Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η τύχη δεν μπορεί να νικηθεί, μπορεί όμως να αξιοποιηθεί


«Μια φράση, που τη συναντάμε στους αρχαίους συγγραφείς, λέει πως οι άνθρωποι μέσα στο κακό θλίβονται και το καλό το βαριούνται, και από τα δύο τούτα πάθη γεννιούνται τα ίδια αποτελέσματα. Βλέπεις, όποτε δεν έχουνε οι άνθρωποι να πολεμήσουνε από ανάγκη, τότε πιάνουνε τον πόλεμο από φιλοδοξία, που’ ναι τόσο δυνατή μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, που αυτός όσο ψηλά κι αν ανεβεί, ποτέ δεν την απαρατάει. Ο λόγος είναι πως η φύση έφτιαξε τους ανθρώπους να μπορούν όλα να τα λαχταράνε μα όχι κι όλα να τα πετυχαίνουνε· κι έτσι, αφού η λαχτάρα είναι πιο τρανή από το πόσο μπορείς να καταχτήσεις, γεννιέται η δυσαρέσκεια με τα όσα κατέχεις και λίγη χαρά σου δίνουν. Αυτό φέρνει και την αλλαγή της τύχης των ανθρώπων». (Μακιαβέλι, Διατριβές, Βιβλίο Ι, Κεφ. 37)

«… γι’ αυτό κι οι άνθρωποι, που ζούνε είτε σε μεγάλη στενοχώρια είτε σε μεγάλη ευτυχία, αξίζουμε λιγότερα παινέματα, ή λιγότερη κατηγόρια. Γιατί τις πιο πολλές φορές θα ιδείς πως στην καταστροφή ή στη μεγαλοσύνη τους έφερε κάποια συντυχία που δίνουνε οι ουρανοί, είτε χαρίζοντας την ευκαιρία να ενεργήσεις μ’ αξιοσύνη είτε αφαιρώντας τη.

»Όταν η τύχη θέλει να κάμει μεγάλα πράματα διαλέγει έναν άνδρα με τέτοιο μυαλό και τέτοιαν αξιοσύνη, που να οσφραίνεται όσες ευκαιρίες του δίνει του λόγου της. Το ίδιο πάλι, όταν θέλει να φέρει μεγάλες καταστροφές, φέρνει στην κορυφή ανθρώπους που βοηθούνε στην καταστροφή. Κι όταν βρεθεί και κανένας που μπορεί ν’ αντισταθεί, ή τον σκοτώνει ή του στερεί τη δυνατότητα να πράξει κάτι καλό». (Διατριβές, Βιβλίο ΙΙ, Κεφ. 29)

Αυτή η αντίληψη για την τύχη ταιριάζει πολύ με την ιδέα ότι ο πολιτικός άνθρωπος του τύπου του κυβερνήτη γνωρίζει πώς να προσαρμόζεται στις εποχές. Η τύχη δεν μπορεί να κατανικηθεί, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί έτσι ώστε να παράγεται ωφέλιμο αποτέλεσμα.

«Ξανατονίζω λοιπόν πως είναι αληθινότατο αυτό που μας δείχνει κι ολάκερη η ιστορία, πως οι άνθρωποι μπορούνε να σιγοντάρουνε την τύχη, μα όχι και να της εναντιωθούνε· μπορούνε μονάχα να υφάνουνε στο στημόνι της, μα όχι και να το σπάσουνε. Όμως δεν πρέπει για τούτο ποτέ ν’ αφήνονται οι άνθρωποι στην απραξία· γιατί, αφού δεν ξέρουνε τους σκοπούς της τύχης, που πάει από δρόμους λοξούς κι άγνωστους, πρέπει πάντα να ελπίζουνε, και, έχοντας την ελπίδα, να μην κάθονται με σταυρωμένα χέρια, σ’ όποια μοίρα και σ’ όποιαν αναποδιά κι αν βρίσκονται». (Διατριβές, Βιβλίο ΙΙ, Κεφ. 29)

Πέραν αυτής της προσαρμογής στα κελεύσματα των καιρών (σήμερα θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε «οπορτουνισμό») οι άνθρωποι και τα κράτη θα είχαν μεγάλη τύχη όταν επιδεικνύουν virtue, όταν είναι σταθεροί, τολμηροί, γρήγοροι στη λήψη αποφάσεων και όχι αναποφάσιστοι, δειλοί και άτολμοι.

«Σε όλες τις διαβουλεύσεις, το καλύτερο είναι να φτάνουμε αμέσως στην ουσία και να φέρουμε τα πράγματα σε κάποιο αποτέλεσμα, χωρίς μεγάλο δισταγμό και αναβλητικότητα … το ελάττωμα όλων των αδυνάμων και μη προνοητικών ηγεμόνων και κυβερνήσεων είναι ότι αποφασίζουν αργά και κοπιαστικά, όπως επίσης ότι δείχνουν αβεβαιότητα στα συμβούλιά τους, πράγμα που είναι εξίσου επικίνδυνο …» (Διατριβές, Βιβλίο ΙΙ, Κεφ. 15)


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 89-91)

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ποτέ μην αφήνεις τον έλεγχο


Το Breaking Bad είναι μια Αμερικανική τηλεοπτική σειρά. Η υπόθεση της περιστρέφεται γύρω από τον Γουόλτερ Γουάιτ, ένα δάσκαλο χημείας στον οποίο διαγιγνώσκεται καρκίνος πνευμόνων σε τελικό στάδιο. Στο 8ο επεισόδιο της τέταρτης σεζόν υπάρχει μια σκηνή που διαδραματίζεται στον προθάλαμο του ιατρείου ενώ περιμένει, μαζί με έναν νέο ασθενή, για την  καθιερωμένη εξέταση:

Νέος: Είμαι ακόμα καινούργιος σ’ αυτό. Τη μία στιγμή ξεκινάω καινούργια επιχείρηση … με τη γυναίκα μου σκεφτόμαστε να κάνουμε παιδιά … την άλλη μπαίνω στο γραφείο ενός γιατρού και ξαφνικά … Η ζωή μου όπως την ήξερα … (Ο Γουόλτερ τον διακόπτει για να μιλήσει στο τηλέφωνο)  

ΓουόλτερΠεριμένω μια αναφορά για αυτό συζητήσαμε. Πάρε με. (κλείνει το τηλέφωνο)

Νέος: Τέλος πάντων, αυτό ήταν για μένα η μεγαλύτερη αφύπνιση … το να αφήνομαι, να παραδίδω τον έλεγχο. Αυτό που λένε, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός, γελάει.

Γουόλτερ: Αυτό είναι μεγάλη μαλακία. Ποτέ μην αφήνεις τον έλεγχο. Να ζεις τη ζωή σου με τους δικούς σου όρους.

Νέος: Ναι καταλαβαίνω τι λέτε. Μα ο καρκίνος είναι καρκίνος

Γουόλτερ: Στο διάολο ο καρκίνος σου. Έζησα με τον καρκίνο το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς. Από την αρχή είναι θανατική καταδίκη. Έτσι μου λένε. Μάντεψε. Κάθε ζωή έρχεται με μια θανατική καταδίκη. Έτσι, κάθε μερικούς μήνες, έρχομαι για τις εξετάσεις μου, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κάποια από αυτές τις φορές … μπορεί και σήμερα … θα ακούσω άσχημα νέα. Αλλά μέχρι τότε ποιος κάνει κουμάντο; Εγώ. Έτσι ζω τη ζωή μου. 


Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Πολιτική ωριμότητα και Δημοκρατία


«Υπάρχουν φορές που τα λόγια πρέπει να χρησιμεύουνε για να καλύπτουνε τα γεγονότα. Τούτο όμως πρέπει να γίνεται με τέτοιον τρόπο ώστε κανένας να μην το παίρνει είδηση ή, κι αν το πάρει, πρέπει να υπάρχουν έτοιμες οι δικαιολογίες εκείνες που μπορούν αμέσως να προβληθούν».
                                                                                                             ΜΑΚΙΑΒΕΛΛΙ
«Οδηγίες στον Ραφαέλλο Τζιρόλαμι»


«Έστω δε ο λόγος ημών ναι ναι, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν»
ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ε-57



Από το ημερολόγιο του Ν. Σ. Ρουμπάσωφ. Εικοστή μέρα στη φυλακή.

… Πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, τη μέρα που πατήθηκε η Βαστίλη, η κούνια της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, που έμνησκε στάσιμη τόσον καιρό άρχισε ξανά να αιωρείται. Είχε ξεφύγει από την τυραννία με κέφι και με μια φαινομενικά ανεμπόδιστη αδράνεια, είχε πετάξει πάλι κατά πάνω, στον γαλανό ουρανό της Ελευθερίας. Εκατό χρόνια ολόκληρα ανέβαινε όλο και περισσότερο στις σφαίρες του Φιλελευθερισμού και της Δημοκρατίας κι όμως, το βλέπεις, πόσο σταδιακά ο ρυθμός λιγόστεψε και η κούνια που έφθασε στο απόγειο ξανάρχισε να κατρακυλάει … Με όση ταχύτητα είχε όταν ανέβαινε τόση είχε και τώρα που έφερνε κείνους που είχανε σκαρφαλώσει πάνω της από την ελευθερία πίσω στην τυραννία και όποιοι τύχαινε να κυττάνε ακόμα κατά πάνω, αντί να γραπωθούνε γερά ζαλίζονταν και πέφτανε. …

Το ποσοστό της ατομικής ελευθερίας, που ένας λαός μπορεί να κατακτήσει και να διατηρήσει, εξαρτάται από το ποσοστό της πολιτικής του ωριμότητας. Η παλινδρόμηση που αναφέραμε πιο πάνω μοιάζει να δείχνει πως η πολιτική ωρίμανση των μαζών δεν ακολουθεί μια συνεχή ανοδική καμπύλη, σαν την ανάπτυξη του ατόμου, αλλά κυβερνάται από πιο περίπλοκους νόμους.

Η ωριμότητα των μαζών έγκειται στην ικανότητα τους να αναγνωρίσουν το δικό τους συμφέρον. Τούτο, όμως, προϋποθέτει μια κάποια κατανόηση της διαδικασίας παραγωγής και διανομής των αγαθών. Η ικανότητα ενός λαού για μια δημοκρατική διακυβέρνηση είναι, συνεπώς, ανάλογη προς τον βαθμό κατανόησης της δομής και λειτουργίας του όλου κοινωνικού συνόλου.

Εφ’ όσον όμως κάθε τεχνική βελτίωση δημιουργεί μια επιπλοκή στο οικονομικό σύστημα προξενεί επίσης την εμφάνιση νέων παραγόντων και συνδυασμών, τους οποίους οι μάζες για λίγο δεν μπορούνε να κατανοήσουνε. Κάθε άλμα τεχνικής προόδου άφηνε ένα βήμα πίσω του την αντίστοιχη πνευματική ανάπτυξη των μαζών και άρα προξενεί μια πτώση στο θερμόμετρο της πολιτικής τους ωριμότητας. Χρειάζονται δεκάδες χρόνια … για να προσαρμοστεί σταδιακά το νοητικό επίπεδο του λαού στην καινούργια τούτη κατάσταση πραγμάτων και να επαναποκτήσει την ίδια ικανότητα για αυτοδιοίκηση … Όταν το επίπεδο της μαζικής συνείδησης ταυτίζεται με την αντικειμενική κατάσταση πραγμάτων ακολουθεί αναπότρεπτα η κατάκτηση της Δημοκρατίας, είτε με ειρηνικά είτε με βίαια μέσα …

Το σφάλμα του θεωρητικού Σοσιαλισμού ήτανε πως πίστεψε ότι η στάθμη της μαζικής συνείδησης υψωνότανε σταθερά και ασταμάτητα. Γι’ αυτό και τα βρήκανε σκούρα όταν άρχισε τελευταία παλινδρόμηση του εκκρεμούς …

Η αντιπολίτευση έχει καθήκον και αρμοδιότητα να απευθύνεται στις μάζες μόνον όταν υπάρχει ωριμότητα. Όταν υπάρχει πνευματική ανωριμότητα αυτοί που επικαλούνται την «υψηλή κρίση του λαού» είναι δημαγωγοί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η αντίδραση έχει δύο λύσεις: ή να καταλάβει την εξουσία με πραξικόπημα, χωρίς να μπορεί να βασίζεται στη μαζική υποστήριξη, ή με μια βουβή απελπισία να πηδήξει από την κούνια – «και να πεθάνει εν σιωπή».

Υπάρχει όμως και μια Τρίτη λύση, που κι αυτή δεν είναι λιγότερο συνεπής και που στη χώρα μας τουλάχιστον έχει διαμορφωθεί σε θεσμό: να αρνείσαι και να καταπιέζεις τις πεποιθήσεις σου όταν δεν υπάρχει δυνατότητα να τις υλοποιήσεις. Εφ’ όσον το μόνο ηθικό κριτήριο που αναγνωρίζουμε είναι η κοινωνική σκοπιμότητα, η δημόσια αποκήρυξη του ατομικού σου πιστεύω, για χάρη της παραμονής στις τάξεις του κόμματος, είναι φανερά πιο έντιμη από τον δονκιχωτισμό ενός μάταιου αγώνα.


(ΚΑΚΤΟΣ, 1974, σελ. 157-160)


Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ψέμα και πολιτική


«Η πλέον εν χρήσει επιστήμη
είναι η τέχνη της υποκρισίας».

          BALTASAR GRACIAN,
               L’ Homme de cour


To 1733 δημοσιεύτηκε … ένα κείμενο επιγραφόμενο Η τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας με την υπογραφή του Jonathan Swift. Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς βιβλίο, αλλά άνοιγμα καταλόγου συνδρομητών για δύο τόμους που επρόκειτο να παρουσιαστούν σε λίγο με τον ίδιο τίτλο … οι δύο προαναφερθέντες τόμοι δεν είδαν ποτέ το φως …  Απομένει το σύντομο φυλλάδιο που πρόκειται να διαβάσουμε … :

Επιτέλους, δηλώνει περιχαρής ο συγγραφέας, επιτεύχθηκε η συγκέντρωση των διάφορων τύπων της πολιτικής ψευδολογίας· επιτέλους επιτεύχθηκε η οργάνωση τους σε σύστημα ακριβές και λογικό, άξιο να φιγουράρει στην Εγκυκλοπαίδεια και να καταστεί έτσι απαραίτητο στοιχείο «της εκπαίδευσης ενός ικανού Ηγεμόνα».

… Η πραγματεία δεν ασχολείται τόσο με τη φυσική ή πνευματική έδρα της υποκρισίας όσο με τις πολιτικές εκφάνσεις της …: πρέπει να αποκρύπτουμε την αλήθεια από το λαό για το καλό του, πρέπει να τον εξαπατούμε προς χάριν της σωτηρίας του; Η τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας είναι στην πραγματικότητα «η τέχνη να υποβάλλονται στο λαό σωτήρια ψεύδη με καλό σκοπό».

Ο λαός «δεν έχει κανένα δικαίωμα στην πολιτική αλήθεια» … Η μάζα είναι εύπιστη, λέει ψέματα, αυταπατάται, όπως, ας πούμε όπως οι γυναίκες ή τα παιδιά. … Το ψέμα είναι το φυσικό στοιχείο της, ο αέρας που αναπνέει, και χρειάζεται «μεγαλύτερη τέχνη για να κάνεις το λαό να πιστέψει την αλήθεια παρά για να του υποβάλεις ένα σωτήριο ψέμα»

Αμέσως όμως ανακύπτει ένα άλλο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να επινοεί «σωτήρια ψεύδη»; … αποξενωμένος από την αλήθεια ο λαός έχει, ως αντάλλαγμα, απαραβίαστο δικαίωμα στο ψέμα, «προνόμιο δίκαιο» το οποίο εύλογα προσδοκά να ασκήσει και προς το οποίο εξάλλου δείχνει μια «επίμονη προσήλωση». Όλος ο κόσμος ψεύδεται: οι υπουργοί εξαπατούν το λαό για να τον κυβερνήσουν, ο λαός διαδίδει συκοφαντικούς ψιθύρους για να απαλλαγεί από αυτούς. …

