Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Ναζί και αρχαία Ελλάδα

[…] Υπό την καθοδήγηση του Johann Winckelmann, οι Γερμανοί στοχαστές ανέπτυξαν την επιστήμη της νεότερης κλασικής φιλολογίας κατά τον 18ο αιώνα. Ο περίφημος ορισμός του Winckelmann για την ελληνική τέχνη -«ευγενική απλότητα και γαλήνιο μεγαλείο»- σηματοδοτούσε τη νεοκλασική αναγέννηση που απελευθέρωσε την τέχνη από τις υπερβολές του μπαρόκ και του ροκοκό. Αλλά ο χαρακτηρισμός του Winckelmann, αν και εύστοχος από πολλές απόψεις, δεν επιβίωσε της επέλασης του γερμανικού ρομαντισμού, που είχε ως σημείο αναφοράς το άπειρο βάθος του εσωτερικού εαυτού. Τη χαριστική βολή στην αρμονική, βινκελμανική σύλληψη της αρχαιοελληνικής ψυχοσύνθεσης την έδωσε ο Νίτσε φέρνοντας στο φως τη διονυσιακή διάσταση της ελληνικής τέχνης, την οποία είχαν ουσιαστικά αποκρύψει οι παλιότερες ερμηνείες.

Η αποκάλυψη της δαιμονικής πλευράς του αρχαιοελληνικού πνεύματος από τον Νίτσε άσκησε τεράστια επίδραση στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα, αλλά την εποχή εκείνη οι εικονοκλαστικές του ερμηνείες, που θάφτηκαν ουσιαστικά από τον Wilamowitz-Moellendorf, άφησαν γενικά ασυγκίνητη τη συντηρητική επιστήμη της κλασικής φιλολογίας. Η πλειονότητα των Γερμανών ελληνιστών ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις αρχαιογνωστικές τους αναζητήσεις και τη διατήρηση του παραδοσιακού, ολύμπιου, επαγγελματικού τους ήθους.

Οι συμφορές του Μεγάλου Πολέμου κλόνισαν βαθιά αυτή την αποστασιοποιημένη στάση του κατεστημένου. Όπως και οι συνάδελφοί τους σε άλλες επιστήμες (για παράδειγμα, ο κοινωνιολόγος Werner Sombart στο έργο «Έμποροι και ήρωες», ο φιλόσοφος Max Scheler στο έργο «Το πνεύμα του πολέμου και ο γερμανικός πόλεμος»), οι Γερμανοί κλασικιστές, βαθιά επηρεασμένοι από τις «ιδέες του 1914», επιχείρησαν να διατυπώσουν τις δικές τους σκέψεις για το νόημα και τη σημασία του πολέμου από εθνική σκοπιά (στο σημείο αυτό ο εθνικός φιλελευθερισμός έπαψε να είναι «φιλελεύθερος»). Η μελέτη της κλασικής αρχαιότητας μεταμορφώθηκε ριζικά. Στη δεκαετία του '20, η επιστήμη αυτή υπέστη ριζικούς ιδεολογικούς μετασχηματισμούς, που διευκόλυναν τη μετάβαση στη ναζιστική προσέγγιση στις ανθρωπιστικές σπουδές [Volksgemeinschaft] δεκαπέντε χρόνια αργότερα.

Ταυτόχρονα, η κλασική φιλολογία επιδιδόταν στην καλλιέργεια μύθων. Το ανεπίσημο, αλλά ευρέως διαδεδομένο δόγμα της ήταν ότι η νεότερη Γερμανία αποτελούσε την αναγέννηση της αρχαίας Ελλάδας. Αυτές οι αυταπάτες κάθε άλλο παρά αθώες ήταν, καθώς συνδυάζονταν συχνά με μια σειρά επικίνδυνες γεωπολιτικές θέσεις: ως αναγεννημένη Ελλάδα, η Γερμανία θα γινόταν ο σωτήρας της μετεπανασταστικής Ευρώπης, που γνώριζε βαθιά πολιτισμική παρακμή. Επιπλέον, το επιχείρημα της γερμανικής μοναδικότητας στρεφόταν ενάντια στα «παρακμιακά» ρωμαϊκά έθνη, που πριν από δύο χιλιάδες χρόνια κατέλυσαν το ελληνικό μεγαλείο εκρωμαίζοντάς το. Με τον τρόπο αυτό, οι Γερμανοί φιλόλογοι διαιώνιζαν και καλλιεργούσαν τη σκοτεινή ιδεολογία της γερμανικής μοναδικότητας.

