαν οι ρομαντικοί, δεν συνδεόταν, με καμιά ξεχωριστή εθνική παράδοση και κανένα εθνικό χαρακτήρα. […] Οι ρομαντικοί ήταν διεθνιστές επειδή απολάμβαναν την ελευθερία χωρίς κανένα περιορισμό –μεταφυσικό ή πολιτικό– που θα έτεινε να περιορίζει την ικανότητα ενός ανθρώπου να πραγματώσει τις δυνατότητές του […]

Οι ρομαντικοί, ως λάτρεις της ατομικότητας, λάτρευαν την «ιδιοφυία», ένα πνεύμα που δεν ήταν δυνατό ν’ αναλυθεί και έπρεπε να έχει το δικαίωμα να θέτει τους δικούς του κανόνες […]

Η ελευθερία και το πρόβλημα της αυτοαναγνώρισης υπήρξαν τα κυριότερα θέματα των δύο γιγάντων του ρομαντικού κινήματος: του συνθέτη Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 1770-1827) και του συγγραφέα Γκαίτε (Wolfgang von Goethe, 1749-1832). Το πιο αξιοθαύμαστο χαρακτηριστικό των συνθέσεων του Μπετόβεν είναι η μοναδικότητα και η ατομικότητά τους. Στην Πέμπτη του συμφωνία, ο Μπετόβεν φθάνει στο απόγειο της συμφωνικής λογικής∙ η Έκτη είναι ύμνος της φύσης∙ η Εβδόμη, ένα διονυσιακό ξεφάντωμα∙ η Όγδοη αποτελεί μια χαρμόσυνη σύνθεση που απεικονίζει το πνεύμα της μουσικής συμφωνίας του 18ου αιώνα. Στα τελευταία του χρόνια και αφού είχε χάσει την ακοή του, ο Μπετόβεν ξεκίνησε για το τελευταίο του μουσικό ταξίδι: πέντε σονάτες για πιάνο, πέντε κουαρτέρτα εγχόρδων, την Ενάτη συμφωνία και τη μεγάλη λειτουργία, Missa Solemnis, που αποτελούν την τελευταία του κληρονομιά. Γεμίζουν τον ακροατή με δέος, […] επειδή εκφράζουν απεριόριστη ατομική θέληση για δύναμη.

Η αφοσίωση του Γκαίτε στην ιδέα της ατομικής ελευθερίας ήταν, εν μέρει, προϊόν της γέννησης και της ανατροφής του στην ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη της Φρανκφούρτης. Η Φρανκφούρτη ήταν διεθνές εμπορικό και πνευματικό κέντρο, ανοιχτό στους πολιτιστικούς ανέμους κάθε κατεύθυνσης […] Η ίδια του η «ιδιοφυία» τον έσπρωξε πρώτα στη μελέτη των νομικών, σε συνέχεια της ιατρικής και τέλος των καλών τεχνών και των φυσικών επιστημών […] Επηρεασμένος από τον Χέρντερ, ο Γκαίτε είχε ήδη δημοσιεύσει ρομαντικών τάσεων έργα του, που περιλάμβαναν το εξαιρετικά δημοφιλές Πάθη του Βέρθερου […]

Το 1790 ο Γκαίτε δημοσίευσε το πρώτο μέρος του αριστουργήματος του, Φάουστ, έμμετρο θεατρικό δράμα, που ολοκλήρωσε ένα χρόνο πριν πεθάνει, το 1831. Το έργο επαναλαμβάνοντας το γερμανικό θρύλο του ανθρώπου που είχε πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο με αντάλλαγμα τη γνώση των πάντων, καθρεπτίζει τη ρομαντική απροθυμία περιορισμού του πνεύματος· […]

Ο ρομαντισμός και ο εθνικισμός έχουν την ίδια σχέση μεταξύ τους στην ιστορία της Ευρώπης του 19ου αιώνα, όπως και στη σκέψη των στοχαστών που μόλις εξετάσαμε. Σε μερικές χώρες, π.χ. στην Αγγλία, έδειχναν να ακολουθούν διαφορετικές πορείες,. Σε άλλες, π.χ. στη Γερμανία που η ιστορία της βρισκόταν στο κέντρο της ιστορίας τόσο του ρομαντισμού, όσο και του εθνικισμού.


