Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Το Βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα

Όπως στη Δύση γύρω από τα ονόματα του Ρολάνδου και του Σιντ, έτσι και στην Ανατολή, γύρω στον 11ο αιώνα, δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος επικός κύκλος γύρω από το όνομα ενός εθνικού ήρωα. Όπως και στη Δύση, η φήμη αυτού του ήρωα διαδόθηκε σε λαϊκά τραγούδια σ’ ολόκληρο τον κόσμο της Ανατολής, από την Καππαδοκία ως την Τραπεζούντα και από την Κύπρο ως τα βάθη της Ρωσίας περιλαμβάνεται κυρίως σε ένα μεγάλο έπος, του οποίου το παλαιότερο χειρόγραφο χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, αλλά η προέλευσή του είναι χωρίς αμφιβολία παλαιότερη. Η ιστορία μας διηγείται τις περιπέτειες του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη τον 10ο αιώνα […]

Σε αυτό το ηρωικό έπος δεν μας παρουσιάζεται ο κόσμος της πρωτεύουσας και της αυλής, αλλά η κοινωνία των ασιατικών επαρχιών, κοντά στα σύνορα, όπου οι μεγάλοι γαιοκτήμονες διεξάγουν στο όνομα του αυτοκράτορα τον αιώνιο αγώνα εναντίον των Μουσουλμάνων. Είναι η περιοχή των Ακριτών ή φυλάκων των συνόρων, των απελατών, πραγματικών Κλεφτών του μεσαίωνα, η περιοχή των μεγάλων μονομαχιών, των αιφνιδιασμών, των σφαγών, των πολεμικών και ερωτικών περιπετειών. […] Η ζωή του Διγενή Ακρίτη είναι μια ζωή φεουδαλικού ιππότη και αυτή η ζωή, που την έζησαν όπως αυτός  πολλοί μεγάλοι άρχοντες του 10ου αιώνα, είναι γεμάτη από γραφικές λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ιδέες της εποχής.

Σελίδα από το «Έπος του Διγενή Ακρίτα»,
χειρόγραφο Αθηνών-Άνδρου.
[…] Ονομαζόταν Διγενής, λέει το τραγούδι, γιατί ήταν ειδωλολάτρης από τον πατέρα του, που καταγόταν από τη φυλή των Αγαρηνών και Έλληνας από τη Μητέρα του, που ανήκε στην οικογένεια των Δουκάδων. Ονομάστηκε Ακρίτης, γιατί ήταν φρουρός των συνόρων. Ο παππούς του ήταν ο Ανδρόνικος, της οικογένειας των Κιννάμων, που πέθανε εξόριστος με αυτοκρατορική διαταγή του μακαριότατου Ρωμανού. Γιαγιά του ήταν μια στρατήγισσα, της οικογένειας των Δουκάδων και θείοι του οι ένδοξοι αδελφοί της μητέρας του που, έπεσαν μαχόμενοι για την αδελφή τους, νίκησαν τον εμίρη πατέρα του.

Η ιστορία του γάμου των γονέων του Διγενή αποτελεί το θέμα ενός πρώτου άσματος, που αποτελεί σήμερα τις τρεις πρώτες ραψωδίες του ποιήματος. Βλέπουμε εκεί, πως ο εμίρης Μουσούρ, αφού απήγαγε σ’ ένα γιουρούσι την κόρη ενός Έλληνα στρατηγού, ερωτεύεται την αιχμάλωτή του και για να την παντρευτεί, ασπάζεται τον χριστιανισμό, πως σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή «μια χαριτωμένη νέα, χάρη στη γοητευτική ομορφιά της, νίκησε τα φημισμένα στρατεύματα της Συρίας». […] Ανάμεσα στους δύο συζύγους βασίλεψε η πιο τέλεια ομόνοια, και από την ένωση του μουσουλμάνου με την κόρη των Δουκάδων γεννήθηκε ο θαυμαστός ήρωας οι περιπέτειες του οποίου γεμίζουν το έπος.  

Ας παραθέσουμε πρώτα την εικόνα του νεαρού άνδρα που δίνει το ποίημα. «Είχε ξανθά και σγουρά μαλλιά, μεγάλα μάτια, λευκό και ρόδινο πρόσωπο, πολύ μαύρα φρύδια, φαρδύ στήθος και λευκό σαν κρύσταλλο. Φορούσε ένα κόκκινο χιτώνα στολισμένο με χρυσά κεντήματα και μαργαριτάρια· τα κουμπιά του, από καθαρό χρυσάφι, έλαμπαν· τα πασούμια του ήταν στολισμένα με χρυσάφι και τα σπιρούνια του με πολύτιμες πέτρες. Καβαλούσε μια ψηλή φοράδα, άσπρη σαν περιστέρι, που η χαίτη του ήταν στολισμένη με τουρκουάζ. Φορούσε χρυσά πέταλα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια, που έκαναν ένα χαριτωμένο και υπέροχο θόρυβο. Στα καπούλια της είχε ένα σκέπασμα από πράσινο και ροζ μετάξι που σκέπαζε τη σέλα και την προστάτευε από τη σκόνη· η σέλα και τα χαλινάρια ήταν χρυσοκέντητα και στολισμένα με σμάλτο και μαργαριτάρια. Ο Ακρίτης, επιδέξιος εκπαιδευτής αλόγων, έβαζε το υποζύγιό του να κάνει κύκλους. Κράδαινε στο δεξί του χέρι μια πράσινη λόγχη, αραβικής κατασκευής, σκεπασμένη με χρυσά γράμματα. Είχε γοητευτικό πρόσωπο, κομψό παράστημα και τέλειες αναλογίες. Και ανάμεσα στους ιπποκόμους του ο νέος έλαμπε σαν ήλιος».

Αυτός ήταν ο ήρωας. Ας δούμε τώρα τα πρώτα κατορθώματά του. Σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, ονειρεύεται μόνο περιπέτειες. Στο κυνήγι, όπου συνοδεύει τον πατέρα του, σκοτώνει μια αρκούδα με μια γροθιά, σχίζει στα δύο μια ελαφίνα που την ξεπέρασε στο τρέξιμο, σκοτώνει ένα λιοντάρι με μια σπαθιά και οι σύντροφοί του, γεμάτοι θαυμασμό, αναγνωρίζουν σ’ αυτά τα κατορθώματα έναν ήρωα που τον βοηθάει ο Θεός. «Αυτός, λένε, δεν είναι άνθρωπος αυτού του κόσμου. Ο Θεός τον έστειλε για να τιμωρήσει τους απελάτες, που θα είναι ο τρόμος τους σ’ όλη του τη ζωή».

