Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Οι τρεις στυλοβάτες της εθνικοσοσιαλιστικής μαζικής προπαγάνδας

[…] Όλοι ήξεραν ότι η κατάσταση στην Γερμανία ήταν ανυπόφορη. Όλοι ήθελαν την αλλαγή, ουδείς όμως ήξερε τι έπρεπε να αλλάξει. Μόνο οι εθνικοσοσιαλιστές διέθεταν ένα πρόγραμμα που μπορούσε να κατανοήσει ο καθένας και, συγκεκριμένα, την πάση θυσία και με οποιοδήποτε μέσο αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Οι αντιδραστικοί και ιμπεριαλιστικοί σκοποί του Χίτλερ εκφράζονταν ρητά στο έργο του Ο Αγών μου, ωστόσο, με κάθε νέες εκλογές κέρδιζε την υποστήριξη ακόμα περισσότερων εκατομμυρίων ανθρώπων. […]

Τα πλέον οξυδερκή (μέλη του κομμουνιστικού κόμματος) ένιωθαν ότι ως επί το πλείστον οι υποκειμενικά ξεσηκωμένες μάζες ακολουθούσαν τον Χίτλερ επειδή ήθελαν μεν μια εξέγερση, αλλά συγχρόνως φοβόντουσαν την αληθινή επανάσταση. Ο Χίτλερ τις απάλλασσε από την ευθύνη για την ίδια τους την μοίρα, ευθύνη που το γερμανικό επαναστατικό κίνημα τις είχε φορτώσει. Ο Χίτλερ «μπορεί και θέλει να κάνει τα πάντα για μας», έλεγαν. Μπορούσε να κάνει τα πάντα κι έκανε απίθανα πράγματα, επειδή τον στήριζε ο φόβος των μαζών απέναντι στην επανάσταση, ενώ συγχρόνως πρόσφερε μια απατηλή ικανοποίηση στους επαναστατικούς, αντικαπιταλιστικούς και σοσιαλιστικούς πόθους των μαζών. […]

Ουδείς «εργατικός ηγέτης» που γνώριζα είχε μελετήσει σοβαρά το έργο του Χίτλερ Ο Αγών μου, καθώς επίσης και άλλα κείμενα που αναφέρονταν στις μάζες. Ουδείς είχε αναρωτηθεί πώς ήταν δυνατόν αυτή η υπεραντιδραστική κωμωδία, την οποία έπαιζε μια χούφτα ληστών, να κατακτήσει και να δηλητηριάσει τις τίμιες καρδιές εκατομμυρίων Γερμανών. Η φυλετική θεωρία, έλεγαν, ήταν μια «μπούρδα», μια καθαρή «ιμπεριαλιστική παπαρδέλα» και κατά βάση «τίποτα νέο». Η επίθεση κατά των Εβραίων δεν ήταν παρά μια «παμπάλαια τακτική περισπασμού από την ταξική πάλη». Ο σοσιαλισμός υπερηφανευόταν κάποτε ότι ήταν το πρώτο κοινωνικό κίνημα που λειτουργούσε επί σοβαρών επιστημονικών βάσεων. Ωστόσο φαινόταν ότι ουδείς έθετε στον εαυτό του το απλούστατο ερώτημα γιατί εκατομμύρια άνθρωποι αφέθηκαν να επηρεαστούν τόσο πολύ από μπούρδες και παπαρδέλες -και μάλιστα κυριεύονταν από οργή αν κάποιος έθετε τέτοια ερωτήματα. Για να νικήσεις έναν αντίπαλο, πρέπει προηγουμένως να εξετάσεις ενδελεχώς τις μεθόδους και τα κίνητρά του. Το να αναγνωρίζω την πραγματικότητα, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι συμφωνώ μαζί της. Ωστόσο θεωρείτο παράλογο να παίρνει κανείς στα σοβαρά την μαζική ψυχολογική εμπειρία του Χίτλερ. Κάποια μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας θεωρούσαν προσωπική προσβολή αν κάποιος τους έλεγε ότι η επιτυχία του Χίτλερ μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την ύπαρξη κάποιων βασικών, άγνωστων διεργασιών που έπρεπε να λειτουργούν μέσα στις μάζες. Πριν το 1933, ουδείς σκεπτόταν να αντιμετωπίσει σοβαρά το ζήτημα του φασισμού, ακόμη και οι πλέον στοιχειώδεις απορίες απορρίπτονταν, κι έτσι δεν μπορούσε να δοθεί καμία απάντηση στα ερωτήματα. […]

Ο φασισμός μιλούσε απερίφραστα για πόλεμο, ακόμη κι αν ωραιοποιούσε το έγκλημα με όμορφες λέξεις, όπως «καθήκον», «θυσία» και «υπακοή», αλλά εκατομμύρια άνθρωποι θεωρούσαν νόημα της ζωής τους το καθήκον, την θυσία και την υπακοή. Επιπλέον, διαχώριζε τους ανθρώπους σε «φυσικούς ηγέτες» και σε «γεννημένους για να καθοδηγούνται», κι όμως εκατομμύρια άνθρωποι ενέταξαν τον εαυτό τους στην κατηγορία των υπανθρώπων [Untermenschen]. Ο φασισμός υποσχόταν στους καπιταλιστές ότι θα διασφάλιζε τον έλεγχό τους στην βιομηχανία και συγχρόνως στους εργάτες την συμμετοχή τους στον έλεγχο αυτόν -και τον πίστεψαν και οι δύο. Είχε εξαγγείλει την καθολική στρατιωτική κινητοποίηση του λαού, και αυτός την επιδοκίμαζε. Εν ολίγοις, κάθε πολιτική ενέργεια του φασισμού θα έπρεπε να είχε προκαλέσει μια εξέγερση, κι όμως έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα.

[…] Ο εχθρός της ελευθερίας χτυπούσε κατά βούληση, ενώ οι θιασώτες της ελευθερίας διαμαρτύρονταν στην αστυνομία για τα χτυπήματα αυτά. Όμως έργο του εχθρού ήταν να χτυπάει, ενώ κάθε διαμαρτυρία ήταν ανοησία. […] Η δύναμη του Χίτλερ οφειλόταν στην απογοήτευση του λαού από τον «επιστημονικό σοσιαλισμό» και από την ουσιαστική ανυπαρξία αφ’ ενός της κοινοβουλευτικής-δημοκρατικής και αφ’ ετέρου της ρεφορμιστικής-σοσιαλιστικής ιδεολογίας. […]

Ο μέσος άνθρωπος υπέφερε από μια αντίφαση: ήθελε την αλλαγή του κόσμου, αλλά επιβεβλημένη ξαφνικά εκ των άνω, ως διά μαγείας, όπως ακριβώς του είχαν επιβληθεί η εκμετάλλευση και η καταπίεση. Οι μάζες, πλην ελάχιστων ενημερωμένων εργατών, δεν μπορούσαν να διανοηθούν μια διαφορετική αλλαγή στην ζωή τους από εκείνη που είχαν βιώσει στο παρελθόν, δηλαδή διά της βίας. […]

Επομένως ο Χίτλερ ήταν αδύνατον να αποτύχει διότι επέλυε αυτήν την αντίφαση, αντικαθιστώντας την νεφελώδη, απρόσιτη ελευθερία καθορισμού της κοινωνικής ζωής με την πανάρχαια, εύπεπτη αυταπάτη της εθνικής ελευθερίας. Δεν ζητούσε καμιά υπευθυνότητα -αντιθέτως υποσχόταν ότι τα πάντα θα έρχονταν εκ των άνω και ότι ο ίδιος θα άλλαζε το σύστημα μόνος του. Και ο ξεσηκωμός έγινε με υποκινητή, σχεδόν αποκλειστικά, έναν άνθρωπο άξεστο όπως ο Χίτλερ. Όσο μεγαλύτερο ήταν το εύρος του προβλήματος, τόσο πιο εύκολα εκμεταλλεύσιμη ήταν η παθητικότητα των μαζών.

Ωστόσο, αυτό που κέρδισε τις μάζες δεν ήταν το οικονομικό πρόγραμμα του Χίτλερ. Εκείνο που του χάρισε την νίκη στην καθημερινή προπαγάνδα του ήταν η ενδυνάμωση της αυτοεκτίμησης του Γερμανού μέσω της έντονης ρατσιστικής προπαγάνδας, ο πόλεμος που κήρυξε κατά του «διεθνούς εβραϊσμού» και η σθεναρή επίκληση της εξουσιαστικής οικογένειας. […] ο καθένας από τους 3 αυτούς στυλοβάτες της εθνικοσοσιαλιστικής μαζικής προπαγάνδας διέθετε τον δικό του αποκλειστικό μηχανισμό. […]