(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2006, σελ. 602-614)

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Η διαφορά μεταξύ emo και goth

Το Σάουθ Παρκ (South Park) είναι κωμική τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων. Ακολουθεί τις σουρρεαλιστικές περιπέτειες τεσσάρων μικρών αγοριών που ζουν στην κωμόπολη Σάουθ Παρκ του Κολοράντο. 

Το Σάουθ Παρκ σατιρίζει πολλές όψεις του Αμερικανικού πολιτισμού και των τρεχόντων γεγονότων προκαλώντας τις βαθειά ριζωμένες πεποιθήσεις και ταμπού, χρησιμοποιώντας συχνά βίαιη παρωδία και μαύρο χιούμορ. 

Στο τέταρτο επεισόδιο (Goth Kids 3: Dawn of the Posers) της 17ης σεζόν σατιρίζεται η διαφορά μεταξύ των emo και των γκοθάδων. Το σκηνικό διαδραματίζεται στα γραφεία της Κοινωνικής Πρόνοιας, όταν τρεις γκοθάδες φίλοι καταγγέλλουν τους γονείς μιας φίλης τους ότι την κακομεταχειρίζονται αποκαλώντας την emo. Στην πορεία της συζήτησης προσπαθούν να εξηγήσουν στην κοινωνική λειτουργό τις διαφορές emo και γκοθάδων:

Κοινωνική Λειτουργός: Ποια είναι η διαφορά;

Γκοθάς 1: Ο γκοθάς πιστεύει ότι κατά βάθος ο κόσμος είναι τελείως σκατά. Αλλά ο emo πιστεύει ότι κατά βάθος, ο ίδιος είναι τελείως σκατά.

Κοινωνική Λειτουργός: Δεν είναι και μεγάλη διαφορά.

Γκοθάς 2: Είναι τεράστια διαφορά γαμώτο.

Γκοθάς 1: Εντάξει, κοιτάξτε, οι emo είναι πιο επιρρεπείς στην αυτοκτονία. Αλλά οι γκοθάδες είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη λόγω του τόσοι άνθρωποι αυτοκτονούν.

Γκοθάς 2: Η μαυρίλα των γκοθάδων είναι μηδενιστική, ενώ των emo, είναι κυνική.

Γκοθάς 1: Περίμενε, νόμιζα ότι εμείς είμαστε κυνικοί. Εε… τέλος πάντων, δεν έχει σημασία.

Γκοθάς 2: Βλέπεις, τώρα γίνεσαι μηδενιστής.

Γκοθάς 1: Ωχ, ναι, έχεις δίκιο.

video

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Ο Μεταξάς και ο πολιτικός κόσμος

Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941, τρεις μήνες ύστερα από την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του, απ' το έδαφος της Αλβανίας. Κανένας δικτάτορας δεν ήταν ποτέ τόσο τυχερός, κατά την ώρα του θανάτου του, όσο αυτός. Με το περίφημο "ΟΧΙ" του στο ιταλικό τελεσίγραφο της 28 Οκτωβρίου 1940∙ με την αποτελεσματική διεύθυνση της ελληνικής κινητοποιήσεως∙ με τις επιτυχίες σε βάρος των Ιταλών, σε όλες τις φάσεις του πολέμου∙ με όλα αυτά, αν τα συνδυάσει κανείς και με τη συμπάθεια που έβρισκε στο λαό η αγγλοελληνική συμμαχία, είχε γίνει αγαπητός όχι μόνο από τις χώρες που θα συγκροτούσαν αργότερα τα Ηνωμένα Έθνη, αλλά, σ' έναν βαθμό χωρίς προηγούμενο, και από τους ίδιους τους συμπατριώτες του. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος ανάδειξε τον Μεταξά σε μεγάλο στρατιωτικό ηγέτη, που είχε τη βοήθεια και ενός ικανού αρχηγού του Γενικού Επιτελείου (του αντιστράτηγου Παπάγου) και ενός γενναίου λαού. Η κληρονομιά όμως που άφησε η δικτατορία του ήταν οδυνηρή. Θα μπορούσε να συζητά κανείς ατέλειωτα για το τι θα έκανε ο Μεταξάς, αν βρισκόταν ο ίδιος κάτω από τις συνθήκες που κληροδότησε στον διάδοχό του∙ αλλά, και μόνο το ότι δεν είναι δυνατό να πάρει απάντηση ένα τέτοιο ερώτημα, δείχνει πόσο δύσκολα ήταν τα προβλήματα που άφησε άλυτα και πόσο τον ευνόησε η τύχη, σώζοντας το γόητρό του απ' την κηλίδα μιας αποτυχίας στα προβλήματα αυτά.

