Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Οι δύο τύποι ανθρώπων

Το παιχνίδι των λυγμών (The crying Game) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Νιλ Τζόρνταν. Η αιχμαλωσία του μαύρου Άγγλου στρατιώτη από τον ΙΡΑ (Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός) και η εντολή στον Φέργκους (επαναστάτη του ΙΡΑ) να τον σκοτώσει, δε θα εκτελεστεί, αφού ο στρατιώτης θα βρει τραγικό θάνατο από την εισβολή των Αγγλικών τανκς στο κρησφύγετο των επαναστατών, κάτι που ο Φέργκους ούτως ή άλλως δεν είχε σκοπό να κάνει, αφού από τη φύση του δε θα μπορούσε να αφαιρέσει ζωή για οποιονδήποτε λόγο. […]

Η υπέροχη αυτή ταινία βασίζετε σε ένα μύθο του Αισώπου. Το μύθο με τον σκορπιό και το βάτραχο. Η σχετική σκηνή:

Υπάρχουν δύο τύποι ανθρώπων. Άλλοι δίνουν, άλλοι παίρνουν. […]
Ο Σκορπιός και ο Βάτραχος.
Ο Σκορπιός θέλει να περάσει το ποτάμι, αλλά δεν κολυμπάει. Βρίσκει τον Βάτραχο και του ζητάει να τον περάσει.
Ο Βάτραχος λέει: «Αν σε πάρω στην πλάτη μου… εσύ θα με κεντρίσεις».
Ο Σκορπιός απαντάει: «Αν σε κεντρίσω, θα πνιγούμε και οι δύο».
Ο Βάτραχος το βρίσκει λογικό. Παίρνει το σκορπιό στην πλάτη του και κολυμπάει.
Στο μέσο της διαδρομής νιώθει κάτι να τον καίει… και καταλαβαίνει ότι ο σκορπιός τον κέντρισε. Καθώς βουλιάζουν και οι δύο στα κύματα… ο Βάτραχος φωνάζει: «Γιατί με κέντρισες κε Σκορπιέ;» «Τώρα θα πνιγούμε και οι δυο».
Ο Σκορπιός απαντάει: «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, είναι στη φύση μου.»
-Τι σημαίνει αυτό;  

         -Σημαίνει αυτό που λέει. Ο Σκορπιός κάνει αυτό που είναι στη φύση του.

video

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Η θεωρία του Αρτεμίδωρου για τα όνειρα

Τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου είναι το μόνο κείμενο που σώζεται, ακέραιο, από μια φιλολογία η οποία υπήρξε πληθωρική στην αρχαιότητα: την Ονειροκριτική. Ο Αρτεμίδωρος που γράφει τον 2ο αιώνα μ. Χ., παραθέτει, ο ίδιος, αρκετά έργα που ήταν σε χρήση στην εποχή του. […]

Είναι αναρίθμητες οι μαρτυρίες για τη σημασία που δόθηκε στην ανάλυση των ονείρων ως πρακτική άσκηση, απαραίτητη όχι μόνο στις έκτακτες περιστάσεις, αλλά και στην καθημερινή ροή των πραγμάτων. Ωστόσο, ακόμα κι όταν το όνειρο απλώς προμηνύει κάτι που θα συμβεί δίχως να κελεύει τίποτα, ακόμη κι όταν υποθέτει κανείς ότι η συνάφεια του μέλλοντος με το παρόν είναι αναπόφευκτη, καλό είναι να γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων τι πρόκειται να γίνει ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί γι’ αυτό. «Ο θεός, λέει ο Αχιλλεύς Τάτιος στα Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα, αρέσκεται συχνά να αποκαλύπτει, καθ’ ύπνον, το μέλλον στους ανθρώπους – όχι για να αποφύγουν έτσι το κακό, αφού κανείς δεν μπορεί να είναι πιο δυνατός από τη Μοίρα – αλλά για να αντέξουν ευκολότερα τον πόνο τους. Διότι όσα συμβαίνουν απότομα και αναπάντεχα, όλα μαζί αναστατώνουν τον νου με την βιαιότητα του πλήγματος και τον πνίγουν. Ενώ εκείνο που κανείς περιμένει πριν το υποστεί, μπορεί, με τη βαθμιαία εξοικείωση, να αμβλύνει τη θλίψη» (I, 3).

Αργότερα, ο Συνέσιος θα εκφράσει μια άποψη τελείως παραδοσιακή, όταν θα υπενθυμίσει ότι τα όνειρά μας είναι ένα μαντείο που «κατοικεί μαζί μας», που μας συνοδεύει [παντού]. Πρέπει να θεωρούμε το όνειρο ως «έναν προφήτη πάντα πρόθυμο, έναν σύμβουλο ακούραστο και σιωπηλό»· οφείλουμε λοιπόν όλοι να καταγινόμαστε με την ερμηνεία των ονείρων μας […]»[1] Μ’ αυτό το πνεύμα ο Αρτεμίδωρος γράφει τα Ονειροκριτικά του.

Το βασικό γι’ αυτόν είναι να υποδείξει λεπτομερώς στον αναγνώστη έναν τρόπο ενέργειας: τι πρέπει να κάνει για να αναλύσει ένα όνειρο σε στοιχεία και να βρει το διαγνωστικό νόημα του ονείρου; Επίσης τι πρέπει να κάνει για να ερμηνεύσει το όλον με βάση τα στοιχεία του και να λάβει υπόψη το όλον αυτό για την αποκρυπτογράφηση του καθενός από τα μέρη; […]

Πρόκειται λοιπόν για μια πραγματεία Περί το ερμηνεύειν. Το έργο, που είναι σχεδόν ολόκληρο επικεντρωμένο όχι στα προφητικά θαύματα των ονείρων αλλά στην «τέχνη» που επιτρέπει να τα κάνεις να μιλήσουν σωστά, […] Ο Αρτεμίδωρος θέλει να προτείνει ένα εργαλείο στους τεχνικούς της ανάλυσης και στους επαγγελματίες […] θέλησε να το παρουσιάσει ως εγχειρίδιο του ευ ζην, ως όργανο χρησιμοποιήσιμο σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής και των περιστάσεών της […] Ο τυπικός ονειρευόμενος στον οποίο απευθύνεται ο Αρτεμίδωρος δεν είναι ένας θρήσκος που τον απασχολούν θεόπεμπτα κελεύσματα. Είναι ένα «συνηθισμένο» άτομο […]