Μέσω της ομοιότητάς της με την λέξη rassig, δηλαδή καθαρόαιμος, ρωμαλέος, όμορφος, χαρισματικός, η έννοια της «φυλής» [Rasse] επηρέαζε την ασυνείδητη, συγκινησιακή ζωή των ανθρώπων. Η έννοια αυτή αντιστάθμιζε θαυμάσια την άθλια σεξουαλική, αλλά και γενικότερη εικόνα που είχαν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους και η οποία απέρρεε από την παγκόσμια κρίση. Εφ’ όσον όλοι ανεξαιρέτως κατατρύχονταν από τον λίγο-πολύ συνειδητό, υποχονδριακό φόβο της σύφιλης, και εφ’ όσον σύφιλη σήμαινε δηλητηρίαση του αίματος, η επαγγελία για προστασία της «καθαρότητας του αίματος» άγγιζε μια μύχια χορδή. Στο βιβλίο Ο Αγών μου, η περιγραφή της σύφιλης από τον Χίτλερ είναι απολύτως αποκαλυπτική. Η έννοια του υπανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον «υπόκοσμο» και αυτός, με την σειρά του, με τον «προλετάριο», τον «λούμπεν χωριάτη» και τον «εγκληματία». Όμως το ασυνείδητο ταυτίζει κάθε «έγκλημα» με το σεξουαλικό έγκλημα. Υπό αυτήν την έννοια της λέξης κανείς δεν θέλει να είναι υπάνθρωπος, προλετάριος, λούμπεν χωριάτης, εγκληματίας, σεξουαλικός εγκληματίας ή νέγρος, ή, ομοίως, ακόμη και «φραντσέζος». Ο φόβος της σύφιλης είναι βαθύτατα ριζωμένος στην φαντασία της μάζας, ακόμα και των προλετάριων. Ιδού γιατί διόλου δεν αρέσει στον μέσο εργάτη να τον αποκαλούν προλετάριο. Αυτή η λέξη, παρ’ όλες τις καλοπροαίρετες ερμηνείες και εξηγήσεις, εξακολουθεί να σημαίνει «εξαχρειωμένος», δηλαδή «συφιλιδικός». Αν δε προσθέσουμε και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, η οποία, μέσω της αυταπάτης, επιτρέπει το ξεπέρασμα της πραγματικής αθλιότητας, τότε ολοκληρώνεται ο κύκλος των αναγκαίων συγκινησιακών αντιδράσεων. Ο Χίτλερ ήταν εκείνος που αποκάλυψε την κοινωνική επίδραση της φαντασίωσης.

Το φυλετικό ζήτημα συνδέεται λογικά με το «εβραϊκό ζήτημα». Οι Εβραίοι θεωρούνταν γενικώς -και ειδικότερα υπό την πίεση της αμείλικτης προπαγάνδας ενός ανθρώπου διεστραμμένου, όπως ο Στράϊχερ- «χασάπηδες», δηλαδή άνθρωποι με μεγάλα μαχαίρια που το Πάσχα σφάζουν παιδιά Χριστιανών και Γερμανών. Λόγω της πρακτικής της περιτομής, ο φόβος για τους Εβραίους ενδυναμώνεται από τον πανταχού παρόντα, πανάρχαιο φόβο του ευνουχισμού. Όμως, τέτοιου είδους πράγματα θα μπορούσε να κάνει μόνο κάποιος που επιθυμεί να ιδιοποιηθεί κάθε απόλαυση (και ιδίως την σεξουαλική απόλαυση). Έτσι, αφού ευνούχισαν τους άνδρες, οι Εβραίοι πάνε τώρα να κλέψουν από τους Αρίους και τις γυναίκες τους. Οι Εβραίοι πάντα παίρνουν κάτι. Επιπλέον, εφ’ όσον είχαν την ατυχία να είναι έμποροι, λόγω των προγενέστερων διώξεών τους, είναι κλέφτες του χρήματος. Δεν χρειάζεται παρά ένα μόνο βήμα για να γίνουν το πρότυπο του «καπιταλιστή». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω της πολύ έντεχνης χρησιμοποίησης του σεξουαλικού φόβου απέναντι στον «χασάπη», οι Εβραίοι επωμίζονται όλο το τεράστιο συγκινησιακό φορτίο μίσους για τους τοκογλύφους, δηλαδή τους «καπιταλιστές». Έτσι οι Εβραίοι καθίστανται αντικείμενο τόσο του σοσιαλιστικού μίσους για τους καπιταλιστές όσο και του βαθύτατου σεξουαλικού άγχους. […]

Το ζήτημα της οικογένειας είναι κάπως διαφορετικό. […] Η καταπιεστική ιδεολογία των συγγενικών δεσμών, η οποία καθιερώθηκε από την φασιστική οικογενειακή πολιτική, δεν ήταν αφ’ εαυτής μια καινοτομία, αλλά απλώς η κορύφωση πανάρχαιων παραγόντων, οι οποίοι ενισχύθηκαν στον ύψιστο βαθμό. Η πατριαρχική οικογένεια αναπαράγει το πατριαρχικό κράτος. Ιδού γιατί ένα απολυταρχικό κράτος ή μια ολοκληρωτική δικτατορία πρέπει να επιβεβαιώνουν την οικογενειακή ιδεολογία και να την στηρίζουν αταλάντευτα, διότι αυτός είναι ο σημαντικότερος ιμάντας μεταβίβασης μεταξύ απαιτήσεων της δικτατορίας και πηγών διαμόρφωσης της δομής. Αυτό συμβαίνει όταν έχουμε μια δικτατορία, η οποία, πέραν της τρομοκρατίας που χρησιμοποιεί, υποστηρίζεται από ισχυρές συγκινησιακές δυνάμεις που υπάρχουν μέσα στους ανθρώπους. Η αστική σεξο-οικονομία, και προ αυτής η πατριαρχική σεξο-οικονομία, μετέτρεψε τις φυσικές σεξουαλικές παρορμήσεις σε αλλόκοτα, διαστρεβλωμένα, δευτερογενή κίνητρα, που ήταν κοινωνικώς απαράδεκτα. Η σεξουαλικότητα κατέστη μια παρουσία φρικτή, το πραγματικό περιεχόμενο του κοινωνικού χάους. Η κοινωνική επανάσταση επιδιώκει να ανακατακτήσει την σεξουαλική ελευθερία εντός του πλαισίου μιάς γενικότερης αναδιοργάνωσης της ύπαρξης· όμως, την αληθινή φύση αυτής της ελευθερίας δεν μπορούν να την φανταστούν ούτε οι υπέρμαχοι της επανάστασης ούτε οι ίδιοι οι άνθρωποι, διότι την φοβούνται παράλογα και υπερβολικά. Ως αποτέλεσμα, η φασιστική «προστασία της οικογένειας και του κράτους» από το «μπολσεβίκικο πολιτισμικό χάος» θίγει μια ευαίσθητη χορδή των μαζών, και κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε μ’ έναν σμπάρο δύο τρυγόνια. Πρώτον, η επαναστατική σκέψη καταστρέφεται και, δεύτερον, κερδίζει μαζική υποστήριξη η ίδια η φασιστική τυραννία. «Η μόλυνση της συγκινησιακής ζωής» δεν αποτελεί φαντασίωση, αλλά μια πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα καμία οργάνωση δεν μπόρεσε να της αντισταθεί. Οι πόρτες ήταν ορθάνοιχτες για την αχαλίνωτη πορνογραφία, την διαστροφή και την σεξουαλική εκπόρνευση. Ουδείς είχε προσπαθήσει να αποκαλύψει την «σεξουαλική πανούκλα», όπως και ουδείς είχε συλλάβει ως θετική λύση στο πρόβλημα την διάκριση μεταξύ φυσικής και παθολογικής σεξουαλικότητας. […] Έτσι, η διαφυγή από την σεξουαλική «μπολσεβίκικη πανούκλα» ήταν συνδεδεμένη με έναν σεξουαλικής χροιάς ενθουσιασμό για τον Χίτλερ, τις στολές, τις παρελάσεις και την απελευθέρωση των κοριτσιών και των γυναικών της Γερμανίας από το έκφυλο εβραϊκό γουρούνι. Ιδού ποιά ήταν η πηγή της μεγαλύτερης δύναμης του εθνικοσοσιαλισμού. Οι γενικές αυτές αντιδράσεις προετοιμάζονταν από την οικογένεια. […]

Ο φασισμός δημιούργησε μια ισχυρή βάση μέσω της εξουσιαστικής οικογενειακής ιδεολογίας, ενθαρρύνοντας συγχρόνως τους νέους στις διεκδικήσεις τους απέναντι στην παλιά γενιά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο απομάκρυνε πολλούς από αυτούς τους νέους από το σπίτι τους, συλλογικοποιώντας την ζωή τους, άρα και την σεξουαλικότητά τους. […]

Πριν από τον Χίτλερ, οι άνθρωποι γενικώς ανέχονταν απλώς την τυραννία. Στην εποχή του, όμως, προχώρησαν ένα ακόμη βήμα στον δρόμο του παραλογισμού υποστηρίζοντας ενεργά την τυραννία, στρεφόμενοι εναντίον των ίδιων των ζωτικών τους συμφερόντων. Για πρώτη φορά στην ιστορία αποκαλύφθηκε η άγνωστη έως τότε σημασία του ανορθολογισμού στην κοινωνική διαδικασία. […]

Βίλχελμ Ράιχ, Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός


[ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 2012, σελ. 36-50]

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Οι «επιπτώσεις» της έλευσης ενός μωρού

Το Perception είναι μια παραδοσιακή αστυνομική σειρά διαλεύκανσης εγκλημάτων. Πρωταγωνιστής είναι ο Dr. Daniel Pierce (Eric McCormack), ένας νευροεπιστήμονας και καθηγητής με πολύ ιδιαίτερα οπτική των πραγμάτων, τον οποίον προσεγγίζει η πράκτορας του FBI και πρώην μαθήτριά του Kate Moretti (Rachael Leigh Cook) για να την βοηθήσει στην επίλυση ιδιαίτερων υποθέσεων.