Η πολιτεία του δεν ήταν προορισμένη ν' αντιμετωπίσει προβλήματα πολέμου και εχθρικής κατοχής. Ήταν σχεδιασμένη με σκοπό να σώσει την Ελλάδα απ' το χάος, όπου την έσερνε η κατάχρηση των δημοκρατικών διαδικασιών. Ο χαρακτήρας της "προσωρινότητας" ήταν γραμμένος στην προμετωπίδα της, από τότε που ο Μεταξάς ανέλαβε δικτατορικές εξουσίες, στις 4 Αυγούστου 1936. Αλλά ένα καθεστώς, που έρχεται να εκπληρώσει έναν καθορισμένο σκοπό, ώστε να μπορέσει να το διαδεχθεί μια συνταγματική κυβέρνηση, δεν είναι ο καλύτερος κριτής (αν και είναι ο μοναδικός), που θ' αποφανθεί κατά πόσο πραγματοποιήθηκε αυτός ο σκοπός. Ο Μεταξάς πέθανε χωρίς να πραγματοποιήσει το έργο που είχε θέσει σαν σκοπό του∙ χωρίς να έχει προβλέψει για το μέλλον, δημιουργώντας ένα κόμμα ή ορίζοντας έναν διάδοχό του∙ και, ευτυχώς γι' αυτόν, χωρίς να κληθεί απ' τη μοίρα ν' αντιμετωπίσει μια απ' τις μεγαλύτερες συμφορές της χώρας του, τη γερμανική εισβολή.

Το καθήκον που είχε θέσει στον εαυτό του και στην δήθεν προσωρινή κυβέρνησή του ήταν να δημιουργήσει το ελληνικό κράτος: να του δώσει τη σταθερότητα, τη συνοχή, τον αυτοσεβασμό, που χαρακτηρίζουν ένα ανεξάρτητο κράτος και που, παρ' όλα τα εκατό χρόνια της ελευθερίας της, η Ελλάδα δεν τα είχε αποκτήσει ακόμη. Είχαν υπάρξει ως τότε πολιτικοί ολκής, άλλα δεν είχε υπάρξει ελληνικό κράτος. Υπήρξε ο Χαρίλαος Τρικούπης τον 19ο αιώνα και ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον 20ο∙ μια ανασκόπηση όμως της ζωής των πολιτικών αυτών ανδρών αποκαλύπτει ότι, πίσω και κάτω απ' αυτούς, δεν υπήρχε κράτος. Όσο βρίσκονταν στην εξουσία, υπήρξε πρόοδος και ευημερία του λαού και βελτίωση των συνθηκών στη χώρα. Όταν όμως οι κανονικές διαδικασίες της δημοκρατίας τους αντικαθιστούσαν με τους αντιπάλους τους, ό,τι είχαν επιτύχει καταστρεφόταν. Οι επιτυχίες του Βενιζέλου, ιδιαίτερα, είχαν εξυψώσει τη θέση της Ελλάδας σε μεγάλη διεθνώς υπόληψη∙ άλλα το πέρασμα του καιρού έδειξε ότι, αν και ο Βενιζέλος προσωπικά ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους πολιτικούς της εποχής του, το κράτος που εμφανιζόταν ότι εκπροσωπούσε δεν υπήρχε∙ η πλατειά υπόληψη που του έδειχναν, απευθυνόταν στον ίδιο προσωπικά και, κατ' επέκταση, στην ελληνική αρχαιότητα, όχι όμως στο ελληνικό κράτος. Οι διαδοχικές απομακρύνσεις του από την εξουσία πρόδιναν, πίσω από την πρόσοψη, τη διοικητική αναρχία.