Το κείμενο προχωρεί σε μια τυπολογία των παραχαράξεων της αλήθειας διακρίνοντας τρία είδη: το «συκοφαντικό» ψέμα μειώνει την πραγματική αξία ενός δημόσιου άνδρα, το «προσθετικό» ψέμα του αποδίδει περισσότερες αρετές από όσες διαθέτει και το «διαβιβαστικό» ψέμα μεταβιβάζει την ευθύνη μιας πράξης από ένα πρόσωπο σε άλλο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πάντως υπάρχει ένας χρυσός κανόνας που δεν πρέπει να ξεχνιέται: η αληθοφάνεια. Τίποτε δεν είναι χειρότερο από την υπερβολή «αυτόν τον εξευτελισμό της υπόληψης», έλεγε ο Gracian, «που αποκάλυπτε τη χαμηλή νοημοσύνη και το κακό γούστο του ανθρώπου που μιλάει». … πρέπει να χρησιμοποιείς τη σωστή αναλογία απάτης και αλήθειας κατά τις περιστάσεις και τον επιδιωκόμενο σκοπό. … Προκειμένου για τα συνήθη ψέματα που τρομοκρατούν τον κόσμο προφητεύοντας καταστροφές και προαγγέλλοντας ένα μαύρο μέλλον για να τον κάνουν να νιώθει ικανοποιημένος με ένα γκρίζο παρόν, η συνταγή είναι να χρησιμοποιούνται με σύνεση, «να μην παρουσιάζονται πολύ συχνά στο λαό τρομακτικά πράγματα διότι υπάρχει φόβος να του γίνουν οικεία και να τα συνηθίσει».

Το ίδιο ισχύει για τις υποσχέσεις που ευαγγελίζονται σ’ αυτούς που θα κάμουν τη σωστή εκλογή ένα λαμπρό μέλλον: «Δεν θα ήταν φρόνιμο να κάνει κανείς βραχυπρόθεσμες προφητείες· αυτό υπάρχει κίνδυνος να τον εκθέσει σε ντροπή και σε σύγχυση αφού σύντομα θα μπορούσε να διαψευσθεί …»   

Ιδού μερικοί από τους βασικούς κανόνες αυτής της ψευδοαλήθειας με τους οποίους ο συγγραφέας ορίζει το ρόλο του ηγεμόνα: να προνοεί ώστε τα ψέματα του να μην μπορούν να ελεχθούν ή να αποδειχθούν αντιφατικά· να μην ξεπερνούν ποτέ τα όρια της αληθοφάνειας· να ποικίλλει τις «σωτήριες ψευδολογίες του».

… Και στο κόμμα που έχει πει πολλά και χονδροειδή ψέματα, καταβαραθρώνοντας έτσι την αξιοπιστία του, η πραγματεία συνιστά μια πρωτότυπη θεραπεία ιατρικής έμπνευσης: να υποβληθεί σε αυστηρή δίαιτα, χωρίς θεατρινισμούς, να υποχρεωθεί επί τρείς συνεχείς μήνες να μη λέει παρά μόνο αλήθειες, ώστε να ξανακερδίσει, πληρώνοντας ακριβά, το δικαίωμα να ξαναρχίσει τα ψέματα με πλήρη ατιμωρησία. Αλλοίμονο, στενάζει ο συγγραφέας, ποτέ δεν θα βρεθεί κόμμα, ή πολιτικός που να αντέξει μια τέτοια δίαιτα.

Όλα αυτά ωστόσο παραμένουν ανεπαρκή: για να αποκτήσει η πολιτική ψευδολογία το κύρος που δικαιωματικά της ανήκει στο στερέωμα των τεχνών, πρέπει να αρθεί σε σύστημα. Το κείμενο προτείνει λοιπόν τη συγκρότηση μια «Ψευδολογικής Εταιρείας» που να ασχολείται αποκλειστικά με την πολιτική απάτη. Αλλά για να ευοδωθεί το φιλόδοξο αυτό σχέδιο, είναι απαραίτητες κάποιες προϋποθέσεις. Κατ’ αρχάς πρέπει η εταιρεία να διαθέτει μια μάζα αφελών έτοιμων να επαναλάβουν, να διαδώσουν και να διασπείρουν παντού τις ψευδαισθήσεις που άλλοι έχουν επινοήσει. Η διαμεσολάβηση των κορόιδων είναι απαραίτητη εφόσον «δεν υπάρχει στον κόσμο άνθρωπος πιο κατάλληλος για να πλασάρει και να διαδώσει ένα ψέμα από εκείνον που το πιστεύει». … Επιβάλλεται επίσης να δυσπιστεί όπως στην πανούκλα στα αξιόπιστα άτομα και να απαλλάσσεται από κάθε προσωπικότητα που παρέχει υποψίες ειλικρίνειας Να κάνει το ψέμα υποχρεωτικό και να παράγει ατάραχους ψεύτες που ψεύδονται καλύτερα από όπως αναπνέουν… Αλλά ακόμα και στο σημείο αυτό δεν πρέπει η μέριμνα για τη συστηματική οργάνωση να ξεπερνά το μέτρο. … Τέλος, ο συγγραφέας συνιστά στους αρχηγούς των κομμάτων «να μην παραπιστεύουν οι ίδιοι τα ψέματά τους».      

Από την εισαγωγή του Jean-Jacques Courtine στο: Jonathan Swift, Η τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, 1995, σελ. 7-17)

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Και τα μάτια … μιλάνε


Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται – όχι όταν κοιτούν διάφορα αντικείμενα γύρω τους, αλλά όταν στρέφονται στο νου τους για να θυμηθούν ή να καταλάβουν κάτι ή για να πάρουν μια απόφαση – κινούν τα μάτια τους. Οι κινήσεις των ματιών συνδέονται με το νευρικό μας σύστημα. Δείχνουν πως σκέφτεται κάποιος, με ποια μορφή παρουσιάζονται οι σκέψεις στον εγκέφαλο – με εικόνες, ήχους, λέξεις ή αισθήματα.

Είναι πολύ απλό: όταν τα μάτια των ανθρώπων πηγαίνουν τα πάνω, οραματίζονται. Οι πλάγιες κινήσεις δείχνουν ότι εκείνη τη στιγμή λειτουργούν ακουστικά· ακούν λέξεις, μουσική, ίσως άλλους ήχους, αν και το πιθανότερο είναι ότι ακούν λέξεις. Όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν κάτω και αριστερά, έχουν κάποια συζήτηση με τον εαυτό τους ή το πιθανότερο, διαφωνία ("Καν’ το – Μην το κάνεις". "Βάλ’ το στα πόδια! – Μείνε στη θέση σου και αγωνίσου!"). Όταν κοιτάζουν κάτω και δεξιά, σημαίνει ότι έρχονται σε επαφή με τα συναισθήματά τους.

Μπορείς να μάθεις πώς να "χαρτογραφείς" ένα πρόσωπο για να αντιλαμβάνεσαι το δρόμο που παίρνουν οι σκέψεις κάποιου, και ύστερα να πας μαζί του προς αυτή την κατεύθυνση, ακολουθώντας το ίδιο αισθητηριακό μονοπάτι με το δικό του. 

Το διάγραμμα δείχνει τις κινήσεις των ματιών, όταν κοιτάμε κατά πρόσωπο κάποιον άλλο. Τα πρότυπα αυτά συχνά αντιστρέφονται στους αριστερόχειρες.


Αν τα μάτια του πηγαίνουν συνεχώς προς τα πάνω, ξέρεις ότι φτιάχνουν εικόνες, και μπορείς να τραβήξεις το ενδιαφέρον του χρησιμοποιώντας οπτική γλώσσα.

Αν τα μάτια του κινούνται προς τα πάνω και στα δεξιά του, σημαίνει ότι ο άνθρωπος φαντάζεται κάτι, μια σκηνή, ένα όραμα: κατασκευάζει μια εικόνα.

Μάτια που κινούνται προς τα πάνω και αριστερά δείχνουν ότι το άτομο θυμάται μια εικόνα, ένα οπτικό γεγονός, κάτι που έχει ξαναδεί.

Τα μάτια που κινούνται προς τα δεξιά υποδηλώνουν μια ακουστική παράσταση που κατασκευάζεται· το άτομο σκέφτεται τι να πει ή ίσως να συνθέσει μια μελωδία. 

Μάτια προς τα αριστερά σημαίνουν ακουστικές αναμνήσεις – κάτι που είπε κάποιος, η θύμηση μιας φωνής, ένα αγαπημένο τραγούδι …

Οι διεσταλμένες κόρες σημαίνουν ονειροπόληση.


