Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Ιωάννης Καποδίστριας: Η Ελβετία ευγνωμονούσα, η Ελλάς δολοφονούσα…

1831. Η Ελλάδα έχει μόλις την προηγούμενη χρονιά γίνει κράτος, έπειτα από μια επανάσταση που είχε αρχίσει δέκα χρόνια πριν και που διήλθε μέσα από τεράστιες περιπέτειες, σχεδόν αποτυγχάνοντας. Τώρα, όμως, έχει, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της αποκτήσει σύνορα, διεθνή αναγνώριση και χτίζει τις πρώτες της δομές. Μέχρι που, [...], στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, με το παλαιό ημερολόγιο της εποχής, ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, πέφτει νεκρός από μία σφαίρα στο Ναύπλιο. Μια κακοδαιμονία που οι επιπτώσεις της φτάνουν, θα μπορούσε κανείς να πει, ακόμα μέχρι και σήμερα, [...]. 

Ο φάκελος της δολοφονίας Καποδίστρια στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών είναι ένας από εκείνους που δεν άνοιξαν ποτέ: ακόμα μέχρι και σήμερα παραμένει διαβαθμισμένος με απόρρητα έγγραφα, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο καθώς οι πιο πολλοί φάκελοι ανοίγουν τριάντα χρόνια μετά. Όμως όχι αυτός για τον Καποδίστρια. Ιστορικοί εικάζουν ότι οι πληροφορίες που περιέχονται εκεί για τη δολοφονία του, είναι συνταρακτικές.

Το τι σήμαινε ο Καποδίστριας για την Ελλάδα και το τι τραγωδία υπήρξε η δολοφονία του για τον τόπο, το ξέρουν όλοι. Εκείνο που ελάχιστοι στην Ελλάδα δυστυχώς ακόμα γνωρίζουν, είναι το τι σήμαινε ο Καποδίστριας για μία άλλη χώρα με την οποία είχε εμπλακεί πολύ ενεργά ως διεθνής διαμεσολαβητής εκπρόσωπος του Τσάρου, πριν έρθει στην Ελλάδα: την Ελβετία.

Ο Καποδίστριας υπήρξε ο εμπνευστής της ελβετικής ουδετερότητας, αλλά και ο άνθρωπος που κατάφερε να «φέρει» στην ελβετική συμπολιτεία τα καντόνια της Γενεύης και της Λωζάνης, νικώντας κατά κράτος διπλωματικά τον άρχοντα της ευρωπαϊκής διπλωματίας στη μετά το Ναπολέοντα εποχή, τον Μέτερνιχ.

Οι Ελβετοί γιορτάζουν ως εθνικό τους ήρωα τον Καποδίστρια και δεν έχουν άδικο: συνέβαλλε καθοριστικά στο να γλιτώσει η μικρή χώρα από τις μεγάλες δυνάμεις που τη διεκδικούσαν ως προτεκτοράτο, αλλά, το κυριότερο, να γίνει αυτό που έγινε στο μέλλον, καθώς η ανάπτυξή της βασίστηκε αποφασιστικά στην ουδετερότητα: έτσι έχτισε την τραπεζική της μοναδικότητα, έτσι γλίτωσε από τους φονικούς πολέμους στον 19ο και στον 20ο, κυρίως, αιώνα, έτσι έγινε παγκόσμιο κέντρο προσέλκυσης πλούτου και, στη συνέχεια, πλουσίων.

Το μοντέλο που είχε ο Καποδίστριας στο μυαλό του για την Ελλάδα, ήταν παρόμοιο με αυτό που βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλον, να αποκτήσει η Ελβετία. Άλλωστε, υπήρχαν και πολλές αναλογίες μεταξύ των οποίων οι κυριότερες είναι ότι μεγάλες δυνάμεις, αυτοκρατορίες, αντιμάχονταν για να καταφέρουν να θέσουν τις δύο χώρες στην επιρροή τους, αλλά και ότι και οι δύο ήταν πολύ φτωχές χώρες στο ξεκίνημά τους – κάτι που πολλοί σήμερα επίσης αγνοούν.

Η Ελβετία τα κατάφερε. Χρωστά πολλά στον Καποδίστρια γι αυτό και το θυμάται ακόμα και σήμερα με την «Ακτή Καποδίστρια» στο Ροδανό ποταμό στο κέντρο της Γενεύης, με τα στεφάνια που του καταθέτουν κάθε χρόνο στην εθνική γιορτή τους, με την πλάκα στο σπίτι του στην παλιά πόλη της Γενεύης, με την επίτιμη ανάδειξή του σε πολίτη της Γενεύης και της Λωζάνης – τα σχετικά με τη δράση του Καποδίστρια στην Ελβετία φυλάσσονται στα κρατικά αρχεία της Γενεύης. 

Και στην Ελλάδα πάντως υπάρχουν αγάλματά του: θυμίζουν ότι τον σκοτώσαμε και, συνήθως, βρίσκονται, ειδικά στην Αθήνα, στο έλεος των συνθημάτων, των γράφιτι και της βρώμας… 

Γεώργιος Μαλούχος

Πηγή: www. tovima.gr (27/09/2014)

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έρωτας στον Πλάτωνα

Βασίλης Κάλφας
Καθηγητής Αρχαίας Φιλοσοφίας
Τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