Εκείνο που δεν ήθελαν να ιδούν οι Έλληνες πολιτικοί και που ανάλαβε ο Μεταξάς να διορθώσει, ήταν το ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει κράτος της μορφής που ήταν η Αγγλία ή η Γαλλία, κράτος με την ευρωπαϊκή έννοια του εικοστού αιώνα, παρά μόνο όταν θα γινόταν ευρωπαϊκή χώρα του εικοστού αιώνα. Ο Μεταξάς διέγνωσε και επιδίωξε να διορθώσει ορισμένα βασικά ελαττώματα της ελληνικής κοινότητας, που, δυστυχώς, μπορούμε να τα διαγνώσουμε και στη σημερινή ένταση, επειδή η ριζική θεραπεία που θέλησε να εφαρμόσει ναυάγησε με τον πόλεμο και το θάνατό του. Η διάγνωση αυτή θα επαληθεύσει την αρχή που είχε σαν βάση ο Μεταξάς, έστω κι αν δεν την διατύπωσε ποτέ επίσημα: ότι το κυριότερο εμπόδιο για την ελληνική πολιτική σταθερότητα είναι ο Έλληνας πολιτικός.

Το πεδίο όπου έχει να δοκιμασθεί ο Έλληνας πολιτικός είναι πλατύτερο (έστω και σε μικρότερη κλίμακα) απ' το πεδίο του δυτικού πολιτικού. Όσο κι αν διαφωνούν μεταξύ τους οι Άγγλοι πολιτικοί, υπάρχει ένα κοινό έδαφος, που έχει τεθεί μια για πάντα κάτω απ' τα πόδια τους από τη συσσωρευμένη πρόοδο αιώνων. Επειδή το έδαφος αυτό δεν πρόκειται να κλονισθεί ποτέ όχι μόνο δεν συζητούν γι' αυτό, αλλά ούτε και χρειάζεται να πουν ότι συμφωνούν για τούτο. Ένα τέτοιο κοινό έδαφος είναι κληρονομιά κάθε κράτους, που υπάρχει από αρκετούς αιώνες: αυτοί οι αιώνες είναι που λείπουν απ' την Ελλάδα. Και δεν αναπληρώνονται εύκολα, όπως νόμισε ο Μεταξάς ότι έπρεπε να γίνει, μέσα σε μια δεκαετία. […]

Λέγεται συχνά, ότι η Ελλάδα δεν έχει πραγματική διάκριση σε Αριστερά και σε Δεξιά, επειδή οι περισσότεροι Έλληνες είναι μικροϊδιοκτήτες και μικροαστοί, που δεν μπορεί παρά να είναι λίγο ή πολύ συντηρητικοί. Το ίδιο επιχείρημα, με κάποια παραλλαγή, χρησιμοποιείται μερικές φορές και για να υποστηριχθεί, ότι όλοι τους είναι λίγο ή πολύ οπαδοί του σοσιαλισμού, επειδή είναι όλοι φτωχοί. Πάντως, ό,τι κι αν είναι, υποστηρίζει σε συνέχεια η ίδια αυτή επιχειρηματολογία, είναι όλοι το ίδιο. Αυτή η αντίληψη παραβλέπει το γεγονός, ότι στις περιόδους εκλογών, παίρνουν μέρος κάθε λογής διαφορετικά κόμματα, που φθάνουν τα εξήντα συνολικά. […]