(Η Δυναμική της Επιτυχίας, 2000, σελ. 71-75)

*

Στο τέταρτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς Dexter υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή όπου ο πατέρας του Dexter, Χάρι, που είναι αστυνομικός, τον συμβουλεύει (Ο Dexter βρίσκεται σε παιδική ακόμα ηλικία) πώς να παραπλανήσει τον ανακριτή του και να μην αποκαλυφθεί ο πραγματικός εαυτός του:

Χάρι: Άκου, Ντέξτερ, ότι νομίζεις ότι είναι σωστό, είναι λάθος. Όταν σου κάνει μια ερώτηση, θέλω πρώτα να σκεφτείς την απάντηση σου και μετά να του πεις το ακριβώς αντίθετο, εντάξει;

Ανακριτής: Θυμώνεις όταν οι δάσκαλοί σου, σου λένε τι να κάνεις;

[O Ντέξτερ σκέφτεται την απάντησή του (γυρνάει τα μάτια του αριστερά και ελαφρά προς τα πάνω) και απαντά ακριβώς το αντίθετο όπως τον συμβούλευσε ο πατέρας του]

Ντέξτερ: Όχι


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η σκέψη του Μακιαβέλι (2)


Η μεταβολή που εισάγει η σκέψη του Μακιαβέλι συνίσταται εν κατακλείδι στην αναζήτηση της αλήθειας του κόσμου όπως ακριβώς είναι. Να πάψουμε να κρίνουμε, να θρηνούμε, να ονειρευόμαστε, να συγχέουμε τις επιθυμίες μας με την πραγματικότητα. Να προσπαθούμε, αντίθετα, να αποσυναρμολογούμε τους μηχανισμούς της πραγματικής λειτουργίας της εξουσίας, των ανθρώπινων σχέσεων, της ιστορίας. Αυτά είναι τα λογικά αξιώματα … Τούτη η ρήξη ορίζει με τον τρόπο της ένα νέο πεδίο σκέψης. Τέσσερα κύρια σημεία πρέπει να συγκρατήσει κανείς στη μνήμη του.

Πρώτον, ο Μακιαβέλι περιορίζει το πεδίο του πολιτικού στοχασμού σε ένα κεντρικό θέμα: παίρνω την εξουσία (αν δεν την έχω) ή τη διατηρώ (αν την έχω). … Οι έννοιες – κλειδιά δεν είναι πλέον η philia («φιλία» στα αρχαία ελληνικά), αυτή η έμφυτη αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων που διέκρινε ο Αριστοτέλης, ούτε η humanitas («ανθρωπιά» στα λατινικά) την οποία ο Κικέρων καθιστούσε το ελατήριο των δημόσιων πραγμάτων στην κοινότητα των ανθρώπων.

Αυτή η επιστήμη κατάληψης και διατήρησης της εξουσίας γίνεται αντιληπτή από τον Μακιαβέλι με τρόπο κυρίως δυναμικό και όχι στατικό. Αυτό είναι το δεύτερο νέο σημείο: η πολιτική είναι μόνιμη πάλη, αέναη κίνηση, συνεχώς δημιουργία. Το θέμα είναι πάντα το ίδιο: να δημιουργηθούν νέα κράτη … Διότι ο ηγεμόνας … οφείλει να αποβλέπει στην επέκταση του,, επομένως να έχει το σχέδιο για την απόκτηση νέων κρατών, για την επέκταση της κυριαρχίας και της εξουσίας του. Στην αντίθετη περίπτωση θα χαθεί, διότι όλοι οι άλλοι θα αυξηθούν εις βάρος του. Η τακτική εκείνου που κυβερνά, λοιπόν, εγγράφεται σε μια κίνηση δίχως τέλος: μάχη για την επέκταση, άμυνα εναντίον των αντιπάλων δυνάμεων, χωρίς να παραλείπει να λαμβάνει υπόψη τη μεταστροφή της κοινής γνώμης, τις αιφνίδιες και επικίνδυνες αλλαγές που προκαλούνται από τα πάθη του λαού … Η δυναμική δεν σταματά ποτέ.

Ωστόσο αυτή η δυναμική δεν εγγράφεται σε μια οποιαδήποτε πρόοδο της ιστορίας. Τούτη η μόνιμη αναταραχή … δεν οδηγεί σε καμία βελτίωση της πολιτικής κατάστασης των ανθρώπων. Πρόκειται για μια άλλη καινοτομία και για μια αποφασιστικής σημασίας ρήξη που εισήγαγε η σκέψη του Μακιαβέλι. Αυτός ο πραγματιστής υποθέτει κάτι σαν μονοτονία της ιστορίας: η ροή των γεγονότων επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, … Αυτό το σημείο ήταν χωρίς αμφιβολία εκείνο που αποτέλεσε το μεγαλύτερο σκάνδαλο για τους σύγχρονους του Μακιαβέλι. Διότι εδώ δημιουργεί ρήξη με το βάθος της χριστιανικής σκέψης, για την οποία ο κόσμος των ανθρώπων και η ιστορία του ενσωματώνονται σε ένα θεϊκό σχέδιο και προσανατολίζονται συνολικά προς μία μορφή λύτρωσης … Πρόκειται εδώ για μια κίνηση μεγάλης νεωτερικότητας … Η ιδιαιτερότητα του Μακιαβέλι είναι λοιπόν η από μέρους του σύλληψη της πολιτικής δράσης ως μόνιμης δυναμικής στο εσωτερικό μια γενικής μονοτονίας της ιστορίας. …

Η τελευταία ρήξη που πραγματοποιείται με τη σκέψη του Μακιαβέλι είναι η επικέντρωση της πολιτικής ανάλυσης στο παιχνίδι των πολιτικών παθών. Είναι ο πρώτος που συλλαμβάνει με τρόπο τόσο σαφή και ριζοσπαστικό την πολιτική ως διαμάχη παθών (πάθος για επικυριαρχία, πάθος για διακυβέρνηση, πάθος για εκδίκηση) συνδεδεμένων με αγώνες οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων. Αυτό το παιχνίδι περιπλέκεται εξαιρετικά από τις παρεμβάσεις των παθών του πλήθους.

Το να καταλάβει κάποιος την εξουσία και να τη διατηρήσει, σε τελική ανάλυση τι είναι; Τίποτε άλλο παρά η βέλτιστη προς τα συμφέροντα του χρήση των ανθρώπινων παθών και των αυταπατών που τα συντηρούν. Από αυτή την άποψη, η σκέψη του  Μακιαβέλι εξετάζει μόνο την αποτελεσματικότητα. Η επιτυχία, για τον ηγεμόνα, επιτυγχάνεται με συγκεκριμένη και σύμφωνα με τις περιστάσεις επιδεξιότητα, και όχι σε σχέση με ιδανικά, ή ηθικά πρότυπα ή κανόνες. Το ουσιώδες είναι να πετύχεις το σκοπό σου, ασχέτως του τύπου των χρησιμοποιούμενων μέσων.

Βεβαίως, αυτή η έλλειψη ηθικών ενδοιασμών συνέβαλε στο να κριθεί αρνητικά η σκέψη του Μακιαβέλι. Επέτρεψε επίσης την πραγματοποίηση της διολίσθησης από τον όρο «μακιαβελιστής» (που του ανήκει αποκλειστικά) στον όρο «μακιαβελικός» (που του αποδίδεται λανθασμένα). Εν τούτοις, αυτή η ριζική απαισιοδοξία έχει το καλό ότι φέρνει απροκάλυπτα στο φως τη δύναμη των ανθρώπινων παθών και τις αδιάκοπες συγκρούσεις των. Με τον τρόπο της αποτελεί εξαίρετη θεραπεία εναντίον των δεινών της ουτοπίας, των αντικατοπτρισμών της προόδου και κάθε αυταπάτης που τα ιδανικά, ακόμη και τα πιο γενναιόδωρα, γεννούν αναπόφευκτα.