[…] Ο Πλάτων θα αφιερώσει δύο από τους ωραιότερους διαλόγους του στον έρωτα –Το Συμπόσιο και τον Φαίδρο-, ενώ το μοτίβο του φιλοσοφικού έρωτα διατρέχει το έργο του από τον πρώιμο Χαρμίδη, όπου η αρετή της σωφροσύνης εισάγεται ως το αντίθετο της ερωτικής άκρατης ορμής, μέχρι την ύστερη 7η Επιστολή […]
[…] Ο «έρωτας» στα αρχαία ελληνικά διατηρεί πάντοτε ως πρωτεύουσα σημασία του τη σεξουαλική έλξη. Δεν περιγράφει μια κατάσταση ή ένα συναίσθημα, αλλά μια ορμή κίνησης προς ένα αντικείμενο επιθυμίας. Και είναι μια ορμή που δεν προϋποθέτει αμοιβαιότητα: οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου προσώπου παραμένουν σαφώς διακριτοί.
[…] Ο Αριστοτέλης […] στα Μετά τα φυσικά αναζητά προδρόμους του δικού του ποιητικού αιτίου, της δύναμης δηλαδή που κινεί τα πράγματα:
Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ο πρώτος που αναζήτησε μια τέτοιου είδους αιτία ήταν ο Ησίοδος, ή και κάποιος άλλος που έθεσε ως αρχή ανάμεσα στα όντα τον έρωτα ή την επιθυμία, όπως για παράδειγμα ο Παρμενίδης. Γιατί λέει ο Παρμενίδης περιγράφοντας τη δημιουργία του σύμπαντος: «πρώτον απ’ όλους τους θεούς συνέλαβε τον έρωτα»,[1] και ο Ησίοδος: «πρώτα απ’ όλα τα πράγματα το Χάος γεννήθηκε, κι έπειτα η ευρύστερνη Γη […] και ο Έρωτας, που ξεχωρίζει ανάμεσα στους αθανάτους»,[2] σαν να πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στα όντα κάποια αιτία που θα κινεί και θα συναρμόζει τα πράγματα. (Α 984b23-31)
 Ο Αριστοτέλης θα συσχετίσει τον έρωτα του Ησιόδου και του Παρμενίδη με τη «φιλότητα» του Εμπεδοκλή (που δεν ισοδυναμεί με τον έρωτα, αλλά είναι πάντως μια δύναμη ένωσης των ομοειδών), δίνοντας με τον συνήθη περιεκτικό του τρόπο τη λειτουργία που θα μπορούσε να έχει ο έρωτας στην προσωκρατική σκέψη: ο έρωτας είναι η προσωποποίηση της δύναμης ή της αιτίας κίνησης των όντων στο σύμπαν.
Στη φιλοσοφία του Πλάτωνα τη λειτουργία αυτή θα την αναλάβει η ψυχή. Η κοσμική ψυχή διευθύνει και κινεί τα πάντα στο σύμπαν, όπως η ανθρώπινη ψυχή ελέγχει και κινητοποιεί τον ανθρώπινο οργανισμό. Στον έρωτα ο Πλάτων θα αναθέσει έναν διαφορετικό ρόλο και πρωτόγνωρο : ο έρωτας, η πιο ισχυρή και πολύπλοκη ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ανέλπιστος εσωτερικός σύμμαχος μας στο δρόμο προς την αληθινή φιλοσοφία. Η ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις ιδέες. Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας έχει κάτι το φιλοσοφικό, γιατί όπως ο φιλόσοφος (ο «φιλών την σοφίαν») βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, έτσι και ο έρωτας, που είναι εξ ορισμού ανικανοποίητος, είναι ένας δαίμων που παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και την πλήρωση, την ασχήμια και την ωραιότητα, τη θνητότητα και την αθανασία.
Στο Συμπόσιο, τον ωραιότερο του ίσως διάλογο, ο Πλάτων παρουσιάζει τη συνομιλία έξι φίλων (του Φαίδρου, του Παυσανία, του Ερυξίμαχου, του Αγάθωνα, του Αριστοφάνη και του Σωκράτη), ιστορικών και διάσημων προσώπων του 5ου αιώνα π. Χ., ο καθένας από τους οποίους αναλαμβάνει να δώσει ένα εγκώμιο του έρωτα. Οι διαδοχικοί λόγοι οδηγούνται σε κορύφωση, όταν τελευταίος μιλά ο Σωκράτης και μας μεταφέρει όσα έμαθε για τον έρωτα από μια μυστηριώδη γυναίκα, την ιέρεια Διοτίμα. Για τον Σωκράτη ο έρωτας είναι δαίμων, γιος του Πόρου, θεού της επίνοιας και της ευρετικότητας, και της ζητιάνας Πενίας. Από τους δύο γονείς του αντλεί την αντιφατική του φύση: είναι φτωχός, άσχημος και σκληρός, «ανυπόδητος και άστεγος» ̇ είναι όμως ταυτοχρόνως γενναίος, ενεργητικός, εφευρετικός,  γητευτής, πολυμήχανος, κυνηγός του ωραίου, αιωνίως ανικανοποίητος (142c-e). Η ενδιάμεση φύση του ορίζει και τη σχέση του με τη γνώση και τη σοφία: ο έρωτας «βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια». Οι θεοί, οι απόλυτοι γνώστες, δεν φιλοσοφούν, γιατί κατέχουν τη γνώση. Ούτε όμως και οι ανόητοι φιλοσοφούν, αφού δεν συνειδητοποιούν την άγνοιά τους.
Φιλο-σοφούν, δηλαδή έλκονται από τη σοφία, μόνο αυτοί που αντιλαμβάνονται την αξία και την ωραιότητα της σοφίας, χωρίς να την κατέχουν. Ο έρωτας λοιπόν ως κυνηγός του ωραίου ρέπει προς τη σοφία, «είναι ο ίδιος φιλόσοφος» (204b).
Αντικείμενο του έρωτα είναι το ωραίο, και μάλιστα ο «τόκος» - η δημιουργία- μέσα στην ωραιότητα. Στόχος του η κατάκτηση της αθανασίας: αθανασία σωματική, που επιτυγχάνεται με τη σεξουαλική αναπαραγωγή, κυρίως όμως αθανασία πνευματική, μέσω των έργων της ψυχής που διεκδικούν ένα μερίδιο στην αιωνιότητα.
Ο Πλάτων σκιαγραφεί μια κλίμακα ερωτικής ανάβασης που διαδοχικά καλύπτει την έλξη προς ένα ωραίο σώμα, την έλξη προς όλα τα ωραία σώματα, την έλξη προς τις ωραίες ψυχές, την έλξη προς τις ωραίες δημιουργίες και μαθήσεις, για να καταλήξει στην αποκάλυψη ότι το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με το ιδεατό Ωραίο, με την ιδέα της ωραιότητας.
Όποιος λοιπόν διαπαιδαγωγηθεί στην ερωτική τέχνη και μάθει να βλέπει σωστά τη μια μετά την άλλη τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν φτάσει στο τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θα αντικρύσει ξαφνικά ένα κάλλος αξιοθαύμαστο –εκείνο ακριβώς το κάλλος χάριν του οποίου καταβλήθηκαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες […] Αυτό το Ωραίο είναι κάτι αυθύπαρκτο, ενιαίο στη μορφή, αιώνιο ̇ όλα τα άλλα ωραία πράγματα μετέχουν σ’ αυτό με τέτοιον τρόπο, ώστε ενώ εκείνα γεννιούνται και πεθαίνουν, αυτό ούτε αυξάνεται ούτε μειώνεται ούτε υφίσταται την παραμικρή αλλαγή. Όταν λοιπόν χάρη στο «ορθώς παιδεραστείν» ανεβεί από τα φαινόμενα αυτού του κόσμου και αρχίσει να βλέπει το ίδιο το Ωραίο, έχει σχεδόν φθάσει στο τέλος. Γιατί αυτή είναι η σωστή ερωτική οδός που πρέπει να πάρει κανείς μόνος του ή να οδηγηθεί από άλλον. (Συμπόσιον, 210e -211b)
Αν ωστόσο το Συμπόσιο είναι ένα αριστούργημα, δεν το οφείλει μόνο στη βαρυσήμαντη διήγηση της Διοτίμας. Το σπουδαιότερο λογοτεχνικό του εύρημα είναι η ξαφνική είσοδος του Αλκιβιάδη στη σκηνή, και το εγκώμιο του Σωκράτη που εκφωνεί. Ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης, ήδη διάσημος στην εποχή του Συμποσίου, εξιστορεί τη δική του νεανική ερωτική ιστορία με τον Σωκράτη. Η ίδια η διήγηση είναι τολμηρή και απολαυστική. Το πιο ωραίο όμως στοιχείο της είναι η ταύτισή του Σωκράτη με τον έρωτα – με τον έρωτα-φιλόσοφο, που μόλις είχε περιγράψει ο ίδιος ο Σωκράτης στο λόγο του. Ο Σωκράτης του Αλκιβιάδη είναι η επίγεια προσωποποίηση και του έρωτα και της φιλοσοφίας. Είναι κι αυτός άσχημος, σκληρός, φτωχός, ανυπόδητος, γοητευτικός και ανικανοποίητος ̇ είναι κυρίως «άτοπος», όπως ο φιλοσοφικός έρωτας.
«Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς […] Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν ̇ τόσο “άτοπος” είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του» (221cd). Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος ̇ έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό ̇ δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Είναι «υβριστής», του αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γαιδάρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και πετσωτήδες και βυρσοδέψες». Και όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα» (221e-222a), οι λόγοι του μαγεύουν, «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζουν να ζουν όπως ζουν» (215d-216a).
Ο λόγος του Αλκιβιάδη στο Συμπόσιο είναι και ένα αφηγηματικό τέχνασμα, που προσφέρει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να μιλήσει για πρώτη φορά εκτενώς για τον πρωταγωνιστή των διαλόγων του. Αντιλαμβανόμαστε έτσι πως ο ερωτικός Σωκράτης του Συμποσίου, ο παθιασμένος κυνηγός των ωραίων εφήβων, ο γνώστης της ερωτικής τέχνης, είναι ο ίδιος άνθρωπος με τον εκλεπτυσμένο διαλεκτικό του Πρωταγόρα, τον πολιτικό στοχαστή του Γοργία, τον γαλήνιο μπροστά στον θάνατο φιλόσοφο του Φαίδωνα. Η εικόνα αυτή δεν θα αλλάξει ουσιαστικά στον μεταγενέστερο Φαίδρο. Θα συμπληρωθεί ωστόσο με ορισμένα νέα στοιχεία.
Η ανθρώπινη ψυχή συλλαμβάνεται πλέον ως σύνθετη ολότητα. Αποτελείται από τρία διαφορετικά μέρη (το «λογιστικό», το «θυμοειδές» και το «επιθυμητικό»), η ισορροπία των οποίων δεν είναι δεδομένη. Οπότε αντιστοίχως και η ερωτική έλξη γίνεται πολυσύνθετη και αντιφατική. Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής ρέπει προς τη σαρκική επαφή με το αντικείμενο του έρωτα, ενώ το λογιστικό προς την πνευματική. Ο Πλάτων δείχνει για πρώτη φορά να αντιλαμβάνεται την πιθανότητα της «ακρασίας», δηλαδή της εσωτερικής σύγκρουσης του ευγενούς σκοπού και της αδυναμίας της σάρκας. Ο φιλοσοφικός έρωτας συστήνεται ως αποκλειστική πνευματική έλξη και επαφή, ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας, ωριμότητας και σοφίας – υποψιάζομαι ότι από τον Φαίδρο προέκυψε η τρέχουσα αντίληψη περί πλατωνικού έρωτα.
Η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο, που εκδηλώνεται με την έλξη προς κάθε ωραία αισθητή μορφή ή πραγμάτωση, ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Ο Πλάτων παραδέχεται ότι στον κόσμο που ζούμε «είναι δυσθεώρητες η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και όσα άλλα είναι πολύτιμα για τις ψυχές». Από τις πλατωνικές Ιδέες «μόνο το Ωραίο είχε τη μοίρα να είναι κάτι κατάφωτο και αξιαγάπητο» (Φαίδρος, 250de), και σ’ αυτό μπορεί να μας οδηγήσει η θεϊκή μανία του έρωτα.
Στον Φαίδρο όμως ο Πλάτων μας δίνει και την πληρέστερη στους διαλόγους του εικόνα για το πώς αντιλαμβάνεται τη φύση της αληθινής φιλοσοφίας.
Η φιλοσοφία ορίζεται ως «μάθημα», ως διαδικασία διδαχής, που προϋποθέτει έναν «ειδότα» και έναν «μανθάνοντα». Ο φιλοσοφικός λόγος είναι ο λόγος του δασκάλου και όχι εν γένει ο λόγος του γνώστη. Και είναι λόγος με συγκεκριμένη απεύθυνση: στοχεύει στη διαμόρφωση του «ήθους» του μαθητή, στην καλλιέργεια της ψυχής του. Η φιλοσοφία καλλιεργείται με τη «σπορά έμψυχων και γόνιμων» λόγων, που έχουν τη δυνατότητα «να υπερασπίσουν τον εαυτό τους» και να «βοηθήσουν τον εισηγητή τους» (Φαίδρος, 276a,e), με τη δια ζώσης δηλαδή εκφορά εύπλαστων επιχειρημάτων και θεωριών, που μπορούν μέσω του διαλόγου να ελεγχθούν, να επαναδιατυπωθούν και να μετασχηματιστούν γεννώντας νέα επιχειρήματα και νέες θεωρίες. Η φιλοσοφία καλλιεργείται λοιπόν με τη ζωντανή ανταλλαγή των λόγων.
Η σπορά και η γονιμοποίηση των λόγων γίνεται μόνο στο κατάλληλο εύφορο έδαφος, στην «προσήκουσα ψυχή» του «μανθάνοντος» ̇ εκεί γονιμοποιούνται οι λόγοι του δασκάλου, εκεί αποδεικνύονται αθάνατοι, εκεί παράγεται η ανθρώπινη ευδαιμονία (Φαίδρος, 277a). Η αναζήτηση της κατάλληλης αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δράσης του φιλοσόφου, αφού η φιλοσοφία είναι «ψυχαγωγία», αγωγή δηλαδή της ψυχής. Η ανεύρεση της και η επίγνωση της πραγματικής της φύσης επηρεάζει τη μορφή των εκφερομένων φιλοσοφικών επιχειρημάτων και θεωριών. Έδρα επομένως του φιλοσοφείν είναι η ανθρώπινη ψυχή.
Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο έρωτας αποτελεί την προσφιλή μεταφορά του Πλάτωνα για την κατάδειξη της φύσης της φιλοσοφίας. Αν η φιλοσοφία είναι ζωντανή διαδικασία μάθησης, που προϋποθέτει δύο ανισότιμους πόλους το δάσκαλο και το μαθητή, τότε η ερωτική συνομιλία είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που πλησιάζει περισσότερο σ’ αυτό το ιδεώδες. Σαν τον εραστή που προσπαθεί αενάως να κατακτήσει το αντικείμενο του έρωτά του χωρίς να το καταφέρνει ποτέ πλήρως, ο φιλόσοφος είναι αιωνίως διψασμένος για την αληθινή γνώση, και, όπως ο Σωκράτης, αναζητεί τις κατάλληλες νεανικές ψυχές που θα του προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη σπορά των λόγων του.
Ο Πλάτων αναδεικνύει το ρόλο του εραστή – δασκάλου και όχι του ερωμένου – μαθητή, ίσως γιατί το κίνητρο του δεύτερου είναι πιο εμφανές. Ο ερωμένος και ο μαθητής προσδοκούν ίσως από την επαφή κάποια οφέλη. Το κίνητρο όμως του εραστή και του φιλοσόφου είναι πιο δυσδιάκριτο. Η ερωτική κατάκτηση και η φιλοσοφική μύηση δεν αποτελούν αυτοσκοπό για τον Πλάτωνα. Ο πλατωνικός εραστής στοχεύει μέσω της ερωτικής κατάκτησης στην πνευματική δημιουργία (στον «τόκον εν τω καλώ»), που θα του εξασφαλίσει συμμετοχή στην αθανασία. Ο πλατωνικός φιλόσοφος, από την άλλη πλευρά, έχει αντιληφθεί ότι η φιλοσοφία δεν είναι μοναχική ενασχόληση, αλλά δημιουργικός διάλογος με νεαρά και προικισμένα άτομα. Στη δική τους ψυχή θα γραφεί ο φιλοσοφικός λόγος, εκεί θα βλαστήσουν οι νέες ιδέες, που ίσως οδηγήσουν κάποια στιγμή στην αποκάλυψη της αληθινής γνώσης των όντων.[3]  Η μέριμνα αυτή βρίσκεται πίσω από την απόφαση του Πλάτωνα να ιδρύσει την Ακαδημία, ένα θεσμό σταθερής συνύπαρξης δασκάλου και μαθητών, παλαιών και νέων στη φιλοσοφία. Το κυρίαρχο στοιχείο της Ακαδημίας είναι ο κοινός τρόπος ζωής των μελών της, η κοινή αναζήτηση, ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από το οποίο η νέα γενιά των μαθητών βρίσκει το δρόμο της. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τον Πλάτωνα, μολονότι το ερωτικό στοιχείο δεν προβάλλεται πλέον με την ίδια ένταση, η φιλοσοφική μύηση στον αρχαίο κόσμο γίνεται πάντοτε σε έναν δάσκαλο ή στο εσωτερικό μιας φιλοσοφικής σχολής.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ (τεύχος 109, Δεκέμβριος 2008).