1. Ο Αρτεμίδωρος διακρίνει δύο μορφές νυκτερινών οραμάτων. Υπάρχουν τα όνειρα – «ενύπνια»· αυτά εκφράζουν τα παρόντα συναισθήματα του υποκειμένου, αυτά που «συνοδεύουν την ψυχή στο δρόμο της»: είμαστε ερωτευμένοι επιθυμούμε την παρουσία του αγαπημένου προσώπου, ονειρευόμαστε ότι βρίσκεται μαζί μας· είμαστε πεινασμένοι, νιώθουμε την ανάγκη να φάμε, ονειρευόμαστε ότι τρώμε· ή ακόμα, «εκείνος που έχει φουσκώσει από το φαγητό ονειρεύεται είτε ότι κάνει εμετό είτε ότι πνίγεται»[2]. Ο τύπος αυτός του ονείρου έχει μιαν απλή διαγνωστική αξία: […] εκφράζει για ότι αφορά το σώμα, αυτό που είναι έλλειψη ή υπερβολή και, για ότι αφορά την ψυχή, αυτό που είναι φόβος ή επιθυμία.

Διαφορετικοί είναι οι «όνειροι». Τη φύση και τη λειτουργία τους, ο Αρτεμίδωρος τις  αποκαλύπτει εύκολα στις τρεις «ετυμολογίες» που προτείνει: Ο «όνειρος» είναι εκείνο που «το ον είρει» (λέει)· λέει αυτό που υφίσταται ήδη μέσα στη ροή του χρόνου και θα εμφανιστεί ως γεγονός σ’ ένα λίγο πολύ κοντινό μέλλον. Επίσης είναι αυτό που επενεργεί πάνω στην ψυχή και τη διεγείρει – «ορείνει» - παρακινώντας τη σε δράση· ο όνειρος αλλάζει την ψυχή, την αναπλάθει και τη συμμορφώνει· την τοποθετεί μέσα σε διατάξεις και προκαλεί μέσα της ορμές που αντιστοιχούν σ’ αυτό που της έχει δειχθεί. Τέλος, στη λέξη «όνειρος» αναγνωρίζουμε το όνομα του Ιθακήσιου ζητιάνου Ίρου, ο οποίος μετέφερε τα μηνύματα που του εμπιστεύονταν[3].

Οι δύο όροι, λοιπόν, το ενύπνιον και ο όνειρος διαφέρουν· ο πρώτος μιλάει για το άτομο, ο δεύτερος για τα συμβάντα του κόσμου· ο ένας προκύπτει από τις καταστάσεις του σώματος και της ψυχής, ο άλλος προκαταλαμβάνει την εκτύλιξη της χρονικής αλύσου· ο ένας φανερώνει το παιχνίδι του υπερβολικού και του ελάχιστου στην κλίμακα των πόθων και των απεχθειών· ο άλλος γνέφει στην ψυχή και, ταυτόχρονα, την αναπλάθει. Από τη μια, τα επιθυμητικά όνειρα (ενύπνια) μιλούν για την πραγματικότητα της ψυχής στην παρούσα της κατάσταση· από την άλλη, τα όνειρα (οι όνειροι) του όντος δηλώνουν το μέλλον του συμβάντος στην κλίμακα του κόσμου.

Ένας δεύτερος διαχωρισμός υπεισάγει, στην καθεμία από τις δύο κατηγορίες των «νυκτερινών οπτασιών», μιαν άλλη μορφή διάκρισης: αυτό που εμφανίζεται καθαρά, με διαφανή τρόπο, δίχως να απαιτεί αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία, κι εκείνο που δεν δίνεται παρά με μεταφορικό τρόπο και με εικόνες που λέει άλλο πράγμα από την αρχική τους εμφάνιση. Στα όνειρα κατάστασης, η επιθυμία μπορεί να εκδηλωθεί με την εύκολα αναγνωρίσιμη παρουσία του αντικειμένου της (ο ενυπνιαζόμενος βλέπει τη γυναίκα που ποθεί)· αλλά μπορεί επίσης να εκδηλωθεί με μιαν άλλη εικόνα, που έχει μια λίγο ως πολύ μακρινή σχέση με τον εν λόγω αντικείμενο. Ανάλογη διαφορά και στα όνειρα συμβάντων – στους ονείρους: ορισμένα από αυτά δηλώνουν απευθείας, δείχνοντάς το, αυτό που υπάρχει ήδη σε σχήμα μελλοντικό: ο ονειρευόμενος βλέπει να βουλιάζει το πλοίο με το οποίο θα ναυαγήσει λίγο αργότερα· […] αυτά είναι οι λεγόμενοι «θεωρηματικοί» όνειροι. Σε άλλες, όμως, περιπτώσεις, η σχέση της εικόνας προς το συμβάν είναι έμμεση: η εικόνα του πλοίου που τσακίζεται πάνω στον σκόπελο μπορεί να σημαίνει όχι ένα ναυάγιο, ούτε καν ένα ατύχημα, αλλά, για τον δούλο που το ονειρεύτηκε, την προσεχή του απελευθέρωση· εδώ πρόκειται για τους «αλληγορικούς» ονείρους.