Ροζέ-Πολ Ντρουά, Το βιβλίο της Φιλοσοφίας


(ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2009, σελ. 124-129)

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Πλεονεκτήματα του να μη θυμώνουμε


Μου αρέσουν οι γενναίοι· αλλά δεν αρκεί να είναι κανείς καλός
ξιφομάχος· χρειάζεται να ξέρει και ποιόν τραυματίζει. Και
πολλές φορές φανερώνει μεγαλύτερη γενναιότητα η
αποχή και η παραίτηση, με σκοπό να διαφυλάξει
κανείς τον εαυτό του για ένα εχθρό πιο άξιο.
Φ. Νίτσε


Ενώ το γέλιο έχει φανερά οφέλη για την υγεία, ο θυμός όχι μόνο επηρεάζει αρνητικά την ψυχική κατάσταση αλλά μπορεί και να προξενήσει αναρίθμητες παθήσεις. Ο ακόλουθος πίνακας απαριθμεί τις συνέπειες που προκαλούν οι δύο αντίθετες αυτές καταστάσεις:

Θυμός
Συγνώμη
§         Ανεβάζει την αρτηριακή πίεση
§         Μειώνει την αρτηριακή πίεση
§         Προκαλεί στομαχικές ξινίλες
§         Διευκολύνει την πέψη
§         Πυροδοτεί την αδρεναλίνη
§         Ηρεμεί την αναπνοή
§         Δυσχεραίνει τη νυχτερινή ανάπαυση
§         Φέρνει ύπνο πανδαμάτορα
§         Ευνοεί την εμφάνιση ελκών
§         Προκαλεί χαλάρωση
§         Αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο
§         Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα

Τελειώνοντας, αξίζει τον κόπο να ανακεφαλαιώσουμε τα όσα έλεγε ο Αριστοτέλης για το θέμα αυτό:

«Ο καθένας μπορεί να θυμώνει, αυτό είναι κάτι πολύ απλό. Αλλά να θυμώσει με το αρμόδιο πρόσωπο, στον ακριβή βαθμό, την κατάλληλη στιγμή, με τη δίκαιη πρόθεση και το σωστό τρόπο, αυτό, βεβαίως, δεν είναι και τόσο απλό».



(ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελ. 119-120)

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Στρατηγική και επίλυση ενός παιγνίου


Στρατηγική στη θεωρία των στρατηγικών παιγνίων σημαίνει ένα πλήρες σχέδιο δράσης. Το σχέδιο αυτό δεν έχει σημασία αν θα είναι καλό ή κακό, αν θα οδηγεί στη νίκη ή στην ήττα, στο κέρδος ή στη ζημιά, πρέπει όμως να είναι πλήρες. Τι σημαίνει πλήρες; Πρέπει να παίρνει υπόψη του όλα τα σχέδια δράσης του αντιπάλου, να εξετάζει όλες τις περιπτώσεις, ώστε να προβλέπει τα αποτελέσματα της σύγκρουσης του σχεδίου δράσης του ενός με όλα τα δυνατά σχέδια δράσης του αντιπάλου.

Καθένας από τους δύο παίκτες έχει συνήθως τη δυνατότητα να διαλέξει ανάμεσα από περισσότερα τέτοια πλήρη σχέδια δράσης … Ξέροντας λεπτομερειακά τα αποτελέσματα της σύγκρουσης καθεμιάς απ’ αυτές τις στρατηγικές του αντιπάλου, είναι σε θέση να εκλέξει μια απ’ αυτές, η οποία να του φέρει τα πιο συμφερτικά αποτελέσματα στη περίπτωση που ο αντίπαλος θα ακολουθήσει την πιο συμφερτική για κείνον στρατηγική.

Επίλυση ενός παιγνιδιού σημαίνει να βρούμε την καλύτερη στρατηγική που πρέπει να επιλέξει καθένας από τους δύο αντιπάλους καθώς και το αποτέλεσμα που θα προκύψει από τη σύγκρουση των αρίστων αυτών στρατηγικών.

Θα περιγράψουμε ένα απλό παιγνίδι για να εξηγήσουμε τι σημαίνει στρατηγική. Έχουμε μια σκακιέρα με 6 μόνον τετράγωνα, όπως στο παρακάτω σχήμα:


Κάθε παίκτης διαθέτει από ένα πιόνι (ο ένας άσπρο, ο άλλος μαύρο) τοποθετημένο στην μια άκρη της σκακιέρας. Το κινεί προς την απέναντι άκρη της σκακιέρας. Οι κινήσεις γίνονται εναλλάξ και αρχίζει να παίζει ο άσπρος. Κάθε κίνηση σημαίνει μετάθεση του πιονιού προς τα εμπρός κατά ένα τετράγωνο με εξαίρεση την πρώτη του κίνηση σύμφωνα με την οποία ο κάθε παίκτης μπορεί να μετακινήσει το πιόνι του είτε κατά ένα, είτε κατά δύο τετράγωνα. Αν ο παίκτης που έχει να κάνει κίνηση έχει το τετράγωνο μπροστά από το πιόνι του κατειλημμένο από το πιόνι του αντιπάλου, τότε το πιόνι του «πηδάει» το πιόνι του αντιπάλου του και τοποθετείται στο τετράγωνο που βρίσκεται αμέσως μετά το πιόνι του αντιπάλου. Νικητής θα είναι εκείνος ο παίκτης που θα τερματίσει πρώτος με το πιόνι του στην απέναντι άκρη της σκακιέρας, αρκεί ο αντίπαλος να μην τερματίζει κι αυτός αμέσως ύστερα. Στην περίπτωση που ένας παίκτης τερματίζει, και ο αντίπαλος του τερματίζει αμέσως ύστερα απ’ αυτόν, η παρτίδα θεωρείται ισόπαλη.  

Όλα αυτά που είπαμε αποτελούν τους κανόνες του παιγνιδιού. Τι θα ονομάσουμε τώρα στρατηγική για τον κάθε παίκτη; … Θυμίζουμε ότι στρατηγική στη θεωρία παιγνίων σημαίνει ένα πλήρες σχέδιο δράσης … Έτσι, θα πρέπει να πούμε ότι ο άσπρος π.χ. έχει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο στρατηγικές: η πρώτη είναι αυτή που περιλαμβάνει σαν πρώτη του κίνηση τη μετακίνηση του πιονιού του κατά δύο τετράγωνα και μαζί μ’ αυτήν όλες τις περιπτώσεις κινήσεων (και των δύο παικτών) που υπάρχουν μέχρι το τέλος της παρτίδας. Επίσης: η δεύτερη του στρατηγική είναι αυτή που περιλαμβάνει σαν πρώτη του κίνηση τη μετακίνηση του πιονιού του κατά ένα τετράγωνο και μαζί μ’ αυτήν όλες τις περιπτώσεις …

Είναι εύκολο να δούμε το εξής:

Ø   Η σύγκρουση της πρώτης στρατηγικής του άσπρου με την πρώτη στρατηγική του μαύρου καταλήγει σε νίκη του άσπρου.
Ø  Η σύγκρουση της πρώτης στρατηγικής του άσπρου με τη δεύτερη στρατηγική του μαύρου καταλήγει σε ισοπαλία.
Ø   Η σύγκρουση της δεύτερης στρατηγικής του άσπρου με την πρώτη στρατηγική του μαύρου καταλήγει σε νίκη του μαύρου.
Ø Τέλος η σύγκρουση της δεύτερης στρατηγικής του άσπρου με τη δεύτερη στρατηγική του μαύρου καταλήγει σε νίκη του άσπρου.

Ας προχωρήσουμε τώρα στην επίλυση του παιγνιδιού. Πρέπει δηλαδή να βρούμε το συνδυασμό της άριστης στρατηγικής του άσπρου και της άριστης στρατηγικής του μαύρου καθώς και το αποτέλεσμα του παιγνιδιού σ’ αυτή την περίπτωση.

Ο άσπρος, πριν κάνει την πρώτη του κίνηση, σκέπτεται πως αν ακολουθήσει την πρώτη του στρατηγική, τότε μπορεί να προκύψουν δύο αποτελέσματα: είτε νίκη δική του, είτε ισοπαλία. Επειδή όμως ο μαύρος, πριν κάνει την πρώτη του κίνηση, ξέρει ήδη την πρώτη κίνηση του άσπρου, … είναι σίγουρο ότι στην πρώτη στην πρώτη στρατηγική του άσπρου θα απαντήσει με τη δική του δεύτερη στρατηγική. Επομένως, το αποτέλεσμα … θα είναι να καταλήξει η παρτίδα ισόπαλη.