Η αδιαφορία του πολιτικού της Αθήνας για τις κοινωνικές ανάγκες της Ελλάδας, δεν τον εμποδίζει να μιλά μέχρι Δευτέρας Παρουσίας για τα προβλήματα που ενδιαφέρουν τον ίδιο στην πραγματικότητα. Χρησιμοποιώντας τα ίδια μέτρα και σταθμά με τις Μεγάλες Δυνάμεις, καταφέρνει να δείχνει θαυμαστή ευφράδεια μιλώντας για ζητήματα παγκόσμιας στρατηγικής, για τη σλαβική απειλή, για την ατομική ενέργεια, για τις γκάφες της εξωτερικής πολιτικής, για την εθνικοποίηση της βιομηχανίας που δεν έχει η χώρα του και για την τροποποίηση των συνόρων που ο ίδιος δεν τα είδε ποτέ. Η διαφορά είναι, ότι δεν πρόκειται να πληρώσει τίποτα∙ γι' αυτόν, δεν είναι παρά ένα παιχνίδι λέξεων. Ένας Έλληνας πρωθυπουργός μπορεί να μιλά σαν ίσος προς ίσον με έναν Βρετανό πρωθυπουργό∙ δεν είναι όμως σε θέση να μιλά σαν εκπρόσωπος της Ελλάδας με τον τρόπο που μπορεί ο Άγγλος να μιλά σαν εκπρόσωπος της Αγγλίας, επειδή δεν έχει πίσω του την ίδια πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κράτος, για να το εκπροσωπήσει.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην Ελλάδα και στους Έλληνες. Οι Έλληνες, σαν έθνος, ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους Άγγλους ή τους Γάλλους∙ η Ελλάδα, σαν κράτος, δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με την Αγγλία ή τη Γαλλία. Η Ελλάδα είναι μικρή και καθυστερημένη, αυτό όμως δεν είναι λόγος, για να είναι κι ο κάθε Έλληνας σαν άτομο, "μικρός" και καθυστερημένος. Ένας Έλληνας πολιτικός μπορεί πολύ καλά να διαθέτει διάνοια το ίδιο ισχυρή όσο κι ένας Άγγλος ή Γάλλος πολιτικός∙ πολλές φορές, μάλιστα, διαθέτει μεγαλύτερη οξυδέρκεια και καταπληκτική διαίσθηση. Είναι ικανός να μιλά τόσο καλά, όσο κι ο κάθε δυτικός πολιτικός, αν όχι και καλύτερα∙ αλλά αυτό είναι όλο. Είναι ο θεατής, στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού∙ ώσπου ν' αποκτήσει η Ελλάδα το κύρος ενός αληθινά κυρίαρχου κράτους, θα μένει θεατής. Δεν έχει να στηριχθεί στην ίδια κοινωνική, διοικητική, ιστορική υποδομή, όπως ο δυτικός πολιτικός∙ δεν έχει άλλη δυνατότητα, από το να παίρνει μέρος στο διεθνές πολιτικό παιχνίδι, σαν μια ιδιοφυΐα, όχι σαν εκπρόσωπος ενός κράτους∙ που σημαίνει, ότι δεν είναι σε θέση να παίξει κανένα ρόλο σ' αυτό. Είναι όμως ικανός να κατανοεί, θεωρητικά και ακαδημαϊκά, όλα τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα που ανακύπτουν σε όλη την οικουμένη. Επιθυμεί να εξασκήσει την ευφυΐα του επάνω σ' αυτά και την εξασκεί αλλά δεν κάνει τίποτε άλλο, επειδή δεν έχει κι εδώ τίποτε άλλο να κάμει. Είναι μια θεαματική εξάσκηση στο κενό.

Ο Μεταξάς έχασε την υπομονή του με την πολιτική του είδους αυτού: ήθελε χειροπιαστές πραγματικότητες. Από το 1917, όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός του Ελευθέριος Βενιζέλος διαφώνησαν σχετικά με την είσοδο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το πολιτειακό ζήτημα, που προκάλεσαν, ήταν ο μόνος σχεδόν καθοριστικός παράγοντας στις εσωτερικές υποθέσεις. Η εξουσία περνούσε διαδοχικά σ' εκείνους που υποστήριζαν το βασιλιά και ονομάζονταν Λαϊκό Κόμμα ή Λαϊκοί και στους φιλελεύθερους που ονομάζονταν Κόμμα των Φιλελευθέρων ή Βενιζελικοί. Αυτή η τομή είναι συμβατική, επειδή δεν ήταν όλοι οι φιλελεύθεροι Βενιζελικοί ούτε όλοι οι οπαδοί του Λαϊκού Κόμματος βασιλόφρονες∙ εξυπηρετεί όμως το σκοπό μιας γενικής εικόνας. Λεκτικά, εξ άλλου, δημιουργεί σύγχυση, επειδή κανένα από τα δυο κόμματα δεν ήταν λαϊκό ή φιλελεύθερο με την αγγλική έννοια και το μόνο ζήτημα που χαρακτήριζε τη διάστασή τους ήταν το πολιτειακό. Στην εναλλαγή της εξουσίας μεταξύ τους παρεμβάλλονται στρατιωτικές δικτατορίες, υπό τους στρατηγούς Πλαστήρα, Πάγκαλο και Κονδύλη∙ και, αν εξαιρέσει κανείς το μεγαλόπνοο όραμα του Βενιζέλου και το στιγμιαίο ενδιαφέρον του Πάγκαλου για το μήκος της φούστας των γυναικών, πολύ λίγα ζητήματα τ' απασχολούσαν, πέρα από τη διένεξη μεταξύ μοναρχίας και φιλελεύθερων. Οι εκλογές του Ιανουαρίου του 1936 αποκάλυψαν τελικά τη χρεοκοπία της δημοκρατίας, όπως την διαχειρίζονταν οι άνθρωποι αυτοί, αφήνοντας το ρόλο του ρυθμιστή, στο Κοινοβούλιο, στους δεκαπέντε αντιπροσώπους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τον Απρίλιο η Βουλή διέκοψε προσωρινά τις εργασίες της και αντικαταστάθηκε από μια Επιτροπή βουλευτών, που ήταν πιστή μικρογραφία της και στη σύνθεση και στις αδυναμίες της∙ τον ίδιο μήνα, ο θάνατος του πρωθυπουργού έφερε τον Μεταξά στην εξουσία. Το αδιέξοδο έκαμε να επισπευσθεί το πραξικόπημά του, γεννώντας στις καρδιές πολλών Ελλήνων το αίσθημα ότι ήταν πια καιρός.