Η ταλάντωση, όμως, μεταξύ των δύο διακρίσεων θέτει στον ερμηνευτή ένα πρακτικό πρόβλημα. Έστω ένα ορισμένο όραμα κατά τον ύπνο όραμα κατά τον ύπνο: πως θα καταλάβουμε αν έχουμε να κάνουμε με ένα ενύπνιο κατάστασης ή με έναν όνειρο συμβάντος; Πως θα καθορίσουμε αν η εικόνα προαναγγέλλει άμεσα αυτό που δείχνει, ή αν πρέπει να υποθέσουμε ότι εκφράζει κάτι άλλο; […] ο Αρτεμίδωρος υπογραμμίζει την πρωτεύουσα σημασία που έχει η έρευνα γύρω από το ενυπνιαζόμενο υποκείμενο. Είναι απόλυτα βέβαιο εξηγεί, ότι τα ενύπνια κατάστασης δεν θα μπορούν να εμφανίζονται στις ενάρετες ψυχές. Αυτές, πράγματι, είναι σε θέση να ελέγχουν τις άλογες ορμές τους, άρα τα πάθη τους – επιθυμία ή φόβο: μπορούν επίσης να διατηρούν το σώμα τους σε ισορροπία ανάμεσα στην έλλειψη και στην υπερβολή γι’ αυτές τις ψυχές, συνεπώς, δεν υπάρχουν ούτε διαταραχές, άρα ούτε τέτοια «όνειρα» (ενύπνια) που πάντα πρέπει να εννοούνται ως συναισθητικές εκδηλώσεις. […] «Τα όνειρα του κοιμώμενου, έλεγε ο Σενέκας, είναι τόσο ταραγμένα όσο και η μέρα του»[4]. Ο Πλούταρχος βασιζόταν στον Ζήνωνα για να υπενθυμίσει πως είναι σημάδι προόδου το να μην ονειρεύεσαι πως νιώθεις ευχαρίστηση να κάνεις ανέντιμες πράξεις. Και ανέφερε τα άτομα εκείνα που στον ξύπνιο τους βρίσκουν τη δύναμη να πολεμούν τα πάθη τους και να τους αντιστέκονται, αλλά που, τη νύχτα, «απελευθερωμένα από τις γνώμες και τους νόμους» δεν νιώθουν πια ντροπή: ξυπνά τότε μέσα τους ό,τι το ανήθικο και ακόλαστο έχουν[5].

Για τον Αρτεμίδωρο, πάντως, τα ενύπνια κατάστασης, όταν εμφανίζονται, μπορούν να πάρουν δύο μορφές: στα περισσότερα άτομα, η επιθυμία ή η απέχθεια εκδηλώνονται άμεσα και χωρίς να κρύβονται· ενώ εκδηλώνονται μόνο με σημεία σε όσους ξέρουν να ερμηνεύουν τα ίδια τους τα όνειρα· κι αυτό γιατί η ψυχή τους τούς «παίζει κόλπα με τον δολιότερο τρόπο». Έτσι, ένας άνδρας χωρίς πείρα στην ονειροκριτική, θα δει σε όνειρο τη γυναίκα που ποθεί ή τον πολύ επιθυμητό θάνατο του κυρίου του. Η δύσπιστη όμως ή ικανή ψυχή του έμπειρου θα αρνηθεί κατά κάποιον τρόπο να του φανερώσει την επιθυμητική κατάσταση στην οποία αυτός βρίσκεται· θα καταφύγει στην πονηριά και έτσι, αντί να δει απλώς τη γυναίκα που ποθεί, ο ενυπνιαζόμενος θα δει την εικόνα κάποιου πράγματος που την δηλώνει: «ένα άλογο, έναν καθρέπτη, ένα πλοίο, τη θάλασσα, το θηλυκό ενός αγριμιού, ένα γυναικείο ρούχο». […]

Όσο για τους ονείρους, πως θα ξεχωρίσουμε αυτούς που είναι διάφανοι και «θεωρηματικοί» από εκείνους που προμηνάνε, με την αλληγορία, ένα συμβάν διαφορετικό από εκείνο που δείχνουν; Αν βάλουμε κατά μέρος τις παράδοξες εικόνες που απαιτούν, φυσικά, μια ερμηνεία, εκείνες που προαγγέλλουν σαφώς ένα συμβάν επιβεβαιώνονται αμέσως από την πραγματικότητα: το συμβάν επακολουθεί ανυπερθέτως· ο θεωρηματικός όνειρος δείχνει ξεκάθαρα αυτό που προαγγέλλει, δίχως να αφήνει στην ερμηνεία ούτε δυνατότητα αμφιβολίας, ούτε κάποιαν απαραίτητη προθεσμία. Οι αλληγορικοί όνειροι αναγνωρίζονται λοιπόν εύκολα επειδή δεν ακολουθούνται από άμεση πραγματοποίηση: υπάρχει έτσι ο κατάλληλος χρόνος να καταπιαστούμε με την ερμηνεία τους. Θα προσθέσουμε ακόμα πως οι ενάρετες ψυχές – που δεν έχουν ενύπνια, αλλά μόνο ονείρους – δεν γνωρίζουν συνήθως παρά μόνο τα διαυγή οράματα των θεωρηματικών ονείρων.  

Ο Αρτεμίδωρος δεν χρειάζεται να εξηγήσει το προνόμιο αυτό: αποτελούσε παράδοση η παραδοχή της ιδέας ότι στις αγνές ψυχές οι θεοί μιλούσαν απευθείας. Ας θυμηθούμε τον Πλάτωνα, στην Πολιτεία: «Όταν ο άνθρωπος κατευνάσει αυτά τα δύο μέρη τα ης ψυχής (το επιθυμητικό και το θυμοειδές) κρατώντας άγρυπνο μόνο το τρίτο, όπου εδράζει η φρόνηση, και έτσι αναπαυθεί, ξέρεις βέβαια ότι τότε το πνεύμα του εγγίζει όσο γίνεται περισσότερο την αλήθεια»[6]. […]

Μπορούμε να καταρτίσουμε τον ακόλουθο πίνακα που ορίζει ο Αρτεμίδωρος ανάμεσα στους διάφορους τύπους ενυπνίων, τους τρόπους σήμανσή τους, καθώς και τους τρόπους ύπαρξής του υποκειμένου:

Το τελευταίο τετράγωνο του πίνακα – που δείχνει τους αλληγορικούς ονείρους γεγονότων, όπως αυτοί που εμφανίζονται στις κοινές ψυχές – είναι εκείνο που ορίζει τον τομέα εργασίας της ονειροκριτικής. Εκεί είναι δυνατή η ερμηνεία, αφού δεν υπάρχει διαφάνεια του οράματος, αλλά χρησιμοποίηση μια εικόνας για να λεχθεί κάτι άλλο· εκεί είναι χρήσιμη η ερμηνεία, αφού επιτρέπει να προετοιμαστούμε για ένα συμβάν που δεν άμεσο.

2. Η αποκρυπτογράφηση της ονειρικής αλληγορίας γίνεται με την αναλογική μέθοδο. Ο Αρτεμίδωρος επανέρχεται σ’ αυτό πολλές φορές: η τέχνη της ονειροκριτικής στηρίζεται στον νόμο της αναλογίας· αυτός λειτουργεί με τη «σύγκριση του ομοειδούς με το ομοειδές»[7].