Ο άσπρος στη συνέχεια σκέφτεται πως αν ακολουθήσει τη δεύτερη στρατηγική του, τότε μπορεί να προκύψουν δύο αποτελέσματα: είτε ήττα δική του, είτε νίκη του. Επειδή όμως πάλι ο μαύρος, … είναι σίγουρο ότι θα απαντήσει με την πρώτη δική του στρατηγική. Επομένως, το αποτέλεσμα … νίκη του μαύρου.

Από τα παραπάνω βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο άσπρος θα διαλέξει την πρώτη στρατηγική του. Και επειδή σ’ αυτή την περίπτωση ο μαύρος, αν είναι έξυπνος, θα διαλέξει σαν απάντηση τη δεύτερη στρατηγική του, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι: συνδυασμός της πρώτης στρατηγικής του άσπρου με τη δεύτερη στρατηγική του μαύρου και αποτέλεσμα η ισοπαλία.



(ΘΕΜΕΛΙΟ, 2008, σελ. 27-31)


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Η Αριστεροχειρία

Πάνω σε τραπέζι του Οβάλ Γραφείου διακρίνεται  το  αριστερό 
χέρι του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών (Κλίντον) 
να υπογράφει διατάγματα.

Ακόμη και σήμερα, η αριστεροχειρία εμπνέει κάποια δυσπιστία, η οποία, καίτοι αδιευκρίνιστη, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με ειδικά κριτήρια, και μάλιστα με εδραιωμένους αποκλεισμούς. Και μόνο το ζήτημα της γραφής (που με τη χρήση των υπολογιστών πέρασε σε τρίτη μοίρα) αρκούσε για να ταξινομήσει έναν μαθητή με αρνητικό τρόπο. «Γράφει με το αριστερό;», ρωτούσαν οι δάσκαλοι, τότε θα πρέπει να τον αναγκάσουμε με κάθε τρόπο να γίνει δεξιόχειρας. Συχνά έδεναν το αριστερό χέρι με επίδεσμο ώστε να το αχρηστεύουν τουλάχιστον μέσα στην τάξη. … 

Ασφαλώς δεν πρέπει να ξεχνάμε τον στρατό και τη θέση του όπλου. Άλλωστε η «σκαιότητα» υποδήλωνε στους αρχαίους την αριστεροσύνη, που καλυπτόταν κατά κανόνα με τη λέξη «ευώνυμος». Ο αρχαίος πολεμιστής κρατούσε το δόρυ με τη δεξιά του και την ασπίδα με την αριστερά του. Την ώρα της μάχης, κάθε οπλίτης κινούνταν προς την ασπίδα του δεξιού συμπολεμιστή του με προφανή διάθεση να καλύψει το αφύλαχτο πλευρό του. Αλλά το βασικότερο όλων, αυτό που άφησε μεγάλη παράδοση, είναι το γεγονός ότι στη διάταξη του στρατεύματος οι άξιοι πολίτες έπαιρναν θέση στο δεξιό κέρας, ενώ στο αριστερό του (το σκαιόν) τοποθετούνταν οι μέτριοι, συν την αυστηρή απαγόρευση να επιτεθεί το στράτευμα από τα αριστερά - οι νίκες του Επαμεινώνδα στα Λεύκτρα και στη Μαντίνεια οφείλονταν στο πρωτοφανές στρατήγημα να εξαπολύσει επίθεση εξ αριστερών (την φάλαγγα λοξήν επί το ευώνυμον).

Η αριστερά, όπως γράφει ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ (Ο Μαύρος κυνηγός) ήταν αφιερωμένη στις υποχθόνιες θεότητες. Διόλου τυχαία, στον Όμηρο το δεξί είναι πάντα το μέρος της ζωτικής δύναμης και της ζωής, σε ριζική αντίθεση προς το αριστερό, που δηλώνει παθητική αδυναμία και θάνατο. Στην «Ιλιάδα», ο Αχιλλέας κατέχει το δεξιό άκρο του στρατοπέδου των Αχαιών, ενώ ο Αίας το άκρο αριστερό. …

Ο Γκρέιβς, στους «Ελληνικούς μύθους» του, εξηγεί: «Οι Αιτωλοί πολεμιστές ήταν ξακουστοί λόγω της συνήθειάς τους να φορούν μόνο στο αριστερό τους πόδι σανδάλι στις μάχες. Ο λόγος; Πιθανότατα επειδή το αριστερό πόδι το προέβαλλαν στην εκ του συστάδην μάχη, ώστε να κλωτσήσουν ευκολότερα τον αντίπαλο στα αχαμνά. Έτσι, το αριστερό έγινε “εχθρικό πόδι”, με το οποίο δεν πατούσαν ποτέ το κατώφλι στο σπίτι φίλων τους. Παράδοση που επέζησε στη σύγχρονη Ευρώπη. Ξεκινώντας για πόλεμο, οι στρατιώτες προβάλλουν πάντοτε το αριστερό τους πόδι». Γενικά στην ελληνική μυθολογία ο μονοσανδαλισμός χαρακτηρίζει τους ήρωες οσάκις συνδέουν συμβολικά τον πρωτόγονο κόσμο της αγριότητας με την πόλη και τα ήθη της όπως ο μονοσάνδαλος Ιάσων.

Στο έβδομο βιβλίο των «Νόμων», ο Πλάτων μπορεί να αποδέχεται την ανωτερότητα της δεξιάς χειρός, πλην όμως καταλήγει στο συμπέρασμα της αμφιδέξιας ικανότητας. Σε όλες τις πράξεις, παρατηρούμε μια φυσική διαφορά ανάμεσα στο δεξί και στο αριστερό (δεξιά και τα αριστερά διαφέροντα εσθ’ η­μών φύσει προς τας χρείας εις εκάστας των πράξεων τα περί τας χείρας)· όσο για τα πόδια και τα άλλα κάτω μέλη, δεν παρατηρείται καμία διαφορά. Ενώ λοιπόν η ικανότητα των δύο χεριών είναι ίση (της φύσεως ισορροπούσης), εμείς την καταστήσαμε άνιση και δεν τη χρησιμοποιούμε ορθά. Όπου η διαφορά είναι μικρή (μη μέγα διαφέ­ρει), όπως το να κρατούμε τη λύρα με το αριστερό και το δοξάρι με το δεξί, ωστόσο είναι βλακεία να κάνουμε το ίδιο και με άλλα πράγματα. … εκείνοι που καταγίνονται να κάνουν το αριστερό χέρι ασθενέστερο από το δεξιό τρέπονται σε κάτι τις παρά φύση (παρά φύσιν κατασκευάζουσιν). ...

Κωστής Παπαγιώργης, Ο Κόσμος του Επενδυτή (29/05/2011)






Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Η διαδικασία της πολιτικής αλλαγής


Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, η πολιτική ζωή δεν είναι ποτέ στατική. Αλλάζει συνεχώς. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί αυτή η αλλαγή … Η διαδικασία της αλλαγής επαναλαμβάνεται και σε γενικές γραμμές είναι κυκλική. Δηλαδή, το πρότυπο της αλλαγής επανέρχεται στην πορεία της ιστορίας (έτσι, μελετώντας το παρελθόν, αντλούμε διδάγματα για το παρόν και για το μέλλον) …

Ένα καλό κράτος που ανθεί και ευημερεί, προϊόντος του χρόνου διαφθείρεται, εξαχρειώνεται, εκφυλίζεται· από το διεφθαρμένο, εξαχρειωμένο κράτος εμφανίζεται και πάλι ένα ισχυρό και ακμαίο κράτος … Οι ίδιες οι αρετές ενός καλού κράτους περιέχουν τους σπόρους της καταστροφής του. Το ισχυρό και ακμαίο κράτος φοβίζει όλους τους γείτονές του και συνεπώς επικρατεί η ειρήνη. Ο πόλεμος και οι μέθοδοι της πυγμής παραμελούνται. Η ειρήνη και η ευημερία εκτρέφουν την αδράνεια, την πολυτέλεια και την ασυδοσία· αυτές εκτρέφουν  την πολιτική διαφθορά, την τυραννία και την αδυναμία. Το κράτος κατανικάται από τη δύναμη των μη διεφθαρμένων γειτόνων ή εισέρχεται μόνο του σε ένα νέο κύκλο, όπου θλιβερές εποχές και αντιπαραθέσεις εξαγνίζουν από τη διαφθορά και φέρνουν νέα δύναμη, αρετή και ευημερία. Και αρχίζει ξανά ο κύκλος του εκφυλισμού.