[1] Παρμενίδης, αποσπ. 13.
[2] Ελεύθερη απόδοση των στίχων 116-20 της Θεογονίας. Είναι πάντως ενδιαφέρων ότι η σύνδεση των ονομάτων του Ησιόδου και του Παρμενίδη με την πρωτοκαθεδρία και την παλαιότητα του έρωτα επιχειρείται πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στο λόγο του Φαίδρου στο Συμπόσιο (178ab).
[3] Στην 7η Επιστολή ο Πλάτων, ως πραγματικό δρόμο της φιλοσοφίας, θα σκιαγραφήσει μια πορεία ζωής, επίπονη, καθημερινή και μακρόχρονη, μια πορεία με οδηγό έναν γνώστη, μια κοινή αναζήτηση, που μπορεί να οδηγήσει τελικά στον ξαφνικό φωτισμό της ψυχής του ανθρώπου (341d, 344b).

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η χωρο-συναισθηματική μέθοδος ερμηνείας των ονείρων

Το αρχικό συμβάν

Η χωρο-συναισθηματική μέθοδος ερμηνείας των ονείρων βασίζεται σε κάποιες κοινές χωρικές σχέσεις που παρατηρούνται στην εγρήγορση και το όνειρο, αλλά κάνει και ένα σημαντικό βήμα παραπέρα. Σύμφωνα με τη μέθοδο, για να συμβεί το όνειρο, πρέπει πρώτα και απαραίτητα να λάβει χώρα ένα συγκεκριμένο πραγματικό αρχικό συμβάν κατά την εγρήγορση αμέσως πριν από το όνειρο (συνήθως την προηγούμενη μέρα). Αυτό το πολύ πρόσφατο πραγματικό αρχικό συμβάν είναι που κατά κάποιον παράξενο τρόπο ξανασυμβαίνει στο όνειρο, στο χώρο (και το χρόνο) της φαντασίας.

Το πρώτο συμβάν

Το «παράξενο» είναι ότι στο όνειρο δεν βλέπουμε καθόλου αυτό το αρχικό συμβάν, γιατί σε πρώτο πλάνο φαίνεται ένα παλαιότερο συμβάν, όμοιο με το αρχικό συμβάν σημείο προς σημείο. Στο όνειρο φανερές είναι μόνο οι εικόνες/παραστάσεις από αυτό το άλλο συμβάν, που έλαβε χώρα πριν από το αρχικό συμβάν και πριν από το όνειρο. Γι’ αυτό και το ονομάσαμε πρότερο συμβάν (Παράδειγμα 1).  


Κρυφά και φανερά

Αυτές τις παλαιότερες εικόνες από τη μνήμη (ξανά) βλέπουμε στο όνειρο και αυτές μόνο θυμόμαστε, όταν την άλλη μέρα ξυπνήσουμε και θυμηθούμε το όνειρο. Όμως, «από πίσω τους» είναι κρυμμένο σημείο προς σημείο, αθέατο και το αρχικό συμβάν της προηγούμενης μόλις μέρας, το οποίο αποτελεί το πραγματικό ενδιαφέρον του ονείρου. Όσο παράξενο και αν ακούγεται είναι σαν το αρχικό συμβάν να δίνει τα χωρικά σημεία (ίχνη) πάνω στα οποία θα ανακληθεί από τη μνήμη και θα (ξανα)συμβεί φανερά ως όνειρο το παρόμοιο πρότερο συμβάν. Γι’ αυτό παρατηρούμε στο όνειρο ίδιες χωρικές σχέσεις με το αρχικό συμβάν, αν και δε βλέπουμε ακριβώς την ίδια τελική εικόνα (σκυλί – ζώο), αλλά κάποια παρόμοια (λεοπάρδαλη – ζώο).

Τα πολλά πρότερα συμβάντα

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι, για να αναβιώσει στο όνειρο κάποιο πρότερο συμβάν, θα πρέπει να έχει παρόμοια μορφή με το αρχικό συμβάν σημείο προς σημείο, για να έχει και την ίδια εσωτερική χωρική δομή στο επίπεδο και στα σημεία που ενδιαφέρουν το όνειρο (Παράδειγμα 2).


Ένα δίλημμα

Αντιλαμβανόμαστε, όμως, ότι με αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να προκύψει και ένα πολύ συγκεκριμένο δίλημμα: μπορεί να μην υπάρχει στη μνήμη πρότερη εικόνα ακριβώς όμοια με την αρχική εικόνα όπως πραγματικά συμβαίνει πολύ συχνά, αφού οι αρχικές εικόνες είναι μοναδικές και συνήθως περίπλοκες.

Και η λύση του

Στις περιπτώσεις αυτές το όνειρο μεταχειρίζεται μια πολύ δημιουργική λύση: κατασκευάζει (συμπυκνώνει) μια εικόνα-εικαστικό συνώνυμο της αρχικής, επιλέγοντας κατάλληλα στοιχεία από πολλές και διάφορες πρόσφορες εικόνες του παρελθόντος, οι οποίες υπάρχουν μέσα στην αχανή μνήμη, δομώντας τα κατά τέτοιο τρόπο στη διάρκεια του ονείρου, ώστε το τελικό προϊόν να μοιάζει με την αρχική εικόνα (Παράδειγμα 3).


Η αθέατη δομική αρχή

Η αρχική εικόνα είναι η χωρική δομική αρχή, το υπόδειγμα βάση του οποίου συμπυκνώνεται το κατάλληλο δομικό υλικό από τη μνήμη, για να κατασκευαστεί ένα ονειρικό είδωλο παρόμοιο με το αρχικό. Το όνειρο, ακόμα και όταν έχει φανερές συμπυκνωμένες εικόνες από πολλά πρότερα συμβάντα, διατηρεί πάντα τη χωρική δομή του πρόσφατου αρχικού συμβάντος, αν και αυτό περνάει απαρατήρητο και παραμένει «αθέατο» μέσα στο όνειρο.

Το μετέωρο συναίσθημα

Δεν γίνονται όμως όνειρα το βράδυ όλα τα συμβάντα της προηγούμενης μέρας, αλλά μόνο εκείνα που έμειναν συναισθηματικά ανολοκλήρωτα και άφησαν μέσα στο θυμικό του υποκειμένου/ονειρευμένου κάποιο συναίσθημα μετέωρο. Αυτές οι λίγο ή πολύ ενοχλητικές θυμικές εκκρεμότητες παραμένουν και προκαλούν το όνειρο. Άμεσο μέλημα του ονείρου είναι η ανακούφιση της ψυχής από την ενόχληση αυτού του μετέωρου και πλεονάζοντος θυμικού φορτίου από την προηγούμενη μέρα.