Την αναλογία αυτή, ο Αρτεμίδωρος τη βλέπει να λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Υπάρχει πρώτα πρώτα η φυσική αναλογία μεταξύ της ονειρικής εικόνας και των στοιχείων του μέλλοντος που προμηνάει. Για να ανιχνεύσει την αναλογία αυτή, ο Αρτεμίδωρος χρησιμοποιεί διάφορα μέσα: την ποιοτική ομοιότητα (το να ονειρεύεσαι μιαν αδιαθεσία μπορεί να σημαίνει τη μελλοντική «κακή κατάσταση» της υγείας ή της περιουσίας σου· το να ονειρεύεσαι λάσπη σημαίνει ότι το σώμα σου θα παραγεμίσει από βλαβερές ουσίες)· ταυτότητα των λέξεων (το κριάρι σημαίνει αρχηγία, εξαιτίας του λογοπαίγνιου «κριός – κρείων»)[8]· συμβολική συγγένεια (το να ονειρεύεσαι θύελλες είναι σημάδι συμφοράς)· ύπαρξη μιας δοξασίας, ενός λαϊκού γνωμικού, ενός μυθολογικού θέματος (η αρκούδα δηλώνει μια γυναίκα, εξαιτίας της Αρκάδος νύμφης Καλλιστούς)[9]· επίσης, το να ανήκει σε μια και την ίδια υπαρξιακή κατηγορία: έτσι, ο γάμος και ο θάνατος μπορούν να σημαίνουν, στο όνειρο, ο ένας στον άλλο, αφού και οι δύο θεωρούνται ως ένα τέλος (σκοπός ή πέρας) για τη ζωή[10]· παρομοιότητα πρακτικών («για έναν άρρωστο, το να παντρεύεται μια παρθένα σημαίνει θάνατο, γιατί όλες οι τελετές που συνοδεύουν τον γάμο συνοδεύουν και τις κηδείες»)[11].

Υπάρχει επίσης η αναλογία κατά την αξία. Κι αυτό είναι ένα κεφαλαιώδες σημείο εφόσον δουλειά της ονειροκριτικής είναι να προσδιορίσει αν τα μέλλοντα να συμβούν είναι ευνοϊκά ή όχι. Ολόκληρος ο χώρος που καταλαμβάνει το σημαινόμενο του ονείρου, στο κείμενο του Αρτεμίδωρου, ρυθμοκοπάται από τη διάζευξη καλού και κακού, αίσιου και απαίσιου, καλότυχου και κακότυχου. Το ερώτημα είναι λοιπόν το εξής: πως η πράξη που εμφανίζεται στον όνειρο μπορεί να προμηνύει με τη δική του αξία αυτό που μέλλει να συμβεί; Η γενική αρχή είναι απλή. Ένας όνειρος είναι φορέας ενός ευνοϊκού προγνωστικού αν η πράξη που αναπαριστάνει είναι κι αυτή καλή. Πως, όμως, μετριέται η αξία αυτή; Ο Αρτεμίδωρος προτείνει έξι κριτήρια. Η αναπαριστάμενη πράξη είναι σύμφωνη με τη φύση; Είναι σύμφωνη με το νόμο; Είναι σύμφωνη με τα έθιμα; Είναι σύμφωνη με την «τέχνη» - δηλ. με τους κανόνες και τις εμπειρίες που επιτρέπουν σε μια ενέργεια να πετύχει τους σκοπούς της; Είναι σύμφωνη με τον χρόνο (πράγμα που σημαίνει: έχει εκτελεστεί τη στιγμή και στις περιστάσεις που αρμόζουν); Τέλος, τι συμβαίνει με το όνομά της (φέρει ένα όνομα το οποίο αυτό καθαυτό είναι ευοίωνο); «Αποτελεί γενική αρχή, όλα τα ονειρικά οράματα τα σύμφωνα με τη φύση ή με τη φύση ή με το νόμο ή με τα έθιμα ή με την τέχνη ή με το όνομα ή με τον χρόνο, να είναι ευοίωνα, και όλα τα αντίθετα οράματα να είναι δυσοίωνα και ανώφελα»[12]. Ο Αρτεμίδωρος, βέβαια, προσθέτει αμέσως πως η αρχή αυτή δεν είναι καθολική και πως έχει εξαιρέσεις. Μπορεί να υπάρξει ένα είδος αντιστροφής αξίας. Ορισμένοι όνειροι που είναι «καλοί εσωτερικά» μπορούν να είναι «κακοί εξωτερικά»: η φαντασιωμένη στον όνειρο πράξη είναι ευνοϊκή (έτσι, το να ονειρεύεσαι ότι δειπνείς με έναν θεό είναι θετικό), αλλά το προμηνούμενο συμβάν είναι αρνητικό (γιατί, αν ο θεός  είναι ο Κρόνος, αλυσοδεμένος από τους γιους του, η εικόνα σημαίνει ότι θα πας φυλακή)[13]. Άλλοι όνειροι είναι, αντίστροφα, «κακοί εσωτερικά» και «καλοί εξωτερικά»: ένας δούλος ονειρεύεται ότι βρίσκεται σε πόλεμο· αυτό είναι προμήνυμα της απελευθέρωσής του, γιατί ένας στρατιώτης δεν μπορεί να είναι δούλος. Υπάρχει, λοιπόν, γύρω από τα θετικά ή αρνητικά σημεία και σημαινόμενα, ένα ολόκληρο περιθώριο δυνατών παραλλαγών. Δεν πρόκειται για μια ανυπέρβλητη αβεβαιότητα· αλλά για έναν πολύ σύνθετο τομέα, ο οποίος απαιτεί να παίρνονται υπόψη όλες οι ονειρικές εικόνες, όπως και η κατάσταση του ονειρευμένου. […]

Μισέλ Φουκώ - Η ιστορία της σεξουαλικότητας

(Εκδόσεις Ράππα, 2003, τόμος 3, σελ. 12-24)