Αποτελεί εκ των υστέρων δικαίωση του Μεταξά, το ότι Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι επανεμφανίσθηκαν στη σκηνή χωρίς σχεδόν να έχουν διευρύνει την μεταξύ τους κατανόηση ή πλουτίσει την πείρα τους, ύστερα από μια περίοδο δικτατορίας και κατοχής, απ' το 1936 ως το 1944. Στους Φιλελεύθερους μάλιστα σημειώθηκε κάποια διάσπαση, με αποτέλεσμα να χάσουν παραφυάδες τους, όπως το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Παπανδρέου και των Εθνικών Φιλελευθέρων του στρατηγού Γονατά∙ οι Λαϊκοί έχασαν λίγα άτομα μόνο, που υπέκυψαν στους πειρασμούς μιας συνεργασίας∙ ο σκληρός πυρήνας όμως και των δυο κομμάτων, όπως θα δούμε με μια γρήγορη ματιά στα κατοπινά χρόνια, δεν έκαμε τίποτε άλλο, απ' το να επαναλάβει τη διένεξη, το 1945, απ' το σημείο που είχε μείνει το 1936. Όταν τους έγιναν προτάσεις για κυβέρνηση συνασπισμού, τον Οκτώβριο του 1945, oι Λαϊκοί αρνήθηκαν, με το αιτιολογικό, κυρίως ότι το 1922 η κυβέρνηση μιας επαναστατικής μερίδας των Φιλελευθέρων είχε τουφεκίσει έξη βασιλόφρονες∙ και οι Φιλελεύθεροι, από την πλευρά τους, αρνήθηκαν με το αιτιολογικό κυρίως ότι το 1933 είχε γίνει απόπειρα δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, επί κυβερνήσεως των Λαϊκών. Όταν ρωτήθηκαν ποιες διαφορές κοινωνικής πολιτικής τους χώριζαν, καμιά από τις δυο πλευρές δεν ήταν σε θέση ν' απαντήσει, επειδή καμιά από τις δυο δεν μπορούσε να προσδιορίσει το κοινωνικό της πρόγραμμα. Παρ' όλο ότι και οι δυο πλευρές μπήκαν αμέσως στο νόημα και βιάστηκαν να εφεύρουν ένα τέτοιο πρόγραμμα, καμιά από τις δυο δεν διανοήθηκε καν, ότι θα γίνονταν ποτέ εκλογές με άλλο επίμαχο ζήτημα εκτός απ' το θέμα Μοναρχία. Οι Λαϊκοί θα μπορούσαν βέβαια να είχαν θυμηθεί, ότι τη θανατική καταδίκη των έξη βασιλοφρόνων, το 1922, την είχε υπογράψει ο βασιλιάς Γεώργιος Β'∙ και οι Φιλελεύθεροι, ότι η ευχή που άφησε ο Βενιζέλος τη στιγμή του θανάτου του, το 1935, ήταν να ενωθεί και πάλι η Ελλάδα γύρω απ' τον βασιλιά.

[…] Αποδοκίμαζε (ο Μεταξάς) το Κέντρο, επειδή ήταν προσκολλημένο στη συνταγματική διαδικασία της δημοκρατίας, που ο ίδιος την θεωρούσε χρεοκοπημένη∙ αποδοκίμαζε το ΚΚΕ, επειδή είχε υιοθετήσει μια μορφή αυταρχισμού αντίθετη από τη δική του. Επομένως, οι δημοκρατικοί πολιτικοί και οι κομμουνιστές ήταν εξ ίσου εχθροί του και καταδιώχθηκαν τόσο οι πρώτοι όσο κι οι δεύτεροι, χωρίς διάκριση. Ήθελε να επιτύχει για τη χώρα του, μέσα σε λίγα χρόνια, εκείνο που είχε χρειασθεί πολλούς αιώνες για να το επιτύχει η Ευρώπη∙ ήταν διατεθειμένος να μην ανέχεται οποιονδήποτε σπαταλούσε χρόνο με ανεδαφικές ανοησίες, όπως η δημοκρατία, ή του έκλεινε το δρόμο με αντίπαλα δόγματα, όπως ο κομμουνισμός.

Και ο πιο θερμός υποστηρικτής του Μεταξά πρέπει να παραδεχθεί ότι ήταν ανελέητος, αλλά οι αντίπαλοί του θα έπρεπε να παραδεχθούν με ειλικρίνεια ότι έβλεπε το πρόβλημα. Η ασθένεια της Ελλάδας ήταν η επιβολή ενός συγχρόνου πολιτικού συστήματος σε μια εν μέρει πρωτόγονη κοινωνία. Ο Μεταξάς πίστευε, ότι η μόνη ελπίδα για τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας βρίσκεται στην αναστολή της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Η μέθοδός του εξάλειψε όλα τα ελαττώματα που σημειώσαμε ως τώρα. Εξάλειψε την αντίθεση ανάμεσα στην καθυστέρηση του λαού και στον πολιτικό κόσμο που προπορευόταν, απομακρύνοντας από τη σκηνή τους πολιτικούς. Εξάλειψε τα ελαττώματα του εκλογικού συστήματος αντιπροσωπεύσεως, καταργώντας το κοινοβούλιο. Εξάλειψε το "σύστημα δωροδοκιών" και "προστασίας" στις πολιτικές και τις στρατιωτικές υπηρεσίες, διορίζοντας κυβερνητικούς επιτρόπους, που δεν θα απομακρύνονταν ποτέ από τη θέση τους με γενικές εκλογές, αφού δεν θα γίνονταν ποτέ γενικές εκλογές. Σε όλα αυτά, ο Μεταξάς θα μπορούσε να παραβληθεί μ' έναν γιατρό, που η μοναδική του θεραπεία για έναν πονοκέφαλο ήταν ο αποκεφαλισμός. Θα ήταν πολύ σαθρή δικαιολογία να αντιτάξει κανείς, ότι έκαμε τουλάχιστο σωστά τη διάγνωση του πονοκέφαλου.