Η θυμική ομοιότητα

Επομένως, η πρότερη εικόνα που θα επιλεγεί τελικά από το όνειρο, εκτός από την ομοιότητα με την αρχική ως προς τη δομή και τη μορφή, θα πρέπει να έχει κάποιες θυμικές ομοιότητες. Θα πρέπει δηλαδή, τότε που τη βίωσε και την κατέγραψε στη μνήμη του ο ονειρευόμενος, να του είχε εμπνεύσει και κάποιο παρόμοιο συναίσθημα (κάτι πολύ φυσιολογικό, αφού παρόμοιες εικόνες μπορούν να προκαλούν και να εκπροσωπούν παρόμοια συναισθήματα). Τα αναβιωμένα συναισθήματα  είναι χρήσιμα και για τις ανάγκες του ονείρου.

Το ονειρικό συμβάν

Στο όνειρο επανεμφανίζεται από τη μνήμη μια παλιά εικόνα, κυριολεκτικά ξανα-συμβαίνει, αναπαράγει, το ίδιο συναίσθημα που είχε παραγάγει όταν είχε πρωτοσυμβεί, και ταυτόχρονα εκπροσωπεί και το (παρόμοιο) αιωρούμενο συναίσθημα που εκκρεμεί από την περασμένη μέρα.

Τα όνειρα φανερά περιέχουν τις παλαιότερες εικόνες κάποιων πρότερων συμβάντων, κρυφά έχουν τη χωρική δομή του αρχικού συμβάντος, και περιέχουν παρόμοια συναισθήματα επιλεκτικά και από τα δύο.

Χώρος και συναίσθημα

Για τους λόγους αυτούς η μέθοδος ερμηνείας των ονείρων που εξετάζουμε ονομάστηκε χωρο-συναισθηματική. Επειδή μάλιστα ο χώρος έχει πάντα αυστηρή σχετικότητα με το χρόνο, υπονοείται και ως χωρο-(χρονο)-συναισθηματική. Ότι δηλαδή είπαμε ως τώρα για το χώρο ισχύει ακριβώς και για το χρόνο. […]

Σάκης Τότλης, ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ: Μια μέθοδος ερμηνείας των ονείρων

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 81, Δεκέμβριος 2001. 


Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η Αρχή της Αβεβαιότητας

Στην ταινία των αδερφών Coen Ο Άνθρωπος που δεν Ήταν Εκεί (The Man Who Wasn't There), ένας λακωνικός κουρέας, ο Ed Crane (τον υποδύεται ο Billy Bob Thornton) προσπαθεί να δραπετεύσει από την ζωή του μέσω ενός εκβιασμού. Κάτι όμως δεν πάει καλά. Στην υπόθεση παρεισφρέουν η απιστία, το έγκλημα πάθους, η δικαιοσύνη και η τιμωρία. Όλα δηλαδή τα στοιχεία που ορίζουν το κινηματογραφικό είδος του film noir.

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τη γυναίκα του Ed (τον υποδύεται ο Tony Shalhoub) «κτίζει» την υπερασπιστική του γραμμή βασιζόμενος στην «αρχή της απροσδιοριστίας» (ή «αρχή της αβεβαιότητας») του Γερμανού φυσικού Βέρνερ Χάιζενμπεργκ:

Είναι ένας τύπος στη Γερμανία… νομίζω τον λένε Φριτς κάτι, ίσως και Βέρνερ. Έχει μια θεωρία για την επιστημονική μελέτη. Για την τροχιά των πλανητών. Τις ηλιακές κηλίδες. Γιατί το νερό τρέχει από τη βρύση. Πρέπει να το δεις.
Αλλά καμιά φορά, κοιτάζοντας… Κοιτάζοντας κάτι, αλλάζει. Δεν ξέρεις ποια είναι η πραγματικότητα. Ή τι θα είχε συμβεί αν δεν είχες ανακατευτεί. Δεν υπάρχει το «τι έγινε». Κοιτάζεις κάτι… κι αυτό αλλάζει. Αυτό λέγεται, «αρχή της αβεβαιότητας».
Φαίνεται τρελό, αλλά κι ο Αϊνστάιν το δέχεται. Επιστήμη. Αντίληψη. Πραγματικότητα. Αμφιβολία. Λογική αμφιβολία. Όσο πιο πολύ κοιτάς, τόσο λιγότερα ξέρεις. Είναι ένα αποδεδειγμένο γεγονός. Κατά κάποιο τρόπο, είναι το μόνο που ισχύει. Αυτός ο Γερμανός το εξέφρασε με μαθηματικό τύπο.
video

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ευεργεσίες και οι ωμότητες του Ηγέτη

Όταν ο Ηγέτης κάνει τις ωμότητες στην αρχή και όλες μαζί, στη συνέχεια οι πράξεις του φαίνονται ως ευεργεσίες και σταδιακά δημιουργείται κλίμα ασφάλειας στους εξουσιαζόμενους. Στην αντίθετη περίπτωση, κρατά συνέχεια στο χέρι το μαχαίρι και δεν μπορεί να στηριχθεί στους εξουσιαζόμενους, επειδή από φόβο δεν μπορούν κι εκείνοι να τον εμπιστευθούν.

Οι ωμότητες πρέπει να γίνονται όλες μαζί ώστε η γεύση τους να διαρκεί όσο γίνεται λιγότερο, ενώ οι ευεργεσίες πρέπει να γίνονται σταδιακά ώστε η γεύση τους να διαρκεί περισσότερο.

Την ευεργεσία ο Ηγέτης πρέπει να την κάνει σε ανύποπτο χρόνο κι όχι όταν είναι αναγκασμένος από τις περιστάσεις, επειδή στη δεύτερη περίπτωση μόνο τον ίδιο τον Ηγέτη δε θα ωφελήσει, γιατί τότε όλοι θα πιστέψουν πως την έκανε επειδή ήταν αναγκασμένος να την κάνει και έτσι κανείς δε θα του χρωστά ευγνωμοσύνη.

Νίκολο Μακιαβέλλι, Ο Ηγεμόνας

(Περίπλους, 2003, σ. 17)

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ματαιοδοξία (φιλοδοξία)

Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η ματαιοδοξία, έστω και μόνο σε ίχνη, υπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Και επειδή δεν κάνει εντύπωση αν κανείς παρουσιάζει τη ματαιοδοξία του εντελώς απροκάλυπτη στην κοινή θέα, βρίσκεται αυτή τις πιο πολλές φορές καλά κρυμμένη και παίρνει τις πιο διαφορετικές μορφές. Μπορεί κανείς και με μια ορισμένη μετριοφροσύνη να είναι ματαιόδοξος. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι τόσο ματαιόδοξος, ώστε η εκτίμηση των άλλων δεν τον ενδιαφέρει καθόλου ή την επιδιώκει με βουλιμία και προσπαθεί να τη στρέψει προς όφελός του. 

Εάν η ματαιοδοξία ξεπεράσει έναν ορισμένο βαθμό, γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνη. Εκτός του ότι εξαναγκάζει τον άνθρωπο να κάνει κάθε λογής ανώφελες εργασίες και δαπάνες, οι οποίες αφορούν περισσότερο την εμφάνιση παρά την ύπαρξη, και του ότι επιτρέπει σ' αυτόν να σκέφτεται περισσότερο τον εαυτό του και το πολύ ‐ πολύ την κρίση των άλλων για το άτομό του, τον […]. Η ματαιοδοξία είναι σε θέση, περισσότερο από κάθε άλλο ελάττωμα, να εμποδίσει κάθε ελεύθερη εξέλιξη του ανθρώπου, γιατί αυτός σκέφτεται μόνιμα αν στο τέλος διαφαίνεται κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του.

Συχνά οι άνθρωποι εξυπηρετούνται με το ότι, αντί για τη λέξη ματαιοδοξία ή αλαζονεία, χρησιμοποιούν τη λέξη φιλοδοξία που ηχεί πιο ευχάριστα. Υπάρχει ένα πλήθος ανθρώπων οι οποίοι ομολογούν με περηφάνια πόσο φιλόδοξοι είναι. Καμιά φορά χρησιμοποιούν επίσης και την έννοια «φιλοπονία». Εφόσον αυτή αποδείχνεται χρήσιμη για μια υπόθεση που εξυπηρετεί τους ανθρώπους, μπορεί κανείς να την αποδεχτεί. Κατά κανόνα όμως όλες αυτές οι εκφράσεις καλύπτουν μόνο μια εξαιρετικά αναπτυγμένη ματαιοδοξία.