Στο έκτο επεισόδιο (Inconceivable) της τρίτης σεζόν ο Dr. Pierce αναλύει στους φοιτητές του τις «επιπτώσεις» της έλευσης ενός μωρού σε μια οικογένεια:

Πόσοι από εσάς έχουν ακούσει τον όρο «εγκέφαλος μαμάς»; Για γενεές, έλεγαν στις γυναίκες πως όταν αποκτήσουν παιδιά θα χαζέψουν…
Αλλά στην πραγματικότητα, έρευνες έδειξαν … ότι οι νέες μητέρες αναπτύσσουν γνωστικές βελτιώσεις. Ο υποθάλαμος, η αμυγδαλή και το προμετωπιαίος φλοιός … στην πραγματικότητα μεγαλώνουν μετά τον τοκετό. Αυτές οι περιοχές παρακινούν τη μητέρα να φροντίζει το μωρό … να χαίρεται μια απλή αλληλεπίδραση … και να είναι πιο ικανή σε ικανότητες όπως … η λογική, η οργάνωση και η κριτική. Με άλλα λόγια, η αγάπη μεγαλώνει το μυαλό μιας μητέρας. Κυριολεκτικά.
Και οι πατεράδες; Η τεστοστερόνη τους πέφτει κατά το ένα τρίτο … στις εβδομάδες μετά τη γέννηση … που τους κάνει πιο ευαίσθητους, λιγότερο επιθετικούς.
Αλλά αγόρια, πριν πανικοβληθείτε για την άλλη παρενέργεια της πτώσης αυτής … να ξέρετε ότι οι γυναίκες σας θα ενδιαφέρονται περισσότερο για το μωρόπαρά για τον τρόπο σύλληψης.
Όσο απίθανες κι αν είναι αυτές οι αλλαγές στον εγκέφαλο … όλη η νευροβιολογία που υπάρχει δεν μπορεί να εξηγήσειτη χαρά που νιώθεις όταν κρατάς ένα νεογέννητο.


Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Πλατωνικός έρως (τι δίδαξε η Διοτίμα στον Σωκράτη)

Η Διοτίμα από την Μαντινεία υπήρξε, υποτίθεται, ο μεγαλύτερος καταλύτης ερωτικής έμπνευσης και πνευματικού πάθους στην ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού, αλλά, παρόλα αυτά, σήμερα είναι σχεδόν άγνωστη. Στην εποχή της, ήταν γνωστή ως ειδικός στην τέχνη του έρωτα. Σήμερα αμφισβητείται ακόμα και η ύπαρξή της […] 

Η φωνή της θα είχε χαθεί εντελώς, αν δεν υπήρχε το αριστούργημα του Πλάτωνος, το Συμπόσιον, ο σημαντικότερος διάλογος του περί έρωτος. Το κείμενο αυτό θεωρείται ότι επισκιάζει την Προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, το Ευαγγέλιον του Ιωάννου για τον Ιησού, ίσως ακόμη τα Σονέτα του Σαίξπηρ και τις θεωρίες του Φρόυντ όσον αφορά την επίδραση που είχε στις απόψεις μας γι’ αυτό καθ’ αυτόν τον έρωτα […]

Το Συμπόσιον αφηγείται έναν δείπνο που έλαβε χώρα το 416 π.Χ., κατά τη διάρκεια του οποίου οι συνδαιτυμόνες συζητούν το σημαντικό θέμα του έρωτα. Εκείνη δεν ήταν παρούσα και, αντίθετα, ακούμε γι’ αυτήν από το Σωκράτη, ο οποίος διηγείται τη συνάντηση του μαζί της, όταν ήσαν και οι δύο πολύ νεότεροι. Με τη Διοτίμα, θυμάται, έμαθε πρώτη φορά για τον έρωτα. Ήταν η Διοτίμα, συνεχίζει, αυτή που του είπε όχι μόνο γιατί ερωτεύονται οι άνθρωποι, ή τι ζητούν οι άνθρωποι από τον έρωτα, αλλά και πως ο έρωτας μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα της ανθρώπινης άγνοιας και της αυταπάτης για να επιστρέψει αυτό που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως φώτιση […]

Ο Σωκράτης δεν αναφέρει πολλά για το πώς συνάντησε τη Διοτίμα, μόνο ότι αυτή τον δίδαξε τις «τέχνες του έρωτα» […] τι δίδαξε η Διοτίμα τον Σωκράτη; Αν πιστέψουμε τον Πλάτωνα, ουσιαστικά τα πάντα.

Η βασική ελληνική λέξη σε όλα αυτά είναι έρως. Οι λέξεις ερωτικός ή σεξουαλικός έρωτας προέρχονται από αυτή. Όμως, οι Έλληνες θεωρούσαν ότι η ερωτική επιθυμία είναι μια δύναμη που διαποτίζει τη ζωή με διάφορους τρόπους. Όταν ένας ήρωας στον Όμηρο έβγαινε στο πεδίο της μάχης, λέγεται ότι κινείτο από έρωτα, δηλαδή την επιθυμία του να αποδείξει ότι ήταν γενναίος. Όταν μια όμορφη γυναίκα έκλαιγε στα ποιήματα της Σαπφούς, η αιτία του πόνου της ήταν ο έρωτας, επειδή ξυπνούσε μέσα της την αγάπη για την απίθανη ομορφιά. Ο Πλάτων φαντάστηκε τη φιλοσοφική φιλία να καλλιεργεί τέτοια αγάπη για τη ζωή, ώστε οι αδελφές ψυχές να μπορούν να βγάλουν, μεταφορικά, φτερά και να πετάξουν στον ουρανό και εμπνέονταν και αυτές από τον έρωτα. Άρα, όταν η Διοτίμα υποσχέθηκε να διδάξει στον Σωκράτη την τέχνη του έρωτα, εννοούσε κάτι πολύ περισσότερο από τη συνουσία, από το απλώς να είσαι καλός εραστής.

Ο έρωτας είναι η αιτία της πρώτης έλξης μεταξύ των εραστών, παρ’ όλο που καθώς γνωρίζονται περισσότερο και αισθάνονται εμπιστοσύνη στη σχέση τους, γυρνά πάλι προς τα έξω, δημιουργώντας μια καινούργια σχέση με τη ζωή. Αντίλαλοι του έρωτα υπάρχουν στη μεταγενέστερη, καθαρά χριστιανική λέξη αγάπη, η οποία είναι η άπειρη στοργή του Θεού, ένα είδος παγκόσμιας καλοσύνης: ο έρωτας είχε θεϊκές, αλλά και σαρκικές αποχρώσεις και ο Έρωτας θεωρείτο από τους Έλληνες θεός ή, τουλάχιστον, ως μεσάζων μεταξύ θεών και ανθρώπων. Η πλευρά αυτή ίσως να έχει παρουσιαστεί με τον διάσημο τρόπο στο αισθησιακό άγαλμα του Μπερνίνι που απεικονίζει την Αγία Τερέζα σε κατάσταση έκστασης. Ο άγγελος ως έρωτας στέκεται από πάνω της, βυθίζοντας το βέλος του. Ο έρωτας αυτός φέρνει την ένωση με τον Θεό.

Gian Lorenzo Bernini: Η έκσταση της Αγίας Τερέζας

Ο πλούτος της εμπειρίας και των δυνατοτήτων που πυροδοτούνται από τον έρωτα παρουσιάζεται σε άλλα τμήματα του Συμποσίου. Ο διάλογος αυτός περιλαμβάνει τις συζητήσεις που έγιναν με θέμα τον έρωτα σ’ έναν δείπνο.

Ο πρώτος που μιλά είναι ένας χαρακτήρας με το όνομα Φαίδρος. Παρουσιάζει μια Ομηρική άποψη για τον έρωτα που βρίσκει την ύψιστη έκφρασή του στο θάρρος που εκδηλώνεται μέσω των πράξεων αυτοθυσίας. Αυτός ο έρωτας είναι ο «μέγιστος έρως» που σήμερα τιμάται όταν θυμόμαστε εκείνους που πέθαναν στον πόλεμο, μέγιστος επειδή έδωσαν τη ζωή τους για τους άλλους. Ο Φαίδρος υποστηρίζει ότι οι στρατιώτες που εμπνέονται από αυτόν τον έρωτα θα μπορούσαν να κάνουν τέτοιες ηρωικές πράξεις, ώστε να μην γνωρίσουν ποτέ ήττα. […] Αναφερόταν στον αρχαίο Ιερό Λόχο, τον περίφημο στρατό, η δύναμη του οποίου βασιζόταν στο γεγονός ότι αποτελείτο από ζεύγη εραστών. […]

Η δεύτερη ομιλία αναλύει με ποιον τρόπο διαφέρει ο έρωτας από τον πόθο. Δίδεται από τον Παυσανία, ο οποίος εξυμνεί τον έρωτα ως κάτι μόνιμο. Στις γεμάτες αφοσίωση σχέσεις, ο έρωτας είναι σώμα και ψυχή κάποιου. Αντίθετα, ο πόθος είναι εκείνη η δύναμη που απλώς αναζητά ικανοποίηση, τη σεξουαλική ικανοποίηση. […]

Μια άλλη άποψη, πάλι, μπορεί να μοιάζει κάπως κοινότοπη: «το μόνο που χρειάζεται είναι ο έρωτας», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Τζων Λένον. Το άτομο που εκπροσωπεί αυτή τη στάση […] είναι ο Αγάθων. […] ο Αγάθων δεν κατορθώνει τίποτε περισσότερο από το να επαναλαμβάνει τη λέξη. Ο έρωτας είναι νέος, όμορφος, και ενάρετος, σοφός, ειρωνικός και ποιητικός, θεραπευτικός, γιορταστικός και δίκαιος, λέει. Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια. Όμως, το εγκώμιο δεν διαθέτει δύναμη. Ίσως, όπως πολλά σύγχρονα βιβλία αυτοβοηθείας, καταλήγει να μην είναι πολύ διαφωτιστικό για τις τέχνες του έρωτα, επειδή είναι τόσο αδυσώπητα, εξαντλητικά αισιόδοξο. Είναι κι αυτό κάτι που πρέπει να μάθουμε: ότι υπάρχει και μια σκοτεινή πλευρά στον έρωτα και γι’ αυτό είναι σημαντικό να τον κατανοήσουμε σωστά.

Μια ακόμη ομιλία, κάποιου Ερυξίμαχου, υιοθετεί μια, θα λέγαμε, επιστημονική προσέγγιση έναντι του έρωτα. Ο Ερυξίμαχος ήταν γιατρός και οι συμβουλές του βασίζονται σε μια θεωρία για το Σύμπαν, όπου ο έρωτας είναι αυτό που κρατά τον Κόσμο ενωμένο, και το μίσος είναι αυτό που τον διαλύει. Άρα, αναλογικά, η καλή ζωή, το ευ ζην, είναι αυτό που συντελεί τα μάλα στη σωστή σωματική και ψυχολογική ισορροπία. […]

Υπάρχουν και άλλες αναφορές στον χαρακτήρα του έρωτα στην ανάλυση του Πλάτωνος. Κάποιος έχει τη λαμπρή ιδέα ότι ο έρωτας είναι η αναζήτηση του χαμένου σου μισού, κάτι που ο Αριστοφάνης το έκανε κωμικό ποίημα.

Όμως για να επιστρέψουμε στη Διοτίμα: ο Σωκράτης ομολογεί ότι δεν είχε διαφορετικές απόψεις για τον έρωτα από τους συντρόφους του […] μέχρι που τη γνώρισε. Μετά, η αντίληψή του άλλαξε εντελώς, έγινε κάτι σαν αφύπνισή του.

Η Διοτίμα του είπε ότι ο έρωτας μπορούσε να είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ευτυχή ανακούφιση από την, κατά τα άλλα, μοναχική υπόθεση του να είσαι ανθρώπινο ον, και πολύ περισσότερα από ένα συστατικό από κείνα που αποτελούν το μείγμα που κάνει την καλή ζωή, από την καλή υγεία μέχρι τα καλά παιδιά. Ο έρωτας είναι, ταυτόχρονα, πιο ισχυρός και πιο επικίνδυνος.

Η επιθυμία είναι αυτή που μπορεί να σε κάνει να προχωρήσεις προς τις ανώτερες φιλοδοξίες σου ή να σε βυθίσει στους βαθύτερους φόβους σου. Τον εαυτό σου τον δίνεις σ’ αυτό που αγαπάς, παρ’ όλο που αυτό που αγαπάς είναι και αυτό που επίσης φοβάσαι περισσότερο να χάσεις. Μπορεί να ακονίσει τον χαρακτήρα σου ή να σε κατασπαράξει. Μπορεί να ξυπνήσει μέσα σου μια επιθυμία για όσα είναι όμορφα και καλά, καθώς και να σε οδηγήσει σε όσα είναι σαρκικά ή διεφθαρμένα. Ο έρωτας μπορεί να σε οδηγήσει στον δρόμο της αρετής που, από τη στιγμή που θα τον επιλέξεις, θα σε οδηγήσει προς την υπέρβαση ή θα σε ρίξει σ’ έναν φαύλο κύκλο που οδηγεί στην καταστροφή σου. Είναι η σκάλα προς τον παράδεισο ή την κόλαση.

Η Διοτίμα ήταν ιέρεια και η αντίληψή της για τον έρωτα είναι θρησκευτική. Όπως η θρησκεία, ο έρωτας βγάζει από τους ανθρώπους τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό τους. Κατά τη διάρκεια της έκστασης, μπορεί να εξυψώσει τους ανθρώπους υπεράνω του εαυτού τους και προς τη ζωή σε όλη της την πληρότητα. Ως μανία, μπορεί να τους κάνει να στραφούν εναντίον του εαυτού τους, ακόμη και να γίνει αιτία θανάτου. Όμως, ένα πράγμα είναι βέβαιο. Από τη στιγμή που θα δεις την πλήρη δύναμη του έρωτα, η ζωή δεν μπορεί ποτέ πια να είναι η ίδια. Και από αυτής της άποψης είναι καλός.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η συνάντηση με τη Διοτίμα υπήρξε αποκάλυψη για τον Σωκράτη […] Μετά τη Διοτίμα, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Σωκράτης ανέπτυξε μια εντελώς καινούρια άποψη για τον έρωτα […] Διότι αν ο έρωτας είναι τόσο τρομερή δύναμη, για το καλό και το κακό, τότε μπορούμε να τον τιθασεύσουμε, να τον καλλιεργήσουμε ή να τον ελέγξουμε; […]

Η Διοτίμα δεν υποστήριζε την παρθενία ή την αγαμία, αλλά πίστευε ότι όσον αφορούσε το σεξ, όσο λιγότερο τόσο καλύτερα. Το σεξ ενεργοποιεί, αυξάνει την επιθυμία, είναι το πρώτο βήμα. Όμως, το σεξ δεν πρέπει να εξισώνεται με τον έρωτα, επειδή οι σαρκικές απολαύσεις δεν είναι παρά η ηχώ των πνευματικών απολαύσεων. Ο έρωτας του σώματος είναι μόνο μια εκδήλωση του έρωτα της ομορφιάς. Ο μεγάλος κίνδυνος με το σεξ είναι ότι είναι τόσο επιτακτικό, τόσο γεμάτο υποσχέσεις, που οι άνθρωποι εθίζονται σ’ αυτό. Έτσι η Διοτίμα συμβούλευε, «μερικές φορές στη ζωή σου – ίσως για κάποια περίοδο, για ένα χρονικό διάστημα – πρέπει να βάζεις τον σαρκικό έρωτα στην άκρη». Η ενέργειά του θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για την αναζήτηση ενός υψηλότερου έρωτα, εκείνου που αφορά λιγότερο την κατοχή και την κατάκτηση, και περισσότερο την περισυλλογή και τον διαλογισμό. Αυτό μας προτείνει.

Αυτή η ανακατεύθυνση της ερωτικής δύναμης αποτελεί την πρωτότυπη έννοια του όρου «πλατωνικός έρως». Για να μιλήσουμε σωστά, μια πλατωνική σχέση έχει υπερβεί το καθαρά σεξουαλικό επίπεδο κι έχει ανακαλύψει έναν τρόπο έρωτα που επιδιώκει την ικανοποίηση άλλων αναγκών. Η μειωμένη δυναμική του πλατωνικού έρωτα, ως μια σχέσης που δεν διαθέτει καθόλου συνουσιακό στοιχείο, όχι μόνο είναι απίθανο να υπάρξει στη ζωή, αλλά είναι και ιστορικά λανθασμένη.

Οι ερωτικές συμβουλές που ο Πλάτων αποδίδει στη Διοτίμα είχαν μεγάλη επίδραση στη Δύση. […] Αποτελούν τη βάση της αγαμίας των μοναχών […] «Να αγαπάτε την αγνότητα» αναφέρει ο Άγιος Βενέδικτος στον Κανόνα του για τους μοναχούς […] Συνεχίζει από κει που είχαν σταματήσει η Διοτίμα και Πλάτων.

Το Μεσαίωνα, η έννοια της ανακατεύθυνσης του ερωτικού πόθου σε μη σεξουαλικούς τρόπους ζωής, εμφανίστηκε ξανά στο φαινόμενο του ευγενούς ιπποτικού έρωτα. Ο ιπποτικός έρωτας ήταν η στοργή που αισθάνεται ένας ευγενής ή ένας ιππότης για μια κυρία, μια στοργή που δεν επιδιώκει την ικανοποίησή της στο σεξ, αλλά τη θυσία. Πράγματι, τυπικά ο ιππότης αφοσιωνόταν σε κάποια γυναίκα που δεν μπορούσε να την αποκτήσει, ίσως, επειδή ήταν παντρεμένη. Ήταν η πλήρης αδυναμία της σεξουαλικής ικανοποίησης αυτή που τον ωθούσε σε ιπποτικές πράξεις. […]

Μια άλλη παραλλαγή του θέματος υπάρχει στις ανατολικές παραδόσεις των τάντρα, όπως περιγράφονται στο Κάμα Σούτρα. «Κάμα» σημαίνει τόσο σεξουαλική απόλαυση όσο και πνευματική ολοκλήρωση. Ο ύψιστος στόχος αυτού του ερωτικού εγχειριδίου δεν είναι να διδάξει ερωτικά ακροβατικά, αλλά την ένωση των ψυχών. Την πνευματική αναζήτηση μέσω της σεξουαλικής συνεύρεσης. Επιπλέον το Κάμα Σούτρα συμβουλεύει πως αν η μανία της συνουσίας κάνει κάποιον να αγνοεί άλλα τμήματα της ζωής του, από την αναζήτηση του των καλών πραγμάτων, όπως ο πλούτος και οι φίλοι μέχρι και την επιθυμία για φώτιση, τότε θα πρέπει να απέχει από αυτό, να σταματήσει για λίγο.

Αυτό θα μπορούσε να μοιάζει με μειονέκτημα σήμερα, παρ’ όλο που η Διοτίμα θα υποστήριζε ότι η συμβουλή της στην πραγματικότητα χαρίζει δύναμη. Μήπως το σεξ δεν γίνεται συνήθως λιγότερο σημαντικό σε μια σχέση καθώς αυτή εξελίσσεται; […]

Τα βιβλία αυτοβοηθείας μπορεί να σας συμβουλεύουν να βρείτε τρόπου να κάνετε πιο πικάντικη την ερωτική σας ζωή, να ανανεώσετε το σεξουαλικό σας πάθος. Η Διοτίμα όμως θα έλεγε ότι αυτό είναι λάθος, επειδή σημαίνει ότι έχουμε παρεξηγήσει τον χαρακτήρα και τη φύση αυτού καθ’ αυτού του έρωτα και, στην πραγματικότητα, χάνουμε το καλύτερο μέρος του. Αντίθετα, κοιτάξτε ψηλότερα: χαρείτε που η ενέργεια που κάποτε ξοδεύατε στην αναζήτηση του αισθησιακού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πιο μεγαλειώδη πράγματα.

Μαρκ Βέρνον, Τα Podcasts του Πλάτωνος

[Εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ, 2016, σελ. 76-87]


Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Τα όνειρα και η σύγχρονη νευροεπιστήμη

Στα χρόνια που ακολούθησαν, παρατηρήθηκε μια βαθμιαία μετατόπιση του ενδιαφέροντος και απομάκρυνση από τις δύο αρχικές απόψεις που ο Freud υποστήριζε με θέρμη, οι οποίες αφορούσαν αφενός στη λειτουργία του ονείρου ως μέσου εκπλήρωσης επιθυμιών και αφετέρου στην υπεροχή του λανθάνοντος περιεχομένου του. Η άποψη που τείνει να επικρατήσει τονίζει ιδιαίτερα το νόημα που έχουν τα όνειρα, τη συνάφεια που υπάρχει μεταξύ έκδηλου και λανθάνοντος περιεχομένου και τη θέση του ονείρου ως μέρους της συνολικής αναλυτικής σχέσης. Οι αλλαγές αυτές συνάδουν με τις σύγχρονες απόψεις της νευροφυσιολογίας, τις σχετικές με τα όνειρα. 

Η ανακάλυψη από τους Aserinsky και Kleitman (1953) του φαινομένου της Ταχείας Κίνησης των Οφθαλμών (Rapid Eye Movements - REM), που συνδέεται με την παρουσία του ονείρου, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στο χώρο της έρευνας για τον ύπνο. Ένα σημαντικό εύρημα ήταν ότι ο ύπνος που συνοδεύεται από REM (ή οποιαδήποτε νευροχημικά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα) αποτελεί ουσιώδη λειτουργία για την εξασφάλιση της ψυχικής υγείας. Υποκείμενα σχετικών ερευνών, από τα οποία στερούν τη φάση REM του ύπνου στα σχετικά πειράματα και τα ξυπνούν μόλις αρχίσει η φάση αυτή, παρουσιάζουν συγχυτικά συμπτώματα πολύ νωρίτερα σε σύγκριση με τα υποκείμενα από τα οποία στερούν τη φάση του ύπνου που δε χαρακτηρίζεται από REM. Με βάση αυτό το εύρημα, ο Rycroft ισχυρίστηκε ότι η αρχική ανακάλυψη του Freud για τα όνειρα τώρα αντιστρέφεται, δηλαδή ότι δεν ονειρευόμαστε κυρίως για να μπορούμε να κοιμόμαστε, αλλά κοιμόμαστε για να μπορούμε να ονειρευόμαστε (Rycroft, 1979b). Εντούτοις ούτε το φαινόμενο REM συνδέεται αποκλειστικά με τη λειτουργία του ονείρου, ούτε όλα τα όνειρα συνδέονται με το φαινόμενο REM. Τα όνειρα φαίνεται ότι αποτελούν αντίδραση σε κάποια εσωτερική διέγερση κατά τη διάρκεια του ύπνου, όμως δεν οφείλουν την εμφάνισή τους μόνο σε αυτήν (έχουμε τις περιπτώσεις ονείρων που προκαλούνται από εξωτερικά ερεθίσματα, όπως είναι ο ήχος του ξυπνητηριού, καθώς επίσης και στη διάρκεια νυχτερινών κρίσεων επιληψίας) και, ως εκ τούτου, η άποψη του Freud ότι το όνειρο αποτελεί μέσον για να εξασφαλιστεί η συνέχεια του ύπνου, σε περίπτωση που παρουσιάζεται κάποια διέγερση, εξακολουθεί να ισχύει (Solms, 1995).

Το επικρατέστερο μοντέλο της νευροφυσιολογίας, στην έρευνα των ονείρων, είναι η θεωρία της ενεργοποίησης-σύνθεσης (activation-synthesis) του Hobson (1988). Κατά την αιτιοκρατική υπόθεση του Freud, απώτερος σκοπός της ψυχικής δραστηριότητας είναι η εκφόρτιση της συσσωρευμένης ψυχοφυσιολογικής «ενέργειας» και η επιστροφή σε μια υποθετική κατάσταση ηρεμίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Freud θεωρούσε τη διαδικασία του ονείρου ένα είδος «λαθραίας» εκφόρτισης. Τώρα θεωρείται πιθανότερο ότι ο βασικός «σκοπός» της λειτουργίας του ονείρου είναι πληροφοριακός και όχι «ενεργειακός» - δηλαδή το όνειρο αποσκοπεί στην ταξινόμηση και αποθήκευση των συσσωρευμένων πληροφοριών, ώστε να είναι διαθέσιμες στην κατάσταση της εγρήγορσης και να διευκολύνουν την προσαρμογή του ατόμου στην εξωτερική πραγματικότητα.

Ο Hobson (1988) υποστηρίζει ότι όταν αποκλειστεί η είσοδος στα εξωτερικά ερεθίσματα, το εγκεφαλικό στέλεχος αρχίζει να δραστηριοποιεί αυτομάτως τον εγκεφαλικό φλοιό. Οι δίοδοι που έχουν ενεργοποιηθεί πρόσφατα (τα «κατάλοιπα της ημέρας») επηρεάζονται ιδιαίτερα. Όταν έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά από ανόμοια ενεργοποιημένα μνημονικά στοιχεία και εμπειρίες, ο εγκέφαλος, με την ιδιότητα που κατεξοχήν τον χαρακτηρίζει, δηλαδή να προσδίδει νόημα στα πράγματα, επιχειρεί να τα συγκεντρώσει σε ένα είδος σχήματος που να περιέχει νόημα - δηλαδή σε μια ιστορία με συνοχή. Η παραδοξότητα και ζωηρότητα των ονείρων είναι αποτέλεσμα του τυχαίου χαρακτήρα της διαδικασίας ενεργοποίησης, της έλλειψης εξωτερικού πλαισίου και της απουσίας ρυθμιστικής δραστηριότητας εκ μέρους του νευρικού συστήματος.

Στο φροϋδικό μοντέλο, το νόημα αφαιρείται από τις λανθάνουσες σκέψεις του ονείρου, για να διαφύγει της προσοχής της λογοκρισίας. Κατά το μοντέλο ενεργοποίησης-σύνθεσης, το νόημα προστίθεται σε μια δυνητικά ασυνάρτητη σειρά απεικονίσεων. Ο ονειρευόμενος εγκέφαλος δεν αγωνίζεται να μεταμφιέσει τις συνεκτικές μεν, μη αποδεκτές όμως σκέψεις, αλλά, αντιθέτως, να προσδώσει νόημα σε μια σειρά από χαοτικές απεικονίσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι «αντι-ψυχαναλυτικές» απόψεις του Hobson δεν έχουν εδραιωθεί πλήρως. Άτομα που πάσχουν από διαταραχές του αισθητικό-κινητικού φλοιού εξακολουθούν να ονειρεύονται φυσιολογικά -ημιπληγικοί ασθενείς κινούνται στα όνειρά τους, αφασικοί μπορούν να μιλούν κανονικά, άτομα με φλοιώδη τύφλωση και κώφωση μπορούν να δουν και να ακούσουν στα όνειρά τους- γεγονός που αναιρεί την άποψη ότι τα όνειρα είναι αποτέλεσμα της τυχαίας ενεργοποίησης των φλοιωδών διόδων, ενώ ευθυγραμμίζεται με την άποψη ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ πιο σύνθετη απεικονιστική διαδικασία (Solms, 1995), η οποία προέρχεται μάλλον από τα «υψηλότερα» επίπεδα της λειτουργίας του εγκεφάλου παρά από τον αισθητικό και κινητικό φλοιό.

Ο Freud είχε δίκιο στο ότι τα όνειρα αναπόφευκτα καθρεφτίζουν τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα του ονειρευόμενου, επειδή αυτά οργανώνουν το εισερχόμενο υλικό με τρόπο που να περιέχει νόημα. Η άποψη αυτή συμφωνεί με την κριτική που είχε ασκήσει αρχικά ο Wittgenstein (Gustavson, 1964) στο ψυχαναλυτικό μοντέλο των ονείρων, με την οποία ισχυριζόταν ότι σε οποιονδήποτε κι αν δίναμε μια τυχαία συλλογή αντικειμένων και του ζητούσαμε, συνδέοντάς τα μεταξύ τους, να φτιάξει μια ιστορία που να τα περιέχει, είναι αναπόφευκτο ότι θα δημιουργούσε μια αφήγηση, η οποία θα καθρέφτιζε τα λανθάνοντα προσωπικά του θέματα και επιθυμίες. Η παραπάνω άποψη συμφωνεί επίσης με αυτό που παρατηρείται στο φιλοσοφικό - ψυχαναλυτικό ομαδικό παιχνίδι του Dennett (1993), στο οποίο το «κορόιδο» υποχρεώνεται να κατασκευάσει ένα «όνειρο», βάσει των τυχαίων απαντήσεων που του δίνονται στις ερωτήσεις που κάνει. Εκεί καθίσταται ολοφάνερο ότι το μυαλό έχει απόλυτη ανάγκη να φτιάχνει ιστορίες που συχνά βασίζονται σε ασυνείδητες προ-συλλήψεις, με αφορμή τις εισερχόμενες πληροφορίες, όσο κι αν αυτές στερούνται νοήματος.

Η θεωρία ενεργοποίησης-σύνθεσης συνδέεται με τις σύγχρονες ψυχαναλυτικές απόψεις επειδή, σύμφωνα με αυτήν, η ερμηνεία ενός ονείρου πιθανόν αντανακλά ό,τι επιθυμεί ο δημιουργός του και απασχολεί όχι μόνο αυτόν, αλλά και τον αναλυτή: το ίδιο το όνειρο γίνεται ένα είδος Rorschach ή λευκής οθόνης πάνω στην οποία η κάθε ψυχαναλυτική σχολή προβάλλει τη δική της εκδοχή για την ψυχανάλυση. Δικαίως ο Freud επέμενε για τη σπουδαιότητα του να διασπάται το όνειρο στα συστατικά του μέρη και να καθοδηγείται η ερμηνεία από τους ελεύθερους συνειρμούς του ασθενούς: «Η ερμηνεία του ονείρου... δίχως αναφορά στους συνειρμούς του δημιουργού του... θα παρέμενε ένα κομμάτι αντιεπιστημονικής δεξιοτεχνίας πολύ αμφίβολης αξίας» (Freud, 1925b). Αυτό δεν οφείλεται στην ανάγκη να αποκωδικοποιηθούν οι λανθάνουσες σκέψεις του ονείρου, αλλά στο ότι η διαδικασία αυτή προστατεύει από τον κίνδυνο να παρεισφρήσουν τα νοήματα που δίνει ο αναλυτής στο όνειρο. Επίσης μας οδηγεί, μέσω των καταλοίπων της ημέρας, στις συγκρούσεις που βιώνει στο παρόν ο δημιουργός τον ονείρου και επομένως στις «λανθάνουσες σκέψεις» του - δηλαδή στις παραδοχές, στις προκαταλήψεις και στις φαντασιώσεις του, που κατευθύνουν τις προσπάθειές του να συνθέσει τις εμπειρίες του σε ένα όλον με συνοχή και νόημα. Αν θεωρήσουμε την αναλυτική σχέση ένα «διμερές πεδίο» (Langs, 1976), τότε μπορούμε να διακρίνουμε μια αλληλοδιείσδυση μεταξύ της ασυνείδητης φαντασιωτικής ζωής του ασθενούς και αυτής του αναλυτή, με αποτέλεσμα τα όνειρα του ενός να επηρεάζονται από τα όνειρα του άλλου.

Άντονυ Μπέιτμαν - Τζέρεμυ Χολμς, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση 

(Καστανιώτης, 2001, σ.  294 – 253)

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Η ναζιστική ιδεολογία

Η πρώτη διόρθωση που επιβάλλεται είναι να αναγνωρίσουμε στον εθνικοσοσιαλισμό ένα σύγχρονο φαινόμενο, αρρώστια βέβαια, αλλά αρρώστια του κόσμου μας - και όχι μόνο έναν παραλογισμό μερικών φανατικών, αποτέλεσμα ποικίλων ιστορικών αιτίων ή εκτροχιασμού ολόκληρου έθνους.

Από την αρχή και απροκάλυπτα, […], ο ναζισμός αυτοκαθορίστηκε σε συνάρτηση με το σοσιαλκομμουνιστικό κίνημα στο οποίο αντιτίθεται. Ο Χίτλερ εξηγεί πεντακάθαρα στο Mein Kampf ότι συγκρότησε το κίνημά του σαν ένα είδος αντιθετικού εκτύπου του μαρξιστικού και μπολσεβίκικου κινήματος και στο οποίο, μεταξύ άλλων, η φυλετική πάλη θα αντικαταστήσει την ταξική. Βρισκόμαστε εδώ στο διεθνές πεδίο. […]

Ο Μαρξ, κληρονόμος της «τιτανικής θεώρησης» των Γερμανών φιλοσόφων, την εντείνει ακόμη περισσότερο: αντί να ερμηνεύσει τον κόσμο, θα τον αλλάξει μέσω της συμμαχίας φιλοσοφίας και προλεταριάτου. Εξ ου και ο επαγγελματίας επαναστάτης, ο Λένιν, που κάνει ένα βήμα παραπέρα. Ο ρωσικός ποπουλισμός διακήρυξε τη δυνατότητα για το ρωσικό λαό να ξεπεράσει τον αστικό δυτικό πολιτισμό και ο Λένιν αντλεί απ' αυτό τη δυνατότητα για τη μικρή ομάδα συνωμοτών, που ονομάστηκε μπολσεβίκικο κόμμα, να παρακάμψει το καπιταλιστικό στάδιο οικονομικής ανάπτυξης και να οδηγήσει τη Ρωσία κατευθείαν από τον τσαρισμό στο σοσιαλισμό.

Έρχεται ο Χίτλερ, που απορρίπτει την ιδεολογία των μπολσεβίκων, περισυλλέγει το εργαλείο εξουσίας που αυτοί σφυρηλάτησαν, και συνδυάζει το κομματικό μοντέλο με μια ολότελα διαφορετική ιδεολογία. […] Με εθνικούς όρους, διακρίνουμε μια σημαντική ρωσική συμβολή και προπαντός, στην αφετηρία όπως και στο σημείο άφιξης, μια γερμανική συμβολή.

Και έτσι επανερχόμαστε, θέλοντας και μη, στη γερμανική ιδεολογία. Εδώ το ουσιώδες που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι, στη γερμανική ιδεολογία, δεν πρόκειται ποτέ κατά βάθος για τη Γερμανία καθεαυτή, αλλά πάντοτε για τη Γερμανία σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. […]

Γενικά, ο αντιπροσωπευτικός Γερμανός στοχαστής και συγγραφέας δεν βρίσκεται σε σχέση μόνο με την κοινή κουλτούρα, αλλά και με τον εξωτερικό κόσμο· ιδιαίτερα, εκπροσωπεί - όπως θα το έκανε κάποιος ηγεμόνας ή ένας πληρεξούσιος του κοινοβουλίου - τη Γερμανία έναντι του έξω κόσμου, όπως το είχε κάνει πρώτος ο Λούθηρος κατά την αίσθηση των ίδιων των Γερμανών. Είναι διαμεσολαβητής.

[…] από τα μέσα του (19ου) αιώνα, […] Εκείνο εντούτοις που παρατηρούμε είναι μια αμυντική αντίδραση, ένα ρεύμα δυσαρέσκειας μπροστά στην ανάπτυξη της αστικής τάξης και του οικονομισμού, που εκδηλώνεται μεταξύ ορισμένων διανοουμένων απ' την τελευταία εικοσιπενταετία του αιώνα, ένα κίνημα ιδεών που ο Φρίτζ Στερν αποκάλεσε «πολιτική της πολιτιστικής απελπισίας», ένα είδος συνολιστικής διαμαρτυρίας εναντίον αυτού που θεωρήθηκε ως εκδυτικισμός, ως φυσική αλλοίωση της Γερμανίας.

Τέλος, η ήττα του 1918, που θεωρήθηκε αβάσταχτη, έμελλε να υπονομεύσει την τόσο λεπτή αυτή ισορροπία, να την μετατρέψει σε μια αντίφαση, την οποία κληρονόμησε και ο Χίτλερ μαζί με πολλούς άλλους. […]

Θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι δεν υπάρχει ναζιστική ιδεολογία με την έννοια ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έδιναν τα πρωτεία στην ιδέα, αλλά στη δράση, σε μια δράση που ήταν συχνότερα στραμμένη προς την καταστροφή παρά προς την πραγμάτωση ενός ιδεώδους. […]

Παρ' όλ’ αυτά, ένας μικρός αριθμός αλληλένδετων εννοιών αποτελούν το αντικείμενο μιας λίγο-πολύ ομόφωνης πίστης που προσανατολίζει τη δράση. Όπως τα πρωτεία της δράσης ή του αγώνα, όπως η έννοια του «αρχηγού», η προσήλωση στο πρόσωπο του μοναδικού και υπέρτατου αρχηγού, που αποτελεί την έσχατη αναφορά και αντικαθιστά αυτό που αλλού είναι «αλήθεια» ή «λόγος» (Arendt) […]

Το Mein Kampf δίνει μια σαφή ένδειξη για τη θέση της ιδεολογίας μέσα στο κίνημα. Ο Χίτλερ εξηγεί εκεί ότι μόνη η βία αδυνατεί να καταστρέψει μια «κοσμοθεωρία», πρέπει να της αντιταχθεί μια άλλη «κοσμοθεωρία»· για να υπερνικηθεί ο μαρξισμός και ο μπολσεβικισμός, χρειάζεται λοιπόν μια ιδεολογία στην υπηρεσία μιας οργάνωσης κρούσης. […]

Δεν πρέπει να είμαστε αφελείς, πρέπει, θα λέγαμε σήμερα, να «αποκρυπτογραφούμε» την επίσημη ιδεολογία. Και πρώτα πρώτα την ίδια τη λέξη «εθνικοσοσιαλισμός». Η γένεση του πράγματος μας δίνεται καθαρά στο Mein Kampf: ο Χίτλερ εξιστορεί το πώς έμαθε στη Βιέννη να δανείζεται από τον παγγερμανιστή αντισημίτη Σόνερερ τους γενικούς στόχους του κινήματος και απ’ τον σοσιαλχριστιανό δρ. Λούγκερ τα αποτελεσματικά μέσα. Ο «σοσιαλισμός», εδώ δηλαδή ουσιαστικά η χειραγώγηση των μαζών, είναι στην υπηρεσία του «εθνικισμού», δηλαδή του ρατσιστικού παγγερμανισμού. Για να επανέλθουμε στη συσχέτιση από τον Χίτλερ της δύναμης και της ιδεολογικής δικαίωσης που η δύναμη έχει ανάγκη, θα πούμε, χωρίς κίνδυνο να απατηθούμε, ότι ο Χίτλερ δίνει ιδεολογική προτεραιότητα στη δύναμη έναντι της ιδέας. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε την προτεραιότητα αυτή στο πεδίο της οργάνωσης και του προγράμματος του κόμματος. Μπορούμε λοιπόν να απομονώσουμε στον ίδιο τον Χίτλερ ένα σύνολο ιδεών και αξιών, αυτό που αποκαλούμε στο κοινωνικό πεδίο ιδεολογία.

Είναι φανερό πως μέσα στο σύνολο αυτό κεντρικό ρόλο παίζουν ο ρατσισμός εν γένει και ο αντισημιτισμός ιδιαίτερα. Τι μας μαθαίνει πάνω σ' αυτό η φιλολογία; Υποδείξαμε ήδη ότι εδώ η φυλή έχει ένα ρόλο ομόλογο μ' αυτόν της τάξης στο μαρξισμό, με αντικατάσταση της ταξικής από τη φυλετική πάλη. […] ο αντισημιτισμός όμως του Χίτλερ είναι ουσιαστικά ρατσιστικός. Είναι σαφής η μετάβαση από έναν θρησκευτικό σ’ έναν φυλετικό αντισημιτισμό και ο ίδιος ο Χίτλερ επιμένει σ' αυτό. Στο διάλογο που εκθέτει ο Έκαρτ, και που δημοσιεύθηκε στα 1923, ο Χίτλερ αντιτάσσει σ' ένα κείμενο του Λούθηρου ότι η πυρπόληση των εβραϊκών σχολείων και συναγωγών δε θα χρησίμευε σε τίποτα όσο οι Εβραίοι θα εξακολουθούν να υπάρχουν ως φυσικές υπάρξεις (σ.407). Στο Mein Kampf ο Χίτλερ υπογραμμίζει την ανεπάρκεια του καθαρά θρησκευτικού αντισημιτισμού: πρόκειται για καθαρή φλυαρία (ΜΚ, σ.397-398). Επιπλέον, ο πολιτικός άνδρας οφείλει να αποφύγει το πεδίο της θρησκείας· η πλάνη του αυστριακού παγγερμανισμού που κήρυξε τον πόλεμο κατά του καθολικισμού κριτικάρεται έντονα (ΜΚ, σ.124 κ.ε.).

Ο ρατσισμός ήταν γενικά μια πεσσιμιστική ή αρνητική ιδεολογία, π.χ. στον Γκομπινώ. Ο Χίτλερ έκανε τον αντισημιτικό ρατσισμό ένα θετικό δόγμα: κατά την άποψή του η εβραϊκή φυλή είναι η προσωποποίηση του κακού, το αίτιο που από τον καιρό του Μωυσή παρεμβαίνει συνεχώς για να εκτρέψει τα πράγματα απ’ το φυσικό τους δρόμο, είναι ο αντίθετος στη φύση συντελεστής της ιστορίας. Αρκεί λοιπόν να παρέμβουμε - είναι η «θετική» πλευρά - για να ξαναπάρουν τα πράγματα το φυσικό τους δρόμο.
Επιπλέον, βρίσκουμε έτσι μια και μοναδική αιτία πίσω απ' όλα τα κακά και απ' όλους τους εχθρούς της εποχής μας: το μαρξισμό, τον καπιταλισμό, την τυπική δημοκρατία και το χριστιανισμό ακόμη. […] η αιτία των κακών είναι απλή, μοναδική και, επιπλέον, κάθε ιστορική αιτία ενσαρκώνεται σ' έναν ανθρώπινο παράγοντα: κάθε τι που συμβαίνει απορρέει από τη θέληση κάποιου, εδώ την κρυφή και άρα πραγματική θέληση των Εβραίων (ΜΚ, σ.54,68). Σε ποιο βαθμό ο Χίτλερ τα πίστευε στ' αλήθεια αυτά; Το ερώτημα αυτό θα ήταν ακανθώδες, αλλά δεν έχουμε λόγο να το θέσουμε. Μας αρκεί η διαπίστωση ότι ο Χίτλερ ήταν σίγουρα επιρρεπής σε τέτοιου τύπου εξηγήσεις και, πιο σίγουρα ακόμη, πίστευε ότι τέτοιες εξηγήσεις είναι εκείνες που ταιριάζουν στις μάζες[1], έτσι ώστε, όντας βέβαιος για την αποτελεσματικότητά τους, τις χρησιμοποιούσε χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. […]

Ένα κεφάλαιο του Mein Kampf τιτλοφορείται: «Ο λαός και η φυλή», αλλά, πέρα από ορισμένες γενικότητες περί φυλών, στην ουσία του περιέχει ένα αντιθετικό πορτραίτο του Άρειου και του Εβραίου· και καταλήγει με τη βεβαίωση ότι όλες οι συμφορές του Αρείου προέρχονται απ' τον Εβραίο και από τη μη-αναγνώριση αυτής της κατάστασης, από την παραμέληση «του φυλετικού συμφέροντος του λαού» (MK, σ. 360).

Σημειώνουμε παρενθετικά ότι ο Άρειος είναι ο δημιουργός κάθε πολιτισμού (Kultur) εξαιτίας της ικανότητάς του για θυσία, του ιδεαλισμού του. Ακόμη κι η εργασία του είναι αλτρουιστική και «η ψυχοδιάθεση αυτή, που εκτοπίζει σε δεύτερο επίπεδο το συμφέρον του εγώ προς όφελος της συντήρησης της κοινότητας, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση κάθε πραγματικού ανθρώπινου πολιτισμού (Kultur)» (ΜΚ, σ.326). […] Ο γερμανικός Volk δεν είναι φυλετικά ομοιογενής. Στο κεφάλαιο για το κράτος (βιβλ.ΙΙ, κεφ.2) λέγεται ότι «το γερμανικό μας Volkstum δεν εδράζεται δυστυχώς πάνω σε ενιαίο φυλετικό πυρήνα (sic)» (ΜΚ, σ.436-437). […] Στο ίδιο χωρίο ο Χίτλερ εξηγεί ότι μέσα στους κόλπους του Ράιχ συνυπάρχουν πολλά, τέσσερα συγκεκριμένα, βασικά φυλετικά στοιχεία, και η λεγόμενη βόρεια φυλή είναι το ένα μόνο απ' αυτά, το ανώτερο απ' όλα. […] 

Ας συνοψίσουμε ό,τι απορρέει απ' όλα αυτά στο πεδίο της έρευνάς μας. Αναζητούσαμε μια συνολιστική επιβεβαίωση της κοινότητας ή του λαού και βρήκαμε κάτι αρκετά διαφορετικό, βρήκαμε την κοινότητα αυτή να κυριαρχείται (ή να δημεύεται) από έναν φυλετικό ανταγωνισμό, καθώς η ενότητα της «φυλής» δεν υπάρχει στην πραγματικότητα παρά στον ανταγωνισμό έναντι μιας άλλης «φυλής», στον αντισημιτισμό. Διακρίνουμε ήδη εδώ ένα δομικό ρόλο του αντισημιτισμού: εξαλείψτε τον, και η Γερμανία διαιρείται σε «τέσσερα πρωτογενή φυλετικά στοιχεία». […]

Ο Χίτλερ αρνείται, γενικά και υπό διάφορες μορφές, τη σύγχρονη προτεραιότητα της σχέσης ανθρώπου και φύσης και επανακαταξιώνει την προτεραιότητα της σχέσης μεταξύ ανθρώπων. Αρνείται έτσι κατηγορηματικά να αποδεχτεί ότι ο άνθρωπος έγινε στις μέρες μας κυρίαρχος της φύσης· ο άνθρωπος, μας λέει, έχει απλώς εδραιώσει την κυριαρχία του πάνω σε άλλα έμβια όντα κατακτώντας μερικούς από τους νόμους, μερικά από τα μυστικά της φύσης (ΜΚ, σ.314). Η διατύπωση είναι φρικαλέα αν την καλοσκεφτούμε, γιατί η έκφραση «άλλα όντα» θα μπορούσε ίσως να συμπεριλαμβάνει και ανθρώπους, […]

Βλέπουμε την ίδια απόρριψη της προτεραιότητας της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, όταν ο Χίτλερ εξεγείρεται εναντίον της προτεραιότητας που εν γένει αναγνωρίζεται στην οικονομία. Ιδού, λέει, η πίστη εκείνη που οδήγησε τη γουλιελμική Γερμανία στο χαμό της. Το βέλος κατευθύνεται ταυτόχρονα εναντίον του φιλελευθερισμού και του μαρξισμού. Ο Χίτλερ συμπεριλαμβάνει το οικονομικό μέσα στο πολιτικό (σχέση μεταξύ ανθρώπων) (ΜΚ, σ.164-167). […]

Είναι γνωστές οι επιθέσεις του Χίτλερ εναντίον της τυπικής δημοκρατίας και εναντίον του κοινοβουλευτισμού, που καταδικάζεται ως ανίκανος και ως προπομπός της μαρξιστικής κυριαρχίας. Ο εξισωτισμός είναι ένα όπλο των Εβραίων για να καταστρέψουν το πολιτικό σύστημα. […]    

Στο Mein Kampf, οι Εβραίοι θεωρούνται υπεύθυνοι αν όχι για τον καπιταλισμό στο σύνολο του, τουλάχιστον όμως για ό,τι σ’ αυτόν είναι σίγουρα κακό, όπως η μετατροπή της γης σε εμπόρευμα, οι μετοχικές εταιρίες, ο καταστροφικός προσανατολισμός του εργατικού κινήματος (ΜΚ, σ.338-358). […]

Στο Mein Kampf βρίσκουμε κάποια δείγματα σεβασμού προς τη θρησκεία, ιδιαίτερα προς την καθολική Εκκλησία. Κατά ένα μέρος ο σεβασμός αυτός οφείλεται σε λόγους τακτικής (για να πετύχει πρέπει να συγκεντρώσει τα πυρά του εναντίον μόνο των Εβραίων - ή τουλάχιστον στην αρχή, ΜΚ, σ.330-331) και κατά ένα άλλο μέρος οφείλεται στην ισχύ και τη σταθερότητα της Εκκλησίας ως οργάνωσης - προδρομικό πρότυπο για το κόμμα - και δεν αναφέρεται στην Εκκλησία ως κοινότητα πιστών. […]

