Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Κοινωνική Δικαιοσύνη

Η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης έκανε την εμφάνισή της για πρώτη φορά το 19ο αιώνα και αποτέλεσε θέμα πολιτικής διαμάχης και κατά τη διάρκεια του 20ου. […]

Ο Αυστριακός οικονομολόγος Φρήντριχ Χάγιεκ ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε ένα σημαντικό σφάλμα κατά την αρχική συζήτηση περί κοινωνικής δικαιοσύνης καθώς αυτή, κατά κύριο λόγο, αποτελεί ιδιότητα των ατομικών ενεργειών. Μια πράξη, λοιπόν, είναι άδικη όταν καταπατά έναν κανονισμό που όρισε η κοινωνία, προκειμένου να μπορούν τα μέλη της να συνάψουν συνεργασίες. Έτσι για παράδειγμα, η κλοπή είναι άδικη γιατί καταστρατηγεί τον κανονισμό προστασίας της περιουσίας. Αν ερευνήσουμε, όμως, τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι πόροι σε μια κοινωνία –τα χρήματα, η περιουσία, οι εργασιακές προοπτικές κ.α.– δεν είμαστε σε θέση να χαρακτηρίσουμε την κατανομή αυτή ως άνιση ή δίκαιη, καθώς δεν απορρέει από τις πράξεις ή τις αποφάσεις ενός αποκλειστικού φορέα, αλλά από τις ενέργειες και τις αποφάσεις εκατομμυρίων διαφορετικών ανθρώπων, κανείς από τους οποίους δεν αποσκοπούσε σε κάποια συγκεκριμένη έκβαση σχετικά με την εν λόγω κατανομή.

Ο Χάγιεκ δικαιολογημένα επισημαίνει ότι η «κοινωνική κατανομή» δεν μπορεί να ανατεθεί σε έναν και μόνο φορέα, δεδομένης της πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Παραβλέπει, όμως, το γεγονός ότι το υπάρχον σύστημα κατανομής βασίζεται, σε γενικές γραμμές, στα ιδρύματα και τους θεσμούς που εμείς οι ίδιοι συστήνουμε, συνειδητά ή μη, […] Όλοι αυτοί οι θεσμοί μπορούν να αλλάξουν μέσω πολιτικής απόφασης. Από τη στιγμή, λοιπόν που δεν αλλάζουμε τα πράγματα είναι σαν να αποφασίζουμε να δεχθούμε την υπάρχουσα κατανομή των πόρων […] Η κατανομή, λοιπόν, των πόρων σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι συλλογικό ζήτημα. Αυτό που μας απασχολεί είναι ο τρόπος της δίκαιης κατανομής των κοινωνικών πόρων και οι απαιτήσεις της.

Δεν θεωρούμε ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι κάτι που πρέπει να επιδιώξουμε. Ο δεύτερος ισχυρισμός του Χάγιεκ είναι ότι στην προσπάθεια μας να προσαρμόσουμε την κατανομή των πόρων στην αρχή της δικαιοσύνης του καταμερισμού, θα κατακερματίζαμε την οικονομική ελευθερία και θα σκοτώναμε την «κότα με τα χρυσά αυγά». Ας υποθέσουμε πως ο ισχυρισμός του Χάγιεκ περί της οικονομικής αγοράς ως του αποτελεσματικότερου μέσου οργάνωσης της παραγωγής και των συναλλαγών είναι βάσιμος, και ότι οποιαδήποτε εναλλακτική λύση θα οδηγούσε τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες σε μαρασμό του βιοτικού τους επιπέδου. Το ερώτημα είναι αν η επιδίωξη της  κοινωνικής δικαιοσύνης θα οδηγούσε σε απαξίωση της οικονομικής αγοράς, ή αν είναι πιθανό να επιδιώξει κανείς το στόχο αυτό μέσω μιας οικονομικής αγοράς, η οποία είναι σωστά διαμορφωνομένη και συνεργάζεται και με άλλα ιδρύματα. 

Η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Η πιο ριζική εκδοχή, την οποία υποστηρίζουν οι οπαδοί του Μαρξισμού και ορισμένοι θεωρητικοί του κοινοτικού αναρχισμού […] ανάγει την  κοινωνική δικαιοσύνη στις αρχές της ισότητας και της ανάγκης. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, δίκαιη κοινωνία είναι εκείνη τα μέλη της οποίας μετέχουν στην καλή λειτουργία της, όπου όμως οι πόροι κατανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες, ενώ οποιοδήποτε πλεόνασμα μοιράζεται ισομερώς. Η ιδέα ότι τα άτομα χρειάζονται κίνητρα, ή αξίζουν υλική ανταμοιβή για τη συνεισφορά της, δεν έχει καμιά θέση εδώ. Θα μπορούσε μια τέτοια κοινωνία να επιβιώσει; Έχουμε πολλά παραδείγματα κοινοτήτων τα μέλη των οποίων ασκούσαν κοινωνική δικαιοσύνη ριζικής μορφής σε μικρή κλίμακα. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις κοινότητες είχαν θεολογική βάση και στηρίζονταν στη θρησκευτική εξουσία, προκειμένου να διατηρήσουν το ήθος βάσει του οποίου κάθε μέλος εργαζόταν για το κοινό καλό της κοινότητας χωρίς να περιμένει προσωπική ανταμοιβή, αν και υπάρχουν περιστατικά – το πιο χαρακτηριστικό είναι των Κιμπούτς στο Ισραήλ – κοσμικών κοινοτήτων που επιδίωκαν την επίτευξη του στόχου αυτού. Οι κοινωνίες αυτές θεωρούσαν την εγχώρια αγορά περιττή. Βασιζόταν σε αυτό που συχνά ονόμαζαν «ηθικά κίνητρα». Σύμφωνα με αυτό οι άνθρωποι συνεισέφεραν είτε επειδή πίστευαν ότι αυτό ήταν το σωστό είτε επειδή ένιωθαν τα μάτια των γειτόνων επάνω τους.

Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα μπορούσε να ασκήσει την κοινωνική δικαιοσύνη αυτής της μορφής. Φαίνεται ότι ο ανεπίσημος συγχρονισμός της ανθρώπινης συμπεριφοράς που μπορεί να επιτευχθεί στο πλαίσιο μιας μικρής κοινότητας δεν θα ήταν βιώσιμος εδώ. Η οικονομία, ως γνωστόν, πρέπει ή να βασίζεται στην αγορά, προσφέροντας στα άτομα κίνητρα προκειμένου να παράγουν τους πόρους που θα καταναλώσουν τα υπόλοιπα μέλη, ή να στηρίζεται στην πολιτεία, όπου μια κεντρική εξουσία θα σχεδιάζει την παραγωγή και θα κατευθύνει τα μέλη της προς την πραγματοποίηση του σχεδιασμού αυτού. Αν και θεωρητικά μπορεί να φανταστεί κανείς οικονομίες που εξαρτώνται αφ’ ενός από την αγορά, και αφ’ ετέρου από κάποια κεντρική εξουσία χωρίς να βασίζονται στην ισχύ των υλικών κινήτρων, στην πραγματικότητα έχει αποδειχθεί ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο (έγιναν προσπάθειες στα μέσα του 20ου αιώνα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Κίνας και της Κούβας […] αλλά το πείραμα και στις δύο περιπτώσεις αποδείχθηκε ανεπιτυχές). Η επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης στη ριζική μορφή απαιτεί τη κατάργηση της αγοράς και την αναδιοργάνωση της κοινωνίας σε μια διαφορετική κοινοτική βάση.

Πολλοί οπαδοί του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της σύγχρονης ελευθεροκρατίας τάχθηκαν υπέρ μιας πιο μετριοπαθούς άποψης περί κοινωνικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, η κοινωνική δικαιοσύνη απαιτεί τη δίκαιη κατανομή κάποιου κοινωνικών παροχών, ειδικά των δικαιωμάτων του πολίτη, όπως η ψήφος και η ελευθερία του λόγου. Απαιτεί, επίσης, την κατανομή κάποιων παροχών με βασικό κριτήριο την ανάγκη, έτσι ώστε να υπάρχουν εγγυήσεις ότι θα μπορούν όλοι οι πολίτες να έχουν ένα εισόδημα, πρόσβαση στη στέγαση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κ.α. Επιτρέπει, όμως, και την άνιση κατανομή άλλων πόρων, με την προϋπόθεση ότι θα έχουν όλοι τις ίδιες δυνατότητες να επιχειρήσουν να αυξήσουν το μερίδιό τους. Οι ανισότητες αυτές μπορούν να δικαιολογηθούν σε περιπτώσεις κατ’ αξίαν αμοιβής, ή υπό τη μορφή υλικών κινήτρων, προκειμένου τα άτομα να είναι πιο παραγωγικά και να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες από τις οποίες θα ωφεληθεί το σύνολο.

Η σημαντικότερη ίσως ερμηνεία αυτής της μορφής της κοινωνικής δικαιοσύνης ανήκει στον Τζον Ρόουλς, ο οποίος στο βιβλίο του Θεωρία της Δικαιοσύνης ισχυρίζεται ότι η δίκαιη κοινωνία πρέπει να πληροί τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να προσφέρει σε όλους τους πολίτες βασικές ελευθερίες (συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ελευθερίας όπως και το δικαίωμα ψήφου). Δεύτερον, όλοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καταλαμβάνουν κοινωνικές θέσεις με πολλά πλεονεκτήματα –για παράδειγμα, εργασίες με υψηλότερη αμοιβή- βάση του δικαιώματος των ίσων ευκαιριών. Τρίτον, οι διαφορές στο εισόδημα και στην οικονομική κατάσταση δικαιολογούνται όταν αποδεδειγμένα ωφελούν τα ασθενέστερα μέλη της κοινωνίας, με άλλα λόγια όταν προσφέρουν κίνητρα για την αύξηση, της συνολικής παραγωγικότητας της κοινωνίας, και επομένως επιτρέπουν τη διοχέτευση πόρων σε εκείνους που το έχουν ανάγκη.

Η θεωρία της κοινωνικής δικαιοσύνης του Ρόουλς δεν αποκλείει την οικονομία της αγοράς: η Τρίτη αρχή που προτείνει είναι με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένη, ώστε να δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να καρπώνονται κάποιο μέρος των κερδών, και επομένως να προσφέρουν ανταγωνιστικά προϊόντα και καλύτερες υπηρεσίες, εφόσον έχουν κίνητρο για να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητες τους όσο το δυνατόν πιο παραγωγικά. Αυτό υπονομεύει το επιχείρημα του Χάγιεκ ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ελεύθερη αγορά αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Από την άλλη πλευρά, η οικονομία της αγοράς, όπως αυτή ορίζεται από τις αρχές του Ρόουλς, διαφέρει από τα οικονομικά συστήματα που επικράτησαν στις πιο φιλελεύθερες κοινωνίες.

Η ιδέα του Ρόουλς περί των ίσων ευκαιριών είναι αρκετά ριζική. Δεν αρκεί να δοθούν καίριες θέσεις σε εκείνους που, τη στιγμή της επιλογής, δείχνουν να έχουν τα κατάλληλα προσόντα. Όσοι υποβάλλουν αίτηση για την κατάληψη κάποιας θέσης είχαν τις ίδιες ευκαιρίες να αποκτήσουν τα προσόντα, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι τη στιγμή της γέννησής τους τα άτομα με τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια κίνητρα θα πρέπει, αν μη τι άλλο, να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης κ.α. Η προϋπόθεση αυτή, όμως, δεν είναι επιτεύξιμη σε καμιά σύγχρονη κοινωνία. Επιπλέον, η Τρίτη αρχή του Ρόουλς, η οποία καλείται και «αρχή της διαφορετικότητας» επιτρέπει την ύπαρξη ανισοτήτων μόνο όταν αυτές αποδεικνύονται ωφέλιμες στο σύνολο. Στην πράξη κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ρυθμίσουν τους φόρους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται διαρκής ανακατανομή των πόρων από τους εύπορους στους φτωχούς, μέχρι το σημείο που η παραγωγικότητα των πλουσίων θα μειωθεί και το ίδιο θα συμβεί και με τους φόρους. Παρόλο που οι περισσότερες δημοκρατικές πολιτείες έχουν φορολογικά συστήματα τα οποία στηρίζουν κατά κάποιον τρόπο την εν λόγω ανακατανομή, καμία δεν επιτυγχάνει το στόχο αυτό. Οι φόροι είναι ρυθμισμένοι κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προσφέρονται σε όλους τους πολίτες ορισμένες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, […]


(Ελληνικά γράμματα, 2006, σ. 96-1020)

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Χιούμορ, ευφυΐα και υγεία

Η ευφυΐα ενός ανθρώπου μετριέται με τη δόση
του χιούμορ που είναι ικανός να χρησιμοποιήσει.