[1] Συνέσιος, Περί ενυπνίων λόγος, 15-16
[2] Αρτεμίδωρος, Τα ονειροκριτικά, I, 1.
[3] Ό.π., I, 1. Πρβλ. Οδύσσεια, 18, 7.
[4] Σενέκας, Επιστολαί προς Λουκίλιον, 56, 6.
[5] Πλούταρχος, Πως αν τις αίσθοιτο εαυτού προκόπτοντος επ’ αρετή, 12.
[6] Πλάτων, Πολιτεία, Θ΄, 572 a-b.
[7] Αρτεμίδωρος, Τα ονειροκριτικά, II, 25.
[8] Ό.π., II, 12.
[9] Ό.π., II, 12.
[10] Ό.π., II, 49 και 65.
[11] Ό.π., II, 65.
[12] Ό.π., IV, 2.
[13] Ό.π., I, 5.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Ο «άνθρωπος του Βιτρούβιου»

Οι Έλληνες της κλασικής εποχής υπέθεταν πως σε κάθε έργο τέχνης υπάρχει ένας κανόνας. Η έννοια του κανόνα στις πλαστικές τέχνες αντιστοιχούσε με την έννοια του νόμου στη μουσική. Τελικά οι δυο αυτοί όροι απέκτησαν το ίδιο νόημα. […]

Ο κανόνας της γλυπτικής

Οι Έλληνες γλύπτες επιχείρησαν και αυτοί να θεμελιώσουν έναν κανόνα για την τέχνη τους. […] Όπως μας λέει ο Γαληνός, το ωραίο το συναντάμε στη συμμετρία των μερών, «που αυτό θα πει [στη συμμετρία] του κάθε δάκτυλου με το κάθε δάκτυλο και όλων των δακτύλων με την παλάμη και τον καρπό, και αυτών με πήχη, και του πήχη με τον βραχίονα, και του κάθε μέρους με όλα τα μέρη [του σώματος], όπως ακριβώς έχει γραφτεί στον Κανόνα του Πολύκλειτου.»[1]

Και ο Βιτρούβιος, σε παρόμοιο ύφος, μας λέει: «Η φύση συνέθεσε το σώμα του ανθρώπου έτσι, ώστε το πρόσωπο, από το πηγούνι ως την κορυφή του μετώπου και τις ρίζες των μαλλιών, να έχει μήκος ίσο προ το 1/10 [του συνολικού ύψους]» και προχωρεί ορίζοντας αριθμητικά τις αναλογίες των διάφορων μερών του ανθρώπινου σώματος.[2] Τον κανόνα αυτό τον τηρούσαν αυστηρά οι κλασικοί γλύπτες. Ο Πολύκλειτος, στο μοναδικό διασωθέν απόσπασμα από την πραγματεία του υποστηρίζει πως σε ένα έργο τέχνης «η τελειότητα εξαρτάται από πολλές αριθμητικές σχέσεις· σημαντικό ρόλο παίζουν οι μικρές παραλλαγές».[3]

Ο κανόνας των γλυπτών είχε σχέση με τη φύση και όχι με την τέχνη. Υπολόγιζε τις αναλογίες που εμφανίζονταν στη φύση, ιδίως στο καλογυμνασμένο σώμα αντρικό σώμα. Ο κανόνας τους ήταν «ανθρωποκεντρικός» και ως τέτοιος; Που ήταν δεν έθετε αρχές για το κατά πόσο ένας γλύπτης είχε το δικαίωμα να εισαγάγει διορθώσεις στην ανατομία και την προοπτική, ώστε να βελτιώσει τη φύση. […]

Ο κανόνας των γλυπτών κάλυπτε όχι μόνο τις αναλογίες του σώματος ως όλον, αλλά των και των μερών του, ιδιαιτέρως τις αναλογίες του προσώπου. Χώριζαν το πρόσωπο σε τρία μέρη: το μέτωπο, τη μύτη και τα χείλη μαζί με το πηγούνι. Γράφει ο Βιτρούβιος: «το κάτω άκρο του πηγουνιού απέχει από τα ρουθούνια το 1/3 του μήκους του προσώπου· η μύτη από το κάτω άκρο των ρουθουνιών ως το μέσον της γραμμής των φρυδιών, το ίδιο. Από τη γραμμή αυτή μέχρι τις ρίζες των μαλλιών, το μέτωπο έχει επίσης μήκος ίσο με το 1/3 [του μήκους του προσώπου].»[4] […]

Homoquadratus: σχέδιο του Cesariano από την 
έκδοση του Βιτρούβιου το 1521.
Κατά την κλασική περίοδο, είχε επίσης καθιερωθεί η άποψη πως το σώμα ενός ιδανικά διαπλασμένου ανθρώπου μπορεί να περικλειστεί εντός των απλών γεωμετρικών σχημάτων του κύκλου και του τετραγώνου. […] η άποψη αυτή γέννησε την ιδέα του τετράγωνου ανθρώπου (ανήρ τετράγωνος – homoquadratus), μια ιδέα που επιβίωσε στην τέχνη της ανατομίας μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Γράφει ο Βιτρούβιος: «Το κεντρικό σημείο του ανθρώπινου σώματος είναι από τη φύση του ο ομφαλός. Αν δηλαδή τοποθετηθεί η ακίδα του διαβήτη στον ομφαλό του ανθρώπου, που βρίσκεται σε ύπτια θέση με εκτεταμένα χέρια και πόδια, και χαραχθεί κύκλος, ο κύκλος αυτός περνάει από τα άκρα των δακτύλων, τόσο των χεριών όσο και των ποδιών. Στο ανθρώπινο σώμα λοιπόν παρουσιάζεται το σχήμα ενός κύκλου· αλλά, στο ανθρώπινο, μπορούμε να βρούμε και το σχέδιο ενός τετραγώνου: αν μετρηθεί η απόσταση μεταξύ των πελμάτων και της κορυφής του κεφαλιού και στη συνέχεια συσχετισθεί προς αυτόν που ορίζεται από τα εκτεταμένα χέρια, διαπιστώνεται ότι το πλάτος είναι ίσο προς το ύψος, όπως και σε επίπεδα σχήματα [που σχεδιάζονται] τετράγωνα με το γνώμονα.»[5]

Η αισθητική των αρχαίων Ελλήνων

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Αλέξανδρος Πέτρου

[ΤΟ ΒΗΜΑ, 2015, σελ. 112-113, 119-123]