«Τις πιο πολλές φορές οι επικράτειες, έτσι καθώς αλλάζουνε, έρχονται από την τάξη στην αταξία κι ύστερα περνούν από την αταξία στην τάξη … Κι έτσι πάντα, από το καλό ξεπέφτουν όλα στο κακό κι από το κακό υψώνονται στο καλό. Η αρετή γεννάει την ησυχία, η ησυχία τη σχόλη, η σχόλη την αταξία κι η αταξία το χαμό· και παρόμοια απ’ το χαμό γεννιέται η τάξη, από την τάξη η αρετή κι από τούτην η δόξα και η καλή τύχη». (Φλωρεντινή Ιστορία, Βιβλίο V)

«Οι γνωστικοί άνθρωποι συνηθίζουνε να λένε, κι όχι τυχαία ούτε άδικα, πως, όποιος θέλει να δει τι θα γίνει, ας εξετάσει τι έγινε: γιατί όλα του κόσμου τα πράματα έχουνε σε κάθε εποχή την αντιστοιχία τους με τους αρχαίους καιρούς. Κι αυτό γίνεται επειδή, αφού όλα τα κάνουν άνθρωποι που έχουν κι είχαν πάντοτε τα ίδια πάθη, αναγκαία καταλήγουνε όλα και στο ίδιο αποτέλεσμα». (Διατριβές, Βιβλίο III, Κεφ. 43)


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 87-89)

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Η σκέψη του Μακιαβέλι (1)


Το ουσιώδες της σκέψης του Μακιαβέλι είναι συμπυκνωμένο σε ένα κείμενο που γράφτηκε τάχιστα, μέσα σε λίγους μήνες, στα τέλη του 1513. Ο Ηγεμών, από τα πλέον ονομαστά βιβλία στην ιστορία του πολιτικού στοχασμού, σηματοδοτεί πραγματική καινοτομία. Δημιουργεί κατά πολλούς τρόπους ρήξη με τις προηγούμενες πολιτικές σκέψεις. Είναι αλήθεια ότι σε πολλά σημεία ο Μακιαβέλι επεκτείνει στοχασμούς του Αριστοτέλη ή του Πολύβιου. Ωστόσο οι ασυνέχειες υπερτερούν ευρέως των κληροδοτημάτων.

Λόγω ακριβώς της εγγενούς καινοτομίας του, ο Ηγεμών δεν έχει πάψει να γίνεται αντικείμενο μελετών, σχολιασμών, επαίνων, μομφής, επιθέσεων απομιμήσεων και συχνά παρερμηνειών εδώ και περίπου τέσσερις αιώνες. Ο Χόμπς, ο Σπινόζα, ο Μάρξ και πολλοί άλλοι υπήρξαν προσεκτικοί και παθιασμένοι αναγνώστες του έργου. Ελάχιστα κείμενα έχουν προκαλέσει τόσο έντονη γοητεία και τόσο μεγάλη απόρριψη, ίσως και τόσες παρεξηγήσεις.

Μια από τις λέξεις κλειδιά αυτού του κειμένου είναι η virtu. Δεν πρόκειται διόλου για την «αρετή» με τη συνηθισμένη έννοια. Η λέξη virtu καταδεικνύει εδώ τη δύναμη, την ικανότητα δράσης, την επιτηδειότητα την οποία επιδεικνύει κανείς σε μια ενέργεια που το αποτέλεσμα της είναι, το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης

Ο πολιτικός αγώνας, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη virtuΕξαρτάται, επίσης, από αυτές τις ίδιες τις καταστάσεις, από την εξέλιξή τους, από τις ενδεχόμενες αιφνίδιες μεταβολές τους. Αυτό το μερίδιο του τυχαίου, ο Μακιαβέλι το αποκαλεί fortuna – η τύχη, η ειμαρμένη, οι τυχαίες και μεταβαλλόμενες περιστάσεις. Διότι ίδιον των ανθρώπινων καταστάσεων είναι να παραμένουν ανοιχτές, κινούμενες, επιρρεπείς σε ξαφνικές και απρόβλεπτες μετατροπές.

Η συγκεκριμένη τέχνη του ηγεμόνα ασκείται στο σημείο συνάντησης της fortuna και της virtu: το θέμα είναι να παραμείνει αποτελεσματικός σε ένα κόσμο όπου τα δεδομένα αλλάζουν και μας διαφεύγουν αδιάκοπα … Εκείνο που σκιαγραφεί ο Μακιαβέλι είναι, κατά μία έννοια, μια γενική θεωρία της δράσης: ούτε πλήρως κυρίαρχης (η τύχη ματαιώνει τα σχέδιά μας), ούτε παντελώς αδύναμης (τα σχέδιά μας προσαρμόζονται και ματαιώνουν τα τυχαία γεγονότα).

Η τέχνη του πολέμου είναι ένα βιβλίο λιγότερο γνωστό και λιγότερο κουραστικό, τουλάχιστον φαινομενικά. Ωστόσο ο Μακιαβέλι δεν διστάζει να γράψει ότι αυτή η τέχνη του πολέμου είναι η μόνη που ταιριάζει σ’ αυτόν που διοικεί. Και εδώ, πάλι, ο λόγος είναι απλός: αυτός ο οποίος κατέχει τούτη την τέχνη αλλά δεν έχει ακόμη την εξουσία, θα καταφέρει να την κατακτήσει. Και αυτός ο οποίος έχει την εξουσία θα καταφέρει να τη διατηρήσει εναντίον των αντιπάλων του. Αντιθέτως αυτός ο οποίος δεν κατέχει τούτη την τέχνη δεν θα καταφέρει ποτέ να κατακτήσει την εξουσία αν δεν την έχει ήδη κατακτήσει, ούτε θα μπορέσει να τη διατηρήσει αν το έχει ήδη πετύχει.

Είναι λοιπόν ουσιώδες να είναι κανείς «οπλισμένος», όπως λέει ο Μακιαβέλι, πράγμα το οποίο δε σημαίνει να έχει όπλα, αλλά να κατέχει την τέχνη του πολέμου, να γνωρίζει τους νόμους της νικηφόρου μάχης … Ο  Μακιαβέλι δεν πλέκει το εγκώμιο του πολέμου. Στη σκέψη του δεν πρόκειται καν περί προτίμησης, αλλά περί διαπίστωσης: αυτή είναι η λειτουργία της πραγματικότητας.

Ροζέ-Πολ Ντρουά, Το βιβλίο της Φιλοσοφίας


(ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2009, σελ. 121-124)

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Το στοίχημα του Πασκάλ


Ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος του δεκάτου εβδόμου αιώνα Μπλεζ Πασκάλ υποστήριξε ότι η απόφαση για το αν θα πιστέψει κανείς στο Θεό ή όχι, ουσιαστικά είναι ένα στοίχημα

Αν επιλέξουμε να συμπεριφερθούμε σαν να υπάρχει Θεός και όταν φθάσουμε στο τέλος αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει, δεν έγινε και τίποτα. Εντάξει, ίσως να έχουμε χάσει την ικανότητα να απολαύσουμε τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, αλλά αυτό είναι ψιλά γράμματα σε σύγκριση με την εναλλακτική. 

Αν βάλουμε στοίχημα ότι δεν υπάρχει Θεός, και στο τέλος ανακαλύψουμε ότι υπάρχει Θεός, έχουμε χάσει το κυρίως πιάτο, την αιώνια ευδαιμονία. 

Επομένως, σύμφωνα με τον Πασκάλ, η καλύτερη στρατηγική είναι να ζούμε σαν να υπάρχει Θεός

Αυτό είναι γνωστό στους ακαδημαϊκούς ως το “στοίχημα του Πασκάλ”. Για μας τους υπόλοιπους, είναι αυτό που λέμε “μειώνω τους κινδύνους”.

Εμπνευσμένη από τις Σκέψεις του Πασκάλ, μια γριούλα πηγαίνει στην τράπεζα με μια σάκα γεμάτη με $100.000 σε μετρητά και ζητά να ανοίξει λογαριασμό. Ο επιφυλακτικός τραπεζικός ρωτά που βρήκε τα λεφτά. 
«Από τον τζόγο», λέει. «Είμαι πολύ καλή στον τζόγο».
Θέλοντας να μάθει περισσότερα, ο τραπεζικός ρωτά: «Τι είδους στοιχήματα βάζετε;»
«Α, όλων των ειδών», λέει εκείνη. «Για παράδειγμα, βάζω στοίχημα $25.000 εδώ και τώρα ότι μέχρι αύριο το μεσημέρι θα έχετε κάνει ένα τατουάζ πεταλούδα στο δεξί σας γλουτό».
«Ε, λοιπόν θα ήθελα να δεχτώ αυτό το στοίχημα» λέει ο τραπεζικός «αλλά δεν θα ήταν σωστό να πάρω τα χρήματα σας για ένα τόσο παράλογο στοίχημα».
«Αφήστε με να σας το θέσω έτσι», λέει η γυναίκα. «Αν δε δεχτείτε το στοίχημά μου θα πρέπει να βρω άλλη τράπεζα για να καταθέσω τα χρήματά μου».
«Ελάτε τώρα, μη βιάζεστε», λέει ο τραπεζικός. «Θα δεχτώ το στοίχημά σας».
Η γυναίκα επιστρέφει την επομένη μέρα το μεσημέρι με το δικηγόρο της ως μάρτυρα. Ο τραπεζικός, γυρίζει, κατεβάζει το παντελόνι του, και καλεί τους δύο τους να δουν ότι έχει κερδίσει το στοίχημα.
«Εντάξει» λέει η γυναίκα «αλλά μήπως θα μπορούσατε να σκύψετε λόγο ακόμα για να σιγουρευτούμε;»
Ο τραπεζικός δέχεται και η γυναίκα, αναγνωρίζει ότι έχασε, μετρώντας μέσα από τη σάκα της $25.000.
Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος κάθεται κρύβοντας το κεφάλι του στα χέρια του. «Τι έπαθε;» ρωτά ο τραπεζικός.
«Α, απλά δεν ξέρει να χάνει», λέει. «Του έβαλα στοίχημα $100.000 ότι μέχρι το μεσημέρι σήμερα, θα μας δείχνατε τον πισινό σας στο γραφείο σας».



 (ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, 2008, σελ. 116-118)

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Τα όρια του ανθρώπου


το βασίλειο της μοίρας είναι το βασίλειο των ορίων, των άκρων, του πέρατος, … και το κεντρικό όριο, … είναι φυσικά ο θάνατος, ο μόρος, για κάθε ζώντα οργανισμό. Στο εσωτερικό όμως του ορίου αυτού υπάρχουν και άλλα στοιχεία, των οποίων η μοίρα εγγυάται το απαράβατο και στα οποία αντιστοιχεί η ομηρική έκφραση υπέρ μόρου: το τάδε πρόσωπο δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την τάδε πράξη, γιατί κάτι τέτοιο, λέει ο Όμηρος, θα ήταν υπέρ μόρον.

Υπάρχουν εν προκειμένω δύο περιπτώσεις που αξίζει να θυμηθούμε. Πρώτον, στην ραψωδία Π (684-711) της Ιλιάδας. Ο Πάτροκλος, παρά τις προειδοποιήσεις του Αχιλλέα, συνεχίζει μια ξέφρενη μάχη. Τρείς φορές επελαύνει κατά των τειχών της Τροίας, και την ημέρα εκείνη, μας λέει ο Όμηρος, η πόλη με τις υψηλές πύλες θα είχε πέσει υπό την πίεση των Αχαιών, αν ο Απόλλων δεν ήταν εκεί για να  αποκρούσει τις επιθέσεις του Πάτροκλου: «Φύγε, το ξέρεις καλά ότι δεν είναι η αίσα (μοίρα) σου να καταλάβεις την Τροία, …». Ο Πάτροκλος καταλαβαίνει ότι έχει επιδοθεί σε υπέρ μόρον αγώνα, αλλά είναι ήδη αργά, και θα σκοτωθεί. Το άλλο επεισόδιο βρίσκεται στην αρχή της Οδύσσειας (α, 28-47). Οι θεοί συγκεντρώνονται για να αποφασίσουν την τύχη του Οδυσσέα, κρατούμενου της Καλυψούς, αλλά ο Δίας αρχίζει τη συνεδρία αναφερόμενος στην οργή και την τρέλα των ανθρώπων, και ιδίως του Αίγισθου, που τον είχε ωστόσο προειδοποιήσει ο Ερμής ότι θα τον σκότωνε ο Ορέστης αν γινόταν εραστής της Κλυταιμνήστρας και δολοφόνος του Αγαμέμνονα. Άρα, εν πλήρη γνώση του ο Αίγισθος διέπραξε τις παραβάσεις και επέσυρε τις συμφορές που τον απειλούσαν … 

Οι αποφάσεις της μοίρας αφορούν επομένως πρωτίστως το θάνατο, το έσχατο όριο της ύπαρξης, καθώς επίσης, στα πλαίσια των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, ορισμένα απαράβατα όρια. Και τούτο θα παραμείνει θεμελιώδες δεδομένο της οργάνωσης του κόσμου για τους Έλληνες. Ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου (DK B 94) λέει ότι αν ο ήλιος, που είναι θεός, απομακρυνθεί από την τροχιά του, οι Ερινύες επαγρυπνώντας θα φρόντιζαν να σεβαστεί τα όριά του. Απόσπασμα που μας επιβεβαιώνει ότι η μοίρα επιβάλλεται και στους θεούς, που δεν είναι σε θέση να της αντισταθούν … η μοίρα δεν αποτελεί πεπρωμένο με τη συνήθη έννοια του όρου, με την έννοια … ενός απόλυτου προκαθορισμού ή μια απόλυτης προδιάθεσης. Διότι, εάν η μοίρα καθορίζει τα όρια, μέσα στα όρια αυτά οι άνθρωποι αποφασίζουν κατά μία έννοια ελεύθερα. Πιο συγκεκριμένα, αποφασίζουν αν θα τα παραβούν ή όχι. Και αν τα παραβούν, η Νέμεσις θα τιμωρήσει το παράπτωμά τους …

Οι άνθρωποι γνωρίζουν λοιπόν τα εσωτερικά όρια της ύπαρξης. Και αν τα παραβούν σημαίνει πως έχουν παρασυρθεί από την ύβριν. Ο άνθρωπος είναι το ον που κατακλύζεται από την ύβριν, από τη λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης

Δεν υπάρχει λοιπόν πεπρωμένο, υπάρχει όμως ένα έσχατο όριο, ο θάνατος, και ορισμένα άλλα εσωτερικά όρια μέσα στα οποία ο άνθρωπος αποφασίζει μόνος του μερικές φορές, ακόμα κι όταν διαλέγεται με τους θεούς και βρίσκεται συχνά υπό την επιρροή τους. Και η ομηρική αντίληψη για την μοίραν είναι κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδης. Από τη μία, αναγγέλλει και εμπεριέχει ήδη το στοιχείο που βρίσκεται κατ’ ανάγκη στη βάση κάθε ορθολογικής έρευνας, κάθε ορθολογικής σκέψης, δηλαδή ότι υπάρχουν νόμοι που επιβάλλουν όρια στα πάντα, και δεν εξαρτώνται από κάθε κάποια αυθαίρετη θεία βούληση. Από την άλλη, όπως θα το διατυπώσει αργότερα ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος αποτελεί αρχήν των εσομένων, κανόνα και εκκίνηση όλων όσων πρόκειται να συμβούν. Ο άνθρωπος αποφασίζει και η απόφαση του λαμβάνεται με δικό του κίνδυνο, με δικά του έξοδα που αποδεικνύονται συχνά εξαιρετικά επαχθή – με τελική έκβαση τον «πολυέξοδο/ανέξοδο» θάνατο.

Η συνύπαρξη αυτή ενός απρόσωπου νόμου και της ελεύθερης απόφασης του ανθρώπου απέναντι του είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που ελευθερώνει την πράξη των Ελλήνων τόσο στο πρακτικό, στο πολιτικό πεδίο, όσο και στο πεδίο της σκέψης.



(Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σελ. 171-178)