Ο Διγενής Ακρίτας και ο δράκος,
 βυζαντινό πιάτο του 12ου αιώνα από την Αθήνα.
Και πράγματι, όσο ο νέος μεγαλώνει, η δόξα των φημισμένων απελατών δεν τον αφήνει να ησυχάσει· φλέγεται από λαχτάρα να τους γνωρίσει, να τους νικήσει, να ξεπεράσει τα κατορθώματά τους. «Ω μάτια μου, φωνάζει αναστενάζοντας, πότε θα δείτε αυτούς τους ήρωες;» Ψάχνει να βρει ένα τρόπο για να γίνει απελάτης, και πηγαίνει τολμηρά να επισκεφτεί τον αρχηγό των ληστών «στο παράξενο και φοβερό καταφύγιό του». «Και βρήκε, λέει το τραγούδι, τον Φιλόπαππο ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι· πάνω και κάτω απ’ το κρεβάτι υπήρχαν πολλά δέρματα άγριων ζώων· και ο νεαρός Βασίλειος Διγενής υποκλίθηκε, τον χαιρέτησε και του ευχήθηκε καλημέρα. Και ο γέρος Φιλόπαππος του μίλησε έτσι: «Καλώς όρισες, νεαρέ, αν δεν είσαι προδότης». Τότε ο Βασίλειος του αποκρίθηκε: «Δεν είμαι προδότης, αλλά θέλω να γίνω απελάτης μαζί σας σ’ αυτή την ερημιά». Όταν ο γέρος τον άκουσε, του είπε: «Νεαρέ, αν έχεις τη φιλοδοξία να γίνεις απελάτης, πάρε αυτό το ρόπαλο και πήγαινε να φυλάξεις σκοπός. Αν μπορέσεις να μείνεις νηστικός δεκαπέντε μέρες και να διώξεις τον ύπνο από τα βλέφαρά σου, και μετά να πας να σκοτώσεις λιοντάρια, να φέρεις εδώ τα κουφάρια τους και μετά να ξαναγυρίσεις στη σκοπιά, τότε θα είσαι άξιος να μπεις ανάμεσά μας». Αντί για άλλη απάντηση, ο Διγενής αρπάζει το ρόπαλο από τη γερή λαβή του, επιτίθεται στους ίδιους τους απελάτες, τους αφοπλίζει και γυρίζοντας κοντά στον Φιλόπαππο: «Ορίστε, του λέει, τα όπλα όλων των απελατών σου. Και αν αυτό δεν σου αρέσει, θα σε μεταχειριστώ κι εσένα με τον ίδιο τρόπο». Μετά από αυτό το πρώτο κατόρθωμα, όλοι υποκλίνονται μπροστά στον νεαρό ήρωα και πολύ σύντομα με τη γενναιότητά του αποκτά λαμπρή φήμη σ’ όλη τη γειτονική περιοχή.

Μετά τις πολεμικές περιπέτειες, να τώρα και οι ερωτικές περιπέτειες.

Ο στρατηγός Δούκας, διοικητής μια από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, έχει μια κόρη, την Ευδοκία, ένα θαύμα ομορφιάς. «Η ομορφιά του προσώπου της, λέει ο ποιητής, θαμπώνει τα βλέμματα και κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει στο πρόσωπο αυτή την κόρη του ήλιου. Μια αχτίδα λάμπει στη μέση του προσώπου της· έχει περήφανο βλέμμα, ξανθά μαλλιά, μαύρα φρύδια· το πρόσωπό της είναι χιονάτο με λίγο ρόδινο χρώμα όπως η πολύτιμη πορφύρα που αγαπούν να φορούν οι βασιλείς». Πολλοί ιππότες έχουν ήδη ζητήσει το χέρι της νέας. Όμως ο πατέρας της Ευδοκίας είναι ζηλότυπος και φοβερός άνθρωπος. Κλείνει την κόρη του στο γυναικωνίτη, […] Όλοι όσοι θέλησαν το χέρι της νέας και προσπάθησαν να την απαγάγουν πλήρωσαν την αψηφισιά τους με τη ζωή τους […] Ο Διγενής, όμως, επιχειρεί με τη σειρά του το τόλμημα. Και η πρώτη συνάντηση των δυο νέων είναι μια χαριτωμένη σκηνή. Κάτω από τα παράθυρα της ωραίας, ο Διγενής τραγουδάει περνώντας ένα ερωτικό τραγούδι και η Ευδοκία, γοητευμένη, μουρμουρίζει στην παραμάνα της: «Σκύψε από το παράθυρο, παραμάνα και κοίταξε αυτό τον χαριτωμένο νέο». Και όταν η παραμάνα της απάντησε: «Ο Θεός να δώσει, κυρία, να τον θελήσει ο πατέρας σας και κύριός μου για γαμπρό, γιατί δεν υπάρχει όμοιός του στον κόσμο», η νέα, που η καρδιά της έχει κιόλας κατακτηθεί – «γιατί η εξωτερική ομορφιά, λέει ο ποιητής, και το τραγούδι μπαίνουν από τα μάτια ως τα βάθη της ψυχής» - ξεχνιέται κοιτάζοντας από μια τρύπα του παράθυρου εκείνον που λάτρεψε με την πρώτη ματιά. Σε λίγο όμως ο Διγενής γίνεται πιο τολμηρός ξεγελώντας τους φρουρούς, βρίσκει τρόπο να μιλήσει στην Ευδοκία. «Σκύψε, της λέει, γλυκό μου φως, για να δω την ομορφιά σου και η αγάπη σου να μπει στην καρδιά μου. Είμαι νέος, το βλέπεις, και δεν ξέρω τι είναι αγάπη. Αλλά αν η αγάπη σου μπει στην ψυχή μου, ξανθή νέα, ο πατέρας και όλοι οι συγγενείς σου και όλοι οι υπηρέτες τους, ακόμη κι αν γίνουν βέλη και αστραφτερά σπαθιά, δεν θα μπορούν να με βλάψουν».

Σίγουρος για την καρδιά της Ευδοκίας, ο Διγενής αποφασίζει να απαγάγει την αγαπημένη του. Τη νύχτα, κάτω από το παράθυρό της, έρχεται να τραγουδήσει σιγανά συνοδεύοντας το τραγούδι του με την λύρα: […] Στο κάλεσμα της σερενάτας, η νέα παρουσιάζεται στο παράθυρο· διστάζει όμως ακόμη να ακολουθήσει τον Διγενή, […] Η Ευδοκία φοβάται τις συνέπειες της περιπέτειας για τον αγαπημένο της […] ωστόσο τελικά υποκύπτει στους όρκους του ιππότη που της ορκίζεται αιώνια αγάπη: «Και η νέα, λέει το ποίημα, σκύβει από το χρυσό παράθυρο και ο νέος την δέχεται όρθιος πάνω στο άλογό του. και ο νέος, φλεγόμενος από χαρά και θάρρος, σταματάει απέναντι στο παλάτι και φωνάζει με δυνατή φωνή: «Ευλόγησέ με, άρχοντα πεθερέ, και μαζί μου και την κόρη σου· και ευχαρίστησε τον Θεό που σου δίνει ένα τέτοιο γαμπρό».

Όταν η απαγωγή γίνεται αντιληπτή, φυσικά επικρατεί μεγάλη αναταραχή στο παλάτι. Ο στρατηγός και οι γιοί του μαζί με τους ένοπλους τους καταδιώκουν τον απαγωγέα. Αλλά ο Διγενής, μόλις τον πλησιάζουν, μάχεται σαν λιοντάρι, εξουδετερώνει τους αντιπάλους του και μετά απευθυνόμενος στον πατέρα της Ευδοκίας, του λέει ευγενικά: «Άρχοντα στρατηγέ, ευλόγησέ μας, την κόρη σου κι εμένα· συγχώρεσέ με και με κατακρίνεις. Οι άνθρωποί σου δεν ξέρουν τι θα πει μάχη· τους έδωσα ένα μικρό μάθημα που δεν θα το ξεχάσουν. Μη στεναχωριέσαι όμως· πήρες ένα καλό γαμπρό, δεν θα βρεις καλύτερο σ’ όλο τον κόσμο. Δεν είμαι από ταπεινή γενιά, ούτε είμαι δειλός· αν ποτέ είχες κάποια υπόθεση να μου αναθέσεις, θα βεβαιωνόσουν τι άνθρωπος είναι ο γαμπρός που έχεις». Ο στρατηγός σαν καλός ηγεμόνας, δίνει στον νέο το χέρι της κόρης του. και επειδή δεν θέλει να μπορούν να πουν ποτέ ότι ο Διγενής απήγαγε μια γυναίκα χωρίς προίκα – «πράγμα που, παρατηρεί, είναι ατίμωση στα μάτια όλων των φρονίμων ανθρώπων» - απαριθμεί την μεγαλοπρεπή προίκα της μνηστής, […]

Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο Διγενής – και αυτό το στοιχείο είναι χαρακτηριστικό – αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια του στρατηγού και φοβάται κάποια απιστία εκ μέρους του. «Φοβάμαι λέει, πως κάποιος κίνδυνος με απειλεί, και πως θα πεθάνω με επονείδιστο τρόπο, γιατί σου φέρθηκα σαν εχθρός και προδότης». Προτιμάει λοιπόν να πάρει την Ευδοκία μαζί του για να κάνει το γάμο στο σπίτι των γονέων του και η επιστροφή του στο πατρικό σπίτι δίνει την ευκαιρία για μια περιγραφή μεγάλης πολυτέλειας […] «Και οι γάμοι, λέει ο ποιητής, διήρκεσαν τρεις ολόκληρους μήνες και η χαρά δεν σταματούσε καθόλου».

Ο Διγενής όμως δεν επαναπαύεται στην επιτυχία του. «Με την ωραία του και τους γενναίους του, πήγε στα σύνορα· κατέλαβε τους τόπους όπου κυβερνούσε ο πατέρας του και εξολόθρεψε εντελώς τους άτακτους. Έκανε επιδρομές στις κλεισούρες και στα σύνορα κι έτσι του έδωσαν το παρατσούκλι Ακρίτης. […] Και τότε η ρωμαϊκή χώρα όπου ζούσαν οι ορθόδοξοι μπόρεσε να απολαύσει την ειρήνη έχοντας αυτόν τον ήρωα για υπερασπιστή, φύλακα και προστάτη εναντίον των εχθρών». Πολύ σύντομα η φήμη του και η φήμη των υπηρεσιών που προσφέρει στην αυτοκρατορία φτάνει στην αυλή. Ο βασιλεύς έρχεται αυτοπροσώπως να τον επισκεφτεί στο μακρινό του φέουδο στον Ευφράτη· για να τον ανταμείψει για την ανδρεία του, τον ονομάζει πατρίκιο και μαργράβο και του επιστρέφει όλη την περιουσία που είχε κάποτε κατασχεθεί από τον παππού του, και γεμάτος θαυμασμό για τον αξιοθαύμαστο αυτό στρατιώτη αναφωνεί: «Μακάρι να έδινε ο Θεός να είχε η Ρωμανία τέσσερις άνδρες σαν αυτόν».

Από εδώ και πέρα η μια περιπέτεια διαδέχεται την άλλη στη ζωή του ιππότη. Σαν πραγματικός περιπλανώμενος ιππότης, διατρέχει ολόκληρο τον κόσμο και όπου εμφανίζεται και μόνο το όνομά του σκορπίζει τρόμο. […] Όπως ο Ζίγκφριντ, με τον οποίο μοιάζει σε πολλά σημεία, πολεμάει τον δράκοντα του οποίου τα τρία κεφάλια ξερνάνε φλόγες και αστραπές και που κάθε κίνησή του κλονίζει τη γη με ένα θόρυβο κεραυνού· κατατροπώνει τα λιοντάρια, τρέπει σε φυγή τους απελάτες, ζώντας μακρυά από τον κόσμο, μόνος με την πολυαγαπημένη του γυναίκα, σ’ ένα παραδείσιο τοπίο, γεμάτο φυλλώματα και τρεχούμενα νερά. […] Αλλά η λαμπρή ομορφιά της ευγενικής νέας έλαμπε περισσότερο από τα παγώνια και απ’ όλα τα λουλούδια».

Ωστόσο το μεγάλο πάθος που νιώθει ο Διγενής για την Ευδοκία δεν αποκλείει μερικές άλλες περιπέτειες. […]

Μια ημέρα που προχωρούσε καβάλα στο άλογό του στα σύνορα της Συρίας, συναντάει μια νεαρή Άραβα που ένας έλληνας ευγενής, αιχμάλωτος των απίστων, την είχε πλανέψει, απαγάγει και μετά εγκαταλείψει. Ο Διγενής την παρηγορεί, ίσως με κάποια υπερβολική συμπόνια. Η κοπέλα είναι όμορφη και ενώ, αφού την πήρε πάνω στο άλογό του, την οδηγεί στον εραστή της, νιώθει ανεπαίσθητα τον πόθο να τρυπώνει στην καρδιά του. […] « … χάρη στην επέμβαση του Σατανά και στην αμέλεια της ψυχής μου, παρ’ όλη την αντίσταση που πρόβαλε η νέα, συντελέστηκε μια από τις πιο ένοχες πράξεις και ο δρόμος λερώθηκε από ένα έγκλημα. Ο εχθρός, ο άρχοντας του σκότους, ο μανιασμένος εχθρός της φυλής μας μ’ έκανε να ξεχάσω τον Θεό και τη φοβερή ημέρα της κρίσεως». Χωρίς αμφιβολία, μετά το σφάλμα του, ο Ακρίτης είναι γεμάτος τύψεις· ωστόσο κρίνει προτιμότερο να αποσιωπήσει διακριτικά την περιπέτειά του. Σπεύδει να παντρέψει τη νέα με τον απαγωγέα της, «κρύβοντας όσα δεν έπρεπε να πει από φόβο μήπως ο νέος βρει σ’ αυτό αφορμή για σκάνδαλο»· και όταν γυρίζει κοντά στη γυναίκα του, σπεύδει ν’ αλλάξει τόπο εγκατάστασης, για να μη μάθει εκείνη τίποτα για την αθέτηση του όρκου πίστης που της είχε δώσει.

Όμως η σάρκα του ιππότη είναι αδύναμη και ο Σατανάς παραμονεύει για να βάλει τους ανθρώπους σε πειρασμό. Ο Διγενής το καταλαβαίνει όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη Μαξιμώ. Η Μαξιμώ είναι μια παρθένα πολεμίστρια, μια αδάμαστη αμαζόνα που οι νικημένοι από τον Διγενή απελάτες κάλεσαν σε βοήθεια εναντίον του ήρωα. «Ίππευε, λέει το τραγούδι, ένα άλογο λευκό σαν χιόνι, που τα πέταλά του ήταν βαμμένα πορφυρά. […] Αυτή η γυναίκα καταγόταν από τις γενναίες Αμαζόνες που ο βασιλιάς Αλέξανδρος έφερε από τη χώρα των Βραχμάνων. Είχε τη μεγάλη ενεργητικότητα της φυλής της και περνούσε τη ζωή της πολεμώντας». Όταν αυτή η Βαλκυρία ήρθε στην όχθη του Ευφράτη να προκαλέσει τον Διγενή σε μονομαχία, εκείνος, σαν ευγενικός ιππότης χαρίζεται φανερά στην ωραία αντίπαλό του. την πρώτη φορά αρκείται να σκοτώσει το άλογό της. Στη δεύτερη επίθεση την αφοπλίζει με ένα ελαφρό τραύμα· και η ηττημένη Μαξιμώ, γεμάτη για την ομορφιά και τη γενναιοδωρία του νικητή της, προσφέρει τον εαυτό της στον άνθρωπο που τη δάμασε, όπως η Βρουγχίλδη προσφέρεται στον Ζίγκφριντ. «Ορκίστηκα, λέει η πολεμίστρια, στον κύριο όλων των πραγμάτων να μην πλησιάσω ποτέ άνδρα και να μείνω παρθένα ωε την ημέρα που ένας άνδρας θα με νικήσει εντελώς και θα αποδειχθεί ανώτερός μου σε ανδρεία. Μέχρι σήμερα έχω μείνει πιστή στον όρκο μου». Σ’ αυτή τη δήλωση ο Διγενής αντιστέκεται στην αρχή· αλλά η κοπέλα είναι όμορφη, θωπευτική και τρυφερή: «Δεν ήξερα τι να κάνω, διηγείται ο ήρωας. Φλεγόμουν ολόκληρος. Έκανα κάθε προσπάθεια για να αποφύγω τον πειρασμό και έλεγα μέσα μου, ενώ αισθανόμουν τον πειρασμό και έλεγα μέσα μου, ενώ αισθανόμουν λαιμαργία […] το πνεύμα μου υπέκυψε στους εγκληματικούς πόθους της». Και πάλι αποφεύγει να διηγηθεί την περιπέτεια στη γυναίκα του. και όταν η Ευδοκία, ζηλιάρα τον κατηγορεί γιατί έμεινε πολύ κοντά στη Μαξιμώ, ο ήρωας, μ’ ένα έξυπνο ψέμα, καταπραΰνει τις υποψίες της αγαπημένης του. έμεινε τόσο πολύ γιατί βοήθησε την πληγωμένη εχθρά του: «γιατί δεν θέλω, λέει, να με προσβάλλουν αποκαλώντας με δολοφόνο γυναικών».

Αφού έκανε αυτά τα κατορθώματα και αφού η χώρα ελευθερώθηκε από τους εχθρούς, ο Ακρίτης έρχεται να αναπαυθεί και να χαρεί τη δόξα του στο υπέροχο παλάτι που έχει χτίσει στις όχθες του Ευφράτη. «Περνούσε εκεί ευτυχισμένες ώρες, […]» και με μια μόνο λύπη, ότι δεν είχε κληρονόμους του ονόματός του. Τότε τον βρήκε ξαφνικά ο θάνατος, σε ηλικία τριάντα τριών ετών, και τα τελευταία λόγια που ανταλλάσει στο κρεβάτι με τη γυναίκα του έχουν μέσα στη λεπτή τρυφερότητα τους, κάτι το μοναδικά συγκινητικό. Ο Βασίλειος θυμίζει στην Ευδοκία πόσο την αγάπησε: […] Μετά τη συμβουλεύει τρυφερά να μην απορροφηθεί από το πένθος της, αλλά να ξαναπαντρευτεί: «Δεν θα μπορέσεις να μείνει χήρα· το ξέρω μετά το θάνατό μου, θα πρέπει να πάρεις άλλο σύζυγο· η νεότητά σου θα σε αναγκάσει. Μόνο μην εξετάσεις την περιουσία ή την καταγωγή· διάλεξε έναν καλό ιππότη, γενναίο και τολμηρό· και μαζί του, όπως και πριν, θα συνεχίσεις να βασιλεύεις στον κόσμο, γλυκιά μου ψυχή». Η Ευδοκία όμως δεν θέλει ν’ ακούσει τίποτα· αν ο Διγενής πεθάνει, θέλει να πεθάνει μαζί του. και η Θεία Πρόνοια εισακούει την προσευχή της. «Οι δυο λαμπροί νέοι, λέει ο ποιητής, άφησαν την ίδια ώρα την ψυχή τους να φύγει, σαν από μια στενή συμπάθεια».

Η είδηση του θανάτου του ήρωα προκάλεσε γενικό πένθος. Από όλη την Ανατολή, οι μεγαλύτεροι άρχοντες τρέχουν κοντά στο νεκρικό κρεβάτι, […] Και το ποίημα τελειώνει με την περιγραφή της κηδείας όπου, σύμφωνα με το έθιμο, ένα μοιρολόι υμνεί τις αρετές, τη γενναιότητα και τη φήμη του πεθαμένου ήρωα. […]

Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

(ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2005, τόμος τέταρτος, σελ. 645-653)



***

[…] «Διγενής» είν’ εκείνος που προέρχεται από δυό γένη, από δυό λαούς, από δυό φυλές. Ο «Βασίλειος» του έπους, ο φρουρός – και ηγεμόνας – ακριτικού θέματος στον Ευφράτη ή στην Καππαδοκία (υπάρχουν και οι δυό εκδοχές) είναι, για τον ποιητή του Ι αιώνα, «Διγενής, είναι γιος ενός μουσουλμάνου εμίρη που για να παντρευτεί την Ελληνίδα μητέρα του ήρωα (κόρη αρχοντικής βυζαντινής γενιάς) δέχεται να γίνει Χριστιανός. Ο ήρως στέκεται πάνω από τις αντιθέσεις των φυλών, επάνω από την εχθρότητα των κρατών (οι αραβικοί πόλεμοι των Βυζαντινών που κράτησαν αιώνες είχαν οριστικά λήξει, όταν γράφτηκε το έπος). Και στέκεται ο ήρως στα σύνορα, στις «άκρες», όχι επικεφαλής στρατού που πολεμάει ξένους λαούς και κράτη εχθρικά, αλλά λίγο ή πολύ μόνος, ταγμένος να τα βάζει με όσους πήγαιναν να διαταράξουν την ειρήνη ασχέτως αν οι ταραχοποιοί ήταν χριστιανικές ληστρικές συμμορίες ή αλλόφυλοι. Μέγας σκοπός του Διγενή Ακρίτα είναι η ηρεμία, η τάξη, η ειρήνη, ως αγαθό ανθρώπινο, όχι φυλετικό ή κρατικό ιδανικό. Το πνεύμα του – σε θέματα θρησκείας ή φυλής – είναι πέρα για πέρα ανεκτικό. […]

Ύστερ’ από πολλούς αιώνες (βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς), που δεν έδωσαν καμμιά συνέχεια στο μέγα τούτο νόημα του παλαιού έπους, ήρθε και το πρόσεξε στις μέρες μας ο θαυμάσιος Άγγελος Σικελιανός. Στα τελευταία του χρόνια, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την εμπειρία της κατοχής που την έζησε ως ανυπόταχτος υπερήφανος Έλλην, έγραψε την τραγωδία (την πέμπτη και τελευταία) «Ο θάνατος του Διγενή», με έντονη πρόθεση να ξαναζωντανέψει το πρόσωπο του ανεκτικού – εχθρού κάθε μισαλλοδοξίας – Διγενή, που όλους , «Έλληνες, Ιουδαίους, οχτρούς και φίλους», τους «κράζει στο πλευρό του», εν ονόματι του Χριστού «οπού άνοιξε τα χέρια για ν’ αγκαλιάσει τη γην όλη». […] Όπως παρατηρεί σωστά ο Μήτσος Λυγίζος στο δοκίμιο «Άγγελος Σικελιανός», ένας βάρδος του σύγχρονου Λυρισμού» («Νέα Εστία», 1 Ιουλίου 1966), το έργο του Σικελιανού είναι «σχηματικά» τοποθετημένο «στη Βυζαντινή περίοδο», αλλά «είναι εμπνευσμένο, απ’ τα τραγικά περιστατικά των χρόνων της κατοχής». Ο ποιητής είχε το δικαίωμα να ενώσει το παρελθόν με το παρόν.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος 

[Εκδόσεις Δ. ΓΙΑΛΛΕΛΗΣ, 1998, Τόμος 1, σελ. 69]   

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Οι δύο συμβουλές γι’ αυτούς που παίρνουν προαγωγή



Από το δέκατο και τελευταίο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν της εκπληκτικής τηλεοπτικής σειράς “Fargo”.

Προϊστάμενος: Είχα τις αμφιβολίες μου, αλλά τα κατάφερες και με το παραπάνω.
Υφιστάμενος: Μου κάθισαν καλά τα πράγματα.
Προϊστάμενος: Μην το κάνεις αυτό. Να δέχεσαι παίνεμα και να το γυρνάς σε κάτι άλλο.
Υφιστάμενος: Εντάξει συγνώμη.
Προϊστάμενος: Και μη ζητάς συγνώμη.
Υφιστάμενος: Έγινε. Ευχαριστώ, κύριε. Το έκανα. Δούλεψα ολημερίς κι ολονυχτίς για να τα καταφέρω. Το λέω ανοιχτά.


Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ο διαχωρισμός Ελλήνων και Βαρβάρων στον Πλάτωνα

Πλάτων, Πολιτεία [469 e – 471b]

Και με τους εχθρούς; Τι θα κάνουν μ’ αυτούς οι στρατιώτες μας;

Τι ακριβώς εννοείς;

Πρώτα- πρώτα σχετικά με την υποδούλωση. Το κρίνεις σωστό ελληνικές πόλεις να υποδουλώνουν Έλληνες ή, απεναντίας, θα έπρεπε να μην επιτρέπεται αυτό κατά το δυνατόν σε καμία άλλη πόλη, και να επιβληθεί στους Έλληνες να μάθουν να αφήνουν το ελληνικό γένος απείραχτο, αναλογιζόμενοι τον κίνδυνο της σκλαβιάς στους βαρβάρους;

Απολύτως και από κάθε άποψη, είπε, το καλύτερο θα ήταν να τους αφήνουν απείραχτους.

[…]

Βεβαιότατα, είπε· και έτσι θα στρέφονται περισσότερο εναντίον των βαρβάρων, και όχι οι μεν εναντίον των δε.

[…]

Κατά τη γνώμη μου, όπως έχουμε αυτές τις δύο λέξεις, πόλεμος και στάση, έτσι ακριβώς έχουμε και δύο πραγματικές καταστάσεις που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικά πράγματα. Με αυτά τα δύο διαφορετικά πράγματα εννοώ από τη μια το δικό μας και το συγγενικό, και από την άλλη το μη δικό μας και το ξενικό. Για την έχθρα λοιπόν που στρέφεται ενάντια στο συγγενικό και το δικό μας χρησιμοποιούμε τη λέξη στάση, για την έχθρα ενάντια στο μη δικό μας και το ξενικό τη λέξη πόλεμος.

Δε λες κάτι που δεν έχει βάση, είπε.

Δες, τότε, αν έχει βάση και τούτο. Υποστηρίζω δηλαδή ότι το ελληνικό γένος έχει συνάφεια μεταξύ του και συγγενικότητα, ενώ σε σχέση με τους βαρβάρους είναι κάτι αλλιώτικο και ξένο προς αυτούς.

Σωστό είναι αυτό, είπε.

Έτσι λοιπόν, όταν οι Έλληνες μάχονται με τους βαρβάρους κι οι βάρβαροι με τους Έλληνες, θα πούμε ότι πολεμούν κι ότι είναι από τη φύση τους εχθροί, και την έχθρα αυτή πρέπει να την λέμε πόλεμο· όταν όμως κάτι τέτοιο γίνεται ανάμεσα σε Έλληνες, θα πούμε ότι αυτοί είναι, βέβαια, από τη φύση τους φίλοι, ωστόσο η σύγκρουσή τους δείχνει ότι η Ελλάδα είναι άρρωστη και ότι την σπαράζουν έριδες εσωτερικές, και την έχθρα αυτή πρέπει να η λέμε στάση.

Συμφωνώ, είπε, να το δω έτσι αυτό το ζήτημα.

            […]

Συνεπώς τις διαφορές τους με τους άλλους Έλληνες, καθώς θα πρόκειται για δικούς τους ανθρώπους, δεν θα τις θεωρήσουν ως στάση; Και δεν θα αποφύγουν να τις χαρακτηρίσουν ως πόλεμο;

Θα αποφύγουν.

Και στη στάση αυτή δεν θα συμπεριφερθούν σαν άνθρωποι που κάποτε θα συμφιλιωθούν;  

Θα τους συνετίσουν λοιπόν με καλή διάθεση, τιμωρώντας τους όχι για να τους υποδουλώσουν ή να τους εξολοθρεύσουν· στον ίσιο δρόμο πάνε να τους βάλουν δεν είναι εχθροί. 

            […]

Συμφωνώ, είπε, ότι έτσι πρέπει να συμπεριφέρονται στους αντιπάλους οι δικοί μας πολίτες· στους βαρβάρους όμως όπως τώρα οι Έλληνες αναμεταξύ τους.  

***

Πλάτων, Πολιτικός [262a  - 263a]

ΞΕΝΟΣ. Το δίχως άλλο έκαμες τη διαίρεση με μεγάλη προθυμία και θάρρος·  ας αποφύγουμε όμως, όσο μπορούμε, να κάνουμε πάλι το ίδιο λάθος.

ΝΕΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ποιο λάθος;

ΞΕ. Ας μην απομονώσουμε ένα μικρό μέρος, μπροστά σε μεγάλα και πολλά, ούτε χωρίς να λάβουμε υπόψη το είδος· αλλά, το μέρος ας έχει μαζί του και το είδος. Γιατί είναι πολύ όμορφο να διαχωρίζεις αμέσως από τα άλλα το ζητούμενο, αν αυτό γίνεται σωστά· […]· αλλ’ όμως φίλε μου, δεν είναι ασφαλές να κόβει κανείς λεπτά κομμάτια, αλλά είναι ασφαλέστερο να προχωρούμε τέμνοντας στη μέση, και, έτσι, είναι περισσότερο πιθανό να συναντήσουμε τους ιδιαίτερους χαρακτήρες. Και αυτό ενδιαφέρει περισσότερο στις έρευνές μας.

            […]

ΝΕ. ΣΩ. Ποιο λάθος, τότε λες ότι διαπράξαμε, στη διαίρεση που κάναμε μόλις τώρα;

ΞΕΝ. Είναι όπως αν, κάποιος επιχειρώντας να διαιρέσει στα δύο το ανθρώπινο γένος, διαιρούσε όπως κάνουν οι περισσότεροι από τους ανθρώπους εδώ, που ξεχωρίζουν το Ελληνικό γένος απ’ όλα ως μοναδικό, και, όλα τα υπόλοιπα γένη που είναι άπειρα και αμιγή και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, τα αποκαλούν με ένα όνομα, «βάρβαρα», και, εξαιτίας αυτού του μοναδικού ονόματος, φαντάζονται πως είναι και ένα γένος. Ή, πάλι, είναι σαν κάποιος να πίστευε ότι διαιρεί τον αριθμό σε δύο κατηγορίες, αποκόβοντας μια μυριάδα από όλους τους άλλους αριθμούς, με την ιδέα ότι ξεχωρίζει μια κατηγορία, και δίνοντας, τότε, ένα όνομα, σε όλα τα υπόλοιπα· και σαν, εξαιτίας του ονόματος, να αξιώνει πάλι, ότι αυτό αποτελεί ένα άλλο γένος, χωριστό από το πρώτο. Η διαίρεση όμως, θα ήταν καλύτερη, περισσότερο σύμφωνη με τα είδη, και θα γινόταν στη μέση, αν κάποιος χώριζε τον αριθμό σε άρτιο και περιττό, και, με τον ίδιο τρόπο, το γένος του ανθρώπου σε αρσενικό και θηλυκό· ενώ τους Λυδούς ή τους Φρύγες ή κάποιους άλλους, θα τους τοποθετούσε απέναντι σε όλους τους υπόλοιπους και θα τους απέσχιζε, μόνο όταν, πια, δεν θα μπορούσε να βρει στο κάθε σκέλος της διαίρεσης ταυτόχρονα ένα γένος και ένα μέρος.*

- - -

Υποσημείωση Νο 13 (σελ. 252-253):

Στο σημείο αυτό, οι απόψεις των μελετητών διίστανται.  Ο Auguste Dies […] υποστηρίζει ότι η καθολικευτική αντίθεση ανάμεσα σε Έλληνες και Βαρβάρους είναι ελλιπής από την άποψη της λογικής, αλλά μπορεί να σταθεί από την άποψη των αξιών, τις οποίες η λογική αγνοεί. Τονίζει μάλιστα ότι δεν υφίσταται αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό το χωρίο και σε εκείνο της Πολιτείας, όπου ο Πλάτων υποστηρίζει ότι Έλληνες και Βάρβαροι είναι φυσικοί εχθροί.

Ο J. B. Kemp, όμως αποφαίνεται ότι η μεθοδολογική επισήμανση χρησιμοποιείται με ένα απώτερο πολιτικό κίνητρο, και ότι αυτό που βρίσκουμε εδώ, είναι η ίσως η πιο ευθεία κριτική του διαχωρισμού ανάμεσα σε Έλληνες και Βαρβάρους, που υπάρχει στα έργα του Πλάτωνα. Επισημαίνει μάλιστα, πως έρχεται σε αντίθεση με το χωρίο της Πολιτείας στο οποίο παραπέμπει και ο Dies.   

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Το μεγαλύτερο κακό

Ένα από τα βασικά στοιχεία της ταινίας Hannah Arendt είναι η  θέση που πήρε η Γερμανοεβραία Χάνα Άρεντ στην δίκη του  ναζί Α. Άιχμαν.

Ο  Α. Άιχμαν ήταν ένας συνταγματάρχης των SS, επικεφαλής στην γκεστάπο για τις μαζικές εκτοπίσεις των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Άιχμαν διέφυγε στην Αργεντινή και εκεί τον βρήκαν οι Ισραηλινοί, τον απήγαγε η Μοσάντ και τον έστειλε στο Ισραήλ να δικαστεί και τελικά να καταδικαστεί σε θάνατο. 

Η Χάνα Άρεντ παρακολουθώντας την δίκη του  Α. Άιχμαν αντί να δει ένα ανθρωπόμορφο τέρας, είδε ένα απολύτως φυσιολογικό άνθρωπο, ένα απολύτως συνειδητοποιημένο γραφειοκράτη που δεν σκέπτεται, που απλώς κάνει με αφοσίωση το καθήκον του στο νόμο του Χίτλερ

[…] η Χάνα Άρεντ ερμηνεύει σε μια φιλοσοφική βάση αυτό που η ίδια ονόμασε κοινοτοπία του κακού. Στο απόσπασμα που ακολουθεί η Χάνα εξηγεί στους φοιτητές της την προέλευση του μεγαλύτερου κακού, του ριζοσπαστικού κακού:

Βλέπετε… η Δυτική παράδοση… υποφέρει από την προκατάληψη… πως το χειρότερο που μπορεί να κάνει το άτομο… προέρχεται από τον ατομικισμό του.
Αλλά στον δικό μας (20ο) αιώνα, το κακό έχει αποδειχτεί… πιο ριζοσπαστικό από ότι αναμενόταν. Γνωρίζουμε πως το μεγαλύτερο κακό… το ριζοσπαστικό κακό… δεν έχει σχέση με μοντέλα… ανθρωπίνως κατανοητά και ανήθικα, όπως ο ατομικισμός. Αντιθέτως, σχετίζεται κυρίως με το ακόλουθο φαινόμενο: η απαξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου. Το όλο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης αποσκοπούσε… στο να πείσει τους κρατούμενους ότι είναι περιττοί… πριν τους εξοντώσει.
Στο στρατόπεδο, οι άνθρωποι μάθαιναν… ότι η τιμωρία δεν σχετιζόταν με ένα έγκλημα… ότι η εκμετάλλευση δεν ωφελούσε κανέναν… κι ότι η εργασία… δεν χρειαζόταν να είναι επικερδής. Το στρατόπεδο είναι ένας τόπος… όπου κάθε γεγονός και κάθε χειρονομία… είναι εξ ορισμού κενά νοήματος. Όπου, με άλλα λόγια, παράγεται παραλογισμός.
Ανακεφαλαιώνω: είναι αλήθεια… πως στο τελευταίο στάδιο του ολοκληρωτισμού… εμφανίζεται ένα απόλυτο κακό. Απόλυτο γιατί δεν οφείλεται σε ανθρώπινα κίνητρα. Είναι λοιπόν επίσης αλήθεια… πως χωρίς αυτόν… χωρίς τον ολοκληρωτισμό… δεν θα γνωρίζαμε ποτέ… τη ριζοσπαστική φύση του κακού.



Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Η θέση του Πλάτωνα απέναντι στη ζωή και στο θάνατο

α. Η αντίληψη του «θανάτου»

[…] Η γήινη ύπαρξη, με την αστάθεια της, την οδύνη, τις αντιφάσεις της, όπου βρίσκεται πάντα ένα απλό γίγνεσθαι και πουθενά ένα αληθινό είναι, του φαινόταν μηδαμινή, δίχως κανένα νόημα· πρόγραμμά της ζωής ένα μόνο μπορούσε να είναι: να φύγομε απ’ αυτή τη ζωή.

Τούτον το στοχασμό διατυπώνει ο Πλάτων με εντυπωσιακή αποφασιστικότητα πρώτα μέσα στον «Φαίδωνα», γιατί στη διαμόρφωσή του πριν απ’ όλα βοήθησε ο ειρηνικός, ο εκπληκτικά γαλήνιος θάνατος του Σωκράτη, που αποτελεί το τραγικό φόντο εκείνου του διαλόγου. Ήδη ο «Γοργίας» αποδοκιμάζει έντονα τα γήινα αγαθά, ο «Κρατύλος» και ο «Μένων» μιλούν για το σώμα-τάφο της ψυχής και για την αθανασία της· όμως η διάθεση της φυγής από τον κόσμο στην αποκορύφωσή της φτάνει πρώτα μέσα στον «Φαίδωνα».

[…] Μόνο με το θάνατο του σώματος –διδάσκει και ο «Φαίδων»- η ψυχή κατορθώνει να ζήσει τη δική της ζωή· και αντίστροφα, η ψυχή πεθαίνει όσο περισσότερο αναπτύσσεται και δυναμώνει η σωματικότητα. Αυτά τα δυο όντα «ζουν αμοιβαία το θάνατο και πεθαίνουν τη ζωή τους». Εάν λοιπόν ο άνθρωπος θέλει να μεθέξει στην αιώνια ζωή, που μόνο αυτή ταιριάζει στην ψυχή, πρέπει να πεθάνει, ως προς το σώμα, για τη γήινη ύπαρξη. Τούτο ακριβώς πράττουν οι αληθινοί φιλόσοφοι· περνούν τις μέρες τους σα «νεκροί», προσηλωμένοι πάντοτε στο θάνατο (64 a). Γιατί, τι είναι κυρίως ο θάνατος; Ολοφάνερα το λύσιμο της ψυχής από το σώμα, η απελευθέρωση της από τα δεσμά του, η περισυλλογή στον εαυτό της (64 c, 67 d). Μια τέτοιαν αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα επιδιώκει ακριβώς και ο φιλόσοφος απαρνούμενος τις αισθησιακές ηδονές, νεκρώνοντας τις επιθυμίες, αποφεύγοντας την απάτη των οργάνων του σώματος, των αισθήσεων, και παραδιδόμενος αποκλειστικά στο Λόγο (64 d, 65 b, 83 a κλπ.). Γι’ αυτόν λοιπόν ο θάνατος όχι μόνο κακό δεν είναι, όπως νομίζει ο μωρός όχλος (68d), αλλά ίσα-ίσα ο επιθυμητός στόχος. Οι προσπάθειες του σε ένα και μόνο πάντα κατατείνουν, και αυτό είναι: «λύσις και χωρισμός της ψυχής από σώματος» (67 d), έτσι ώστε ολόκληρη η φιλοσοφία μπορεί να οριστεί: «μελέτη θανάτου» (=άσκηση πεθαμού) (80 c – 81 a, 67 e).

Την ίδια θέση απέναντι στο θάνατο κρατεί ο Πλάτων μέσα σε όλα τα μεταγενέστερα έργα του. Εντυπωσιακότερα από κάθε άλλο βιβλίο εκφράζεται στο κείμενο των «Νόμων»: Ο Πλούτων – λέγει - ο θεός του Άδη πρέπει να τιμάται ιδιαίτερα, επειδή απ’ όλους τους θεούς έχει τις καλύτερες διαθέσεις απέναντι στο ανθρώπινο γένος, αφού χαρίζει στους ανθρώπους το πιο ευκταίο πράγμα· το θάνατο. Και τονίζει ρητά ότι αυτό το λέγει με πλήρη σοβαρότητα: «ως εγώ φαίην αν σπουδή λέγων» (VIII 828 d). Και η «Πολιτεία» (VI 488 b) υπογραμμίζει ότι δειλός και ανελεύθερος είναι όποιος φοβάται το θάνατο· ο «καθαρμένος» φιλόσοφος δεν επιτρέπεται να τον θεωρεί «δεινόν». Αντίθετα: «δεινός ο βίος», διαβάζουμε σε μια σελίδα του «Γοργία» (492 e). […]

Οφείλουμε όμως, στην περιοχή της πεσιμιστικής βιοθεωρίας, να ξεχωρίσουμε την υπόθεση που βλέπει στο θάνατο την τέλεια νέκρωση της βούλησης του ζην, από την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η γήινη ζωή πρέπει να θυσιαστεί για χάρη μιας άλλης καλύτερης. Στην πρώτη περίπτωση ο θάνατος νοείται ως τέρμα, στη δεύτερη ως αρχή· εκείνης οι οπαδοί αρνούνται στην ύπαρξη οποιαδήποτε αξία, αυτής εδώ οι πιστοί κατευθύνουν τη ζωή προς ένα στόχο που ξεπερνά τη γήινη ύπαρξη και είναι ικανός να δώσει στο χάος των υποχρεώσεων της ζωής τάξη και σχήμα.

Η πρώτη σημασιολόγηση του θανάτου έρχεται από την παραίτηση, την πλήρη απάρνηση ως συνέπεια αδιάκοπης πικρίας, αλλεπάλληλων απογοητεύσεων ή κόρου που φέρνει την αηδία. Ο θάνατος είναι τότε ευπρόσδεκτος, επειδή ο άνθρωπος έχει βαρεθεί τη ζωή, ή επειδή έχει από τη ζωή αξιώσεις που εκείνη δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιήσει. Υποδειγματικά περιγράφει αυτή την κατάσταση ο Σοπενχάουερ που αντιπροσωπεύει μια τέτοιαν ακριβώς βιοθεωρία: «Αισθανόμαστε τότε ότι κάθε εκπλήρωση επιθυμιών, που μας προσφέρει ο κόσμος, μοιάζει με την ελεημοσύνη που επιτρέπει στο ζητιάνο να ζήσει σήμερα, για να ξαναπεινάσει αύριο· αντίθετα η παραίτηση από την κληρονομιά αφαιρεί για πάντα από τον κάτοχο κάθε έγνοια». […]

Με μια τέτοια ολική απαξίωση της ύπαρξης γενικά, και ειδικά του ανθρώπου, δεν συμφωνούν άλλοι χαρακτήρες […] που τους ονομάσαμε μισοαπαισιόδοξους. Κατά την αντίληψη τους, αυτή η αξιοθρήνητη μοίρα έχει δοθεί μόνο στη γήινη ζωή, και μάλιστα ως συνέπεια μιας «πτώσης». Ο θάνατος […] ανοίγει το δρόμο σε μιαν άλλη, στην ουράνια ύπαρξη, όπου τα δεινά της γήινης ζωής είναι άγνωστα και όπου αιώνια ακτινοβολεί η αληθινή, η παντοτεινή ευτυχία. Ένας συμπονετικός θεός, γεμάτος καλοσύνη και αγάπη, έχει προορίσει και καλέσει τον άνθρωπο σ’ αυτήν την ευτυχία. Για να μπορέσει όμως αυτός να τη φτάσει, πρέπει με αδιάκοπο αγώνα να προσπαθήσει να λυθεί από τα δεσμά της σωματικότητας. Μόνο εάν κάνει τούτο κύριο έργο της ζωής του, δικαιώνει τον εαυτό του, τη θεϊκή του φύση και γίνεται ικανός να ενεργεί σύμφωνα με τον επίγειο προορισμό του.

Αυτές οι ιδέες συνδέονται συνήθως με την απαισιόδοξα χρωματισμένη χριστιανική θρησκευτικότητα. […]

Το Πλάτωνα πρέπει να τον κατατάξουμε στην κατηγορία των μισο - απαισιόδοξων χαρακτήρων. Βέβαια απέναντι στα γήινα αγαθά, γενικά στον κόσμο του γίγνεσθαι και της ροής, λέγει πάντοτε ένα αποφασιστικό «όχι»! Και υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως ουκ έστιν ή κρείττον» (Νόμ. VIII 828 d). Ένα βίωμα όμως εσωτερικό, του είχε δώσει την πεποίθηση ότι, εάν λυθεί από τα βαριά δεσμά της σωματικότητας, η ψυχή μπορεί να ανυψωθεί «προς την εν ουρανώ ξυγγένειαν» (Τιμ. 90 a, Πολιτ. VI 490 b, X 611 e, Νομ. X 899 d) και τότε γίνεται άξια μιας υψηλής αιώνιας και ευτυχισμένης ζωής. Η πίστη αυτή, καθώς και η καλοσύνη της θεότητας, δεν τον άφησαν να πέσει στην απόλυτη άρνηση και παραίτηση.

β. Το επέκεινα στον προσανατολισμό της ζωής  

[…] Δίνει στη ζωή έναν τόσο υπερβατικό στόχο, ώστε μπροστά του όλες οι ηδονές και τα αγαθά της μετατρέπονται σε σκιές, όλες οι γήινες αξίες φαίνονται μηδαμινές, δίχως νόημα. Το ιδανικό του δεν έχει σχέση με καμία επίγεια ευτυχία, υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη παράσταση μέτρου· είναι η απόλυτη τελειότητα, η «ομοίωσις τω θεώ» (Φαίδ. 82 b c, Πολιτ. II 383 c, VI 498 e, 500 d, X 613 b, Θεαίτ. 176 b, Τιμ. 41 c, 43, 69 a, c, 71 d e, 90 c). Όχι ένας από ανθρώπους βαλμένος κανόνας, αλλά ο ίδιος ο θεός πρέπει να είναι το μέτρο για κάθε φρόνημα και για κάθε πράξη: «θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον» (Νόμ. IV 716 c). Ο αληθινός φιλόσοφος που στέκεται πλησιέστερα προς τον θεό (Πολ. VI 500 b c, Θεαίτ. 175 d, Σοφιστ. 216 c), ζει όπως μέσα σ’ ένα σύννεφο που πορεύεται πάνω από τη γη, […] (Θεαίτ. 173 e). Από εκεί ψηλά κοιτάζει κάτω τα ανθρώπινα πράγματα που του φαίνονται «σμικρά και ουδέν», ασήμαντα και ανάξια του παραμικρότερου κόπου. Γι’ αυτόν είναι μόνο «διακονήματα δουλικά» (Θεαίτ. 17 e) που δεν αξίζουν να τα παίρνει κανείς στα σοβαρά (Πολιτ. X 604 b c). Τους ανθρώπους τους θεωρεί «θεού τι παίγνια και μεμηχανημένα» (Νομ. VII 803 c), «θαύματα [= αλλόκοτα πράγματα] όντας το πολύ, σμικρά δε αληθείας μετέχοντας» (VII 804 b). Εξού η αμηχανία του αληθινού φιλοσόφου (που γελά εις βάρος του το μωρό πλήθος) στις δημόσιες υποθέσεις της πολιτείας (Θεαίτ. 173 d, 175 b κ.π.). Γιατί σ’ αυτό τον κόσμο είναι σαν ξένος που δεν ξέρει πώς να βολευτεί· το σώμα του διαμένει βέβαια στη γη, το πνεύμα του όμως πετάει στον ουρανό, επειδή δεν μπορεί να βρει κανένα νόημα στα γήινα πράγματα και τις ενασχολήσεις της «μάζας» τις θεωρεί ανάξιές του (173 e). Όχι μόνο δεν δίνει καμίαν αξία στην ομορφιά και στα πλούτη, στη σωματική ρώμη και στην πολιτική δύναμη, στη δόξα και στα εγκώμια, που θαμπώνουν τους κοινούς ανθρώπους, αλλά αποστρέφεται όλες αυτές τις απολαύσεις και τα αγαθά επειδή παρασύρουν και διαφθείρουν την ψυχή (Πολ. VI 941 c, IX 591 d). Φεύγει μακριά από το σκοτάδι και την απάτη του κόσμου των αισθήσεων, του κόσμου του απλού γίγνεσθαι και φαίνεσθαι, και διαμένει με το Λόγο διαρκώς στο φωτεινό βασίλειο του αιώνια και αληθινού όντος. Το πλήθος δεν είναι σε θέση ν’ αντικρύσει τη λαμπρότητα αυτού του ουράνιου τόπου από την αδυναμία των πνευματικών οφθαλμών του (Σοφ. 254 a b), και επειδή δεν μπορεί να καταλάβει τον ενθουσιασμό του ευνοημένου από τους θεούς φιλοσόφου, τον κοιτάζει με απορία και τον παίρνει για τρελό (Φαίδρ. 249 d). Αυτός όμως δεν προσέχει καθόλου την «δόξαν των πολλών» που ζουν στη σκιά και δεν έχουν τη δύναμη να ατενίσουν το φως της αλήθειας· στην υπεραισθητηριακή «θεωρία» του γεύεται την πιο καθαρή και αδιάκοπη ηδονή (Πολιτ. IX 582 c)· έχει  φτάσει στο υψηλότερο σκαλί της τελειότητας (Φαίδρ. 249 c) έχει «γεμίσει από θεό» (ένθεος).

Όποιος αφήσει να κρούσουν την ψυχή του αυτά τα σοβαρά και βαθυστόχαστα λόγια τούτου του μεταρσιωμένου ασκητή που, στην ασίγητη ορμή του προς το αιώνιο, το τέλειο και θείο, κοιτάζει κάτω τη γη με περιφρόνηση και αηδία σαν ένα μίγμα από μωρίες και μηδαμινότητες· που θεωρεί τον εαυτό του «φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον» (Τιμ. 90 a) και αγωνίζεται ν’ αναρριχηθεί στον ουρανό· που απαρνιέται με όλη του τη δύναμη τις ηδονές και τις χαρές της γήινης ζωής, επειδή «κάτω στρέφουσι την της ψυχής όψιν» (Πολιτ. VII 519 b· βλ. και VI 485 d e) και μόνον εκείνες τις πνευματικές απασχολήσεις επιδοκιμάζει, όσες αναγκάζουν την ψυχή να ατενίζει προς τα «άνω»· που κυρύττει το ευαγγέλιο της «φυγής» από τον κόσμο και τη «φυγή» την αντιλαμβάνεται σαν ομοίωση προς το θεό, όσο γίνεται περισσότερο (Θεαίτ. 176 a b) – θαρρεί πως ακούει μουσικούς τόνους που έρχονται στην ακοή του από τα βάθη ενός άλλου κόσμου, ενός γεμάτου από τιμή και αγιότητα.

Ο κόσμος αυτός είναι στο πνεύμα του αιώνα μας σχεδόν τελείως ξένος· […] Όχι λιγότερο ακατανόητη ήταν η αποκλειστική προς το «επέκεινα» προσανατολισμένη βιοθεωρία για τους Έλληνες εκείνου του καιρού. Στον «Γοργία» του Πλάτων βάζει τον Καλλικλή, καθώς συζητεί με τον Σωκράτη του διαλόγου να εκφράζει την κατάπληξη του για τις ηθικές αντιλήψεις που εκείνος υποστηρίζει, με αυτά εδώ τα λόγια: «Ειπέ μοι, ώ Σώκρατες, πότερον σε θώμεν νυνί σπουδάζοντα ή παίζοντα; Ει μεν γαρ σπουδάζεις τε και τυγάνει ταύτα αληθή όντα ά λέγεις, άλλο τι ή ημών ο βίος ανατετραμμένος αν είη των ανθρώπων και πάντα τα εναντία πράττομεν, ως έοικεν, ή α δει;» (481 c). Ασφαλώς, μια τέτοιον εντύπωση θα είχε κάνει η υπερβατικότητα του βιοτικού προσανατολισμού του Πλάτωνα στους συμπολίτες του, ακόμη και στους Έλληνες της εποχής του γενικά· εσήμαινε ακριβώς μιαν αντιστροφή της δεσπόζουσας προοπτικής, μια μετατόπιση, στο άλλο άκρο του κέντρου βάρους της ζωής. Απέναντι στη χαρούμενη κατάφαση της ζωής των εύθυμων Ελλήνων ο Πλάτων κήρυττε την […] την άρνηση της ζωής· αντί για την αισιόδοξη ορμή της δράσης, που αποτελούσε την ιδιορρυθμία του ελληνικού χαρακτήρα, αυτός εγκωμίαζε ένα θεωρητικό ησυχασμό· κατά την αντίληψή του, όχι ο θεός έπρεπε να ανθρωποποιηθεί, αλλά ο άνθρωπος να θεοποιηθεί όσο γίνεται περισσότερο. Η ελληνική βιοθεωρία, με μια τόσο μεγάλη μετακίνηση του εποπτικού σημείου, δεν άλλαζε απλώς, αντιστρεφόταν.

Η υπερβατικότητα της θέσης του απέναντι στη ζωή δίνει στην ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα ένα εντελώς θρησκευτικό τόνο. […] Η αρετή για τον Πλάτωνα δεν έγκειται ούτε στην άψογη συμπεριφορά του πολίτη κατά τις ιδιωτικές και δημόσιες υποθέσεις ούτε στην έλλογη αποφυγή των άκρων, με το νόημα της αριστοτελικής ηθικής· η ουσία της βρισκόταν πολύ βαθύτερα. Ομοίως, ούτε η υλική ευημερία ή η αύξηση της πολιτικής δύναμης, του κράτους, ούτε η δόξα του έθνους ή οι νικηφόρες κατακτήσεις αποτελούν το ιδανικό της δικής του πολιτείας. Όλα αυτά τα αγαθά είναι εξωτερικά και μπορούν να ενθουσιάζουν μόνο τον όχλο, τον «δήμον»· αξία έχουν μόνο για τους πολλούς και αμαθείς (Πολιτ, X 602 b). Για τον Πλάτωνα είναι αποκρουστικό ό,τι κολακεύει το πλήθος και θαμπώνει τους «πολλούς» (πρβλ. το χωρίο του «Γοργία» 513 c: […]. Εκείνος τοποθετεί στην πρώτη γραμμή την αριστοκρατία του πνεύματος και του ηθικού φρονήματος. Κατά τη δική του προτίμηση όχι εξωτερικά αγαθά, αλλά η εσωτερική δύναμη και ομορφιά της ψυχής (βλ. Πολιτ. IV 444 d e) η «ομοίωσις τω θεώ» πρέπει να είναι οι μόνοι στόχοι των προσπαθειών του αγαθού ανθρώπου και του πολιτικού που βρίσκεται στα ύψος της αποστολής του. Οι άλλες αξίες της ζωής μπορούν το πολύ - πολύ να λογαριαστούν εφόσον δεν καταστρέφουν του «κόσμον της ψυχής», παρά συμβάλλουν στην εσωτερική διάπλαση και στον ευγενισμό του ανθρώπου. Αυτό επισημαίνεται από τη λιτή αλλά τόσο εντυπωσιακή δέηση του «Φαίδρου» (279 b c):

ΣΩ. Αγαπημένε μου Πάνα και εσείς οι άλλοι θεοί τούτου εδώ του τόπου, κάνετε να γίνω μέσα μου όμορφος, και τα εξωτερικά μου αποκτήματα να είναι αγαπημένα, μέσα σε μια αρμονία, με τα εσωτερικά. Να θεωρώ ότι πλούσιος είναι ο σοφός. Κι η ποσότητα του πλούτου που θα έχω, να είναι τόση που να μην μπορεί να τη φέρει μαζί του και να πορεύεται με αυτήν άλλος, παρά μόνο ο συνετός άνθρωπος.
Επομένως της ψυχής η σωτηρία, η προνοητική συντήρηση του θησαυρού που βρίσκεται κρυμμένος στα «ένδον» του ανθρώπου, πρέπει να είναι ο στόχος της ζωής· σ’ αυτήν έγκειται επίσης η γνήσια ευτυχία, που λίγοι μόνο ξέρουν να την εκτιμούν, καθώς και η μοναδική αληθινή και άξια ηδονή που μόνον οι εκλεκτικοί είναι σε θέση να γεύονται (Φιλ. 52 b).

Ε. Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα 

Εκδόσεις «Δωδώνη», 1992 (σελ. 78-87)