Φ. Νίτσε

Ο Νίτσε μίλησε επανειλημμένα για τη σπουδαιότητα του χιούμορ, το οποίο έβλεπε σαν σανίδα σωτηρίας από τις πίκρες που μας φέρνει η ζωή. «Ο άνθρωπος σε όλο τον κόσμο υποφέρει τρομερά τόσο που αναγκάσθηκε να επινοήσει το γέλιο».

Κι έφτασε ακόμα και να αμφισβητήσει κάθε διαβεβαίωση που παρουσιαζόταν ενδεδυμένη με υπερβολική σοβαρότητα: «Θα έπρεπε να ονομάζουμε ψεύτικη κάθε αλήθεια που δεν συνοδεύεται τουλάχιστον από ένα χαμόγελο».

Ας δούμε και τα θεραπευτικά οφέλη του γέλιου, όπως διατείνεται η ιατρική:

v     Ενεργεί σαν αναισθητικό κατά του πόνου.

v     Βελτιώνει το κυκλοφορικό σύστημα και ρυθμίζει την πίεση του αίματος.

v     Είναι αεροβική άσκηση: 5 λεπτά γέλιου ισοδυναμούν με 45 λεπτά ελαφριάς άσκησης.

v     Αποφορτίζει τα όργανα.

v     Ενισχύει τις άμυνες και προλαβαίνει ασθένειες.

v     Μειώνει το στρες και την κόπωση.

v     Απελευθερώνει ενδορφίνες: ορμόνες της ευτυχίας.

v     Προκαλεί μυϊκή χαλάρωση και ευεξία.

v     Βοηθάει ώστε τα προβλήματα να απαλύνονται.


(Εκδόσεις Πατάκη, 2009, σ. 117-118)

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Αυτά που πρέπει να ξέρει ένας ηγέτης για τους ανθρώπους

Η τηλεοπτική σειρά Boss, επικεντρώνεται στις Μακιαβελικές μηχανορραφίες ενός φανταστικού δημάρχου του Σικάγο ο οποίος ανακαλύπτει ότι πάσχει από μία σπάνια ψυχική αρρώστια, την οποία δεν δημοσιοποιεί.

Στο πρώτο επεισόδιο («Listen») της σειράς, εξηγεί, σε έναν νέο πολιτικό που θέλει να προωθήσει, με ποιον τρόπο ο πρώτος πολιτικός ηγέτης της περιοχής κατάφερε να δημιουργήσει την πρώτη κυρίαρχη πολιτική δύναμη:

Αυτό το κατάφερε επειδή καταλάβαινε κάτι βασικό για όλους τους ανθρώπους.
Θέλουν να έχουν έναν ηγέτη.
Θέλουν να διευθετούνται οι διαφορές τους.
Θέλουν να διανέμονται οι θέσεις εργασίας και να τιμωρούνται οι παραβάσεις.
Και θέλουν η πίστη τους να ανταμείβεται.
Αυτοί που τους οδηγούν σε όλα όσα θέλουν, παίρνουν δύναμη. Είναι σαν ένα συμβόλαιο, ανεπίσημο αλλά ουσιώδες. Όταν σ’ αυτά κάτι χαλάσει… πρέπει να διορθωθεί!  
video

Υπέροχο και σχετικό με την υπόθεση της σειράς είναι το τραγούδι των τίτλων: Robert Plant - "Satan Your Kingdom Must Come Down"

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Όλοι είμαστε εν μέρει τυφλοί

Το Perception είναι μια αστυνομική σειρά διαλεύκανσης εγκλημάτων. Βασικός χαρακτήρας της σειράς είναι ο Doctor Daniel Pearce (Eric McCormack). Καθηγητής νευροεσπιστήμης που διαθέτει μερικές ιδιαίτερες ικανότητες (άριστη γνώση ανθρώπινης συμπεριφοράς, λειτουργίας ανθρώπινου εγκεφάλου, αναγνώριση μοτίβων, αναγνώριση υποσυνείδητων συναισθημάτων, ενώ πάσχει και από σχιζοφρένεια) που αξιοποιούνται από το FBI για την επίλυση διαφόρων ειδών εγκλημάτων.

Στο τρίτο επεισόδιο (Blindness) της δεύτερης σεζόν ο βοηθός του καθηγητή εξηγεί στους φοιτητές γιατί όλοι είμαστε εν μέρει τυφλοί:

Αν σας έλεγα ότι όλοι είστε εν μέρει, τυφλοί; Ότι τώρα νομίζετε πως βλέπετε τον κόσμο όπως είναι πραγματικά αλλά… στην πραγματικότητα κάτι χάνετε. Ισχύει αυτό.
Κάθε φορά που ανοίγουμε τα μάτια μας το φως πέφτει πάνω στην ίριδά μας. Τα νευρικά κύτταρα και οι φωτοϋποδοχείς, ερμηνεύουν το φως… στέλνουν την πληροφορία στον εγκέφαλο κι έτσι βλέπουμε.
Αλλά υπάρχει μια περιοχή στην ίριδά μας, που δεν υπάρχουν φωτοϋποδοχείς. Αυτή ονομάζεται σκότωμα, γνωστή ως «τυφλό σημείο». Όλοι το έχουμε.
Αν ισχύει αυτό, γιατί δεν προσέχουμε μια μαύρη περιοχή στο οπτικό μας πεδίο;
Ο λόγος που δεν προσέχετε το τυφλό σας σημείο… είναι επειδή ο εγκέφαλος σας μαντεύει τι πρέπει να υπάρχει εκεί… και αυτόματα «γεμίζει» το κενό. Μερικές φορές ξέρουμε τι θέλουμε να δούμε… κι ο νεοφλοιός μας μετατρέπει την ελπίδα σε μια «εικονική πραγματικότητα».
Αυτό σημαίνει, ότι ένα μέρος του κόσμου που βλέπουμε είναι μια παραίσθηση. Είναι τρομακτικό, αν σκεφτείτε πόσο ευάλωτους μας κάνει αυτό. Οπότε πως βρίσκουμε τα τυφλά σημεία μας; Πως θα δούμε την αλήθεια που βρίσκεται μπροστά στα πόδια μας;
Μπορείτε να αρχίσετε, απλά «ανοίγοντας» το μυαλό σας. Γιατί, όπως είπε ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί Μπερξόν… «Το μάτι βλέπει μόνο ότι είναι έτοιμο να κατανοήσει το μυαλό».