Η ματαιοδοξία συντελεί ώστε από πολύ νωρίς τέτοιοι άνθρωποι δε γίνονται καλοί συμπαίκτες, αλλά καταστροφείς του παιχνιδιού. Εάν δουν ότι αποκλείεται η ικανοποίηση της ματαιοδοξίας τους, προσπαθούν συχνά να επιτύχουν τουλάχιστο να υποφέρουν οι άλλοι. Μπορεί συχνά να παρατηρήσει κανείς στα παιδιά, των οποίων η ματαιοδοξία είναι στην ανάπτυξή τους, πώς σε απειλητικές καταστάσεις επιδείχνουν την αξία τους και κάνουν τους αδύνατους να αισθανθούν τη δύναμή τους. Επίσης και οι περιπτώσεις βασανισμού των ζώων συγκαταλέγονται σ' αυτές τις εκδηλώσεις. Άλλα παιδιά που είναι κάπως αποθαρρυμένα, θα επιδιώξουν να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους με ακατανόητες μικρότητες και παράμερα από τον μεγάλο στίβο της δουλειάς, πάνω σε ένα δεύτερο θέατρο επιχειρήσεων που το δημιουργεί η ψυχική τους διάθεση, προσπαθούν να ικανοποιήσουν την τάση τους για αναγνώριση. Εδώ θα συναντήσουμε όλους εκείνους που πάντα παραπονιούνται για τις δυσκολίες της ζωής και οι οποίοι ισχυρίζονται πάντα ότι κάτι τους φταίει. […]

[…] Ο ματαιόδοξος συνήθως επιδιώκει να ξεφορτωθεί τις ευθύνες οποιασδήποτε αποτυχίας. Πάντα αυτός έχει δίκιο και οι άλλοι άδικο, ενώ στη ζωή δεν πρόκειται καθόλου για το αν έχεις δίκιο, αλλά πώς προωθείς την υπόθεσή σου και πώς συμβάλλεις στην προαγωγή των άλλων. Αντί γι' αυτά ακούει κανείς πάντα από το στόμα του μόνο παράπονα και δικαιολογίες. […]

Συχνά ακούει κανείς την αντίρρηση ότι δε θα μπορούσαν χωρίς τη φιλοδοξία να πραγματοποιηθούν τα μεγάλα επιτεύγματα της ανθρωπότητας. Αυτό είναι ένα πρόσχημα. Είναι μια λαθεμένη άποψη. Επειδή κανένας άνθρωπος δεν είναι απαλλαγμένος από ματαιοδοξία, κάθε άνθρωπος έχει επίσης κάτι απ' αυτό το χαρακτηριστικό. Ασφαλώς όμως αυτό δεν μπορεί να του δώσει την κατεύθυνση και να του χαρίσει εκείνη τη δύναμη που οδηγεί σε χρήσιμα κατορθώματα. […] Ό,τι υπάρχει σ' αυτό σα ματαιοδοξία, είναι ασφαλώς μόνο παρενόχληση και εμπόδιο. Η επίδρασή της δεν μπορεί να είναι μεγάλη.

Στη σημερινή κοινωνική μας ατμόσφαιρα μια τέλεια ρήξη με τη ματαιοδοξία δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος είναι κιόλας ένα πλεονέκτημα, γιατί προσκρούουμε ταυτόχρονα στο πιο αδύνατο σημείο του πολιτισμού μας, μια πραγματικότητα που συνεπάγεται ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι παρακμάζουν, μένουν δυστυχείς για όλη τους τη ζωή και βρίσκονται πάντα εκεί όπου κάποιο κακό θα γεννηθεί. Άνθρωποι που δεν ανέχονται τους άλλους, που δεν μπορούν να εμφανιστούν στη ζωή, γιατί έχουν άλλη αποστολή, δηλαδή να φαίνονται κάτι παραπάνω απ' ό,τι είναι. Έτσι έρχονται εύκολα σε αντίθεση με την πραγματικότητα, γιατί αυτή δε νοιάζεται καθόλου για την υψηλή γνώμη που έχει καθένας για τον εαυτό του. Τέτοιοι άνθρωποι με μόνη τη ματαιοδοξία τους θεωρούνται σαν οι καλύτεροι. Σ' όλες τις βαριές περιπλοκές της ανθρωπότητας θα ανευρεθεί, σαν ο ουσιωδέστερος παράγοντας, η αποτυχημένη προσπάθεια ικανοποίησης της ματαιοδοξίας. Είναι ένα σπουδαίο στρατήγημα, αν θέλει κανείς να φτάσει στην κατανόηση μιας σύνθετης προσωπικότητας, να εξακριβώσει ως που φτάνει η ματαιοδοξία του, σε ποια κατεύθυνση κινείται και ποια μέσα επιπλέον χρησιμοποιεί. Αυτό θα μάς οδηγήσει στην αποκάλυψη, πόσο ζημιώνει η ματαιοδοξία το κοινωνικό αίσθημα. Ματαιοδοξία και κοινωνικό αίσθημα είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, γιατί η ματαιοδοξία δεν μπορεί να υποταχθεί στις αρχές της κοινότητας.

Όμως η ματαιοδοξία βρίσκει στον ίδιο τον εαυτό της τη μοίρα της, γιατί η ανάπτυξή της απειλείται συνεχώς από τα λογικά αντίθετα αίτια, τα οποία αναπτύσσονται στην κοινωνική ζωή σα μια απόλυτη αλήθεια στην οποία δεν είναι δυνατό να αντισταθεί τίποτε. Έτσι ανακαλύπτουμε ότι η ματαιοδοξία από πολύ νωρίς υποχρεώνεται να κρυφτεί, να μεταμφιεστεί, ότι πρέπει να λοξοδρομήσει, όπως επίσης και ο φορέας της πάντοτε πλημμυρίζεται από αγωνιώδη αμφιβολία αν θα καταφέρει να διέλθει επιτυχώς και αν θα κατορθώσει να αποχτήσει τόση λάμψη και δόξα, όση του φαίνεται αναγκαία για την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του. […]  Έτσι μπορεί να συμβεί να παρουσιάζεται κάποιος σαν εξαιρετικά μετριόφρων, να παραμελεί σχεδόν την εμφάνισή του μόνο και μόνο για να δείξει ότι δεν είναι ματαιόδοξος. Λέγεται ότι κάποτε ο Σωκράτης φώναξε σε κάποιον ρήτορα που παρουσιάστηκε στο βήμα με κουρελιασμένα ρούχα: «Νεαρέ Αθηναίε, η ματαιοδοξία σου βγαίνει απ' όλες τις τρύπες».

Συχνά οι άνθρωποι έχουν τη βαθιά πεποίθηση ότι δεν είναι ματαιόδοξοι. Κατευθύνουν τη ματιά τους μονάχα στις εξωτερικές λεπτομέρειες και δεν καταλαβαίνουν ότι η ματαιοδοξία φωλιάζει πολύ βαθύτερα. Μπορεί για παράδειγμα να βρίσκεται στο ότι κάποιος κρατά συνέχεια μέσα σε μια συναναστροφή τον λόγο, λέει πολλά και συχνά κρίνει τη συγκέντρωση από το αν μπόρεσε ή όχι να μιλήσει σ' αυτή. Άλλοι πάλι άνθρωποι αυτού του είδους δεν προβάλλονται καθόλου. Δεν πηγαίνουν ποτέ σε συναναστροφές, τις αποφεύγουν. Επίσης και αυτή η αποφυγή μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές. Άλλος δεν πηγαίνει κι όταν ακόμη είναι καλεσμένος, θέλει να τον παρακαλέσουν ιδιαίτερα ή πηγαίνει αργοπορημένος. Άλλοι πάλι πηγαίνουν στις συναναστροφές μόνο κάτω από ορισμένους όρους. Παρουσιάζονται με την αλαζονεία τους σαν εξαιρετικά «αποκλειστικοί», πράγμα που καμιά φορά το διαβεβαιώνουν με περηφάνια. Άλλοι πάλι ικανοποιούν τη ματαιοδοξία τους παρευρισκόμενοι σ' όλες τις συναναστροφές.

[…] Μας επιτρέπεται η υπόθεση ότι ένας άνθρωπος του οποίου η ματαιοδοξία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, έχει μια πολύ μικρή εκτίμηση στον εαυτό του, πράγμα που συνήθως αυτός ο ίδιος το αγνοεί. […]

Η ματαιοδοξία αναπτύσσεται πολύ νωρίς στην ψυχική ζωή του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα έχει μέσα της κάτι το παιδικό. Σχεδόν πάντα μας φαίνονται οι ματαιόδοξοι παιδαριώδεις. Οι καταστάσεις που οδηγούν στη διαμόρφωση αυτού του χαρακτηριστικού είναι διαφόρων ειδών. Στη μια περίπτωση το παιδί αισθάνεται παραγκωνισμένο, γιατί, συνεπεία μιας λαθεμένης διαπαιδαγώγησης, αισθάνεται ιδιαίτερα καταπιεστική τη μικρότητά του. Σ' άλλες περιπτώσεις υποβάλλεται στο παιδί αυτό το χαρακτηριστικό της αλαζονείας από ένα είδος οικογενειακής παράδοσης. […]

Σ' αυτούς τους ανθρώπους φωλιάζει μια βαθιά εχθρότητα και κλίνουν να βλέπουν αμέτοχοι τον πόνο των άλλων και να τον προσπερνούν, όπως παρατήρησε κάποτε στους πιο πολλούς ανθρώπους ο μεγάλος ανθρωπογνώστης Λαροσφουκώ: μπορούν εύκολα να υποφέρουν τον πόνο των άλλων. Συχνά η εχθρότητά τους εκφράζεται με έναν οξύ, κριτικό τρόπο. Δεν επιδοκιμάζουν τίποτε, είναι πάντα έτοιμοι να επικρίνουν και να ειρωνευτούν τα πάντα. Είναι ισχυρογνώμονες και όλα τα καταδικάζουν. […]

Η καταφρονητική και εξευτελιστική συμπεριφορά, που εξαιτίας της τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν πολλά, είναι η μορφή έκφρασης ενός συνήθους σ' αυτό τον χαρακτήρα φαινομένου, το οποίο ονομάζουμε τάση απαξίωσης. Δείχνει τι πραγματικά αποτελεί το σημείο επίθεσης του ματαιόδοξου ανθρώπου∙ είναι η αξία και η σημασία του άλλου. Είναι μια προσπάθεια να δώσουν στον εαυτό τους το συναίσθημα της υπεροχής, αφήνοντας τον άλλο να βουλιάξει. Η αναγνώριση μιας αξίας επιδρά πάνω τους σα μια προσωπική προσβολή.

[…] Επειδή κανένας από μας δεν είναι απαλλαγμένος από αυτά τα φαινόμενα, μπορούμε πολύ καλά να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις αναλύσεις σαν ένα μέτρο κρίσης για τον εαυτό μας. […]

Με ποιο τρόπο δρα η ματαιοδοξία θα το δούμε στην παρακάτω περίπτωση: Μια νέα γυναίκα, η πιο νέα ανάμεσα σε πολλά αδέρφια, ήταν παραχαϊδεμένη από τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Ιδιαίτερα η μητέρα της ήταν πάντα στη διάθεσή της και εκπλήρωνε κάθε της επιθυμία. Μ' αυτό τον τρόπο οι απαιτήσεις της μικρής, που και σωματικά ήταν πολύ αδύνατη, ανέβηκαν αφάνταστα. Κάποια μέρα ανακάλυψε ότι η επιβολή της πάνω στο περιβάλλον της μεγάλωνε ακόμη πιο πολύ, αν τύχαινε ν' αρρωστήσει. Η αρρώστια τής φάνηκε πως ήταν ένα αξιοθαύμαστο αγαθό. Έχασε την αποστροφή που νοιώθουν οι υγιείς άνθρωποι εναντίον της αρρώστιας και δεν της ήταν πια δυσάρεστο από καιρό σε καιρό να αισθάνεται άσχημα. Σύντομα απόχτησε μια τέτοια ικανότητα, που της ήταν εύκολο να υποκρίνεται την άρρωστη, κυρίως όταν ήθελε να πετύχει κάτι. Επειδή όμως πάντα κάτι ήθελε, ήταν για τους άλλους στ' αλήθεια διαρκώς άρρωστη. Αυτές οι μορφές του αισθήματος της ασθενείας είναι πολύ συνηθισμένες σε παιδιά και μεγάλους οι οποίοι αισθάνονται μ' αυτό ότι η δύναμή τους μεγαλώνει. Με τον τρόπο αυτό ανέρχονται στην κορυφή της οικογένειας και ασκούν μια απεριόριστη κυριαρχία πάνω στους άλλους. Εάν επιπλέον πρόκειται για χαϊδεμένα και αδύναμα άτομα, τότε αυτή η δυνατότητα παίρνει τερατώδη έκταση και φυσιολογικά μαθαίνουν αυτό τον δρόμο Ακριβώς εκείνοι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν απολαύσει τις φροντίδες των άλλων για την υγεία τους. Σύγχρονα μπαίνουν σε ενέργεια και άλλα βοηθητικά μέσα: π.χ. αρχίζουν να μην τρώνε ή να τρώνε πολύ λίγο. Με τούτο μπορεί να επιτύχουν πολλά. Αποχτούν κακή εμφάνιση και έτσι οι άλλοι αναγκάζονται να ασκηθούν στη μαγειρική τέχνη. Κοντά σ' αυτά αναπτύσσεται και η επιθυμία να έχουν πάντα κάποιον κοντά τους. Τέτοιοι άνθρωποι δεν αντέχουν να εγκαταλείπονται μόνοι. Σ' αυτή την κατάσταση φτάνουν εύκολα όταν παρουσιάζονται σαν άρρωστοι ή οπωσδήποτε απειλούμενοι και τούτο δεν πετυχαίνεται Αλλιώτικα, παρά μόνο αν τοποθετηθούν σε μια επικίνδυνη κατάσταση, π.χ. με την εισαγωγή σ' ένα νοσοκομείο, ή σε μια άλλη κατάσταση το ίδιο δύσκολη. Πόσο ικανός είναι ο άνθρωπος για μια τέτοια διαίσθηση το δείχνει το όνειρο, όπου ο άνθρωπος έχει εντυπώσεις σαν πραγματικά να υπήρχε μια ορισμένη κατάσταση.

Τέτοιου είδους άνθρωποι πετυχαίνουν να επιβεβαιώνουν αυτό το συναίσθημα που έχουν ότι είναι άρρωστοι με τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να γίνει καθόλου λόγος για ψέμα, προσποίηση ή φαντασίωση. […]

Ο ρόλος του ματαιόδοξου είναι πάντα ο ρόλος αυτού που πάντα αναμένει και παίρνει. Εάν τον συγκρίνει κανείς με κείνον τον τύπο ο οποίος κατέχει ένα αναπτυγμένο κοινωνικό αίσθημα και διαρκώς περιφέρεται με το βουβό ερώτημα, «τι μπορώ να δώσω;» τότε θα αναγνωρίσει αμέσως την τεράστια διαφορά σε αξία.

[…] Έχει αναφερθεί κιόλας πιο πριν ότι η ματαιοδοξία συχνά φορά μάσκα. Πολλές φορές οι ματαιόδοξοι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι, για να μπορέσουν να κυριαρχήσουν πάνω στους άλλους, να τους αιχμαλωτίσουν και να τους προσδέσουν στο άρμα τους. Γι' αυτό δε μάς επιτρέπεται να γοητευόμαστε από τη φιλοφροσύνη, τη φιλική συμπεριφορά και την προθυμία ενός ανθρώπου και να μην αφήνουμε να εξαπατηθούμε, γιατί παρ' όλα αυτά συνήθως πρόκειται για έναν πολέμιο, έναν επιτιθέμενο που επιδιώκει να κυριαρχήσει και να επιβάλει τη θέλησή του στους άλλους. Η πρώτη φάση ενός τέτοιου αγώνα πρέπει ακριβώς να είναι αυτή, δηλαδή να εκτιμήσει με βεβαιότητα τον αντίπαλο και να τον επηρεάσει τόσο που αυτός να εγκαταλείψει κάθε επιφύλαξη. Σ' αυτή την πρώτη φάση, της φιλικής ανταπόκρισης, ο καθένας είναι εύκολα πρόθυμος να πιστέψει ότι έχει να κάνει με έναν άνθρωπο με πολύ αναπτυγμένο κοινωνικό αίσθημα. Αλλά η δεύτερη πράξη που ακολουθεί μας δείχνει το λάθος. Αυτοί είναι οι άνθρωποι για τους οποίους λέμε ότι μάς έχουν απογοητεύσει, ότι κατέχουν δυο ψυχές. Δεν είναι όμως παρά μια μόνο ψυχή, που έχει μια αξιαγάπητη αρχή και μια πολεμική συνέχεια. Αυτή η κολακευτική αρχική στάση μπορεί να εξελιχθεί τόσο, ώστε μ' αυτή να κατακτούν τις ψυχές των άλλων. Αυτοί οι άνθρωποι φέρνουν συχνά στην επιφάνεια χαρακτηριστικά εξαιρετικής αφοσίωσης, που αυτά και μόνο είναι κιόλας γι' αυτούς σχεδόν ένας θρίαμβος. Μπορούν να εκφράζουν με τα λόγια τον πιο καθαρό ανθρωπισμό και να τον αποδείχνουν με δήθεν ενέργειες. […]

Δεν υπάρχουν ανώτατα όρια στην ανάπτυξη της φιλοδοξίας. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως και στα παραμύθια, όπως και στην πραγματικότητα, καθώς και στην υπερθερμασμένη ψυχική ζωή του ματαιόδοξου ανθρώπου, η ανάπτυξη της επιθυμίας για εξουσία και δύναμη καταλήγει σ' ένα είδος θεϊκού ιδεώδους. Δε χρειάζεται συχνά να ψάξουμε πολύ, για να ανακαλύψουμε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος — όπως συμβαίνει στις πιο σοβαρές περιπτώσεις με τους ανθρώπους αυτής της κατηγορίας — ή φέρεται σα να ήταν ο ίδιος Θεός ή στη θέση του Θεού ή έχει τέτοιους σκοπούς και επιδιώξεις που η πραγματοποίησή τους θα τον έκανε Θεό. Αυτό το φαινόμενο, η επιδίωξη εξομοίωσης με τον Θεό, είναι το πιο ακρινό σημείο της τάσης που υπάρχει σ' έναν τέτοιο άνθρωπο να ξεπεράσει τα όρια της προσωπικότητάς του. Ακριβώς στις μέρες μας είναι αυτό πιο φανερό. Όλες οι επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα που συγκεντρώνονται γύρω από τον πνευματισμό και την τηλεπάθεια αποκαλύπτουν ανθρώπους, οι οποίοι ανυπομονούν να ξεπεράσουν τα δοσμένα όρια που αποδίδουν στον εαυτό τους δυνάμεις που δεν κατέχουν οι άνθρωποι, και οι οποίοι θέλουν να καταργήσουν τον χρόνο, αναζητώντας πέρα από χρόνο και τόπο να συνδεθούν με τα πνεύματα των πεθαμένων. Αν ψάξουμε βαθύτερα, βρίσκουμε ότι ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων έχει την επιθυμία να εξασφαλίσει τουλάχιστο μια θεσούλα κοντά στον Θεό. Υπάρχουν ακόμη και σήμερα πολλά σχολεία που το ιδεώδες της παιδαγωγικής τους είναι να κάνουν τους ανθρώπους όμοιους με τον Θεό. Παλιότερα αυτό ήταν το άπαν της θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης. Μόνο ανατριχιάζοντας μπορούμε να διαπιστώσουμε τι βγήκε απ' αυτή την παιδεία. Καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να ψάξουμε τριγύρω μας για ένα πιο κατάλληλο ιδανικό. Αν παραλείψουμε τα ψυχολογικά αίτια, μεγάλο ρόλο παίζει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας αντλεί σχεδόν τις πρώτες γνώσεις για τη φύση του ανθρώπου από κείνα τα λόγια της Βίβλου που δηλώνουν ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού, πράγμα που αφήνει στην παιδική ψυχή σημαντικές και συχνά βαριές σε συνέπειες εντυπώσεις. Φυσικά η Βίβλος είναι ένα υπέροχο έργο που διαβάζεται πάντα με θαυμασμό, εφόσον κανείς έχει ωριμάσει, ώστε να την καταλαβαίνει. Αν όμως θέλουμε ν' αρχίσουν τα παιδιά μ' αυτή, πρέπει τουλάχιστο να τη σχολιάσουμε σ' ορισμένα σημεία και να τα διδάξουμε να είναι μετριόφρονα, να μη νομίζουν ότι διαθέτουν τίποτε μαγικές δυνάμεις και να μην απαιτούν να υποτάσσονται όλοι στη θέλησή τους, επειδή δήθεν δημιουργήθηκαν κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού.

Πολύ συγγενικό και πολύ συχνά απαντώμενο είναι το ιδανικό του νησιού των μακάρων, όπου όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονται. Τα παιδιά βέβαια δεν παίρνουν ποτέ σαν πραγματικότητα τέτοιες παραμυθένιες εικόνες. Αν όμως σκεφτούμε το μεγάλο ενδιαφέρον των παιδιών για τα μάγια, τότε δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι τουλάχιστο έλκονται από την επιθυμία να σκεφτούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ιδέα του μαγέματος και της μαγικής επίδρασης είναι πολύ έντονη στους ανθρώπους και συχνά δεν την εγκαταλείπουν ούτε στα βαθιά γεράματα. […]

Πάνω στα χνάρια της επιθυμίας για εξομοίωση με τον Θεό συναντούμε το φαινόμενο της ικανοποίησης των θρησκευτικών αναγκών με τρόπο καταχρηστικό, με τρόπο που αναζητεί σ' αυτή την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας. Φτάνει να σκεφτούμε πόσο σημαντικό μπορεί να είναι ιδιαίτερα για έναν ψυχικά συντριμμένο άνθρωπο, όταν αυτός πάνω απ' όλες τις συμφορές και τα εμπόδια συνδέεται με τον Θεό του και αρχίζει μαζί του τον διάλογο, πώς αισθάνεται, όταν με ευλαβικές ενέργειες και προσευχές πιστεύει πως είναι σε θέση να κατευθύνει τη θέλησή του στην τροχιά που αυτός χρειάζεται. Πόσο σημαντικό είναι να μπορεί να επικοινωνεί μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο και μ' αυτό τον τρόπο να αισθάνεται ότι βρίσκεται κοντά στον Θεό. Πολλές φορές τέτοια φαινόμενα είναι πολύ μακριά από αυτό που μπορεί κανείς να ονομάσει γνήσια θρησκευτικότητα, και γι' αυτό κάνουν νοσηρή εντύπωση. […]

Στον πολιτισμό μας παίζει μεγάλο ρόλο ένα πράγμα, το οποίο καμιά φορά θεωρείται ότι κατέχει μαγικές δυνάμεις. Αυτό είναι το χρήμα. Πολλοί νομίζουν ότι με το χρήμα μπορούν να πετύχουν τα πάντα και γι' αυτό δεν πρέπει να απορούμε όταν η φιλοδοξία και η ματαιοδοξία απασχολούνται με οποιοδήποτε τρόπο με το χρήμα και την ιδιοκτησία. Μ' αυτή την έννοια πρέπει να εννοήσουμε εκείνη την αδίστακτη επιδίωξη για την απόχτηση ιδιοκτησίας, που μας κάνει σχεδόν να πιστεύουμε ότι έχει παθολογικά ή φυλετικά αίτια. Ωστόσο και αυτό το φαινόμενο δεν είναι παρά η ματαιοδοξία που ενεργεί έτσι, ώστε να θέλει κανείς να μαζεύει όλο και περισσότερα χρήματα, για να έχει στα χέρια του και κάτι από αυτή τη μαγική δύναμη και εξαιτίας της να αισθάνεται ανώτερος. Ένας απ' αυτούς τους πολύ πλούσιους ανθρώπους, ο οποίος εξακολουθούσε, παρ' όλο που αυτό που είχε θα έπρεπε να του φτάνει, να κυνηγά το χρήμα, μετά από ένα δισταγμό ομολόγησε τελικά: «Βλέπετε αυτή είναι ακριβώς η δύναμη που σε τραβά πάντα κοντά της». Αυτός ο άνθρωπος το ήξερε πολύ καλά, ωστόσο οι άλλοι δεν έπρεπε να το μάθουν. Η κατοχή δύναμης είναι σήμερα τόσο συνδεμένη με το χρήμα και την ιδιοκτησία, η επιδίωξη του πλούτου και της ιδιοκτησίας φαίνεται σε πολλούς τόσο φυσική, ώστε δεν αντιλαμβάνονται πια ότι αυτοί οι οποίοι κυνηγούν το χρήμα κινούνται αποκλειστικά από τη ματαιοδοξία. […]


(Εκδόσεις Μανιατέα, 1971, σ. 100 – 113)

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Ο «Υπεράνθρωπος» του Νίτσε

Η βούληση για δύναμη είναι η τάση απόκτησης κυριαρχίας πάνω στον εαυτό μας και στο πεπρωμένο μας. Αν της δοθεί έκφραση, η βούληση για δύναμη κάνει έναν άνθρωπο να επιζητεί νέες εμπειρίες και να επιτυγχάνει τελικά το πλήρες δυναμικό του. Αυτού του είδους η προσωπική ανάπτυξη δεν μπορεί (ή δεν πρέπει) να εμποδίζεται από τη συμβατική ηθική, κι έτσι πρέπει να προελαύνει «πέρα από το καλό και το κακό». Οι άνθρωποι που προσεγγίζουν το πλήρες δυναμικό τους είναι υπεράνθρωποι, επειδή η καθιερωμένη ηθική δε διέπει τη ζωή τους. Αντίθετα, υψώνονται πάνω από αυτού του είδους την ηθική και ζουν ανεξάρτητες, δημιουργικές ζωές. Ο Nietzsche δήλωνε: «όλοι οι θεοί είναι νεκροί: τώρα θέλουμε να ζήσει ο Υπεράνθρωπος» (1883-1885/1969, σ. 104).

Στο Τάδε έφη Ζαρατούστρα είναι που περιέγραψε πλήρως την έννοια του υπεράνθρωπου. (θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος του Nietzsche Übermensch μπορεί να μεταφραστεί ως «παραπάνω από άνθρωπος», «ανώτερος άνθρωπος» ή «υπεράνθρωπος».) Μετά από δέκα χρόνια απομόνωσης και στοχασμού στα βουνά, ο Ζαρατούστρα αποφασίζει να επιστρέψει στον πολιτισμό και να μοιραστεί τις ενοράσεις του με τους συνανθρώπους του (πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο χαρακτήρας του Ζαρατούστρα εξέφραζε τις σκέψεις του Nietzsche):

Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που θα πρέπει να υπερβείτε. Τι έχετε κάνει για να τον υπερνικήσετε; … Τι είναι ο πίθηκος για τους ανθρώπους; Αντικείμενο χλεύης ή οδυνηρής αμηχανίας. Έτσι ακριβώς θα πρέπει να είναι ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο: αντικείμενο χλεύης ή οδυνηρής αμηχανίας. Έχετε προοδεύσει από το σκουλήκι στον άνθρωπο και ένα μεγάλο μέρος μέσα σας είναι ακόμα σκουλήκι… Ιδού, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο Υπεράνθρωπος είναι το νόημα της ζωής. Αφήστε τη βούληση σας να πει: Ο Υπεράνθρωπος θα είναι το νόημα της γης! Σας ικετεύω, αδελφοί μου, μείνετε πιστοί στη γη και μην πιστεύετε εκείνους που σας μιλάνε για υπερκόσμιες ελπίδες! Είναι δηλητηριαστές, είτε το γνωρίζουν είτε όχι. Είναι καταφρονητές της ζωής, ατροφούντες και αυτοδηλητηριαζόμενοι άνθρωποι, που τους έχει βαρεθεί η γη ̇ ας εξαφανιστούν λοιπόν! (Nietzsche, 1883-1885/1969, σσ. 41-42)
Οι άνθρωποι ευρίσκονται σε επισφαλή θέση. Δεν είμαστε πια ζώα, δεν είμαστε ακόμα υπεράνθρωποι, και ο Θεός, όντας νεκρός, δεν μπορεί να μας συνδράμει: «Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί, δεμένο ανάμεσα σε ζώο και Υπεράνθρωπο – ένα σκοινί πάνω από μιαν άβυσσο. Επικίνδυνο το πέρασμα απέναντι, επικίνδυνη η οδοιπορία, επικίνδυνο να κοιτάξει πίσω, επικίνδυνο να ριγήσει και να μείνει ακίνητος» (Nietzsche, 1883-1885/1969, σ. 43). Αν κάθε άτομο πάσχιζε να είναι όλα όσα μπορούσε να είναι, όλο και περισσότερα ανθρώπινα προβλήματα θα λύνονταν μόνα τους. Προϋπόθεση, λοιπόν, για μια βελτίωση στην ανθρώπινη κατάσταση είναι η αυτοβελτίωση η αγάπη για τον εαυτό μας:

Ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου: έτσι θα γιατρέψεις και τον ασθενή σου. Άσε να είναι το καλύτερο θεραπευτικό του βοήθημα το να δει με τα ίδια του τα μάτια ποιος τον κάνει καλά. Υπάρχουν χίλια μονοπάτια που δεν έχουν ποτέ περπατηθεί ακόμη, χίλιες μορφές υγείας και κρυμμένες νησίδες ζωής. Ο άνθρωπος και η γη του ανθρώπου δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί ούτε ανακαλυφθεί… Αληθινά, η γη θα γίνει πια οίκος θεραπείας! Και ήδη μια νέα οσμή πλανιέται γύρω της, μια οσμή που φέρνει υγεία – και μια νέα ελπίδα!  (Nietzsche, 1883-1885/1969, σσ. 102-103)
Ο υπεράνθρωπος, όπως είδαμε, ασκεί τη βούλησή του για δύναμη εκφράζοντας όλες τις σκέψεις, ακόμα και τις αρνητικές:

Ας μιλήσουμε γι’ αυτό, σοφότατοι άνθρωποι, ακόμη κι αν είναι κακό. Το να μένουμε σιωπηλοί είναι χειρότερο ̇ όλες οι καταπιεσμένες αλήθειες γίνονται ιοβόλες. Κι άφησε καθετί που μπορεί να σπάσει πάνω στις αλήθειες μας – να σπάσει! Υπάρχουν πολλά οικοδομήματα να κτισθούν ακόμη! (Nietzsche, 1883-1885/1969, σ. 139)
Όπως και ο Goethe, o Nietzsche δεν πίστευε ότι πρέπει να αποκηρύσσει κανείς τις αρνητικές εμπειρίες ή παρορμήσεις, αλλά ότι θα πρέπει μάλλον να μαθαίνει από αυτού του είδους τις εμπειρίες. Ο ίδιος θεωρούσε ότι το ταξίδι προς τον προσωπικό παράδεισο κάποιου απαιτεί συχνά ένα ταξίδι μέσα από την προσωπική του κόλαση. Έλεγε (1889/1998b): «Ό,τι δε με σκοτώνει μα κάνει πιο δυνατό» και έδινε το ακόλουθο παράδειγμα:

Συχνά αναρωτιέμαι αν είμαι περισσότερο υποχρεωμένος στα δυσκολότερα χρόνια της ζωής μου απ’ ότι σε άλλα… Όσο για τη μακρά ασθένειά μου, δεν της οφείλω απερίγραπτα περισσότερα απ’ όσα οφείλω στην υγεία μου; Της οφείλω μιαν ανώτερη υγεία – μια υγεία που γίνεται ισχυρότερη απ’ ότι δεν τη σκοτώνει. Της οφείλω επίσης τη φιλοσοφία μου. Μόνο ο μεγάλος πόνος είναι ο τελικός ελευθερωτής του πνεύματος… Μόνο ο μεγάλος πόνος, αυτός ο μακρύς αργός πόνος που μέσα του είναι σαν να καιγόμαστε με χλωρά ξύλα –ο πόνος που δε βιάζεται-, μόνο αυτός αναγκάζει εμάς τους φιλόσοφους να κατέλθουμε στα έσχατα βάθη μας και να παραμερίσουμε κάθε εμπιστοσύνη, κάθε καλοσύνη, καθετί που θα συγκάλυπτε, κάθε ηπιότητα, κάθε μετριότητα –πράγματα στα οποία προηγουμένως μπορεί να ανευρίσκαμε την ανθρωπιά μας. Αμφιβάλω αν αυτού του είδους ο πόνος μας κάνει πιο βαθυστόχαστους. (Kaufmann, 1982, σσ. 680-681)
Η έννοια του υπερανθρώπου ήταν η απάντηση του Nietzsche στο ανθρώπινο ηθικό και φιλοσοφικό δίλημμα. Το νόημα και η ηθική της ζωής κάποιου προέρχονται από τον ίδιο. Τα υγιή, δυνατά άτομα επιδιώκουν αυτοδιεύρυνση και πειραματισμό, ζώντας επικίνδυνα. Η ζωή αποτελείται από ένα σχεδόν άπειρο αριθμό πιθανοτήτων και το υγιές άτομο (ο υπεράνθρωπος) διερευνά όσο περισσότερες απ’ αυτές γίνεται. Θρησκείες ή φιλοσοφίες που διδάσκουν οίκτο, ταπεινότητα, υποτακτικότητα, αυτοπεριφρόνηση, αυτοσυγκράτηση, ενοχή ή μιαν αίσθηση κοινότητας είναι, απλούστατα, εσφαλμένες. Από την άλλη ο Nietzsche θαύμαζε πολύ τους αρχαίους κυνικούς και αναφερόταν συχνά σ’ αυτούς στα έργα του. Αυτό που εκτιμούσε ιδιαίτερα σχετικά με τον κυνισμό ήταν η κριτική του για τη συμβατική ηθική. Για τον Nietzsche, το ευ ζην είναι συνεχής αλλαγή, προκλήσεις, απουσία μεταμέλειας, ένταση, δημιουργικότητα και διακινδύνευση. Είναι υπέρβαση του εαυτού. Το να ενεργεί κανείς σύμφωνα με τη βούληση για δύναμη σημαίνει να ζει μια ζωή κατά την οποία γίνεται κάτι περισσότερο απ’ ό,τι ήταν, μια ζωή διαρκούς αυτοανανέωσης. Η επιστήμη, η φιλοσοφία και ιδιαίτερα η θρησκεία μπορούν μόνο να καταπνίξουν το ευ ζην – τη ζωή του υπερανθρώπου. Κάθε οπτική γωνία που προάγει την αγελαία συμμόρφωση, σε αντίθεση με την ατομικότητα, θα πρέπει να αποφεύγεται ενεργά. Ο Nietzsche πίστευε ότι ο καταδυναστευτικός πολιτισμός είναι η πρωταρχική αιτία της ανθρώπινης  πνευματικής αγωνίας, πεποίθηση την οποία συμμερίσθηκε αργότερα ο Freud.

Το νόημα της ζωής, λοιπόν, εγκαταβιοί εντός του ατόμου και ο τολμηρός, ο υπεράνθρωπος, θα το ανεύρει εκεί: «Τολμήστε μόνο να πιστέψετε στον εαυτό σας! Εκείνος που δεν πιστεύει στον εαυτό του ψεύδεται πάντα!» (Nietzsche, 1883-1885/1969, σ. 146). Για να είναι κανείς υπεράνθρωπος, πρέπει αναγκαστικά να είναι έντονα ατομικιστής· ωστόσο όλοι οι υπεράνθρωποι έχουν από κοινού την ίδια φιλοσοφία ζωής»! «Είμαι ο Ζαρατούστρα ο άθεος: που θα βρω τον ίσο μου; Όλοι όσοι δίνουν στον εαυτό τους τη δική τους βούληση και αρνούνται την υποταγή είναι ίσοι με μένα» (Nietzsche, 1883-1885/1969, σ. 191).

Έτσι ο Nietzsche συμβούλευε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν τη βούλησή τους για δύναμη για να συνδυάσουν τις διονυσιακές και τις απολλώνιες τάσεις τους με το δικό τους μοναδικό τρόπο. Αυτή η καλλιτεχνική δημιουργία είναι η μόνη βάση ηθικής που έχει νόημα. Πέρα απ’ αυτή την έννοια, ο Nietzsche δεν έδινε γενική συνταγή για τη ζωή. Μέσω του Ζαρατούστρα (1883-1885/1969) απαντούσε σε όσους προσέβλεπαν σ’ αυτόν για μια φιλοσοφία ζωής: «”Αυτός… είναι ο δικός μου δρόμος: Που είναι ο δικός σας;” Έτσι απαντούσε σ’ εκείνους που μου ζητούσαν “το δρόμο”. Γιατί ο δρόμος δεν υπάρχει!» (σ. 213) Και νωρίτερα πάλι μέσω του Ζαρατούστρα δήλωνε: «Αν κάποιος παραμείνει μόνο μαθητής, ανταμείβει άσχημα το δάσκαλο» (σ. 103).

Για τον Nietzsche, λοιπόν, ήταν σημαντικό κάθε άτομο να ανακαλύπτει το νόημα της δικής του ζωής κι έπειτα να ζει σύμφωνα με αυτό το νόημα. Προσεγγίζοντας πολύ αυτό που αργότερα ονομάσθηκε υπαρξισμός, ο Nietzsche έλεγε: «Αν έχεις το δικό σου γιατί για τη ζωή, τότε μπορείς να αναμετρηθείς σχεδόν με κάθε πως» (1889/1998b, σ. 6).

Η παρανόηση του υπεράνθρωπου του Nietzsche

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, επιστημονικά και φιλοσοφικά έργα έχουν διαστρεβλωθεί προκειμένου να στηρίξουν πολιτικές ιδεολογίες. Η φιλοσοφία του Nietzsche αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Τη φιλοσοφία του ασπάστηκαν οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές (οι Ναζί), που ισχυρίζονταν ότι ο γερμανικός λαός ήταν οι υπεράνθρωποι στους οποίους αναφερόταν ο  Nietzsche. Για τους Ναζί, υπεράνθρωποι σήμαινε ανώτεροι άνθρωποι, και οι Γερμανοί ήταν, όπως πίστευαν, υπέρτεροι των άλλων. Τίποτε δε θα μπορούσε να είναι πιο ανοίκειο στον Nietzsche απ’ ό,τι η σκέψη εθνικής ή φυλετικής ανωτερότητας. Ο Nietzsche διέλυσε τη στενή του σχέση με το Γερμανό συνθέτη Richard Wagner εν μέρει επειδή ο Wagner είχε έντονα εθνικιστικές και αντισημιτικές απόψεις (Blackburn, 1994, σ. 262). Κάθε άτομο, σύμφωνα με τον Nietzsche, έχει τη δυνατότητα να γίνει υπεράνθρωπος. Αυτό που διαφοροποιεί τον υπεράνθρωπο από τον μη υπεράνθρωπο είναι το πάθος, το θάρρος, η ενόραση και τίποτε άλλο. Ως παραδείγματα υπερανθρώπων, προσέφερε τον ιστορικό Ιησού, τον Goethe (από τον οποίο μάλιστα δανείστηκε τον όρο υπεράνθρωπος), τον Dostoevsky και τον εαυτό του. Ο Freud συμφωνούσε με το ότι ο Νίτσε έπρεπε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τους υπεράνθρωπους: «[ο Freud] έλεγε για τον Nietzsche ότι είχε πιο διεισδυτική γνώση για τον εαυτό του απ’ ό,τι οποιασδήποτε άλλος άνθρωπος που έζησε ποτέ ή που ήταν δυνατό να ζήσει. […] (Jones, 1955, σ. 344). 

B. R. Hergenhahn, Εισαγωγή στην Ιστορία της Ψυχολογίας  

(Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, 2008, σ. 249-251)