Εξετάζοντας κανείς τις εθνικοαυταρχικές μεταλλάξεις της φιλολογίας στη δεκαετία του '20 και του '30 διαπιστώνει ότι ένας από τους κύριους υπαίτιους γι’ αυτές ήταν ο διάσημος ελληνιστής Werner Jaeger. Λίγο μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, ο Jaeger διατύπωσε τις ακόλουθες σκέψεις σχετικά με τις ομοιότητες ανάμεσα στον «Arminius» (τον θρυλικό νικητή των ρωμαϊκών λεγεώνων στο δάσος του Τευτοβουργίου) και στον Στρατηγό Ludendorff: «Χρειάστηκε να περάσουν αιώνες για να φτάσει το γερμανικό πνεύμα στην τελείωσή του... Τα στοιχεία της αρχαιότητας που είχαμε αφομοιώσει παλιότερα διαπότισαν σταδιακά το ασυνείδητο και συγκρότησαν το υπόστρωμα του υλικού μας πολιτισμού. Αλλά στο δυνατό φως της συνειδητής δημιουργίας που έχει αναλάβει σήμερα η γερμανική φυλή [δηλαδή, με τον πολεμικό αγώνα] η αρχαιότητα ξαναγεννήθηκε, με μια πολύ ανώτερη, πιο πνευματική έννοια, ως ο ηγέτης και η πηγή του νέου λαϊκού [Volk] πολιτισμού [Führerin und Anregerin der werdenden Volkskultur]». Τα σχόλια του Jaeger φανερώνουν την έκταση στην οποία οι ιδέες περί «φυλής» άρχισαν να υποκαθιστούν πιο παραδοσιακές έννοιες του πνεύματος (Geist) στον πολιτισμικό λόγο της Γερμανίας.

Στη δεκαετία του '20, ο Jaeger δημιούργησε ένα σημαντικό κίνημα στις κλασικές σπουδές που πήρε το όνομα «τρίτος ανθρωπισμός». Οι δύο πρώτοι ανθρωπισμοί ήταν η αρχαία Ελλάδα και η Αναγέννηση· ο τρίτος υποτίθεται ότι ήταν η νεότερη Γερμανία. Με τη βοήθεια άλλων κλασικών φιλολόγων, που ήταν ομοϊδεάτες του, ο Jaeger προώθησε με μεγάλη επιτυχία έναν ιδεολογικό μετασχηματισμό των πλατωνικών σπουδών: ενώ μέχρι πρότινος οι κλασικιστές εστίαζαν στην πλατωνική κοσμολογία και μεταφυσική, ο «νέος ανθρωπισμός» του Jaeger (σύμφωνα με μια άλλη ονομασία του) έστρεψε εκ νέου την προσοχή των μελετητών στον «πολιτικό Πλάτωνα» και κυρίως στην Πολιτεία, η οποία συχνά μεταφραζόταν εύγλωττα ως κράτος, Der Staat. Ο διακηρυγμένος στόχος του «τρίτου ανθρωπισμού» ήταν να αναδείξει την πολιτική σημασία της αρχαιότητας για το παρόν, περιθωριοποιώντας έτσι τους αρχαιοδίφες. Στην Πολιτεία, που εξυμνεί τις σπαρτιατικές αξίες της «ανατροφής» και της «στρατιωτικής οργάνωσης» και παρουσιάζει τους «φύλακες» ως μια βιολογικά ανώτερη κάστα πολεμιστών, οι θεράποντες του τρίτου ανθρωπισμού πίστευαν ότι είχαν ανακαλύψει σχεδόν το περίγραμμα του νέου αυταρχικού κράτους, που θα έπαιρνε τη θέση της απεχθούς Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Κατά τους πολιτικούς πλατωνιστές, η ζωηρή περιγραφή της παραφροσύνης του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως το παρουσιάζει ο Σωκράτης στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας –δηλαδή ως μια κατάσταση πολιτικής αναρχίας, στην οποία οι επιθυμίες που κυβερνούν την κατώτερη σφαίρα της ανθρώπινης ψυχής αναλώνουν τους άντρες και τις γυναίκες, καθιστώντας αδύνατη την «αρετή» και την εύτακτη πολιτεία-, προεικόνιζε κατά παράδοξο τρόπο το πολιτικό χάος στο οποίο είχε περιπέσει η νεότευκτη γερμανική δημοκρατία. Η Έβδομη Επιστολή του Πλάτωνα, όπου ο φιλόσοφος αναφέρεται με συγκινητικό τρόπο στην υποχρέωση των φίλων της σοφίας να εγκαταλείψουν τις πνευματικές τους αναζητήσεις και να ασχοληθούν με την πολιτική για το καλό της πόλεως που τους ανέθρεψε -παρ' όλες τις πνευματικές συνέπειες της ενασχόλησης με την πολιτική- απέκτησε ένα ιδιαίτερο, απόκρυφο νόημα για τους νέους ανθρωπιστές. Η γερμανική πνευματική ελίτ θεώρησε ότι περιείχε ένα μυστικό μήνυμα για αυτούς και ότι θα μπορούσαν να πετύχουν πολιτικά εκεί που είχε αποτύχει ο Πλάτων, δηλαδή στις προσπάθειές του με τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο. Με αυτή ακριβώς την έννοια ο Jaeger εξυμνούσε το 1933 τον Πλάτωνα ως «ιδρυτή του κράτους και νομοθέτη της γενιάς μας». Ο Jaeger και οι άλλοι εκφραστές του τρίτου ανθρωπισμού, σε συνεργασία με ομοϊδεάτες τους από άλλους κλάδους, προώθησαν με μεγάλη επιτυχία μια αυταρχική επανερμηνεία του θεμελιώδους παιδαγωγικού ιδεώδους της Bildung - που ήταν το γερμανικό ισοδύναμο της αρχαιοελληνικής παιδείας (Παιδεία ήταν επίσης ο τίτλος του τρίτομου έργου ζωής του Jaeger).