video

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Εξωγήινη ζωή, ναι - επισκέπτες σε UFO, όχι

[…] θα εκθέσω ορισμένες πολύ χοντρικές εκτιμήσεις για να δείξω γιατί, ενώ μάλλον υπάρχουν άλλες μορφές ζωής στον ίδιο μας το γαλαξία, κατά πάσα πιθανότητα δεν μας έχουν κάνει επίσκεψη αβροφροσύνης παρά τους ισχυρισμούς βιβλίων όπως το The intruders του Budd Hopkins και το Communion του Whitley Strieber. Οι εκτιμήσεις μας δίνουν ένα καλό παράδειγμα του πώς η τετράγωνη λογική των αριθμών μπορεί να ελέγξει τα ψευδοεπιστημονικά παραληρήματα.

Αν η νοημοσύνη αναπτύχθηκε φυσιολογικά στη γη, είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι δεν θα έχει συμβεί και αλλού η ίδια διαδικασία. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα σύστημα φυσικών στοιχείων ικανών να πετύχουν πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς και μια πηγή ενέργειας που να διατρέχει το σύστημα. Η ροή της ενέργειας κάνει το σύστημα να «εξερευνά» ποικίλους συνδυασμούς πιθανοτήτων μέχρι να αναπτυχθεί ένα μικρό σύνολο σταθερών και σύνθετων μορίων που αποθηκεύουν ενέργεια, το οποίο στη συνέχεια εξελίσσεται χημικά σε πιο σύνθετες ενώσεις, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων αμινοξέων από τα οποία κατασκευάζονται οι πρωτεΐνες. Σιγά σιγά αναπτύσσεται η πρωτόγονη ζωή και ύστερα τα εμπορικά κέντρα.

Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 100 δισεκατομμύρια άστρα (1011) περίπου στο γαλαξία μας, το 1/10 των οποίων μπορούμε να πούμε ότι συντηρούν έναν πλανήτη. Από αυτά τα δέκα δισεκατομμύρια άστρα περίπου ίσως το ένα στα εκατό να περιλαμβάνει έναν πλανήτη που βρίσκεται μέσα στη ζώνη ζωής του άστρου, ούτε πολύ κοντά ώστε ο διαλύτης του, νερό ή μεθάνιο ή ό,τι άλλο, να βράζει και να εξατμίζεται, και ούτε πολύ μακριά ώστε να γίνεται πάγος. Τώρα έχουμε κατέβει στα εκατό εκατομμύρια άστρα (108) περίπου μέσα στο γαλαξία μας που θα μπορούσαν να συντηρήσουν μορφές ζωής. Αφού τα περισσότερα από αυτά είναι αρκετά μικρότερα από τον ήλιο μας, μόνο το 1/10 περίπου αυτών των άστρων θα μπορούσαν λογικά να θεωρηθούν υποψήφια για τη συντήρηση μορφών ζωής πάνω στους πλανήτες τους.

Ακόμη κι έτσι, μένουν 10 εκατομμύρια άστρα (107), στο γαλαξία μας και μόνο, ικανά να συντηρούν ζωή, από τα οποία ίσως το 1/10 να έχουν ήδη αναπτύξει μορφές ζωής! Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν πράγματι 106 -ή ένα εκατομμύριο- άστρα με πλανήτες που συντηρούν μορφές ζωής στο γαλαξία μας. Γιατί δεν έχουμε καμία τέτοια ένδειξη; Ένας λόγος είναι ότι ο γαλαξίας μας είναι ένα μεγάλο μέρος, με όγκο περίπου 1014 κυβικά έτη φωτός, όπου ένα έτος φωτός είναι η απόσταση που διασχίζει το φως σ' ένα χρόνο με ταχύτητα 300.000 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο - γύρω στα 10 τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα. Έτσι, κατά μέσο όρο, καθένα από αυτά τα εκατομμύρια άστρα έχει για λογαριασμό του έναν όγκο 1014 δια 106 κυβικά έτη φωτός· αυτό σημαίνει έναν όγκο ίσο με 108 κυβικά έτη φωτός για κάθε άστρο που υποθέτουμε ότι συντηρεί μορφές ζωής. Η κυβική ρίζα του 108 είναι περίπου 500, που σημαίνει ότι η μέση απόσταση ανάμεσα σε οποιοδήποτε από τα άστρα του γαλαξία μας που συντηρούν μορφές ζωής και τον πιο κοντινό του γείτονα, θα ήταν 500 έτη φωτός - περίπου δέκα δισεκατομμύρια φορές η απόσταση ανάμεσα στη γη και το φεγγάρι! Η απόσταση ανάμεσα σε κοντινούς «γειτόνους», ακόμη κι αν ήταν αρκετά μικρότερη από τον μέσο όρο, φαίνεται να αποκλείει τις συχνές επισκέψεις στα πεταχτά.

Ο δεύτερος λόγος που είναι πολύ απίθανο να δούμε πράσινα ανθρωπάκια είναι ότι οι όποιοι ενδεχόμενοι πολιτισμοί θα πρέπει να είναι διασκορπισμένοι μέσα στο χρόνο, καθώς έρχονται στη ζωή κι έπειτα σβήνουν. Μάλιστα, δεν αποκλείεται καθόλου η ζωή, από τη στιγμή που γίνεται σύνθετη, να είναι εγγενώς ασταθής και να οδηγείται στην αυτοκαταστροφή μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια. Ακόμη και αν τέτοιες ανεπτυγμένες μορφές ζωής είχαν μια μέση διάρκεια 100 εκατομμυρίων χρόνων (το διάστημα από την εμφάνιση των πρώτων θηλαστικών ως το πυρηνικό ολοκαύτωμα που θα μπορούσε να συμβεί στον εικοστό αιώνα) και κατανέμονταν ομοιόμορφα στα 12-15 δισεκατομμύρια χρόνια της ιστορίας του γαλαξία μας, το αποτέλεσμα θα ήταν να υπάρχουν λιγότερα από 10.000 άστρα στο γαλαξία μας με ανεπτυγμένες μορφές ζωής σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη στιγμή. Ο μέσος όρος της απόστασης μεταξύ γειτόνων θα αυξανόταν σε περισσότερα από 2.000 έτη φωτός.