*
Ο Άνθρωπος του Βιτρούβιου είναι διάσημο σχέδιο με συνοδευτικές σημειώσεις, γραμμένες με καθρεπτιζόμενη γραφή, του Λεονάρντο ντα Βίντσι, που φτιάχτηκε περίπου το 1490 σε ένα από τα ημερολόγιά του. Απεικονίζει μία γυμνή αντρική φιγούρα σε δύο αλληλοκαλυπτόμενες θέσεις με τα μέλη του ανεπτυγμένα και συγχρόνως εγγεγραμμένη σε ένα κύκλο και ένα τετράγωνο. Το σχέδιο και το κείμενο συχνά ονομάζονται Κανόνας των Αναλογιών. […] Tο σχέδιο έγινε ως μελέτη των αναλογιών του (ανδρικού) ανθρώπινου σώματος όπως περιγράφεται στην πραγματεία του Βιτρούβιου. […]  Πηγή: wikipedia

Ο Βιτρούβιος Άντρας του Λεονάρντο Ντα Βίντσι.
Φαινομενικά, το έργο είναι η αρχιτεκτονική πρόσοψη του ανθρώπινου οικοδομήματος. Αν εξετάσουμε, όμως, μεθοδικά τις λεπτομέρειες που καταγράφει ο Leonardo da Vinci, θα δούμε ότι η αναπαράστασή του είναι όντως πολλαπλή. Η διαφορά μεταξύ δεξιού και αριστερού ποδιού είναι προφανής. Το ίδιο ισχύει και για τα χέρια. Όμως, αν δεν προσέξουμε τα χαρακτηριστικά του κορμιού, θα παραμείνουμε στην εντύπωση ότι είναι απόλυτα συμμετρικός. Ξεχνάμε ότι η ιδιότητα του βαρύκεντρου για τον ομφαλό δεν καθορίζεται αποκλειστικά και με μονοσήμαντο τρόπο. Διότι ακόμα και ο κορμός έχει μια μικρή κλίση που προέρχεται από τη διαφορετική τοποθέτηση των ποδιών στο κάτω μέρος της εικόνας. Η διπλή επικάλυψη αναγκάζει αυτή την κλίση για να είναι ρεαλιστικό το μοντέλο. Δεν είναι απλώς μια ζωγραφιά αλλά ένα δομικό σύστημα. Οι ανδρικοί μύες που βρίσκονται πάνω από τη λεκάνη δίνουν ήδη το στίγμα της ασυμμετρίας. Αυτή η έλλειψη απόλυτης συμμετρίας γίνεται πιο αισθητή στο κάτω μέρος, στο επίπεδο των μηρών. Το εσωτερικό του δεξιού μηρού βρίσκεται μπροστά στο αριστερό ανάλογό του. Και αυτή η στάση ενισχύεται και από την ανοιχτή επικάλυψη. Πιο συγκεκριμένα, η ακριβής αναπαράσταση του ανδρικού πέους από το Leonardo da Vinci που δείχνει και τη διαφορά ύψους των όρχεων, όταν οι μηροί είναι ανοιχτοί, δείχνει ένα διαφορετικό άνοιγμα. Από τη δεξιά πλευρά ο διαχωρισμός μεταξύ μηρού και πέους γίνεται στο επίπεδο του πάνω μέρους του χιτώνα, ενώ δεν ισχύει το ανάλογο από την άλλη πλευρά. Στην πραγματικότητα, αν ο άνθρωπος του Βιτρούβιου καθόταν όρθιος, απόλυτα συμμετρικά σε σχέση με το θεατή, ο διαχωρισμός δεν θα γινόταν στο επίπεδο του χιτώνα, εξαιτίας των εσωτερικών μηρών που ακολουθούν τη γωνία των οστών, όπως διαμορφώνεται από τη λεκάνη. Αυτό σημαίνει ότι ο Leonardo da Vinci διατύπωσε αυτή τη λεπτομέρεια για να διατηρήσει τη ρεαλιστικότητα του μοντέλου. Κατά συνέπεια, ο Leonardo da Vinci δεν διατυπώνει μόνο τις εξωτερικές αναλογίες του Βιτρούβιου αλλά και την εσωτερική δομή του ανθρώπινου σώματος, μέσω του ανδρικού κορμιού. Και για να το αναδείξει, χρησιμοποιεί την ασυμμετρία της ανθρώπινης συμμετρίας. Έτσι δίνει και το στίγμα της ιδιοφυΐας του.



                                    *

Ο Βιτρουβιανός Άνθρωπος των μαθηματικών του Ντα Βίντσι

Τι είναι αυτό που κάνει ιδιαίτερο τον Βιτρουβιανό Άνθρωπο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι; Με τα χέρια τεντωμένα, ο άνθρωπος καλύπτει τα ασύμπτωτα διαστήματα ενός κύκλου και ενός τετραγώνου συμβολίζοντας την πεποίθηση της εποχής της Αναγέννησης στη μεταλλακτική φύση του ανθρώπινου είδους. Ο Τζέιμς Ερλ εξηγεί τη γεωμετρική, θρησκευτική και φιλοσοφική σημασία αυτού του παραπλανητικού απλού σχεδίου.


Πηγή: Videoman



[1] Πολύκλειτος (Γαληνού Περί Αρχιτεκτονικής, βιβλίο 5 κεφ.3).
[2] Βιτρούβιος, Περί Αρχιτεκτονικής, βιβλίο 3, κεφ. 1.
[3] Πολύκλειτος (Φίλωνας ο Βυζάντιος, βιβλίο 1).
[4] Βιτρούβιος, Περί Αρχιτεκτονικής, ό.π.
[5] Βιτρούβιος, Περί Αρχιτεκτονικής, ο.π.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Η αντιμετώπιση των σοβαρών και των ασήμαντων πραγμάτων

Ghost Dog: The Way of the SamuraiΜια ταινία του Jim Jarmusch με πρωταγωνιστή τον Forest Whitaker. Είναι δομημένη πάνω στο κείμενο ενός Γιαπωνέζου πολεμιστή του 18ου αιώνα, του Yamamoto Tsunetomo. Το «Ηagakure: The Book Of The Samurai» είναι ένα μικρό βιβλίο με αφορισμούς που χωρίζονται από ένα μικρό σύμβολο, δίνοντας ανάσες στο κείμενο.

Ένας μυστηριώδης επαγγελματίας δολοφόνος ακολουθεί κατά γράμμα τον αυστηρό κώδικα ενός αρχαίου κειμένου των Σαμουράι. Όταν ο προσωπικός κώδικας τιμής του προδίδεται από τη μαφιόζικη οικογένεια που του αναθέτει «δουλειές», εκείνος αντιδρά σύμφωνα με τον «Τρόπο των Σαμουράι».

Η σκηνή που ακολουθεί είναι αφιερωμένη στην αντιμετώπιση των σημαντικών και των ασήμαντων πραγμάτων:

Στον τοίχο του αφέντη Ναοσίγκε ήταν γραμμένο ένα γνωμικό: «Τα σοβαρά θέματα πρέπει να τα παίρνεις ελαφρά
Ο αφέντης Ίτει σχολίασε: «Τα ασήμαντα θέματα πρέπει να τα παίρνεις σοβαρά

video

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Το πολιτικό πρόβλημα στον Πλάτωνα

Η δικαιοσύνη θα ήταν κάτι απλό, λέει ο Πλάτωνας, αν και οι άνθρωποι ήταν απλοί· τότε θα μας αρκούσε ένας αναρχικός κοινοτισμός. Αφήνει για λίγο τη φαντασία του ελεύθερη:

Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, ας δούμε ποιος θα είναι ο τρόπος ζωής αυτών των ανθρώπων… Δεν θα κάνουν στάρι και κρασί και ρούχα και παπούτσια; Επίσης θα φτιάξουν σπίτια, και θα κάνουν τη δουλειά τους το καλοκαίρι σχεδόν γυμνοί και ξυπόλητοι, ενώ τον χειμώνα ντυμένοι και ποδεμένοι επαρκώς. Και για τη διατροφή τους θα έχουν αλεύρι από το κριθάρι και το σιτάρι, και ζυμώνοντας και ψήνοντας θα φτιάχνουν ωραίες πίτες και ψωμιά πάνω σε καλάμια ή σε καθαρά φύλλα, και ξαπλωμένοι σε άχυρα στρωμένα με σμίλακες και μυρσίνες θα τρώνε μαζί με τα παιδιά τους, θα πίνουν το κρασί τους, στεφανωμένοι και τραγουδώντας ύμνους στους θεούς, συναναστρεφόμενοι με ευχαρίστηση ο ένας τον άλλο, χωρίς να κάνουν περισσότερα παιδιά από όσα μπορούν, φοβούμενοι τη φτώχια ή τον πόλεμο… θα έχουν επίσης προσφάγι, αλάτι φυσικά, και ελιές, τυρί, βολβούς και λάχανα, από αυτά που φτιάχνουν στους αγρούς. Για επιδόρπιο θα τους σερβίρουμε σύκα και ρεβίθια και κουκιά, και θα ψήνουν μύρτα και βελανίδια στη χόβολη, και θα τα κατεβάζουν πίνοντας μετρημένα. Και έτσι, ζώντας ειρηνικά και υγιεινά, μάλλον θα πεθάνουν από γηρατειά κληροδοτώντας μια παρόμοια ζωή και στους απογόνους τους (Πολιτεία 372).
Παρατηρείστε εδώ την αναφορά στον έλεγχο του πληθυσμού, στη χορτοφαγία και σε μια «επιστροφή στη φύση», στην πρωτόγονη απλότητα που ο ιουδαϊκός θρύλος απεικονίζει στον κήπο της Εδέμ. Αυτό το απόσπασμα θυμίζει τον Διογένη τον Κυνικό, ο οποίος, όπως δείχνει και το όνομά του, πίστευε ότι θα έπρεπε «να στραφούμε προς τα πίσω και να ζούμε με τα ζώα, που είναι τόσο ήρεμα και αυτάρκη»· έτσι, για μια στιγμή είμαστε έτοιμοι να κατατάξουμε τον Πλάτωνα μαζί με τον Σεν Σιμόν, τον Φουριέ, τον Γουίλιαμ Μόρις και τον Τολστόι. Όμως ο Πλάτωνας είναι λίγο πιο σκεπτικιστής από αυτούς τους στοχαστές με την ευγενική πίστη, και περνά αθόρυβα στο ερώτημα: Γιατί ένας παράδεισος απλότητας σαν αυτό που έχει περιγράψει δεν δημιουργείται ποτέ; Γιατί αυτές οι ουτοπίες δεν υλοποιούνται;

Και απαντά: εξαιτίας της απληστίας και της έλξης της πολυτέλειας. Οι άνθρωποι δεν αρκούνται σε μια απλή ζωή. Είναι πλεονέκτες, φιλόδοξοι, ανταγωνιστικοί και ζηλότυποι. Βαριούνται γρήγορα αυτά που έχουν και μαραζώνουν για κείνα που δεν έχουν. Και σπάνια επιθυμούν οτιδήποτε αν δεν ανήκει σε κάποιους άλλους. Το αποτέλεσμα είναι η μια ομάδα να καταπατά την περιοχή της άλλης, να αρχίσει ο ανταγωνισμός μεταξύ τους για τους πόρους της γης και, τελικά, να ακολουθήσει πόλεμος. Το εμπόριο και η οικονομία αναπτύσσονται, επιφέροντας νέες ταξικές διακρίσεις. «Γιατί η καθεμιά τους είναι πολλές πόλεις, όχι μία πόλη… Υπάρχουν τουλάχιστον δύο, που είναι εχθρικές μεταξύ τους: η πόλη των πλουσίων και η πόλη των φτωχών, και στην καθεμία από αυτές υπάρχουν άλλες μικρότερες. Αν τις αντιμετωπίσεις ως μία, θα χάσεις τελείως τον στόχο» (423). Εμφανίζεται μια εμπορική τάξη, που τα μάλη της επιδιώκουν την κοινωνική αναρρίχηση μέσω του πλούτου και της επιδεικτικής κατανάλωσης: «Θα σπαταλούν τον πλούτο τους για τις γυναίκες τους και όποιους άλλους θέλουν» (548). Αυτές οι αλλαγές στην κατανομή του πλούτου φέρνουν και πολιτικές αλλαγές: καθώς ο πλούτος του εμπόρου υπερβαίνει πια αυτόν του γαιοκτήμονα, η αριστοκρατία δίνει τη θέση της σε μια πλουτοκρατική ολιγαρχία – οι πλούσιοι έμποροι και τραπεζίτες κυβερνούν την πόλη. Τότε η πολιτική αρετή, που συνίσταται στην εναρμόνιση των κοινωνικών δυνάμεων και στην προσαρμογή της ακολουθούμενη πολιτικής στις ανάγκες της ανάπτυξης, αντικαθίστανται από τον πολιτικαντισμό, που εμπνέεται μόνο από τη στρατηγική του κόμματος και την απληστία για τα αξιώματα–λάφυρα.  

Κάθε μορφή διακυβέρνησης τείνει στην κατάρρευση από τις υπερβολές ως προς τη βασική της αρχή. Η αριστοκρατία αυτοκαταστρέφεται στενεύοντας πολύ τον κύκλο αυτών που ασκούν την εξουσία. Η ολιγαρχία αυτοκαταστρέφεται λόγω του ασύνετου διαγωνισμού για γρήγορο πλουτισμό. Και στις δύο περιπτώσεις, η κατάληξη είναι η επανάσταση. Όταν ξεσπάσει η επανάσταση, μπορεί να φαίνεται ότι προκλήθηκε από ανάξια λόγου αίτια και ασήμαντα καπρίτσια. Όμως, ακόμα και αν πυροδοτηθεί από ασήμαντες αφορμές, είναι προϊόν σοβαρών και συσσωρευμένων αδικιών. Όταν το σώμα εξασθενήσει από την παραμέληση των προβλημάτων του, η παραμικρή ταλαιπωρία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αρρώστια (556), «Και μια δημοκρατία, φαντάζομαι, δημιουργείται όταν οι φτωχοί, έχοντας νικήσει, άλλους μεν από το άλλο κόμμα τους σκοτώνουν, άλλους τους εξορίζουν, ενώ τους υπόλοιπους πολίτες παραχωρούν ίσο μερίδιο σε ότι αφορά τα πολιτικά δικαιώματα και τα αξιώματα και στις περισσότερες περιπτώσεις αυτά τα αξιώματα απονέμονται με κλήρο» (557). 

Όμως και η δημοκρατία αυτοκαταστρέφεται από την υπερβολή – την υπερβολική δημοκρατία. Η βασική της αρχή απαιτεί να έχουν όλοι ίσα δικαιώματα στην κατάληψη αξιωμάτων και στον καθορισμό της δημόσιας πολιτικής. Με την πρώτη ματιά δείχνει να είναι ένας εξαιρετικός διακανονισμός, αποδεικνύεται όμως καταστροφικός καθώς οι απλοί άνθρωποι δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι μέσω της παιδείας ώστε να επιλέγουν τους καλύτερους κυβερνήτες και να παίρνουν τις πιο συνετές αποφάσεις (588). «Οι πολλοί φυσικά, δεν αντιλαμβάνονται σχεδόν τίποτα, απλώς επιδοκιμάζουν ότι ανακοινώνουν οι κυβερνήτες τους» (Πρωταγόρας, 317). Για να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί μια πολιτική, αρκεί να την επαινέσουν ή να την γελοιοποιήσουν σε ένα δημοφιλές θεατρικό έργο (αναμφίβολα μια «μπηχτή» για τον Αριστοφάνη, που οι κωμωδίες του επέκριναν σχεδόν κάθε νέα ιδέα). Η κυριαρχία του όχλου είναι δύσκολη θάλασσα για να ταξιδέψει σ’ αυτό το πλοίο της πολιτείας. Κάθε άνεμος ρητορικής ταράζει τα νερά και του αλλάζει πορεία. Η κατάληξη μιας τέτοιας δημοκρατίας είναι η τυραννία ή ο αυταρχισμός. Ο λαός αγαπά τόσο πολύ την κολακεία, λαχταρά τόσο πολύ «το μέλι», ώστε τελικά την υπέρτατη δύναμη την αποκτά ο πιο πανούργος και ανήθικος κόλακας που αυτοανακηρύσσεται «προστάτης του λαού» (565).

Όσο πιο πολύ το σκέφτεται ο Πλάτωνας, τόσο πιο πολύ απορεί με την ανοησία αυτού του συστήματος που αφήνει την επιλογή των πολιτικών αξιωματούχων έρμαιο στα καπρίτσια και στην ευπιστία του όχλου – για να μην αναφέρουμε και εκείνους τους σκιώδεις «παράγοντες» που κινούν τα νήματα πίσω από τη δημοκρατική σκηνή για λογαριασμό των ολιγαρχικών, με σκοπό να αυξήσουν οι ίδιοι τα πλούτη τους. Ο Πλάτωνας παραπονιέται ότι, ενώ στα πιο απλά –όπως στην κατασκευή παπουτσιών– θεωρούμε ότι μόνο ένας ειδικευμένος τεχνίτης θα μπορούσε να μας εξυπηρετήσει, στην πολιτική θεωρούμε ότι όποιος ξέρει πώς να εξασφαλίζει ψήφους ξέρει και πώς να διοικεί μια πόλη ή ένα κράτος. Όταν είμαστε άρρωστοι, καλούμε έναν εκπαιδευμένο γιατρό που το πτυχίο του εγγυάται ότι έχει προετοιμαστεί κατάλληλα και διαθέτει την αντίστοιχη ικανότητα. Δεν ζητάμε τον πιο όμορφο γιατρό, ούτε τον πιο ευφραδή. Τότε λοιπόν, όταν νοσεί ολόκληρο το κράτος, δεν θα πρέπει να αναζητούμε τις υπηρεσίες και την καθοδήγηση των σοφότερων και καλύτερων; Επομένως, το ζητούμενο για την πολιτική φιλοσοφία είναι να επινοηθεί μια μέθοδος που δεν θα επιτρέπει στους ανίκανους και στους απατεώνες να αποκτούν δημόσια αξιώματα, και θα επιλέγει και θα προετοιμάζει τους αξιότερους ώστε να κυβερνήσουν για το κοινό καλό.

Will Durant, Η περιπέτεια της Φιλοσοφίας

(Μεταίχμιο, 2014, σελ. 23-27)