Η Bildung με την παραδοσιακή της έννοια, που ανάγεται στον Γκαίτε, στον Σίλλερ και στον Βίλχελμ φον Χούμπολτ, πρόβαλλε την ιδέα της αυτοκαλλιέργειας του ατόμου και απέβλεπε στο ιδεώδες της ολοκληρωμένης, κοσμοπολιτικής υποκειμενικότητας. Αλλά με τις αναθεωρητικές προσπάθειες του Jaeger και των πολιτικών πλατωνιστών, η Bildung πήρε άλλο νόημα και σήμαινε πλέον ότι τα άτομα, αν εγκαταλειφθούν στις δικές τους δυνάμεις, δεν μπορούν να πετύχουν αυτούς τους στόχους.

Σύμφωνα με τα νέα «πολιτικά» κριτήρια που πρόβαλλαν ο Jaeger και οι συν αυτώ, το κράτος έπαιζε κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη του ατόμου, που μέχρι πρότινος αποτελούσε αυστηρά ατομική υπόθεση. Ο Jaeger καταφέρθηκε με δριμύτητα κατά του ατομικιστικού προσανατολισμού που χαρακτήριζε τον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού, τον οποίο θεωρούσε σαφώς κατώτερο από το ναζιστικό ιδεώδες της πολιτικής Bildung υπό την αιγίδα του κράτους. «Ο ανθρωπισμός», υποστήριζε ο Jaeger, «είναι μια ιδεολογία οι ρίζες της οποίας ανάγονται στο ορθολογικό πολιτιστικό σύστημα του δυτικοευρωπαϊκού διαφωτισμού του 18ου αιώνα, και κοιτά συνέπεια δεν συνάδει με τις πνευματικές, ιστορικές συνθήκες του εθνικοσοσιαλισμού».

Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή αν λέγαμε ότι η πολιτική Gleichschaltung (ευθυγράμμιση) των κλασικών σπουδών στη Γερμανία έλαβε χώρα πριν από την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί. Πράγματι, η ιδέα της Staatsgesinnung –που προβάλλει την ανάγκη μιας θετικής στάσης προς το κράτος- σε έντονη αντίθεση με τις αδυναμίες και την αναποφασιστικότητα της κρατικής εξουσίας στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα γίνει κοινός τόπος στο έργο των κλασικιστών του Τρίτου Ράιχ.  Όπως τονίζει με ενθουσιασμό ο μελετητής του Πλάτωνα Kurt Hildebrandt, «0 Έλληνας δεν συνδέεται με τον Θεό και τον κόσμο ως άτομο· γίνεται άνδρας μέσα από και χάρη στην ενσωμάτωση του στο κράτος». Η ιδέα ότι τα άτομα δεν έχουν αξία ως τέτοια και ότι μπορούν να ολοκληρωθούν μόνο με την ανώτερη έννοια του σκοπού που τους δίνει το κράτος ενθάρρυνε τους κλασικιστές και τους ανθρωπιστές όλων των αποχρώσεων να υποδεχτούν το Τρίτο Ράιχ με ανοικτές αγκάλες. Η ιδέα αυτή προβλήθηκε όχι μόνο από Γερμανούς ριζοσπαστικούς συντηρητικούς αλλά και από παραδοσιακούς συντηρητικούς όπως ο Χέγκελ, ο οποίος στη γνωστή Rechtsphilosophie του εξύμνησε το κράτος ως θεματοφύλακα της «ηθικής ουσίας» (Sittlichkeit) που λείπει από το μεμονωμένο άτομο: «Το κράτος είναι η ενεργός πραγματικότητα της ηθικής Ιδέας. Είναι το ηθικό πνεύμα ως ουσιώδης βούληση που θέλει να φανερωθεί και να απολαύσει τον εαυτό του... Το κράτος είναι έλλογο, εφόσον είναι η ενεργός πραγματικότητα της ουσιώδους βούλησης-η οποία ενέχεται στην ιδιαίτερη αυτοσυνειδησία [δηλαδή στον μονάρχη], άπαξ και αυτή ταυτίζεται με τη συνείδηση της καθολικότητας».

Έτσι, η γερμανική δεξιά σε όλο της το φάσμα είχε πολλούς λόγους να ασπαστεί το ναζιστικό δόγμα της Machtpolitik και να υποστηρίξει την ιδέα του ισχυρού κράτους, η οποία πραγματοποιούσε ένα πολιτικό πρόγραμμα με βαθιές ρίζες στη γερμανική ιστορία, αλλά και φανέρωνε την ύπαρξη μιας τελεολογικής σύνδεσης των Γερμανών με τους αρχαίους Έλληνες. Το γεγονός ότι στην Πολιτεία η ευγονική παίζει κύριο ρόλο στη διατήρηση ενός υγιούς πολιτικού σώματος και την αποφυγή του χάους και της διχόνοιας, που συνδέονται με τον πολιτικό «εκφυλισμό», έμοιαζε να επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας εκ των προτέρων συμφωνίας ανάμεσα στον Πλάτωνα και στις φυλετικές πολιτικές και θεωρίες του εθνικοσοσιαλισμού.

Όπως ήταν φυσικό, μετά την εδραίωση της χιτλερικής δικτατορίας, οι πολιτικοί πλατωνιστές προσπάθησαν να ξεπεράσουν σε υπερβολές τη φιλοπόλεμη ρητορική των παλιότερων προσπαθειών τους. Ο φιλόσοφος Hans Heyse υποστήριξε ότι η Πολιτεία του Πλάτωνα ήταν το «αρχέτυπο της ιδέας του Ράιχ». Η ιδέα ότι ο Περικλής και ο Χίτλερ είχαν «παράλληλους βίους» ήταν πολύ διαδεδομένη στους ιστορικούς της κλασικής αρχαιότητας. Υπό την καθοδήγηση του Jaeger, ο Σύλλογος Γερμανών Φιλολόγων διακήρυξε ότι «Στόχος της γερμανικής εκπαίδευσης είναι ο Γερμανός ως μέλος της Volksgemeinschaft [κοινότητα του λαού]». Ο ίδιος ο Jaeger, γράφοντας στο επίσημο όργανο των ναζί Volk im Werden πανηγύρισε για την υπερνίκηση και καθυπόταξη του παραδοσιακού ανθρωπισμού, ο προσανατολισμός του οποίου ήταν, όπως υποστήριξε, υπερβολικά «ατομικιστικός». Μετά από δεκαπέντε χρόνια νέου ανθρωπισμού, συνεχίζει ο Jaeger, μπορέσαμε επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι «ο άνθρωπος της αρχαιότητας σε όλες τις σημαντικές εκδηλώσεις της ιστορικής ζωής είναι ένας πολιτικός άνθρωπος», η «humanitas» [ανθρώπινη ουσία] του οποίου συνίσταται στη «συμμετοχή του στην πολιτική κοινότητα».