Μπορούμε ωστόσο να πούμε ότι πλάι σε μερικά γνήσια ιεραρχικά γνωρίσματα εκείνο που δεσπόζει είναι η χρησιμοποίηση μιας παραδοσιακής φρασεολογίας για να εκφραστούν ή να μεταμφιεσθούν καινούργιες σχέσεις. Όπως συμβαίνει π.χ. με το έμβλημα που καθόρισε ο Χίμμλερ για τα Ες-Ες: «Η τιμή μου ονομάζεται πίστη» (Meine Ehre heisst Treue). Λόγια που […] φέρνουν όμως στο νου τη μεγάλη ναζιστική παρέλαση, όπου το κάθε ανθρώπινο άτομο βαδίζει στο βήμα της χήνας, ενώ ο Φύρερ, μόνο αντικείμενο της πίστης του καθενός, ουρλιάζει από πάνω και δίνει μια εικόνα αλλοφροσύνης όπου το άγχος του καθενός μεταλλάζεται σε αναρίθμητη δύναμη «Εξατομίκευση», η λέξη επαναλαμβάνεται συχνά στα καλύτερα βιβλία περί ναζισμού και εκφράζει πολύ καλά αυτό το τετ-α-τετ μάζας και αρχηγού, […].

Το Mein Kampf περιέχει πολλές αναφορές στην «αριστοκρατική αρχή της φύσης» (ΜΚ, σ.69), αλλά «πρόκειται για την έκφραση αυτού που θα λέγαμε κοινωνικό δαρβινισμό του Χίτλερ: ο ισχυρός θριαμβεύει πάνω στον αδύνατο, κι εκεί βρίσκεται το μέτρο των αξιών. […] πρόκειται για την αναγωγή σε ηθική αρχή του συσχετισμού δυνάμεων. Δηλαδή μια καθαρή αντιστροφή της «αριστοκρατικής αρχής». […]

Δεδομένου ότι ο Χίτλερ δυσπιστούσε προς τα ιδεώδη και τις ιδεολογίες, που τις θεωρούσε ως αγωγούς κρυφών συμφερόντων, και ομολογούσε ότι μια θεωρία είναι πριν απ’ όλα αναγκαία για να υποτάξει στη δύναμη τη μάζα, θα πρέπει ν’ αναρωτηθούμε αν υπήρχε πράγματι γι’ αυτόν κάτι στο οποίο να ήταν αληθινά προσηλωμένος, κάτι στο οποίο να πίστευε αναμφισβήτητα. Η απάντηση είναι ότι κάτι τέτοιο υπήρχε σίγουρα κι αυτό ήταν η πάλη όλων εναντίον όλων. Πάλη για τη ζωή, την εξουσία ή την κυριαρχία, για το συμφέρον, αυτό ήταν για τον Χίτλερ η έσχατη αλήθεια της ανθρώπινης ζωής. Είναι η κεντρική ιδέα του Mein Kampf. Παραθέτουμε μια πλήρη της διατύπωση (Λόγος στις 5 Φλεβάρη 1928 στο Κούλμπαχ):

Η ιδέα της πάλης είναι τόσο παλιά όσο κι η ίδια η ζωή, γιατί η ζωή διαιωνίζεται χάρη στο ότι πεθαίνουν στην πάλη άλλα έμβια όντα...
Στην πάλη αυτή οι πιο ισχυροί και οι πιο επιδέξιοι επικρατούν πάνω στους πιο αδύναμους και στους λιγότερο επιδέξιους. Η πάλη είναι η μητέρα των πάντων. Ο άνθρωπος ζει και διατηρείται πάνω απ' τον κόσμο των ζώων όχι χάρη στις αρχές της ανθρωπότητας, αλλά μόνο και μόνο μέσω της πιο στυγνής πάλης...
[…] Ιδού λοιπόν ένα θεμελιώδες σημείο μέσω του οποίου ο Χίτλερ αντιπροσώπευσε τον καιρό του και τη χώρα του και αναπαρήγαγε κατά κάποιο τρόπο, με μια μορφή που την είχε εντείνει η μονομανία του, τις αντιδράσεις και τις παραστάσεις πλήθους ανθρώπων ποικίλης κοινωνικής προέλευσης. Ίσως γι' αυτό καυχιόταν ότι μπορούσε μόνος του να ξεσηκώσει με τον ίδιο λόγο, τόσο ένα ακροατήριο μορφωμένων όσο κι ένα ακροατήριο εργατών (ΜΚ, σ.376) […]

Εδώ, λοιπόν, έχουμε την υπέρτατη αρχή, που διατυμπανίζεται ανοιχτά, την αρχή που τα φωτίζει όλα. Την αναφέραμε, είναι η απλή αρχή της «ωμής πάλης». Μόνο που πρέπει να την εννοήσουμε με ιεραρχικό τρόπο, ως προτεραιότητα της πάλης μέχρι θανάτου εναντίον όποιου πράγματος φαίνεται να αντιβαίνει σ’ αυτήν: η ειρήνη είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, η νομιμότητα ένα μέσο να παραβιάζεται η νομιμότητα. Η θεωρία δεν διατυπώνεται στο Mein Kampf, ακόμη κι αν συμβιβάζεται απόλυτα με ό,τι λέγεται εκεί, όπως για παράδειγμα ότι το κράτος δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο εξυπηρέτησης άλλων σκοπών. Η πρακτική του Χίτλερ είναι εκείνη που μας διδάσκει αφότου εδραιώνεται στην εξουσία. Στο εσωτερικό πεδίο, ο Χίτλερ ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τους νόμιμους δρόμους. Τους συνδύασε λοιπόν μ’ αυτό που θεωρούνται ότι αποκλείουν, τους έκνομους τρόπους δράσης, που συνήθως είναι τακτική των συνωμοτών το καμουφλάζ αυτό έκανε την παρανομία πολύ πιο επίφοβη και πολύ πιο ατιμώρητη. Το ίδιο και σε ένα διαφορετικό πεδίο: στα 1938, ένα μήνα μετά την είσοδο του στην Καγκελαρία, η πυρπόληση του Ράιχσταγκ επιτρέπει να τεθούν εκτός νόμου οι κομμουνιστές και να δημιουργηθούν τα πρώτα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ιδού πώς, όταν δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη νομιμότητα και την ειρήνη, μεριμνά για τη συμπερίληψή τους στην «ωμή πάλη» (βλ. ΜΚ, σ.105). Η παραβίαση αυτή του κοινωνικού συμβολαίου, των θεμελιωδών διακρίσεων επί των οποίων εδράζεται η σύγχρονη κοινωνική ζωή και στις οποίες όλος ο κόσμος επαφίεται με εμπιστοσύνη, εμφανίζεται ως μέθοδος κρυφή, ως μυστική στρατηγική αρχή που υποδουλώνει τους θεσμούς στη βία και που, απαντώντας ή αποπροσανατολίζοντας τόσο τις μάζες όσο και τον εχθρό, συνέβαλε σίγουρα κατά μεγάλο βαθμό στη σειρά των επιτυχιών του Χίτλερ.

Υπάρχουν κι άλλα [..] γνωρίσματα: εχθρότητα προς τη βασιλεία, προς την παραδοσιακή αριστοκρατία και προς κάθε έννοια κληρονομικής κοινωνικής σειράς. […] Για την άνοδο στην «ελίτ», για την προώθηση στο κόμμα, μόνο κριτήριο είναι η επιτυχία, και ο ανταγωνισμός μεταξύ αρχηγών διευκολυνόταν μάλιστα από τον Φύρερ-καγκελάριο, […]

[…] η «πάλη όλων εναντίον όλων», εξανάγκασε τον Χίτλερ να δει στη φυλή τη μόνη κατάλληλη θεμελίωση της συνολικής κοινότητας και εν γένει τη μόνη αιτία της ιστορίας. […] Σημειώνουμε ότι η φυλή, στο λειτουργικό της ρόλο ως υποκατάστατου της μαρξιστικής τάξης, είναι σχετικά αδύναμη: απλώς παρατάσσει σε μια γραμμή άτομα που σαν τέτοια δεν έχουν ούτε καν στην καθημερινή ζωή την αλληλεγγύη που μπορούν να παρουσιάσουν τα μέλη μιας και της αυτής τάξης, π.χ. οι εργάτες στους διεκδικητικούς τους αγώνες. Η ενεργή όμως ρατσιστική αντίληψη είναι ο αντισημιτισμός, που μόνος αυτός μπορεί να θεμελιώσει την αφηρημένη παράσταση στο λαϊκό επίπεδο. Μόνος αυτός μπορεί να ενώσει «φυλετικά» το γερμανικό πληθυσμό, που αλλιώτικα διαιρείται, απ' ό,τι μας λέγεται, σε τέσσερα «φυλετικά στοιχεία», τέσσερις δηλαδή διαφορετικές «φυλές». […]

Λουί Ντυμόν, Δοκίμια για τον ατομικισμό

[Εκδόσεις Ευρύαλος, 1988, σελ. 158-190]





[1] Ποτέ δεν πρέπει να δείχνεις στις μάζες πάνω από έναν εχθρό κάθε φορά και «ανήκει στην ιδιοφυία ενός μεγάλου ηγέτη να εμφανίζει ακόμη και διαφορετικούς εχθρούς σαν να ανήκαν πάντα στην ίδια κατηγορία» (ΜΚ, σ. 128-129).