Ο τρίτος λόγος που δεν μας ήρθαν τουρίστες είναι ότι ακόμη κι αν έχει αναπτυχθεί ζωή σε ορισμένους πλανήτες μέσα στο γαλαξία μας, υπάρχουν μάλλον λίγες πιθανότητες να ενδιαφέρονται για μας. Αυτές οι μορφές ζωής μπορεί να είναι μεγάλα σύννεφα από αέρια μεθανίου, ή αυτοκατευθυνόμενα μαγνητικά πεδία, ή μεγάλες πεδιάδες με πατατοειδή όντα, ή γιγαντιαίες υπάρξεις στο μέγεθος πλανητών που περνούν την ώρα τους τραγουδώντας περίπλοκες συμφωνίες, ή, το πιθανότερο ακόμη, ένα είδος πλανητικού αφρού κολλημένου στις πλευρές των βράχων που βλέπουν προς τον ήλιο τους. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να υποθέσουμε ότι κάποια από τις παραπάνω μορφές θα συμμεριζόταν τους στόχους ή την ψυχολογία μας και θα προσπαθούσε να μας βρει.

Με δυο λόγια, ενώ μάλλον υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες στο γαλαξία μας, οι επισημάνσεις UFO είναι σχεδόν σίγουρα αυτό και μόνο - επισημάνσεις ιπτάμενων αντικειμένων αγνώστου ή μη αναγνωρισμένης ταυτότητας [Unidentified Flying Objects]. Μη αναγνωρισμένης, ναι -αλλά όχι και μη αναγνωρίσιμης ή ξένης.

Τζων Άλλεν Πάουλος, Αριθμοφοβία 

(Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1991, σσ. 89-92)

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Ατομική ψυχολογία του Adler

Ο Alfred Adler (1870-1935), ψυχίατρος από τη Βιέννη, υπήρξε μαθητής του Freud. Συνεργάστηκε αρχικά με το δάσκαλό του (γύρω στα 1902), πολύ γρήγορα όμως (το 1911) διαφοροποίησε τη θέση του και δημιούργησε δική του ψυχαναλυτική θεωρία. Ο Adler τονίζει ιδιαίτερα τη σπουδαιότητα του συνόλου της ατομικής ζωής - του εξελικτικού ιστορικού και της παρούσας κατάστασης - όπως τα βιώνει το ίδιο το άτομο. Γι’ αυτό, την ψυχολογία του την ονομάζει «Ατομική ψυχολογία».

Ο  Adler δέχεται, όπως και ο Freud, την ύπαρξη ενός δυναμικού ασυνειδήτου. Ως βασικό κίνητρο δραστηριότητας όμως δεν θεωρεί τη γενετήσια ορμή, αλλά την ορμή για την υπερνίκηση ατελειών και μειονεκτημάτων, την ορμή για επικράτηση, για κυριαρχία και για κοινωνική αναγνώριση. Τα άτομα, που δεν κατορθώνουν να ικανοποιήσουν την ορμή για επικράτηση, αναπτύσσουν το συναίσθημα της μειονεξίας. Το άτομο με συναίσθημα μειονεξίας νιώθει ότι είναι κατώτερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Το συναίσθημα αυτό μπορεί να δημιουργηθεί όταν το άτομο έχει ελαττωματικά σωματικά χαρακτηριστικά (όπως π.χ. δυσμορφία, σωματική αναπηρία, σεξουαλική ανεπάρκεια) ή εξαιτίας του οικογενειακού περιβάλλοντος (ταπεινή οικογενειακή καταγωγή, εξώγαμο τέκνο, διαζευγμένοι γονείς).

Πολλά άτομα κατορθώνουν να ξεπεράσουν τις παντός είδους «μειονεκτικές» καταστάσεις, επιζητώντας να διακριθούν σε έναν άλλον τομέα, αντισταθμίζοντας έτσι τη μειονεκτική τους θέση. Στη λειτουργία της αντιστάθμισης οφείλονται, κατά τον Adler, τα μεγάλα επιτεύγματα ελαττωματικών ατόμων. Έτσι π.χ. ο Δημοσθένης της αρχαιότητας κατόρθωσε να ξεπεράσει τον τραυλισμό του και να γίνει μεγάλος ρήτορας- ο κουτσός Αγησίλαος αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός- ο κουφός Beethoven έγραψε την περίφημη ένατη συμφωνία κ.ά. Όσα όμως άτομα δεν κατορθώσουν να ξεπεράσουν την ανεπάρκειά τους με τρόπο θετικό, αναπτύσσουν νευρωσικά συμπτώματα - φανταστικές ασθένειες, για να δικαιολογήσουν την αδυναμία τους. Το παραμελημένο παιδί της οικογένειας π.χ. παρουσιάζει πονοκεφάλους, ζαλάδες και εμετούς, για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των γονέων. Κλασικό είναι το παράδειγμα του Ηρόστρατου που έκαψε το ναό της Εφέσου, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, για να μείνει το όνομά του στην ιστορία (ηροστράτειος δόξα).

Ο Adler υποστηρίζει ότι σι νευρώσεις οφείλονται στο συναίσθημα μειονεξίας που δημιουργείται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ορμή για επικράτηση και στην αδυναμία του ατόμου να ικανοποιήσει την ορμή αυτή με θετικό τρόπο. Η διάγνωση και η θεραπεία των νευρώσεων, κατά τον Adler, βασίζεται στη μελέτη του ατομικού-εξελικτικού ιστορικού του ασθενούς. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του ιστορικού του ασθενούς και της οικογένειας του είναι το μέσο για να διαπιστωθεί ποιο πρότυπο ζωής, ποιο στυλ ζωής, έχει υιοθετήσει ο ασθενής και σε ποιον τομέα προσπάθησε να διακριθεί. Έτσι, εντοπίζεται τι είναι εκείνο που του δημιουργεί το συναίσθημα μειονεξίας. Εν συνεχεία, επισημαίνεται στον ασθενή η εσφαλμένη τακτική που ακολουθεί στη ζωή, με το να υποτιμά τις πραγματικές του δυνατότητες, και του υποδεικνύονται τα θετικά του στοιχεία και οι τομείς, στους οποίους μπορεί να προσφέρει και να επιτύχει.

Βασικό στοιχείο για τη θεραπεία των νευρώσεων είναι η τόνωση του αυτοσυναισθήματος του ασθενούς, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως με την ενθάρρυνση να αναλάβει έργα που μπορεί να ολοκληρώνει με επιτυχία. Το παιδί π.χ., που κλέβει το μολύβι της δασκάλας του, προβαίνει στην ανεπιθύμητη αυτή πράξη για να συλληφθεί και έτσι να γίνει το επίκεντρο της προσοχής και να βγει από την απομόνωση και την αφάνεια, στην οποία νομίζει ότι το έχει καταδικάσει η τάξη. Η δασκάλα πρέπει να συλλάβει το ιδιαίτερο «μήνυμα» μιας τέτοιας πράξης του παιδιού και, αντί να το τιμωρήσει και να το αποδοκιμάσει, να τού δώσει ευκαιρίες, με την ανάθεση διαφόρων πρωτοβουλιών, να «φανεί» μέσα στην τάξη.

Ο Adler τονίζει τη σπουδαιότητα της οικογένειας για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού. Μέσα στην οικογένεια το άτομο δημιουργεί το ιδιαίτερο στυλ ζωής, το χαρακτήρα, που θα διατηρήσει στην κατοπινή του ζωή. Ήδη στο 4ο ή 5ο έτος της ηλικίας το μοντέλο ζωής του παιδιού έχει βασικά διαμορφωθεί. Έτσι π.χ. το παραχαϊδεμένο παιδί θέλει πάντα να γίνεται το χατήρι του∙ ο πρωτότοκος ακολουθεί συντηρητική γραμμή, γιατί έτσι θα διατηρήσει τα κεκτημένα∙ ο δευτερότοκος γίνεται επαναστάτης και αρνητής, για να υπερκεράσει τον ισχυρότερο του μεγαλύτερο αδελφό κ.ο.κ.

Ο Adler δημιούργησε μια ολοκληρωμένη ψυχαναλυτική θεωρία, η οποία εισάγει στο χώρο της ψυχολογίας της προσωπικότητας και της κλινικής ψυχολογίας νέες θεωρήσεις. Αναμφισβήτητα, η ορμή για αναγνώριση και επικράτηση διέπει, άλλοτε σε μικρό και άλλοτε σε μεγάλο βαθμό, την ανθρώπινη συμπεριφορά. Πολλές ενέργειές μας ερμηνεύονται με βάση την ορμή αυτή. Η άποψη όμως του Adler, ότι τα μεγάλα επιτεύγματα οφείλονται στην προσπάθεια του ατόμου για αντιστάθμιση του συναισθήματος μειονεξίας, εμπεριέχει το στοιχείο της υπερβολής. Τα ελαττωματικά άτομα δεν έχουν πάντοτε συναίσθημα μειονεξίας. Σημαντική και γενικής αποδοχής επίσης είναι η άποψή του ότι το οικογενειακό περιβάλλον ασκεί τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου. Ο θεραπευτής πρέπει να ανατρέξει στο οικογενειακό και ατομικό ιστορικό, για να αποκτήσει μια σαφέστερη και πληρέστερη αντίληψη για το άτομο και να εντοπίσει την αιτία που δημιουργεί τη νεύρωση.

Ο Adler, αντίθετα από το δάσκαλό του, τον Freud, δεν περιορίζεται μόνο στην ανεύρεσή της αιτίας που δημιουργεί τη νεύρωση και τη συνειδητοποίησή της, αλλά προχωρεί και σε ενεργητική αντιμετώπιση της ασθένειας. Με τη μέθοδό του αποβλέπει στην ενίσχυση του αυτοσυναισθήματος του ασθενούς. Η μέθοδος αυτή είναι πιο εύκολη στην εφαρμογή της και απαιτεί λιγότερο χρόνο από ό,τι η ορθόδοξη ψυχανάλυση του Freud.

Ένα μειονέκτημα της θεωρίας του Adler είναι ότι στα κίνητρα των πράξεων του ανθρώπου περιέλαβε μόνο το συναίσθημα μειονεξίας και δεν αναφέρεται καθόλου στο συναίσθημα ανωτερότητας και κενοδοξίας, το οποίο εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα και έχει σοβαρότερες επιπτώσεις τόσο για το άτομο όσο και για το κοινωνικό σύνολο (όλες οι θρησκείες καυτηριάζουν την τάση αυτή του ανθρώπου).

Ιωάν. Ν. Παρασκευόπουλος, Κλινική Ψυχολογία

(Ιδιωτική έκδοση, 1988, σ. 54-57)


Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Τα βελανίδια και η βελανιδιά

Η σημερινή γενιά έχει μια παράξενη μορφή αυτοσυνείδησης και ασκεί στον εαυτό της μια παράξενη μορφή αυτοκριτικής. Έχει τη συνείδηση ότι είναι μια γενιά μεταβατική, ή ακόμα καλύτερα, πιστεύει για τον εαυτό της ότι είναι κάτι σαν μια έγκυος γυναίκα: Νομίζει ότι είναι έτοιμη να γεννήσει και περιμένει να γεννήσει ένα μεγάλο παιδί. Διαβάζουμε συχνά ότι «βρισκόμαστε εν αναμονή ενός Χριστόφορου Κολόμβου που θα ανακαλύψει μια καινούργια Αμερική της τέχνης, του πολιτισμού, της ηθικής». Διαβάζουμε επίσης ότι ζούμε σε μια προδαντική εποχή: περιμένουμε τον καινούργιο Δάντη που θα συνθέσει ρωμαλέα το παλιό και το καινούργιο και θα δώσει στο καινούργιο τη ζωτική ώθηση. Αυτός ο τρόπος σκέψης, ο οποίος ανατρέχει σε μυθικές εικόνες παρμένες από την ιστορική εξέλιξη του παρελθόντος, είναι από τους πιο παράξενους και ενδιαφέροντες για την κατανόηση του παρόντος, της κενότητας του, της ηθικής και πνευματικής αργίας. […]

Το ζήτημα θα μπορούσε να μπει έτσι: κάθε «βελανίδι» μπορεί να σκέφτεται ότι θα γίνει βελανιδιά. Εάν τα βελανίδια είχαν ιδεολογία, αυτή θα ήταν ακριβώς να αισθάνονται ότι «εγκυμονούν» βελανιδιές. Αλλά στην πραγματικότητα τα 99,9% των βελανιδιών χρησιμεύουν για το φαγητό των χοίρων, και το πολύ, συμβάλουν στην παρασκευή λουκάνικων και μορταδέλλας.


Ανθολόγος Λουκάς Αξελός

(Στοχαστής, 2013, σ. 27-28)






Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Η γενεαλογία του Στωικισμού

Η σύνδεση του στωικισμού με παλαιότερες φιλοσοφίες και ιδιαίτερα μ’ εκείνη του Σωκράτη είναι προφανής. […] Όμως και τα νέα στοιχεία δεν είναι λίγα. Από πού προέρχονται; Όλοι σχεδόν οι ερμηνευτές συμφωνούν πως το πρωτότυπα στοιχεία του στωικισμού καθορίζονται από τη συγκεκριμένη πολιτικές και ιστορικές συνθήκες που επικρατούν στα τέλη του τέταρτου αιώνα π. Χ. Είναι, λένε, περίοδος ηθικής και πολιτικής αποσύνθεσης. Οι αξίες της πόλης – κράτους και τα παλαιότερα θρησκευτικά ιδανικά έχουν καταρρεύσει, και προκύπτει η ανάγκη αναζήτησης νέων θεμελίων για τη ζωή. Πρέπει να κατευναστούν οι φόβοι των ανθρώπων, να χαλιναγωγηθούν οι επιθυμίες τους. Όμως πόσα μπορούν να εξηγηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο; […] Και επιπλέον, αν το ζητούμενο ήταν μια απάντηση, ο στωικισμός δεν υπήρξε η μοναδική. Η φιλοσοφία του Επίκουρου επίσης κατευνάζει τους φόβους και χαλιναγωγεί τις επιθυμίες – αλλά με πόσο διαφορετικό τρόπο! […]

Όχι· αν υπάρχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του στωικισμού που οφείλεται στην τότε κατάσταση, είναι αυτό που μοιράζεται από κοινού με τον επικουρισμό. Και εννοώ τη νέα συνείδηση της δύναμης του ανθρώπου όπως αναδύεται τον τέταρτο αιώνα, την πίστη στην αποθέωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Λίγα χρόνια μετά την άφιξη του στην Αθήνα το 307, ο Ζήνων παρακολούθησε και άκουσε τους Αθηναίους να υποδέχονται τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, έναν από τους Επιγόνους του Μ. Αλεξάνδρου. […]  Τον υποδέχθηκαν όχι μόνο με θυμιάματα και στεφάνους και σπονδές αλλά και με χορωδιακές πομπές και παιάνες. Και όταν οι χορωδοί συνενώθηκαν με το πλήθος, σύσσωμοι έψαλλαν επανειλημμένα την επωδό: «… είναι ο μόνος αληθινός θεός, … Οι άλλοι θεοί κοιμούνται ή λείπουν μακριά ή δεν υπάρχουν καν …». (Αθήναιου Δειπνοσοφισταί, VI, 62). Ο ζωντανός θεός με την ανθρώπινη μορφή αντικατέστησε τον θεό τον λαξεμένο σε πέτρα, χρυσό ή ελεφαντόδοντο.

Όμως τι λογής άνθρωποι ήσαν οι νέοι «θεοί»; Τουλάχιστον ξέρουμε τη γνώμη που είχαν οι Κυνικοί, στους οποίους μαθήτευσε ο Ζήνων […] «Ο Φίλιππος και οι σύντροφοί του ζούσαν μες στην σπατάλη … με συνεχείς λεηλασίες … Ποτέ δε γνώρισε η ιστορία τόσο άγρια κτήνη …» (Θεόπομπος). Τέτοιοι χαρακτήρες, «όπως φαίνεται, εγγυώνται την επιτυχία, τη φήμη και μια αχανή αυτοκρατορία». Και πιο ρόλο έπαιξε ο Αλέξανδρος, ο μεγάλος βασιλιάς, από τον οποίο πολλοί υποθέτουν πως οι Στωικοί εμπνεύστηκαν το όραμά τους για ένα οικουμενικό κράτος και για την ενότητα της ανθρωπότητας; Στο πρόσωπό του η ανθρώπινη πλεονεξία βρίσκει το αποκορύφωμά της. «Ο Αλέξανδρος», λέει ο Σενέκας, «παρ’ όλο που έφτασε ως τις ακτές του Ινδικού Ωκεανού, λαχταρούσε ακόμη μεγαλύτερη επικράτεια απ’ αυτή που είχε ήδη κατακτήσει. … μέχρι το τέλος του η πλεονεξία του παρέμενε ακόρεστη». 

Τα πάντα ανήκουν στο σοφό –κι ο σοφός δεν αρκείται στα λίγα-, όμως τούτες οι «κτήσεις» του έχουν άλλο νόημα από εκείνες του Αλέξανδρου (De Beneficiis VII, 2, 5). Αντί να υποτάξει τον κόσμο, υποτάσσει τον εαυτό του· αντί να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία ανθρώπων και πραγμάτων, οικοδομεί τον βίο που κυβερνάται από τον λόγο και ορίζεται από τη διάνοια. […]

Και βέβαια ο σοφός σύμφωνα με τους Στωικούς δεν είναι απλώς κάποιος που ζει προς χάρη της ηθικής πράξης, όπως τον απεικόνισαν μέχρι τώρα, αλλά είναι κατ’ εξοχήν άνθρωπος που γνωρίζει αλλά ποτέ δεν γνωμοδοτεί (SVF 1 απ. 54 = Στοβαίος Ανθολ. 2.7.11 και Δ. Λαέρτ. 7.121). Να μια άποψη πρωτάκουστη στην εποχή της. Κανένα στωικό παράδοξο δεν διακωμωδήθηκε περισσότερο. Το παράδοξο αυτό όμως δηλώνει πως ο σοφός, και όταν πρόκειται για την αλήθεια, πάντα αποβλέπει στο ιδεώδες της τελειότητας.