Τέλος, μελετώντας προσεκτικά την Παιδεία -το αριστούργημα του Jaeger, ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύτηκε στη Γερμανία το 1934- θα διαπιστώσει κανείς εύκολα τις νοηματικές και λεξιλογικές συνάφειες με τη ναζιστική κοσμοθεωρία. Υπό την ηγεσία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υποστηρίζει ο Jaeger, οι Έλληνες ξεκίνησαν τον αγώνα για «παγκόσμια κυριαρχία» (Weltherrschaft), όπως πολύ σύντομα θα έκαναν και οι Γερμανοί· εγκωμιάζει τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό συγκρίνοντάς τον με τους φυλετικά και πολιτισμικά κατώτερους λαούς της Ανατολής (είναι σαφές ότι βασικός του στόχος είναι οι Εβραίοι, παρόλο που η δεύτερη σύζυγος του Jaeger ήταν η ίδια Εβραία), και σημειώνει απερίφραστα ότι η υπεροχή των αρχαίων Ελλήνων έχει ως «βαθύτερη αιτία της τα λανθάνοντα γνωρίσματα της φυλής και του αίματος».

Αυτός ο σαρωτικός ιδεολογικός μετασχηματισμός στη γερμανική κλασική φιλολογία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το πολιτικό υπόβαθρο του άρθρου του Γκάνταμερ «Ο Πλάτων και οι ποιητές». […] Το γεγονός ότι ο Γκάνταμερ υποστήριξε με θέρμη την απόφαση του Πλάτωνα να εξορίσει τους ποιητές από την πολιτεία τον εντάσσει ξεκάθαρα στην παράταξη των «πολιτικών πλατωνιστών», που αναγόρευσαν την Πολιτεία σε σύγχρονο πολιτικό πρότυπο. […] Το άρθρο του Γκάνταμερ χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερα φορτισμένη, χαϊντεγκεριανή πολιτική ρητορική - μιλά για «ώρα της απόφασης» και «κάθαρση» και κάνει θετικές αναφορές στα καθήκοντα της «πολιτικής κηδεμονίας»· αυτό το στοιχείο δεν διακρίνεται έντονα στην αγγλική μετάφραση, αλλά για τους Γερμανούς της εποχής εκείνης το βασικό πολιτικό μήνυμα του δοκιμίου ήταν ξεκάθαρο. Η επίμονη καταδίκη των διανοητικών εχθρών του Πλάτωνα, των σοφιστών, στο κείμενο αυτό στρέφεται φανερά κατά των ανερμάτιστων και «φλύαρων» διανοουμένων της Βάϊμάρης. (θα μπορούσε κανείς να πει, συνεχίζοντας την ιστορική αντιστοίχιση, ότι η Γερμανία της Βαϊμάρης ήταν το σύγχρονο ισοδύναμο της «πόλης των γουρουνιών», που σατιρίζει ο Πλάτων στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας.) Όπως επισημαίνει ο Γκάνταμερ, τα μέλη της Ακαδημίας του Πλάτωνα δεν είναι μια «απολιτική κοινότητα στοχαστών». Αντίθετα, τους ενώνει η απέχθειά τους για τη «σύγχρονη σοφιστική παιδεία με την εγκυκλοπαιδική της εκπαίδευση και την αυθαίρετη ηθική» και η επιθυμία τους να συμβάλουν «στη διάπλαση του πολιτικού [staatlichen] ανθρώπινου όντος». Καταφερόμενος πάλι εναντίον του φιλελευθερισμού της Βαϊμάρης, ο Γκάνταμερ προσθέτει: «Στον Πλάτωνα η δικαιοσύνη του κράτους δεν θεμελιώνεται αρνητικά στην αδυναμία των ατόμων, που η σύνεση τα οδηγεί στη σύναψη ενός συμβολαίου. Αντίθετα, το ανθρώπινο ον είναι πολιτικό με μια θετική έννοια, επειδή είναι ικανό να ξεπεράσει την προσκόλλησή του στον εαυτό του».