Ωστόσο, θα ήταν αστείο να παραβάλλαμε την κυβέρνηση Μεταξά με τις δικτατορίες της Ιταλίας και της Γερμανίας. Ο όρος "φασισμός", αναφορικά με τον Μεταξά, αποτελεί ανόητη κατάχρηση, όπως ακριβώς και ο όρος "κομμουνισμός", αναφορικά με πολλούς απ' τους αντιπάλους του. Δεν ίδρυσε ένα μονοκομματικό κράτος όπως οι φασίστες∙ ίδρυσε μάλλον ένα κράτος χωρίς κόμματα. Δεν σχεδίαζε επιθετικό πόλεμο. Δεν κήρυττε κανέναν ρατσιστικό εθνικισμό ούτε ανακήρυξε κάποιον χέρενφολκ (περιούσιο λαό). Δεν προσπάθησε να δημιουργήσει μια ιδεολογική κληρονομική διαδοχή και ούτε διόρισε τουλάχιστο έναν διάδοχο του φύρερ. Ήταν προσωπικά χωρίς φιλοδοξίες, καλοκάγαθος και μάλιστα μακριά από κάθε επίδειξη. Δεν έκανε δημόσιες εμφανίσεις με εντυπωσιακές στολές ούτε επινόησε μεγαλοπρεπείς τίτλους για τον εαυτό του∙ ακόμα και τον βαθμό του στρατηγού, τον οποίο είχε αποκτήσει περισσότερο δικαιωματικά από κάθε άλλον Έλληνα που τον κατείχε, τον απαρνήθηκε εντελώς. Φαίνεται να ήθελε τη δικτατορία του μάλλον κατά το πρότυπο της δικτατορίας κατά την περίοδο της αρχαίας Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, σαν μια προσωρινή λύση, που αντικατέστησε τη συνταγματική διακυβέρνηση κάτω από συνθήκες ανάγκης, σκοπεύοντας να την αποκαταστήσει αργότερα, όταν θα ήταν δυνατή η λειτουργία της. Όσο μεγαλόπνοα όμως κι αν ήταν τα κίνητρα εκείνου που αναλαμβάνει την υπέρτατη εξουσία, είναι δύσκολο να την εγκαταλείψει. Αν ο Μεταξάς θα κατέτασσε ποτέ τον εαυτό του στην ολιγάριθμη κατηγορία των δικτατόρων που βρήκαν το θάρρος ν' αποσυρθούν όταν η αποστολή τους εκπληρώθηκε, η ιστορία δεν έδωσε την ευκαιρία να το γνωρίζει κανείς.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο σχετικά με την κυβέρνηση Μεταξά, θα μπορούσε να την κρίνει κανείς μόνο αν ολοκληρωνόταν το έργο της, που δεν ολοκληρώθηκε όμως. Το έργο αυτό θα μπορούσε να αποβεί μόνιμο, προς το καλό ή προς το κακό, μόνο όταν θα είχε τελειώσει∙ μένοντας ατελείωτο, με το θάνατό του, κατέρρευσε απόλυτα μέσα σε λίγες εβδομάδες, χωρίς ν' αφήσει ίχνη στην ελληνική ζωή, παρά μόνο στη μνήμη του λαού. Δεν είναι δύσκολο να κάμει κανείς συγκριτική απαρίθμηση των υπέρ και των κατά της κυβερνήσεως Μεταξά∙ αλλά ούτε και θα είχε θέση αυτό. Μπορούμε να βάλουμε στο ένα μέρος της πλάστιγγας τις επιτυχίες της, όπως το ότι έκαμε να λειτουργούν οι κρατικές υπηρεσίες, αντί να συνωμοτούν τα όργανά τους πίνοντας τον καφέ τους∙ το ότι σταθεροποίησε το εθνικό νόμισμα∙ το ότι αποπεράτωσε τους αυτοκινητοδρόμους που υπήρχαν, αντί να επιστρώνει εκατό μέτρα στον ένα και να τον αφήνει για ν' αρχίσει άλλον∙ ότι οργάνωσε ένα στρατό που κατόρθωσε ν' αντιμετωπίσει τους Ιταλούς μέσα σε λίγες μέρες κτλ. Στο άλλο μέρος της πλάστιγγας μπορούμε να βάλουμε τις αυθαιρεσίες που διέπραξε, όπως το ότι κατάργησε την ελευθερία του Τύπουφυλάκισε ή εξόρισε τους αντιπάλους της∙ αναμίχθηκε στα εκκλησιαστικά πράγματα∙ αντικατάστησε τους ηγέτες των συνδικάτων με δικούς της επιτρόπους∙ στρατολόγησε υποχρεωτικά τα παιδιά σε μια οργάνωση νεολαίας με ιδεολογικό χαρακτήρα∙ ίδρυσε μυστική αστυνομία κατά το γερμανικό πρότυπο κτλ. Απ' τη στιγμή όμως που θα έχουμε ισορροπήσει την πλάστιγγα, δεν δικαιώνεται η αξίωσή της στην Ιστορία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι απέτυχε, επειδή δεν ολοκλήρωσε ποτέ το έργο της. Αν και οι νόμοι της κυβερνήσεως Μεταξά δεν καταργήθηκαν τυπικά ως τον Ιούνιο του 1945, το καθεστώς της ανατράπηκε ντε φάκτο απ' τον Απρίλιο του 1941 και de jure απ' τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τα πέντε χρόνια της ζωής της δεν ήταν αρκετά.

Christopher Montague Woodhouse, Το Μήλο της Έριδος

(Εξάντας, 1976, σελ. 6-13)