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του στωικισμού […], ο σοφός είναι ένας μάρτυρας της φυσικής τάξης, θαυμαστής και λάτρης της Φύσης. Η έρευνα ή ο στοχασμός, λέει ο Σενέκας, είναι μια από τις μορφές της ανθρώπινης ύπαρξης, κι όχι απλά ένα καταφύγιο για τον κάθε άεργο. Και προσθέτει: «Ακριβώς επειδή αφοσιώθηκαν στη μελέτη της αλήθειας, ο Ζήνων, ο Κλεάνθης κι ο Χρύσιππος έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα πολύ περισσότερα απ’ όλους όσοι αφοσιώθηκαν στην πολιτική δράση» (Σενέκας, De Otio 5, 6) […]

Ναι, αληθεύει πως υψηλότερος σκοπός του σοφού είναι να μάθει πώς να συμπεριφέρεται στη ζωή· κι ο Ζήνων έλεγε, παραφράζοντας τον Ησίοδο: «“Πανάριστος είναι εκείνος που πειθαρχεί στις ορθές παραινέσεις· αλλά κι εκείνος που ανακαλύπτει τα πάντα μόνος του είναι γενναίος και δυνατός”. Ο δεύτερος διαθέτει απλά μια ευρεία αντίληψη ενώ ο πρώτος όταν αποδέχεται τη σωστή καθοδήγηση, προχωρά στην πράξη» (SVF 1 απ. 235 = Διογ. Λαέρτ. 7. 25-26). Όμως μήτε ο Ζήνων μήτε κανείς άλλος Στωικός δεν αμφισβήτησε ποτέ πως η ορθή συμβουλή δεν πρέπει απλά να βασίζεται σε ηθικά προστάγματα μα στην κατανόηση του κόσμου και στην αλήθεια. […]

Οι αρχαίοι συχνά λέγανε πως η πλατωνική, η αριστοτελική και η στωική ηθική δεν διέφεραν ουσιαστικά ως προς το περιεχόμενο, […] Ωστόσο η καινοτομία της στωικής φυσικής και λογικής ήταν αδιαμφισβήτητη· και το ότι σηματοδοτούσε την αποφασιστική προσπάθεια της Στοάς να εδραιώσει την αλήθεια, φανερώνεται από τις βίαιες επιθέσεις των αρχαίων Σκεπτικών κατά του στωικισμού […]

Αυτές οι επιθέσεις μαρτυρούν όχι την αδυναμία του στωικισμού αλλά το γεγονός ότι ο σκεπτικισμός δεν θα ήταν ασφαλής αν δεν μπορούσε να ανασκευάσει τη στωική επιστημολογία και μεταφυσική. Κι είναι αλήθεια πως στα χρόνια του Κικέρωνα, η επιστημολογία του Ζήνωνα, που παρέμενε αμετάβλητη, προκάλεσε την παροδική έκλειψη του Σκεπτικισμού: ο Αντίοχος βρήκε πως ήταν αδύνατο να ανασκευαστεί η ζηνώνεια επιστημολογία. […]

Δεν μπορεί να αληθεύει, λοιπόν, πως οι άνθρωποι δέχτηκαν το μήνυμα του Ζήνωνα (στο οποίο πάνω απ’ όλα βαραίνει το «ούτως υπαγορεύει η λογική»), όχι επειδή πείστηκαν με ένα ψυχρό και διανοητικό τρόπο, αλλά επειδή πίσω απ’ τις ιδέες βρίσκονταν μια τρομερά ισχυρή προσωπικότητα κι επειδή κάτι βαθιά μες στην καρδιά τους ξύπνησε και ανταποκρίθηκε στη διδασκαλία του […]

Στα μάτια του ιδεαλιστή ο στωικισμός πάντα θα μοιάζει οπισθοδρομικός και ακατέργαστος σε σύγκριση με τον πλατωνισμό και τον αριστοτελισμό· αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι καινούργιες στωικές θέσεις ήσαν προϊόντα ακρισίας ή πως οι Στωικοί δεν πέρασαν από κόσκινο τις προηγούμενες θεωρίες. Δεν είναι τυχαίο που επέστρεψαν στους προσωκρατικούς […] Ο Ζήνων θέλησε να συμβουλευτεί το μαντείο ζητώντας να μάθει τι έπρεπε να κάνει για να είναι άριστος ο βίος του, και η απάντηση του θεού ήταν πως έπρεπε να «συγχρωτιστεί» με τους νεκρούς. Και κατάλαβε πως το νόημα του χρησμού ήταν να μελετά τους αρχαίους συγγραφείς (Διογ. Λαέρτ., VII, 2).

Με άλλα λόγια, η στωική ηθική δεν είναι μια ηθική που καθορίζεται μόνο από πρακτικούς στόχους. Δεν διασφαλίζεται απλά και μόνο με το να υιοθετεί ιδέες που μπορεί να φανούν χρήσιμες ή να μπαλώνουν μια κατάσταση ανάγκης. Ο σοφός πράττει το πρέπον γιατί πιστεύει πως έτσι ακολουθεί της επιταγές της φύσης. Η Φύση, όπως την αντιλαμβάνεται ερευνώντας την αλήθεια, είναι το άστρο που τον οδηγεί. 

Ludwig EdelsteinΟ Στωικός Σοφός

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ, 2002, σελ. 30-37)

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Ήρων, Ζεν και Αϊνστάιν

Σε μία σκηνή του 8ου επεισοδίου της τέταρτης σεζόν (Tabu) της τηλεοπτικής σειράς "Numb3rs", οι πρωταγωνιστές συζητούν για την πηγή του Ήρωνα του Αλεξανδρινού, το Ζεν και τη θέση του Αϊνστάιν για τη θρησκεία:

Τσαρλς: Το πήρες αυτό από το αγαπημένο σου κατάστημα;
Λάρρι: Όχι Τσαρλς. Αυτό δεν μπορείς να το αγοράσεις σε κανένα κατάστημα. Κατασκεύασα τη δική μου πηγή του Ήρωνα.
Αμίτα: Ονομάστηκε από τον Ήρωνα τον Αλεξανδρινό, τον Έλληνα μαθηματικό και μηχανικό. Ξέρεις, από την στιγμή που έχουμε την σωστή πίεση, το νερό ρέει κάτω από τη δική του πίεση.
Τσαρλς: Και πως αυτό γίνεται μέρος της επίτευξης του δικού σου Ζεν, Λάρρι;
Λάρρι: Ο Αϊνστάιν είπε ότι η θρησκεία, πρέπει να προέρχεται από την εμπειρία όλων των πραγμάτων και φυσικών και πνευματικών σε μια μεστή ενότητα. Τώρα φτιαγμένο από τα κομμάτια της παλιάς μου βιβλιοθήκης, αυτή η πηγή είναι το τέλειο ανάλογο της τέλειας ολοκλήρωσης και της φυσικής και της πνευματικής ζωής μου.  

video