Και ο Γκάνταμερ καταλήγει:

Επομένως, η παιδεία στον Πλάτωνα λειτουργεί ως αντίβαρο στην κεντρομόλο έλξη των δυνάμεων του σοφιστικού διαφωτισμού που ασκούνται πάνω στο κράτος... Σε αντιδιαστολή με τη σοφιστική παιδεία, ο Πλάτων προτείνει μια ριζικά εξαγνισμένη ποίηση, που δεν είναι πλέον η αντανάκλαση της ανθρώπινης ζωής αλλά η γλώσσα ενός συνειδητού ωραίου ψεύδους. Η νέα αυτή ποίηση επιδιώκει να εκφράσει το ήθος που κυριαρχεί στο εξαγνισμένο κράτος με έναν παιδαγωγικά αποτελεσματικό τρόπο. […]

Ένας από τους κύριους υπεύθυνους για τη ναζιστικοποίηση του Πλάτωνα ήταν ο Kurt Hildebrandt, που ανήκε στη σχολή George-Kreis. Το 1920, ο Hildebrandt δημοσίευσε ένα βιβλίο για τη φυλετική καθαρότητα με τίτλο Norm und Entartung des Menschen [Κανονική κατάσταση και εκφυλισμός του ανθρώπου], το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση. Στις αρχές της δεκαετίας του '30, ο συγγραφέας έστρεψε την προσοχή του στους αρχαίους Έλληνες γράφοντας ένα βιβλίο με τίτλο Der Kampf des Geistes um die Macht [Ο αγώνας του πνεύματος για δύναμη] (παρόμοιοι τίτλοι ήταν πολύ συνηθισμένοι την εποχή εκείνη). Το βιβλίο είναι ανατριχιαστικό - η Πολιτεία παρουσιάζεται ως ένα πρότυπο πολιτικής δικτατορίας, ενώ αφθονούν οι αναφορές στους ναζί. […]

Πρέπει να τονίσουμε ότι η ιδεολογική σχέση ανάμεσα στους Γερμανούς κλασικιστές και τον ναζισμό ήταν αμοιβαία. Ο Χίτλερ δεν έκρυβε το θαυμασμό του για τους αρχαίους Έλληνες, και στα αρχιτεκτονικά σχέδιά του για το Ράιχ των Χιλίων Χρόνων προσπαθούσε να μιμηθεί τα «μνημειώδη έργα» τους. «Ο αγώνας τον οποίο διεξάγουμε σήμερα», όπως λέει στο βιβλίο Ο Αγών μου, «αφορά μακροπρόθεσμους στόχους: ένας πολιτισμός χιλιετιών αγωνίζεται για την επιβίωσή του, ένας πολιτισμός που περιλαμβάνει στους κόλπους του τόσο την αρχαία Ελλάδα όσο και τον γερμανισμό». Και ενώ η Σπάρτη, την οποία περιέγραψε κάποτε με ενθουσιασμό ως «το πιο καθαρό φυλετικό κράτος στην ιστορία», κατείχε προεξάρχουσα θέση στην ιστορική του σκέψη, έπλεκε συχνά το εγκώμιο και της Αθήνας. Ένα αδημοσίευτο σκαρίφημά του με τίτλο «Μνημειώδης παγκόσμια ιστορία» φέρει τον υπότιτλο «Η γερμανική επανάσταση», και ακολουθεί ο «Πρόλογος: Αθήνα-Ρώμη». Σε μια ομιλία που έδωσε το 1920 με τίτλο «Γιατί είμαστε αντισημίτες;» επισημαίνει, αναφερόμενος στο μέλλον της Γερμανίας, ότι οι αρχαίοι Έλληνες έφτασαν στο υψηλότερο σημείο του πολιτισμικού τους θριάμβου μετά τη νίκη τους επί των Περσών.

Κατά τον Albert Speer, στον Χίτλερ άρεσαν ιδιαίτερα οι παραλληλισμοί ανάμεσα στον Περικλή και τον ίδιο: όπως ο Περικλής έχτισε τον Παρθενώνα, έτσι κι αυτός έχτισε τους Autobahns [Αυτοκινητόδρομοι]! Στο βιβλίο του Von Perikles zu Hitler? ο ιστορικός Beat Näf περιγράφει τη γοητεία που ασκούσαν οι αρχαίοι στο Τρίτο Ράιχ. «Μνημειώδης αρχιτεκτονική, τέχνη, κάλλος, η έννοια του υψηλού, η φυλετική καθαρότητα, η πολιτική της δύναμης, ο Περικλής και το ηρωικό πνεύμα - αυτές ήταν οι ιδέες που συνέδεαν τον Χίτλερ με την αρχαιότητα».  […] 

Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού

[Εκδόσεις Πόλις, 2007, σελ. 184 -194]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου